Ο άνθρωπος του Somerton: Ένας νεκρός χωρίς όνομα, ενα χαρτί με δύο μόνο λέξεις και ενας κρυπτογραφημένος κώδικας που δεν αποκρυπτογραφήθηκε ποτέ

Ο άνθρωπος του Somerton: Ένας νεκρός χωρίς όνομα, ενα χαρτί με δύο μόνο λέξεις και ενας κρυπτογραφημένος κώδικας που δεν αποκρυπτογραφήθηκε ποτέ
Υπάρχουν εγκλήματα που λύνονται μέσα σε λίγες ημέρες. Άλλα χρειάζονται χρόνια, μέχρι κάποια νέα μαρτυρία, ένα ξεχασμένο στοιχείο ή η πρόοδος της τεχνολογίας να αποκαλύψει την αλήθεια. Υπάρχουν όμως και ελάχιστες υποθέσεις που φαίνεται να ακολουθούν έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο. Αντί να γίνονται πιο ξεκάθαρες με το πέρασμα του χρόνου, αποκτούν ολοένα και περισσότερα στρώματα μυστηρίου. Κάθε νέα ανακάλυψη απαντά σε ένα ερώτημα, αλλά γεννά δύο καινούργια. Κάθε θεωρία μοιάζει πειστική μέχρι να εμφανιστεί ένα στοιχείο που την ανατρέπει. Και κάθε προσπάθεια να κλείσει ο φάκελος οδηγεί τελικά στο συμπέρασμα ότι ίσως ορισμένα μυστήρια να μην δημιουργήθηκαν ποτέ για να λυθούν πλήρως.
Η υπόθεση του ανθρώπου που έμεινε γνωστός ως ο άνθρωπος του Somerton (Somerton Man) ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία. Για περισσότερες από επτά δεκαετίες, αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα ανεξιχνίαστα μυστήρια της σύγχρονης εγκληματολογίας. Δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι κανείς δεν γνώριζε την ταυτότητά του. Δεν ήταν μόνο η απουσία οποιουδήποτε εγγράφου ή προσωπικού αντικειμένου που θα μπορούσε να οδηγήσει στην αναγνώρισή του. Ήταν η παράξενη αλληλουχία γεγονότων που ακολούθησε. Ένα μικροσκοπικό κομμάτι χαρτιού με μια περσική φράση. Ένα αντίτυπο ενός διάσημου λογοτεχνικού έργου. Ένας κρυπτογραφημένος συνδυασμός γραμμάτων που κανείς δεν κατάφερε να αποκωδικοποιήσει. Μια γυναίκα που έδειχνε να γνωρίζει περισσότερα απ’ όσα παραδεχόταν. Και, στο φόντο όλων αυτών, ένας κόσμος που μόλις είχε εισέλθει στην πιο σκοτεινή περίοδο του ψυχρού πολέμου.
Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που η ιστορία εξακολουθεί να γοητεύει ερευνητές, συγγραφείς και ιστορικούς. Δεν πρόκειται απλώς για μια ανεξιχνίαστη δολοφονία ή έναν ανεξήγητο θάνατο. Πρόκειται για μια υπόθεση που βρίσκεται ακριβώς στο σημείο όπου συναντώνται η εγκληματολογία, η κρυπτογραφία, η λογοτεχνία, η γεωπολιτική και η ιστορία των μυστικών υπηρεσιών. Είναι μια ιστορία που θα μπορούσε να αποτελεί μυθιστόρημα του John le Carré ή σενάριο κατασκοπευτικής ταινίας, αν δεν υπήρχαν οι πραγματικές αστυνομικές αναφορές που επιβεβαιώνουν ότι όλα ξεκίνησαν ένα συνηθισμένο πρωινό του Δεκεμβρίου του 1948.
Η 1η Δεκεμβρίου εκείνης της χρονιάς ξημέρωσε όπως πολλές άλλες στην παραθαλάσσια πόλη της Αδελαΐδας (Adelaide). Για τους κατοίκους της περιοχής, η παραλία Somerton ήταν ένας γνώριμος τόπος περιπάτου και ξεκούρασης. Η Αυστραλία βρισκόταν στην αρχή του καλοκαιριού της, και τίποτα δεν προμήνυε ότι εκείνη η ημέρα θα έμενε στην ιστορία της εγκληματολογίας. Νωρίς το πρωί, ένας άνδρας εντοπίστηκε ξαπλωμένος πάνω στην άμμο, με την πλάτη να ακουμπά στον χαμηλό κυματοθραύστη και τα πόδια του σταυρωμένα με έναν τρόπο που έδινε την εντύπωση ότι απλώς απολάμβανε τη θαλασσινή αύρα. Φορούσε καλοραμμένο σακάκι, πουκάμισο, γραβάτα και καλογυαλισμένα παπούτσια, μια ενδυμασία που φάνταζε σχεδόν παράταιρη για μια ζεστή ημέρα δίπλα στη θάλασσα.
Οι πρώτοι άνθρωποι που τον είδαν δεν ανησύχησαν ιδιαίτερα. Κάποιοι υπέθεσαν ότι είχε αποκοιμηθεί μετά από μια κουραστική νύχτα. Άλλοι πίστεψαν ότι ίσως ήταν μεθυσμένος. Μάλιστα, αργότερα καταγράφηκαν μαρτυρίες ανθρώπων που δήλωσαν ότι τον είχαν παρατηρήσει από το προηγούμενο βράδυ σχεδόν στην ίδια στάση, θεωρώντας ότι επρόκειτο για κάποιον κουρασμένο ταξιδιώτη που ξεκουραζόταν. Κανείς δεν φαντάστηκε ότι ο άνδρας ήταν ήδη νεκρός.
Όταν τελικά ειδοποιήθηκε η αστυνομία, οι πρώτες διαπιστώσεις προκάλεσαν αμέσως απορία. Δεν υπήρχαν εμφανή τραύματα, δεν υπήρχαν ίχνη πάλης, ούτε σημάδια που να υποδήλωναν βίαιο θάνατο. Το πρόσωπό του ήταν ήρεμο, σχεδόν γαλήνιο, σαν να είχε αποκοιμηθεί φυσιολογικά. Ακόμη πιο παράξενο ήταν ότι η στάση του σώματός του δεν παρέπεμπε σε άνθρωπο που πέθανε ξαφνικά από πόνο ή σπασμούς. Αντίθετα, έμοιαζε σαν να είχε απλώς σταματήσει να αναπνέει χωρίς καμία εξωτερική ένδειξη δυσφορίας.
Η νεκροψία που ακολούθησε περιέπλεξε ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Τα εσωτερικά όργανα εμφάνιζαν αλλοιώσεις που ορισμένοι ιατροδικαστές θεώρησαν συμβατές με δηλητηρίαση. Ωστόσο, οι εργαστηριακές αναλύσεις της εποχής δεν κατάφεραν να εντοπίσουν κάποιο γνωστό δηλητήριο. Εκείνη την περίοδο υπήρχαν ήδη ουσίες φυτικής και συνθετικής προέλευσης που μπορούσαν να αποδομηθούν γρήγορα στον ανθρώπινο οργανισμό ή να αφήσουν ελάχιστα ανιχνεύσιμα ίχνη. Το ενδεχόμενο αυτό δεν μπορούσε να αποκλειστεί, αλλά ούτε και να αποδειχθεί. Έτσι, από την πρώτη κιόλας ημέρα, η επίσημη αιτία θανάτου παρέμεινε ουσιαστικά άγνωστη.
Η αστυνομία στράφηκε τότε στη μοναδική κατεύθυνση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάποια απάντηση, την ταυτοποίηση του νεκρού. Εκεί όμως την περίμενε μια δεύτερη έκπληξη. Ο άνδρας δεν έφερε επάνω του ούτε πορτοφόλι, ούτε διαβατήριο, ούτε άδεια οδήγησης, ούτε οποιοδήποτε προσωπικό έγγραφο. Το γεγονός αυτό από μόνο του δεν ήταν αδύνατο να εξηγηθεί. Εκείνο όμως που προκάλεσε πραγματική αμηχανία ήταν ότι όλες σχεδόν οι εργοστασιακές ετικέτες των ρούχων του είχαν αφαιρεθεί προσεκτικά. Δεν επρόκειτο για φθορά από τη χρήση ούτε για τυχαίο σκίσιμο. Κάποιος είχε αφιερώσει χρόνο ώστε να εξαφανίσει κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να οδηγήσει στον κατασκευαστή των ρούχων και, κατ’ επέκταση, ίσως στην ταυτότητα του ιδιοκτήτη τους.
Η εικόνα αυτή άρχισε να μεταμορφώνει μια φαινομενικά απλή υπόθεση αιφνίδιου θανάτου σε κάτι πολύ πιο σύνθετο. Οι αστυνομικοί αναρωτήθηκαν αν είχαν απέναντί τους έναν άνθρωπο που είχε επιλέξει ο ίδιος να εξαφανίσει κάθε ίχνος της προηγούμενης ζωής του ή αν κάποιος άλλος είχε φροντίσει να το κάνει μετά τον θάνατό του. Η δεύτερη εκδοχή ήταν ιδιαίτερα ανησυχητική. Αν κάποιος είχε αφαιρέσει συστηματικά όλα τα στοιχεία ταυτότητας, τότε πιθανότατα υπήρχε λόγος να μην αναγνωριστεί ποτέ το θύμα.
Οι έρευνες επεκτάθηκαν σε ξενοδοχεία, σιδηροδρομικούς σταθμούς και λιμάνια. Δημοσιεύθηκαν φωτογραφίες του νεκρού στις εφημερίδες ολόκληρης της Αυστραλίας. Χιλιάδες άνθρωποι είδαν το πρόσωπό του. Κανείς όμως δεν τον αναγνώρισε με βεβαιότητα. Για εβδομάδες, ο άγνωστος άνδρας της παραλίας παρέμενε ακριβώς αυτό: ένας άνθρωπος χωρίς όνομα, χωρίς οικογένεια και χωρίς παρελθόν.
Και τότε, τη στιγμή που η υπόθεση έδειχνε να έχει φτάσει σε αδιέξοδο, συνέβη κάτι που θα άλλαζε για πάντα την πορεία της έρευνας. Κατά τη διάρκεια μιας πιο λεπτομερούς εξέτασης των προσωπικών του αντικειμένων, οι αστυνομικοί εντόπισαν στο παντελόνι του μια μικρή, προσεκτικά ραμμένη κρυφή τσέπη. Δεν ήταν μια συνηθισμένη τσέπη εργοστασιακής κατασκευής. Είχε προστεθεί αργότερα, με τρόπο που υποδήλωνε ότι προοριζόταν να κρύβει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό.
Μέσα της υπήρχε μόνο ένα μικροσκοπικό κομμάτι χαρτιού.
Δύο λέξεις.
“Tamám Shud”
Οι περισσότεροι αστυνομικοί δεν γνώριζαν τότε ότι επρόκειτο για περσική φράση. Ακόμη λιγότεροι μπορούσαν να φανταστούν ότι εκείνο το μικρό απόκομμα χαρτιού θα οδηγούσε σε ένα από τα πιο διάσημα βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας, σε έναν ανεξήγητο κρυπτογραφημένο κώδικα και σε ένα μυστήριο που, εβδομήντα επτά χρόνια αργότερα, εξακολουθεί να μην έχει δώσει όλες τις απαντήσεις του.
Αν η ανακάλυψη της κρυφής τσέπης προκάλεσε έκπληξη στους αστυνομικούς της Αδελαΐδας, το περιεχόμενό της δημιούργησε ακόμη περισσότερα ερωτήματα από όσα απάντησε. Μέσα της δεν υπήρχε κάποιο έγγραφο, ούτε μια φωτογραφία, ούτε μια διεύθυνση ή ένα σημείωμα αυτοκτονίας. Υπήρχε μόνο ένα μικροσκοπικό κομμάτι χαρτιού, τόσο μικρό ώστε αρχικά πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Πάνω του ήταν τυπωμένες δύο λέξεις, Tamám Shud.
Οι αστυνομικοί χρειάστηκαν τη βοήθεια ειδικών στις ανατολικές γλώσσες για να καταλάβουν τη σημασία τους. Η φράση προερχόταν από τα περσικά και μπορούσε να αποδοθεί ως «Τελείωσε», «Ολοκληρώθηκε» ή απλώς «Το τέλος». Δεν επρόκειτο όμως για μια οποιαδήποτε φράση. Ήταν οι τελευταίες λέξεις που τυπώνονταν σε πολλές εκδόσεις του περίφημου Rubaiyat of Omar Khayyam, της ποιητικής συλλογής που έκανε γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο τον Πέρση μαθηματικό, αστρονόμο και ποιητή Omar Khayyam.
Για έναν σύγχρονο αναγνώστη, η αναφορά αυτή ίσως να μην φαίνεται ιδιαίτερα σημαντική. Στα μέσα όμως του εικοστού αιώνα το Rubaiyat ήταν ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα λογοτεχνικά έργα στον αγγλόφωνο κόσμο. Η αγγλική μετάφραση του Edward FitzGerald είχε γνωρίσει τεράστια επιτυχία ήδη από τον 19ο αιώνα και είχε αποκτήσει σχεδόν μυθική φήμη. Αντίτυπά του βρίσκονταν σε βιβλιοθήκες, σπίτια, στρατώνες και λέσχες αξιωματικών. Το βιβλίο δεν ήταν απλώς μια ποιητική συλλογή, αποτελούσε ένα πολιτισμικό σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής.
Και ίσως εκεί βρίσκεται το πρώτο μεγάλο λάθος πολλών σύγχρονων παρουσιάσεων της υπόθεσης. Το Rubaiyat συνήθως αντιμετωπίζεται απλώς ως η πηγή της φράσης «Tamám Shud». Στην πραγματικότητα, το ίδιο το περιεχόμενο του βιβλίου ίσως να είναι εξίσου σημαντικό με το χαρτάκι που βρέθηκε στην κρυφή τσέπη.
Ο Omar Khayyam δεν έγραφε για πολιτική ούτε για θρησκευτικά δόγματα. Τα τετράστιχά του περιστρέφονται γύρω από τον χρόνο, την παροδικότητα της ζωής, την αβεβαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και τη ματαιότητα της προσπάθειας να ελέγξει κανείς το πεπρωμένο του. Είναι ένα έργο που καλεί τον αναγνώστη να αποδεχθεί ότι ο θάνατος αποτελεί αναπόφευκτο μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας και ότι η ζωή οφείλει να βιώνεται πριν χαθεί για πάντα.
Μέσα σε αυτό το φιλοσοφικό πλαίσιο, οι λέξεις Tamám Shud αποκτούν μια εντελώς διαφορετική βαρύτητα. Δεν σημαίνουν απλώς «τέλος». Συμβολίζουν την ολοκλήρωση ενός κύκλου, την αποδοχή της μοίρας και την αναγνώριση ότι κάθε ανθρώπινη ιστορία κάποτε τελειώνει. Αν ο άγνωστος άνδρας είχε τοποθετήσει συνειδητά εκείνο το απόκομμα στην κρυφή του τσέπη, τότε ίσως να επρόκειτο για ένα προσωπικό μήνυμα. Ίσως για μια φιλοσοφική δήλωση. Ίσως ακόμη και για έναν ιδιότυπο αποχαιρετισμό.
Η αστυνομία, όμως, δεν είχε την πολυτέλεια να ασχοληθεί με φιλοσοφικές ερμηνείες. Έπρεπε να απαντήσει σε ένα πολύ πιο πρακτικό ερώτημα, από ποιο βιβλίο είχε σκιστεί εκείνο το κομμάτι χαρτιού;
Η τύχη στάθηκε απρόσμενα γενναιόδωρη. Λίγες ημέρες μετά τη δημοσιοποίηση της υπόθεσης, ένας κάτοικος της Αδελαΐδας εμφανίστηκε στις αρχές κρατώντας ένα αντίτυπο του Rubaiyat. Εξήγησε ότι λίγες ημέρες πριν από την ανακάλυψη του πτώματος είχε βρει το βιβλίο πεταμένο στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του, το οποίο είχε παραμείνει ξεκλείδωτο για μικρό χρονικό διάστημα κοντά στην παραλία Somerton. Αρχικά δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Όταν όμως διάβασε στις εφημερίδες για το μυστηριώδες χαρτάκι με τη φράση “Tamám Shud”, θυμήθηκε το βιβλίο και αποφάσισε να το παραδώσει στην αστυνομία.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν κάτι εντυπωσιακό. Η τελευταία σελίδα του βιβλίου είχε σκιστεί ακριβώς στο σημείο όπου βρίσκονταν οι λέξεις “Tamám Shud”. Η κοπή ταίριαζε σχεδόν απόλυτα με το κομμάτι χαρτιού που είχε βρεθεί στην κρυφή τσέπη του νεκρού. Ήταν πλέον σχεδόν βέβαιο ότι επρόκειτο για το ίδιο βιβλίο.
Θα περίμενε κανείς ότι η υπόθεση θα γινόταν πλέον απλούστερη. Αντιθέτως, εκείνη ακριβώς τη στιγμή άρχισε να μετατρέπεται σε έναν πραγματικό λαβύρινθο.
Καθώς οι αστυνομικοί εξέταζαν προσεκτικά το αντίτυπο του Rubaiyat, παρατήρησαν ότι στο οπισθόφυλλο υπήρχαν γραμμένα με μολύβι πέντε σύντομα σύνολα γραμμάτων. Δεν σχημάτιζαν λέξεις. Δεν αντιστοιχούσαν σε γνωστή γλώσσα. Έμοιαζαν περισσότερο με κάποιον αυτοσχέδιο κώδικα.
WRGOABABD
MLIAOI
WTBIMPANETP
MLIABOAIAQC
ITTMTSAMSTGAB
Μέχρι σήμερα, οι πέντε αυτές σειρές χαρακτήρων αποτελούν έναν από τους πιο διάσημους ανεπίλυτους κώδικες της σύγχρονης ιστορίας.
Από την πρώτη στιγμή, ειδικοί στην κρυπτογραφία προσπάθησαν να τον αποκρυπτογραφήσουν. Οι αυστραλιανές αρχές συμβουλεύτηκαν στρατιωτικούς αναλυτές, ειδικούς των υπηρεσιών πληροφοριών και μαθηματικούς. Με το πέρασμα των δεκαετιών, τον κώδικα μελέτησαν ερασιτέχνες κρυπτογράφοι, πανεπιστημιακοί και, αργότερα, ακόμη και προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης.
Το αποτέλεσμα παρέμεινε το ίδιο.
Καμία αποκρυπτογράφηση δεν θεωρήθηκε πειστική.
Άλλοι υποστήριξαν ότι πρόκειται για αρχικά λέξεων ενός ποιήματος. Άλλοι πίστεψαν ότι πρόκειται για στρατιωτικό one-time pad, ένα σύστημα κρυπτογράφησης που χρησιμοποιούσαν οι μυστικές υπηρεσίες επειδή θεωρείται πρακτικά αδύνατο να σπάσει χωρίς το αρχικό κλειδί. Ορισμένοι ερευνητές πρότειναν ακόμη και ότι δεν επρόκειτο για πραγματικό κώδικα, αλλά για προσωπικές σημειώσεις χωρίς ιδιαίτερο νόημα.
Το γεγονός όμως ότι ο κώδικας βρισκόταν στο ίδιο βιβλίο από το οποίο είχε σκιστεί η φράση Tamám Shud έκανε σχεδόν αδύνατο να θεωρηθεί απλή σύμπτωση.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα ήταν μια δεύτερη ανακάλυψη. Στο ίδιο βιβλίο υπήρχε ένας τηλεφωνικός αριθμός. Οι αστυνομικοί δεν άργησαν να διαπιστώσουν ότι ανήκε σε μια νεαρή νοσοκόμα που κατοικούσε λίγα μόλις εκατοντάδες μέτρα από την παραλία όπου είχε βρεθεί ο νεκρός. Η γυναίκα αυτή, γνωστή αρχικά μόνο ως Jessica Thomson, επρόκειτο να εξελιχθεί στο πιο αμφιλεγόμενο πρόσωπο ολόκληρης της υπόθεσης.
Όταν οι ερευνητές της έδειξαν το γύψινο εκμαγείο του προσώπου του άγνωστου άνδρα, η αντίδρασή της υπήρξε αξιοσημείωτη. Σύμφωνα με αρκετούς παρόντες αστυνομικούς, έχασε στιγμιαία το χρώμα της και φάνηκε βαθιά ταραγμένη, σαν να αναγνώρισε τον νεκρό. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα όμως ανέκτησε την ψυχραιμία της και δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή της.
Ήταν ειλικρινής;
Ή μήπως εκείνη τη στιγμή έκρυβε το σημαντικότερο κομμάτι του παζλ;
Η απάντηση δεν δόθηκε ποτέ. Και καθώς οι ερευνητές άρχισαν να εξετάζουν πιο προσεκτικά τη ζωή της Jessica Thomson, την παράξενη σχέση της με το Rubaiyat και τις αντιφατικές καταθέσεις της, η υπόθεση του Somerton Man έπαψε οριστικά να είναι μια απλή αστυνομική έρευνα.
Άρχισε να αποκτά όλα τα χαρακτηριστικά μιας ιστορίας κατασκοπείας, γραμμένης στις σκιές του ψυχρού πολέμου.
Από τη στιγμή που ο τηλεφωνικός αριθμός στο πίσω μέρος του Rubaiyat οδήγησε τους αστυνομικούς στη νοσοκόμα Jessica Thomson, η υπόθεση έπαψε να είναι μια απλή προσπάθεια αναγνώρισης ενός άγνωστου νεκρού. Για πρώτη φορά εμφανιζόταν ένα πραγματικό πρόσωπο που ίσως να αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στον άνδρα της παραλίας και τον κόσμο στον οποίο ανήκε. Η Jessica κατοικούσε σε μικρή απόσταση από τη Somerton Beach και, σύμφωνα με όσα δήλωσε, δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τον νεκρό. Παρ’ όλα αυτά, η αντίδρασή της όταν αντίκρισε το γύψινο εκμαγείο του προσώπου του άφησε βαθιά εντύπωση στους παρόντες αστυνομικούς. Περιγράφηκε ως στιγμιαία ωχρότητα, εμφανής αμηχανία και μια προσπάθεια να επανακτήσει γρήγορα την ψυχραιμία της. Κανένα από αυτά δεν αποτελεί απόδειξη. Όμως, στις αστυνομικές έρευνες, οι ανθρώπινες αντιδράσεις συχνά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία όταν συνοδεύονται από μια αλληλουχία περίεργων συμπτώσεων.
Η ίδια εξήγησε ότι, αρκετά χρόνια νωρίτερα, είχε χαρίσει ένα αντίτυπο του Rubaiyat σε έναν αξιωματικό του στρατού, τον Alfred Boxall. Η πληροφορία αυτή φάνηκε αρχικά να λύνει το μυστήριο. Οι ερευνητές θεώρησαν ότι ο νεκρός ήταν πιθανότατα ο Boxall. Η υπόθεση όμως κατέρρευσε μέσα σε λίγες ημέρες. Ο αξιωματικός όχι μόνο ήταν ζωντανός, αλλά διατηρούσε ακόμη το αντίτυπο του βιβλίου που του είχε χαρίσει η Jessica, με άθικτη την τελευταία σελίδα. Το Rubaiyat που βρέθηκε συνδεδεμένο με τον Somerton Man ήταν διαφορετικό.
Το αδιέξοδο αυτό υπήρξε καθοριστικό. Γιατί πλέον η αστυνομία είχε μπροστά της δύο βιβλία, δύο διαφορετικούς άνδρες και μια γυναίκα που βρισκόταν στο κέντρο και των δύο ιστοριών. Η Jessica συνέχισε να επιμένει ότι δεν γνώριζε τον νεκρό. Ωστόσο, οι υποψίες δεν έπαψαν ποτέ να τη συνοδεύουν. Ορισμένοι ερευνητές υποστήριξαν αργότερα ότι ίσως προσπαθούσε να προστατεύσει κάποιον. Άλλοι πίστεψαν ότι φοβόταν τις συνέπειες μιας αποκάλυψης. Υπήρξαν ακόμη και εκείνοι που θεώρησαν πως η ίδια δεν είχε αντιληφθεί πλήρως σε τι είχε εμπλακεί.
Το γεγονός ότι η υπόθεση εκτυλισσόταν στα τέλη του 1948 έδωσε πολύ γρήγορα μια διαφορετική διάσταση στις έρευνες. Ο κόσμος είχε μόλις αρχίσει να διαμορφώνεται σύμφωνα με τη νέα πραγματικότητα του ψυχρού πολέμου. Η Ευρώπη ήταν ήδη χωρισμένη σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Ο αποκλεισμός του Βερολίνου βρισκόταν σε εξέλιξη, ενώ οι σχέσεις ανάμεσα στη Δύση και τη Σοβιετική Ένωση επιδεινώνονταν καθημερινά. Η κατασκοπεία είχε μετατραπεί σε ένα από τα σημαντικότερα όπλα των μεγάλων δυνάμεων. Οι μυστικές υπηρεσίες στρατολογούσαν επιστήμονες, στρατιωτικούς, διπλωμάτες αλλά και απλούς πολίτες. Πλαστά διαβατήρια, κρυπτογραφημένα μηνύματα και διπλοί πράκτορες αποτελούσαν πλέον μέρος της διεθνούς πραγματικότητας και όχι μόνο της λογοτεχνίας.
Σε αυτό το γεωπολιτικό σκηνικό, η Αδελαΐδα αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία. Λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα βορειότερα λειτουργούσε το Woomera Rocket Range, ένα από τα σημαντικότερα πεδία δοκιμών πυραύλων και προηγμένων στρατιωτικών τεχνολογιών του δυτικού κόσμου. Εκεί συνεργάζονταν η Αυστραλία και το Ηνωμένο Βασίλειο σε προγράμματα που σχετίζονταν με πυραυλικά συστήματα, βαλλιστικές δοκιμές και αργότερα με τεχνολογίες που συνδέθηκαν ακόμη και με την πυρηνική αποτροπή. Μια τέτοια εγκατάσταση αποτελούσε αυτονόητα στόχο για κάθε υπηρεσία πληροφοριών που επιθυμούσε να αποκτήσει τεχνολογικό πλεονέκτημα.
Έτσι γεννήθηκε ίσως η πιο διάσημη θεωρία της υπόθεσης. Ο άγνωστος άνδρας δεν ήταν ένας τυχαίος πολίτης. Ήταν κατάσκοπος.
Η θεωρία αυτή δεν βασίστηκε μόνο στο γενικό κλίμα της εποχής. Υπήρχαν αρκετές λεπτομέρειες που έμοιαζαν να την ενισχύουν. Οι αφαιρεμένες ετικέτες των ρούχων θύμιζαν πρακτική επαγγελματικής απόκρυψης ταυτότητας. Η απουσία εγγράφων ήταν ασυνήθιστη για έναν απλό ταξιδιώτη. Ο άγνωστος κώδικας στο Rubaiyat παρέπεμπε σε κρυπτογραφημένο μήνυμα. Και η αδυναμία εντοπισμού του δηλητηρίου οδήγησε ορισμένους να υποθέσουν ότι χρησιμοποιήθηκε κάποια ουσία γνωστή μόνο σε κρατικά εργαστήρια.
Καμία από αυτές τις ενδείξεις δεν αποτελεί απόδειξη. Όλες όμως μαζί δημιουργούν ένα σύνολο που δύσκολα αγνοείται.
Κατά τη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών, διάφοροι ερευνητές επιχείρησαν να συνδέσουν την υπόθεση με τη KGB, τη MI5, ακόμη και τη νεοσύστατη τότε ASIO. Ορισμένοι υποστήριξαν ότι ο Somerton Man ίσως ήταν σοβιετικός πράκτορας που εξουδετερώθηκε αφού ολοκλήρωσε μια αποστολή. Άλλοι θεώρησαν πιθανότερο να ήταν διπλός πράκτορας, άνθρωπος που εργαζόταν ταυτόχρονα για περισσότερες από μία υπηρεσίες πληροφοριών. Δεν έλειψαν ούτε τα σενάρια που τον ήθελαν θύμα εσωτερικής εκκαθάρισης ή αποτυχημένης ανταλλαγής πληροφοριών.
Παρά τη γοητεία τους, τα περισσότερα από αυτά τα σενάρια παρουσιάζουν σημαντικές αδυναμίες. Αν επρόκειτο για επαγγελματία κατάσκοπο, γιατί να διατηρεί μαζί του ένα βιβλίο που περιείχε έναν τόσο εμφανή κώδικα και έναν τηλεφωνικό αριθμό; Γιατί να μεταφέρει ένα στοιχείο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε επαφές του; Και, ακόμη σημαντικότερο, γιατί να αφεθεί το σώμα του σε μια δημόσια παραλία, όπου θα προκαλούσε αναπόφευκτα τεράστια δημοσιότητα;
Από την άλλη πλευρά, ούτε η θεωρία της αυτοκτονίας απαντά σε όλα τα ερωτήματα. Πράγματι, η φράση Tamám Shud μπορεί να ερμηνευθεί ως συμβολικός αποχαιρετισμός. Η απουσία εξωτερικών τραυμάτων θα μπορούσε να συμφωνεί με λήψη δηλητηρίου. Όμως, γιατί να αφαιρεθούν οι ετικέτες από όλα σχεδόν τα ρούχα; Γιατί να μην υπάρχει κανένα στοιχείο ταυτότητας; Και γιατί να δημιουργηθεί μια τόσο περίπλοκη εικόνα γύρω από έναν άνθρωπο που, υποτίθεται, επέλεξε μόνος του να δώσει τέλος στη ζωή του;
Ακριβώς αυτή η αδυναμία κάθε θεωρίας να εξηγήσει όλα τα δεδομένα είναι που κράτησε την υπόθεση ζωντανή για περισσότερες από επτά δεκαετίες. Οι ιστορικοί, οι εγκληματολόγοι και οι ερευνητές δεν χωρίστηκαν σε δύο στρατόπεδα αλλά σε δεκάδες διαφορετικές σχολές σκέψης. Κάθε μία μπορούσε να εξηγήσει ένα μέρος του παζλ. Καμία όμως δεν μπορούσε να ενώσει όλα τα κομμάτια σε μια συνεκτική εικόνα.
Και όταν πλέον φαινόταν ότι ο φάκελος του Somerton Man είχε εξαντλήσει κάθε δυνατότητα νέας έρευνας, η επιστήμη έκανε κάτι που το 1948 θα έμοιαζε με επιστημονική φαντασία. Η γενετική ανάλυση DNA και η γενεαλογική χαρτογράφηση άνοιξαν ξανά μια υπόθεση που όλοι θεωρούσαν καταδικασμένη να παραμείνει για πάντα άλυτη.
Για περισσότερες από επτά δεκαετίες, ο άνθρωπος της παραλίας Somerton παρέμενε κυριολεκτικά ένας άνθρωπος χωρίς όνομα. Εκατοντάδες αστυνομικοί, εγκληματολόγοι, δημοσιογράφοι και ερασιτέχνες ερευνητές προσπάθησαν να λύσουν το αίνιγμα. Αναλύθηκαν χιλιάδες έγγραφα, εξετάστηκαν αμέτρητες μαρτυρίες και διατυπώθηκαν δεκάδες θεωρίες. Κάποιες στηρίζονταν σε πραγματικά στοιχεία. Άλλες γεννήθηκαν περισσότερο από τη γοητεία του μυστηρίου παρά από αποδείξεις. Κανείς όμως δεν κατάφερε να απαντήσει στο πιο βασικό ερώτημα.
Ποιος ήταν;
Η απάντηση άρχισε να διαφαίνεται μόλις στον 21ο αιώνα, όταν η εγκληματολογία απέκτησε ένα εργαλείο που οι ερευνητές του 1948 δεν μπορούσαν ούτε να φανταστούν, τη γενετική γενεαλογία. Η ανάλυση DNA δεν χρησιμοποιείται πλέον μόνο για την ταυτοποίηση ενός ατόμου μέσω άμεσων συγγενών. Μέσα από τεράστιες βάσεις γενετικών δεδομένων και τη σύγκριση χιλιάδων οικογενειακών δέντρων, μπορεί να εντοπίσει μακρινούς συγγενείς και να ανασυνθέσει σταδιακά την καταγωγή ενός άγνωστου ανθρώπου.
Το 2022, μια ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον καθηγητή Derek Abbott ανακοίνωσε ότι, ύστερα από χρόνια γενετικής ανάλυσης, κατέληξε με πολύ υψηλή πιθανότητα στο συμπέρασμα ότι ο Somerton Man ήταν ο Carl Webb, ένας ηλεκτρολόγος μηχανικός που είχε γεννηθεί στη Μελβούρνη και είχε χαθεί από τα δημόσια αρχεία στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Η ανακοίνωση προκάλεσε διεθνές ενδιαφέρον, καθώς για πρώτη φορά μετά από εβδομήντα τέσσερα χρόνια η υπόθεση αποκτούσε ένα πιθανό όνομα.
Η εξέλιξη αυτή υπήρξε εντυπωσιακή, αλλά δεν έκλεισε τον φάκελο. Αντίθετα, δημιούργησε ένα νέο σύνολο ερωτημάτων. Αν ο νεκρός ήταν πράγματι ο Carl Webb, τότε γιατί ταξίδεψε μέχρι την Αδελαΐδα; Γιατί δεν υπήρχε κανένα προσωπικό αντικείμενο που να αποκαλύπτει την ταυτότητά του; Γιατί αφαιρέθηκαν όλες σχεδόν οι ετικέτες από τα ρούχα του; Και, κυρίως, ποια ήταν η σχέση του με το Rubaiyat, τη Jessica Thomson και τον μυστηριώδη κώδικα;
Η γενετική επιστήμη μπορεί να προσφέρει ονόματα. Δεν μπορεί όμως να ανασυνθέσει τις τελευταίες ημέρες της ζωής ενός ανθρώπου ούτε να αποκαλύψει τις προθέσεις του. Έτσι, ενώ η πιθανή ταυτοποίηση αποτέλεσε μια σημαντική πρόοδο, το ουσιαστικό μυστήριο παρέμεινε σχεδόν ανέπαφο.
Αυτό είναι ίσως το πιο παράδοξο στοιχείο ολόκληρης της υπόθεσης. Εβδομήντα επτά χρόνια μετά τον θάνατό του, γνωρίζουμε πιθανώς περισσότερα για τον άνθρωπο, αλλά σχεδόν τίποτα περισσότερο για την ιστορία του.
Ο θάνατός του εξακολουθεί να μην έχει εξηγηθεί με βεβαιότητα.
Το δηλητήριο δεν ταυτοποιήθηκε ποτέ.
Ο κώδικας δεν αποκρυπτογραφήθηκε ποτέ.
Η πραγματική σχέση του με τη Jessica Thomson δεν αποδείχθηκε ποτέ.
Το γιατί βρέθηκε στην παραλία Somerton παραμένει άγνωστο.
Αυτό ακριβώς είναι που διαφοροποιεί την υπόθεση από σχεδόν κάθε άλλο ιστορικό μυστήριο. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η πρόοδος της τεχνολογίας μειώνει σταδιακά το εύρος της άγνοιας. Εδώ συνέβη σχεδόν το αντίθετο. Η τεχνολογία απάντησε σε μία μόνο ερώτηση, αφήνοντας ανέπαφες όλες τις υπόλοιπες.
Ίσως γι’ αυτό η ιστορία του Somerton Man εξακολουθεί να ασκεί τόσο έντονη γοητεία. Δεν πρόκειται μόνο για ένα ανεξιχνίαστο έγκλημα ούτε για μια πιθανή υπόθεση κατασκοπείας. Πρόκειται για μια ιστορία που ακουμπά μια βαθύτερη ανθρώπινη ανάγκη, την ανάγκη να πιστεύουμε ότι κάθε γεγονός διαθέτει μια λογική εξήγηση, αρκεί να αναζητήσουμε αρκετά.
Η πραγματικότητα όμως είναι συχνά πιο περίπλοκη.
Η ιστορία της επιστήμης είναι γεμάτη από υποθέσεις που έμειναν ανοιχτές για δεκαετίες μέχρι να εμφανιστεί το στοιχείο που έλειπε. Είναι όμως επίσης γεμάτη από φακέλους που δεν έκλεισαν ποτέ. Όχι επειδή οι ερευνητές απέτυχαν. Αλλά επειδή ο χρόνος κατέστρεψε ανεπανόρθωτα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην αλήθεια.
Στην περίπτωση του Somerton Man, ίσως να συνέβη ακριβώς αυτό. Αν επρόκειτο για αυτοκτονία, ο άνθρωπος που γνώριζε την αλήθεια πέθανε μαζί με την απόφασή του. Αν επρόκειτο για δολοφονία, όσοι την οργάνωσαν φρόντισαν εξαιρετικά καλά να μη μείνουν ίχνη. Αν επρόκειτο για υπόθεση κατασκοπείας, είναι πιθανό τα σχετικά αρχεία να παραμένουν ακόμη διαβαθμισμένα ή να έχουν καταστραφεί εδώ και δεκαετίες.
Υπάρχει όμως και μια τέταρτη πιθανότητα, λιγότερο θεαματική αλλά ίσως πιο ρεαλιστική. Ότι πολλές από τις συμπτώσεις που κάνουν την ιστορία τόσο συναρπαστική δεν αποτελούν απαραίτητα μέρη ενός μεγάλου σχεδίου, αλλά τη φυσική συνέπεια μιας εποχής γεμάτης αβεβαιότητα. Ο ψυχρός πόλεμος δημιούργησε μια ολόκληρη κουλτούρα υποψίας. Κάθε ανεξήγητος θάνατος μπορούσε να θεωρηθεί επιχείρηση μυστικών υπηρεσιών. Κάθε κώδικας μπορούσε να ερμηνευθεί ως μήνυμα κατασκόπων. Κάθε τυχαία γνωριμία μπορούσε να αποκτήσει γεωπολιτικές διαστάσεις. Ίσως, λοιπόν, ένα μέρος του μυστηρίου να μην βρίσκεται στον ίδιο τον Somerton Man αλλά στον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες κατασκευάζουν αφηγήσεις όταν βρίσκονται αντιμέτωπες με το άγνωστο.
Και όμως, ακόμη κι αν απορρίψουμε κάθε θεωρία συνωμοσίας, παραμένουν ορισμένα στοιχεία που δύσκολα μπορούν να αγνοηθούν. Οι αφαιρεμένες ετικέτες. Η κρυφή τσέπη. Το απόκομμα του Rubaiyat. Ο ανεξήγητος κώδικας. Η περίεργη αντίδραση της Jessica Thomson. Κανένα από αυτά δεν αποδεικνύει από μόνο του κάτι συγκεκριμένο. Όλα μαζί όμως δημιουργούν μια εικόνα που δύσκολα επιτρέπει την εύκολη εξήγηση.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό νόημα της φράσης “Tamám Shud”.
Όχι ως μήνυμα αυτοκτονίας.
Όχι ως κωδικός κατασκόπων.
Αλλά ως μια σχεδόν ειρωνική υπενθύμιση ότι κάθε ιστορία κάποτε τελειώνει, ακόμη κι όταν οι άνθρωποι που τη μελετούν αρνούνται να αποδεχθούν το τέλος της.
Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η βαθύτερη σημασία αυτής της υπόθεσης.
Δεν θυμόμαστε τον Somerton Man επειδή πέθανε σε μια παραλία της Αυστραλίας. Θυμόμαστε την ιστορία του επειδή μας υπενθυμίζει κάτι θεμελιώδες για την ανθρώπινη φύση. Ο άνθρωπος δυσκολεύεται να συμβιβαστεί με τα αναπάντητα ερωτήματα. Όταν λείπουν τα γεγονότα, γεννά θεωρίες. Όταν απουσιάζουν οι αποδείξεις, δημιουργεί αφηγήσεις. Και όταν η πραγματικότητα παραμένει σιωπηλή, προσπαθεί να γεμίσει τα κενά με τη φαντασία, τη λογική ή την ελπίδα.
Γιατί, περισσότερο από εβδομήντα επτά χρόνια μετά, ένας άγνωστος άνδρας που βρέθηκε μόνος σε μια παραλία εξακολουθεί να μας αναγκάζει να κάνουμε τις ίδιες ερωτήσεις που έκαναν και οι πρώτοι αστυνομικοί το πρωινό της 1ης Δεκεμβρίου 1948.
Ποιος ήταν;
Γιατί πέθανε;
Και πόσα μυστικά μπορεί να πάρει τελικά μαζί του ένας άνθρωπος όταν η τελευταίες λέξεις που αφήνει πίσω του είναι απλώς…
“Tamám Shud”