Ganzfeld Experiments: Μπορεί ένας άνθρωπος να μεταδώσει πληροφορίες σε έναν άλλο χωρίς τη μεσολάβηση των γνωστών αισθήσεων;


Ganzfeld Experiments: Μπορεί ένας άνθρωπος να μεταδώσει πληροφορίες σε έναν άλλο χωρίς τη μεσολάβηση των γνωστών αισθήσεων;

 

Υπάρχουν ορισμένες ανθρώπινες εμπειρίες που μοιάζουν σχεδόν καταδικασμένες να βρίσκονται για πάντα ανάμεσα σε δύο κόσμους. Από τη μία βρίσκεται η προσωπική βεβαιότητα εκείνου που τις έζησε, από την άλλη, η αδυναμία της επιστήμης να χρησιμοποιήσει αυτή τη βεβαιότητα ως απόδειξη. Ένας άνθρωπος σκέφτεται ξαφνικά κάποιον φίλο που έχει χρόνια να δει και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα χτυπά το τηλέφωνο. Μια μητέρα ξυπνά μέσα στη νύχτα με την ανεξήγητη αίσθηση ότι κάτι συνέβη στο παιδί της που βρίσκεται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Δύο δίδυμοι περιγράφουν ταυτόχρονες σκέψεις ή συναισθήματα και είναι πεπεισμένοι ότι κάτι περισσότερο από σύμπτωση τους συνδέει. Οι ιστορίες αυτές είναι παλιές, παγκόσμιες και εξαιρετικά επίμονες. Το πρόβλημα είναι ότι σχεδόν όλες γίνονται ενδιαφέρουσες μόνο αφού έχει ήδη συμβεί το γεγονός που τους έδωσε νόημα. Και ακριβώς εκεί αρχίζει το πρόβλημα της απόδειξης.

Ο ανθρώπινος νους είναι εξαιρετικά ικανός στο να εντοπίζει νοήματα, να θυμάται επιτυχείς συμπτώσεις και να ξεχνά εκατοντάδες άλλες στιγμές στις οποίες μια διαίσθηση δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ. Μπορεί επίσης να ανακατασκευάζει μια ανάμνηση αφού πληροφορηθεί τι πραγματικά συνέβη. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ιστορία τηλεπάθειας είναι ψευδής ούτε ότι εκείνος που την αφηγείται προσπαθεί να εξαπατήσει. Σημαίνει όμως ότι η προσωπική μαρτυρία δεν μπορεί από μόνη της να απαντήσει στο ερώτημα αν πληροφορίες μπορούν πράγματι να μεταφερθούν από έναν ανθρώπινο νου σε έναν άλλον χωρίς τη χρήση των γνωστών αισθητηριακών καναλιών. 

Η προσπάθεια να μετατραπεί η εξωαισθητηριακή αντίληψη (E.S.P. — Extrasensory Perception) σε αντικείμενο μέτρησης είναι πολύ παλαιότερη από τα Ganzfeld Experiments. Κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, το όνομα του Joseph Banks Rhine στο Duke University συνδέθηκε όσο λίγα με την πειραματική παραψυχολογία. Με τις γνωστές κάρτες Zener, που έφεραν απλά γεωμετρικά σύμβολα όπως κύκλο, σταυρό, τετράγωνο, αστέρι και κυματιστές γραμμές, οι ερευνητές επιχείρησαν να μετατρέψουν κάτι τόσο άυλο όσο η τηλεπάθεια σε ένα αριθμητικό αποτέλεσμα.

Ο συμμετέχων έπρεπε να αναγνωρίσει μια κρυμμένη κάρτα και η απόδοσή του μπορούσε να συγκριθεί με την πιθανότητα τυχαίας επιτυχίας. Τα πειράματα του Rhine προκάλεσαν τεράστιο ενδιαφέρον αλλά και κριτική για πιθανή αισθητηριακή διαρροή, ανεπαρκείς ελέγχους και στατιστική ερμηνεία. Κάποιες έρευνες παρουσιάζουν αυτή την περίοδο ως την απαραίτητη προϊστορία του Ganzfeld, η πειραματική παραψυχολογία είχε ήδη μάθει ότι δεν αρκεί κάποιος να πετύχει περισσότερες κάρτες από όσες περιμένει, έπρεπε να εξασφαλιστεί ότι δεν υπήρχε κανένας συμβατικός δρόμος μέσω του οποίου θα μπορούσε να φτάσει η πληροφορία στον συμμετέχοντα.

Κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 εμφανίστηκε όμως μια διαφορετική ιδέα. Ίσως, σκέφτηκαν ορισμένοι ερευνητές, το πρόβλημα να μην ήταν ότι οι άνθρωποι δεν διαθέτουν κάποιο υποθετικό psi κανάλι, αλλά ότι αυτό, εφόσον υπάρχει, είναι πολύ αδύναμο για να ξεχωρίσει μέσα στη συνεχή καταιγίδα των φυσιολογικών αισθήσεων. Κάθε δευτερόλεπτο ο εγκέφαλος δέχεται ήχους, μεταβολές φωτισμού, θερμοκρασίας, κινήσεις, σωματικές αισθήσεις, σκέψεις και αναμνήσεις.

Αν η υποτιθέμενη τηλεπαθητική πληροφορία ήταν εξαιρετικά ασθενής, ίσως να χανόταν μέσα σε αυτόν τον «θόρυβο». Η ιδέα αυτή οδήγησε στη λεγόμενη noise-reduction hypothesis, αντί να προσπαθήσουν να ενισχύσουν το παράξενο σήμα, οι ερευνητές θα επιχειρούσαν να μειώσουν τον συνηθισμένο αισθητηριακό θόρυβο. Σχετική ερευνητική βιβλιογραφία της δεκαετίας του 1970 συνέδεσε το Ganzfeld με άλλες καταστάσεις που θεωρούνταν πιθανώς ευνοϊκές για psi, όπως η χαλάρωση, η ύπνωση, ο διαλογισμός και οι ονειρικές καταστάσεις.

Κάπου εδώ πρέπει να κάνουμε μία σημαντική διάκριση που συχνά χάνεται στη διαδικτυακή παρουσίαση του θέματος. Άλλο είναι το Ganzfeld effect και άλλο το Ganzfeld telepathy experiment. Η γερμανική λέξη Ganzfeld σημαίνει περίπου «ολόκληρο πεδίο» και περιγράφει ένα ομοιογενές, σχεδόν χωρίς δομή αισθητηριακό πεδίο. Ένας άνθρωπος μπορεί να κοιτάζει ένα ενιαίο φωτεινό πεδίο χωρίς σαφή περιγράμματα, ενώ ακούει σταθερό λευκό ή ροζ θόρυβο. Μετά από κάποιο διάστημα είναι δυνατόν να αναφέρει χρώματα, σχήματα, πρόσωπα, φωνές ή ονειρικές εικόνες.

Η σύγχρονη έρευνα της αντίληψης αναγνωρίζει ότι το ομοιογενές Ganzfeld μπορεί πράγματι να προκαλέσει ασυνήθιστες οπτικές εμπειρίες και παραισθητικού τύπου φαινόμενα χωρίς να χρειάζεται καμία παραφυσική εξήγηση. Κάποιες ερμηνείες εκμεταλλεύονται ακριβώς αυτή την πλευρά, προωθώντας μια Ganzfeld εξομοίωση  ως μέσο πρόκλησης οραμάτων. Αυτό είναι ενδιαφέρον ως παράδειγμα της δημοφιλούς κουλτούρας γύρω από το φαινόμενο, όχι όμως ως επιστημονική απόδειξη τηλεπάθειας.

Η παραψυχολογική εκδοχή του Ganzfeld κάνει μια πολύ πιο φιλόδοξη ερώτηση. Δεν ρωτά αν ο εγκέφαλος δημιουργεί εικόνες όταν στερείται δομημένου αισθητηριακού υλικού. Αυτό είναι αναμενόμενο. Ρωτά αν, μέσα σε αυτές τις εικόνες, υπάρχει πληροφορία που προέρχεται από έναν άλλο άνθρωπο, ο οποίος βρίσκεται απομονωμένος σε διαφορετικό χώρο. Και αυτή η φαινομενικά μικρή αλλαγή μετατρέπει ένα πείραμα αντίληψης σε μια από τις μεγαλύτερες και μακροβιότερες διαμάχες της σύγχρονης παραψυχολογίας.

Τα πρώτα συστηματικά Ganzfeld psi experiments άρχισαν να εμφανίζονται στις αρχές της δεκαετίας του 1970, με ερευνητές όπως ο Charles Honorton, ο William Braud και ο Adrian Parker να συγκαταλέγονται στους πρωτοπόρους. Ήδη μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980 είχαν πραγματοποιηθεί δεκάδες μελέτες σε διαφορετικά εργαστήρια.

Η βασική διάταξη είναι απλή στην περιγραφή της και γι’ αυτό ίσως τόσο γοητευτική. Δύο άνθρωποι συμμετέχουν, ο ένας ονομάζεται συνήθως sender και ο άλλος receiver. Βρίσκονται σε χωριστούς χώρους και η συμβατική επικοινωνία μεταξύ τους πρέπει να αποκλειστεί. Ο receiver κάθεται αναπαυτικά, συνήθως σε ανακλινόμενη πολυθρόνα. Μπροστά στα μάτια του τοποθετούνται δύο ημισφαίρια από κομμένα μπαλάκια ping-pong, ώστε να δημιουργείται ένα ομοιογενές οπτικό πεδίο. Ο χώρος φωτίζεται με σταθερό κόκκινο φως και μέσω ακουστικών ακούγεται συνεχής λευκός ή ροζ θόρυβος. Το αποτέλεσμα είναι μια κατάσταση ήπιας αισθητηριακής ομογενοποίησης που συχνά περιγράφεται ως ενδιάμεση ανάμεσα στην εγρήγορση, την ονειροπόληση και την κατάσταση λίγο πριν τον ύπνο.

Ο receiver δεν καλείται να «δει» κάτι συγκεκριμένο. Αντίθετα, ενθαρρύνεται να μιλά συνεχώς και να περιγράφει ό,τι εμφανίζεται αυθόρμητα στη συνείδησή του. Ένα χρώμα, ένα πρόσωπο, ένας ήχος, ένα συναίσθημα, ένα τοπίο, μια φράση, μια αίσθηση κίνησης. Αυτό διαφοροποιεί το Ganzfeld από τα παλαιότερα forced-choice πειράματα των καρτών.

Εδώ ο συμμετέχων δεν προσπαθεί να μαντέψει ποιο από πέντε σύμβολα βρίσκεται πίσω από μια κάρτα, επιτρέπεται στο νοητικό υλικό να εμφανιστεί ελεύθερα. Την ίδια στιγμή, ο sender βρίσκεται σε διαφορετικό χώρο και παρατηρεί ένα τυχαία επιλεγμένο στόχο, μπορεί να είναι μία φωτογραφία, ένα έργο τέχνης ή, στις νεότερες εκδοχές, ένα μικρό video clip. Ο στόχος του sender είναι να συγκεντρωθεί όσο γίνεται περισσότερο στο υλικό και να επιχειρήσει να το μεταδώσει στον receiver.

Σε αυτό το στάδιο, βέβαια, οποιοσδήποτε άνθρωπος μπορεί να βρει ομοιότητες ανάμεσα σε ένα πλούσιο σύνολο αυθόρμητων περιγραφών και σχεδόν οποιαδήποτε εικόνα. Αν ο receiver αναφέρει «νερό, κίνηση, μπλε, κάτι πλέει» και το target είναι ένα πλοίο, είναι εξαιρετικά εύκολο να θεωρήσουμε εκ των υστέρων την περιγραφή εντυπωσιακή.

Οι ερευνητές γνώριζαν το πρόβλημα, και γι’ αυτό το κρίσιμο στοιχείο του Ganzfeld δεν είναι η εντυπωσιακή αφήγηση αλλά η διαδικασία της κρίσης. Μετά το τέλος της συνεδρίας παρουσιάζονται στον receiver συνήθως τέσσερα πιθανά targets, από τα οποία μόνο το ένα είναι αυτό που παρατηρούσε ο sender. Τα υπόλοιπα είναι decoys. Ο receiver πρέπει να αποφασίσει ποιο από τα τέσσερα ταιριάζει περισσότερο στις εντυπώσεις του. Με τέσσερις επιλογές, η αναμενόμενη πιθανότητα τυχαίας επιτυχίας είναι 25%. Αυτό το απλό ποσοστό είναι τελικά το σημείο γύρω από το οποίο περιστρέφεται ολόκληρη η ιστορία.

Αν εκατοντάδες συνεδρίες παράγουν επιτυχίες περίπου στο 25%, τότε δεν χρειάζεται καμία τηλεπαθητική υπόθεση. Αν όμως οι συμμετέχοντες επιλέγουν συστηματικά το σωστό target σε ποσοστό υψηλότερο από 25%, δημιουργείται ένα πραγματικό στατιστικό ερώτημα. Οι πρώτες σειρές πειραμάτων έδωσαν αποτελέσματα που οι υποστηρικτές του Ganzfeld θεώρησαν εντυπωσιακά.

Σε ορισμένες πρώιμες συγκεντρωτικές αναλύσεις, τα ποσοστά επιτυχίας κινούνταν σαφώς πάνω από το θεωρητικό 25%, και σε κάποιες περιπτώσεις με τιμές κοντά στο 35%. Ο ίδιος ο Honorton, σε μία από τις πρώτες μεγάλες μετα-αναλύσεις της βάσης δεδομένων, υποστήριξε ότι 28 μελέτες έδιναν συνολικό ποσοστό επιτυχίας περίπου 38%.

Αυτό δεν σημαίνει ότι «το 38% των ανθρώπων ήταν τηλεπαθητικό» ούτε ότι «η τηλεπάθεια αποδείχθηκε κατά 13%». Το μόνο που σημαίνει είναι ότι υπήρχε φαινομενικά μεγαλύτερη συχνότητα σωστής επιλογής από εκείνη που προέβλεπε το μοντέλο της καθαρής τύχης. Και κάπου εδώ γεννήθηκε το πραγματικά δύσκολο ερώτημα, αν το αποτέλεσμα είναι στατιστικά απίθανο, τι ακριβώς το προκάλεσε; Το γεγονός ότι ένα p-value είναι μικρό δεν προσδιορίζει μηχανισμό. Δεν λέει «τηλεπάθεια». Λέει απλώς ότι, εφόσον όλες οι παραδοχές του πειράματος και της στατιστικής ανάλυσης είναι σωστές, τα δεδομένα δεν μοιάζουν με εκείνα που θα περιμέναμε εύκολα από την καθαρή τύχη.

Και ακριβώς εκεί μπήκε στο προσκήνιο ο ψυχολόγος και σκεπτικιστής Ray Hyman. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο Hyman και ο Honorton εξέτασαν σε βάθος την ίδια περίπου ερευνητική βάση και κατέληξαν σε διαφορετικές ερμηνείες. Ο Honorton έβλεπε μια στατιστική ανωμαλία που παρέμενε ισχυρή όταν συνδυάζονταν οι μελέτες.

Ο Hyman έβλεπε μια σειρά από μεθοδολογικά προβλήματα που μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα, ανεπαρκή τυχαιότητα, πιθανότητες απώλειας του αισθητήρα, προβλήματα στον τρόπο επιλογής ή παρουσίασης των targets, στατιστική ετερογένεια και διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα εργαστήρια. Δεν ήταν η συνηθισμένη αντιπαράθεση ενός «πιστού» και ενός «αρνητή». Ο Hyman αποδεχόταν ότι το αντικείμενο άξιζε να εξεταστεί, αλλά θεωρούσε ότι όσο πιο επαναστατικό είναι ένα συμπέρασμα τόσο πιο αυστηρά πρέπει να αποκλειστούν οι συμβατικές εξηγήσεις.

Η πιο ενδιαφέρουσα εξέλιξη συνέβη το 1986. Αντί ο Hyman και ο Honorton να συνεχίσουν απλώς να δημοσιεύουν αντικρουόμενες αναλύσεις, συνέγραψαν ένα Joint Communiqué για τη διαμάχη του psi-Ganzfeld. Συμφώνησαν ότι η υπάρχουσα βάση δεδομένων περιείχε ένα συνολικό στατιστικά σημαντικό αποτέλεσμα που δεν μπορούσε εύκολα να αποδοθεί μόνο σε selective reporting ή multiple analysis, αλλά επίσης συμφώνησαν ότι τα μελλοντικά πειράματα έπρεπε να ακολουθούν πολύ αυστηρότερες μεθοδολογικές προδιαγραφές. Είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές στην ιστορία της παραψυχολογίας, γιατί οι δύο αντίπαλες πλευρές δεν συμφώνησαν για την τηλεπάθεια, συμφώνησαν για το πώς θα έπρεπε να εξετάζεται.

Από αυτή την αντιπαράθεση γεννήθηκε η επόμενη φάση, το Autoganzfeld. Ο στόχος ήταν να αφαιρεθεί όσο περισσότερο γινόταν ο ανθρώπινος παράγοντας από τα κρίσιμα σημεία της διαδικασίας. Υπολογιστές αναλάμβαναν την τυχαία επιλογή των targets, την παρουσίασή τους και μέρος της καταγραφής των δεδομένων. Οι διαδικασίες σχεδιάστηκαν έτσι ώστε τα πρόσωπα που βρίσκονταν σε επαφή με τον receiver να μην γνωρίζουν ποιος ήταν ο πραγματικός στόχος. Βελτιώθηκε η φυσική απομόνωση των χώρων και επιχειρήθηκε να κλείσουν πιθανά μονοπάτια αισθητηριακής διαρροής. Πρακτικά των σχεδιασμών περιγράφουν πολύ καθαρά αυτή τη μετάβαση, computerized randomization, αυτοματοποιημένη επιλογή target και ελαχιστοποίηση της ανθρώπινης παρέμβασης στα κρίσιμα στάδια.

Τα Psychophysical Research Laboratories του Honorton στο New Jersey πραγματοποίησαν μια σειρά από έντεκα Autoganzfeld studies μεταξύ 1983 και 1989. Όταν ο Daryl Bem και ο Charles Honorton δημοσίευσαν το 1994 στο Psychological Bulletin την περίφημη εργασία τους “Does Psi Exist? Replicable Evidence for an Anomalous Process of Information Transfer”, ανέλυσαν δέκα από αυτές τις σειρές. Σε 329 συνεδρίες καταγράφηκαν 106 direct hits, δηλαδή 32,2%, έναντι του 25% που θα αναμενόταν από τυχαία επιλογή. Το αποτέλεσμα αναφέρθηκε ως στατιστικά σημαντικό.

Αυτό ήταν ένα πρόβλημα για μια πολύ απλή debunking αφήγηση. Αν τα πρώτα αποτελέσματα οφείλονταν αποκλειστικά σε στοιχειώδεις αδυναμίες του αρχικού πρωτοκόλλου, θα περίμενε κανείς ότι η αυστηροποίηση των διαδικασιών θα οδηγούσε το ποσοστό επιτυχίας κοντά στο 25%. Αυτό δεν συνέβη στη συγκεκριμένη σειρά. Οι υποστηρικτές της psi έβλεπαν εδώ ισχυρή ένδειξη ότι κάτι μικρό αλλά πραγματικό επέμενε ακόμη και όταν το πείραμα βελτιωνόταν. Οι επικριτές όμως είχαν έναν εξίσου σοβαρό λόγο να μη θεωρούν το ζήτημα λυμένο, μια σειρά πειραμάτων από ένα συγκεκριμένο ερευνητικό περιβάλλον, όσο προσεκτική και αν είναι, δεν ισοδυναμεί με ανεξάρτητη αναπαραγωγή.

Και έτσι φτάνουμε στο 1999, όταν οι Julie Milton και Richard Wiseman δημοσίευσαν μια νέα μετα-ανάλυση 30 μελετών Ganzfeld από επτά ανεξάρτητα εργαστήρια, τα οποία είχαν προσπαθήσει να ακολουθήσουν τις αυστηρότερες πειραματικές οδηγίες που είχαν πλέον καθιερωθεί. Αυτή τη φορά όμως τα αποτελέσματα ήταν πολύ διαφορετικά από εκείνα που θα περίμεναν οι υποστηρικτές των προηγούμενων ερευνών.

Συνολικά, οι μελέτες που εξετάστηκαν δεν έδειξαν στατιστικά σημαντική απόκλιση από αυτό που θα μπορούσε να προκύψει απλώς από την τύχη. Με απλούστερα λόγια, η νέα μετα-ανάλυση δεν κατάφερε να επαναλάβει το θετικό αποτέλεσμα που είχαν παρουσιάσει λίγα χρόνια νωρίτερα οι Bem και Honorton. Αν η ιστορία του Ganzfeld είχε τελειώσει εκεί, πιθανότατα σήμερα θα το αντιμετωπίζαμε περισσότερο ως ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο στην ιστορία της παραψυχολογίας παρά ως ένα πεδίο στο οποίο η αντιπαράθεση συνεχίζεται.

Δεν τελείωσε όμως.

Το 2001 οι Lance Storm και Suitbert Ertel επανεξέτασαν το ζήτημα και υποστήριξαν ότι οι μελέτες που είχαν συμπεριλάβει οι Milton και Wiseman δεν ήταν αρκετές ώστε να αποτυπώσουν ολόκληρη την εικόνα της έρευνας που είχε πραγματοποιηθεί μετά τα πειράματα του Honorton. Όταν συμπεριέλαβαν περισσότερες μελέτες στην ανάλυσή τους, κατέληξαν ξανά σε ένα συνολικό αποτέλεσμα που, κατά την άποψή τους, δεν μπορούσε εύκολα να αποδοθεί μόνο στην τύχη και παρέμενε συμβατό με την υπόθεση ύπαρξης κάποιου φαινομένου psi. Από εκείνο το σημείο η αντιπαράθεση έγινε ακόμη πιο περίπλοκη. Το ερώτημα δεν ήταν πλέον απλώς αν υπήρχαν θετικά πειράματα Ganzfeld, αλλά ποια πειράματα έπρεπε να θεωρούνται αρκετά αξιόπιστα ώστε να συμπεριλαμβάνονται στις αναλύσεις και με ποιον τρόπο έπρεπε να συνδυάζονται τα αποτελέσματά τους.

Η συζήτηση αναζωπυρώθηκε το 2010, όταν οι Lance Storm, Patrizio Tressoldi και Lorenzo Di Risio δημοσίευσαν στο Psychological Bulletin μια ακόμη μεγάλη μετα-ανάλυση ερευνών ESP της περιόδου 1992–2008. Εξετάζοντας μεταξύ άλλων 29 μελέτες Ganzfeld, οι ερευνητές κατέληξαν ότι, όταν τα αποτελέσματα εξετάζονταν συνολικά, η επιτυχία των συμμετεχόντων ήταν μεγαλύτερη από εκείνη που θα περίμενε κανείς εάν οι επιλογές τους ήταν εντελώς τυχαίες.

Παρατήρησαν μάλιστα ότι καλύτερες επιδόσεις εμφανίζονταν σε ορισμένους συμμετέχοντες που είχαν επιλεγεί εκ των προτέρων επειδή θεωρούνταν περισσότερο κατάλληλοι για τέτοιου είδους πειράματα, με βάση συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ή προηγούμενες σχετικές εμπειρίες. Για τους συγγραφείς της μελέτης, αυτό αποτελούσε ακόμη μία ένδειξη ότι πίσω από τα αποτελέσματα του Ganzfeld μπορεί να υπήρχε κάτι περισσότερο από απλή στατιστική τύχη.

Και ξανά εμφανίστηκε ο Ray Hyman. Σχολιάζοντας την εργασία, υποστήριξε ουσιαστικά ότι η συσσώρευση στατιστικών αποκλίσεων σε μια μετα-ανάλυση δεν είναι το ίδιο πράγμα με την ανεξάρτητη, επαναλαμβανόμενη επιβεβαίωση ενός φυσικού φαινομένου. Εάν ένα πείραμα χρειάζεται συνεχώς να επιβιώνει μέσα από επαναναλύσεις μεγαλύτερων συνόλων και επιλογές υποομάδων, αντί να παράγει καθαρά και σταθερά αποτελέσματα όταν εφαρμόζεται από διαφορετικά εργαστήρια, ο σκεπτικισμός παραμένει δικαιολογημένος.

Η απάντηση των Storm, Tressoldi και Di Risio ήταν ότι η μετα-ανάλυση αποτελεί αποδεκτό επιστημονικό εργαλείο για μικρά effects και ότι η συνολική εικόνα δεν δικαιολογεί την απόρριψη του φαινομένου. Το παράδοξο του Ganzfeld είχε πλέον σταθεροποιηθεί, οι ίδιοι αριθμοί μπορούσαν να θεωρούνται από τη μία πλευρά ενδείξεις μιας αδύναμης αλλά επαναλαμβανόμενης ανωμαλίας και από την άλλη απόδειξη ότι, μετά από δεκαετίες, δεν είχε ακόμη εμφανιστεί ένα στιβαρό και προβλέψιμο effect.

Οι αντιρρήσεις δεν περιορίζονταν μόνο στα αποτελέσματα. Οι απώλειες του αισθητήρα παραμένει διαχρονική ανησυχία, θα μπορούσε κάποιος πειραματιστής να μάθει άθελά του το target; Θα μπορούσε ένας ήχος από τον sender ή τον εξοπλισμό να μεταφέρει κάποια πληροφορία; Θα μπορούσε η ίδια η διάταξη των decoys να διευκολύνει την επιλογή; Ένα άλλο πρόβλημα είναι το file-drawer effect. Αν πολλά εργαστήρια πραγματοποιήσουν πειράματα και δημοσιεύονται κυρίως εκείνα που παρουσιάζουν θετικό αποτέλεσμα, μια μετα-ανάλυση της δημοσιευμένης βιβλιογραφίας μπορεί να εμφανίσει ένα φαινόμενο πολύ ισχυρότερο από το πραγματικό. publication bias.

Υπάρχει επίσης ένα βαθύτερο πρόβλημα. Αν οι υποστηρικτές ισχυρίζονται ότι το psi επηρεάζεται από τη διάθεση του συμμετέχοντα, την πίστη, τη δημιουργικότητα, τη συναισθηματική σχέση sender–receiver, το εργαστηριακό περιβάλλον και την κατάσταση χαλάρωσης, τότε δημιουργείται ένας πολύ μεγάλος αριθμός πιθανών moderators. Ίσως πράγματι ένα άγνωστο ψυχολογικό φαινόμενο να εξαρτάται από τέτοιες μεταβλητές. Αλλά κάθε επιπλέον μεταβλητή αυξάνει και τον αριθμό των τρόπων με τους οποίους ένα αποτυχημένο πείραμα μπορεί εκ των υστέρων να εξηγηθεί. Η επιστημονική πρόκληση γίνεται λοιπόν διπλή, όχι μόνο να εντοπιστεί το effect, αλλά να προβλεφθεί πριν από το πείραμα πότε πρέπει να εμφανιστεί και πότε όχι.

Το Ganzfeld δεν έμεινε περιορισμένο στα εργαστήρια του Honorton. Στο University of Edinburgh, παρουσιάζεται ο Paul Stevens σε μια παραλλαγή του πειράματος. Ο receiver βρίσκεται σε χαλαρή κατάσταση με κόκκινο φως και white noise, ενώ περίπου 25 γιάρδες μακριά ο sender παρακολουθεί ένα video clip που έχει επιλεγεί τυχαία από υπολογιστή.

Το ενδιαφέρον της συγκεκριμένης παρουσίασης είναι ότι δεν περιορίζεται μόνο στην τελική επιλογή target, εξετάζονται επίσης φυσιολογικές αντιδράσεις του receiver όταν ο sender θεωρεί ότι οι αυθόρμητες περιγραφές πλησιάζουν το περιεχόμενο του video. Η συγκεκριμένη τηλεοπτική επίδειξη δεν αποτελεί από μόνη της ισχυρή απόδειξη, δείχνει όμως πώς το Ganzfeld εξελίχθηκε σε διαφορετικές παραλλαγές και πώς οι ερευνητές προσπάθησαν να προσθέσουν περισσότερα μετρήσιμα στοιχεία.

Το Edinburgh δεν είναι τυχαίο σημείο στον χάρτη της παραψυχολογίας. Η Koestler Parapsychology Unit ιδρύθηκε το 1985 στο τμήμα της ψυχολογίας του University of Edinburgh και έχει ασχοληθεί όχι μόνο με την πιθανή ύπαρξη psi αλλά και με τις ψυχολογικές διαδικασίες πίσω από anomalous experiences, belief, deception και self-deception. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί δείχνει πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η ακαδημαϊκή παραψυχολογία από τη δημοφιλή εικόνα της. Η έρευνα δεν χρειάζεται να ξεκινά από την πεποίθηση ότι τα παραφυσικά φαινόμενα είναι πραγματικά. Μπορεί εξίσου να εξετάζει γιατί ένας άνθρωπος πιστεύει ότι έζησε κάτι παραφυσικό, πώς δημιουργείται ένα false positive και πώς διαχωρίζεται μια πραγματική ανωμαλία από ένα γνωστικό ή πειραματικό artefact.

Ακριβώς γι’ αυτό έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι προσπάθειες της Caroline Watt και άλλων ερευνητών να εφαρμόσουν preregistration και prospective meta-analysis στα Ganzfeld studies. Η λογική είναι πολύ σημαντική, πριν πραγματοποιηθούν τα πειράματα πρέπει να δηλωθούν εκ των προτέρων τα κριτήρια ανάλυσης και ο τρόπος συνδυασμού των αποτελεσμάτων. Έτσι περιορίζεται η δυνατότητα να αλλάξει η ερευνητική υπόθεση αφού οι επιστήμονες έχουν ήδη δει τα δεδομένα. Το Edinburgh έχει δημιουργήσει και dataset με Ganzfeld telepathy studies της περιόδου 1988–2021 με στόχο, μεταξύ άλλων, τον σχεδιασμό μιας αυστηρότερης μελέτης.

Και αυτό μας οδηγεί στην πιο πρόσφατη μεγάλη εξέλιξη. Το 2024 δημοσιεύθηκε η αναφορά των Patrizio Tressoldi και Lance Storm με αντικείμενο την ανώμαλη αντίληψη σε Ganzfeld κατάσταση και βάση δεδομένων από μελέτες που δημοσιεύθηκαν μεταξύ Ιανουαρίου 1974 και Δεκεμβρίου 2020. Οι συγγραφείς υποστήριξαν ότι η συγκεντρωτική εικόνα παραμένει συμβατή με ένα μικρό θετικό effect και παρουσίασαν αναλύσεις για προκαταλήψεις.

Είναι σημαντικό όμως να μη μεταφράσουμε αυτό το αποτέλεσμα σε μια φράση όπως «το 2024 αποδείχθηκε η τηλεπάθεια». Δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο. Η μετα-ανάλυση εξετάζει αν η βιβλιογραφία εμφανίζει συνολικά μια στατιστική απόκλιση από τις προσδοκίες. Το επόμενο και πολύ δυσκολότερο βήμα είναι να αποδειχθεί ότι η απόκλιση οφείλεται πράγματι σε μη συμβατική μεταφορά πληροφοριών και όχι σε κάποιον συνδυασμό πειραματικών, δημοσιευτικών, στατιστικών ή ψυχολογικών παραγόντων.

Η δυσκολία αναπαραγωγής των αποτελεσμάτων μιας έρευνας, η τάση να δημοσιεύονται ευκολότερα τα θετικά από τα αρνητικά αποτελέσματα, η μεγάλη ελευθερία που μπορεί να έχει ένας ερευνητής στον τρόπο με τον οποίο αναλύει τα δεδομένα, η διατύπωση υποθέσεων αφού έχουν ήδη γίνει γνωστά τα αποτελέσματα και η ανάγκη να καταγράφεται εκ των προτέρων ο τρόπος διεξαγωγής μιας έρευνας δεν είναι προβλήματα που εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στην παραψυχολογία.

Υπάρχει επίσης ένας πειρασμός που θα ήταν λάθος να ακολουθήσουμε, η εύκολη επίκληση της κβαντικής φυσικής. Κάθε φορά που η συζήτηση αγγίζει θέματα όπως η τηλεπάθεια και η ανθρώπινη συνείδηση, εμφανίζονται συχνά έννοιες όπως η κβαντική διεμπλοκή και η δυνατότητα δύο σωματιδίων να παρουσιάζουν συσχετισμούς ακόμη και όταν βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους. Το γεγονός όμως ότι η κβαντική φυσική περιγράφει φαινόμενα που μοιάζουν παράξενα και αντίθετα με την καθημερινή μας αντίληψη για τον κόσμο δεν σημαίνει ότι μπορεί αυτομάτως να εξηγήσει τη μεταφορά σκέψεων ή πληροφοριών από έναν ανθρώπινο εγκέφαλο σε έναν άλλο.

Η σύνδεση της τηλεπάθειας με τέτοιου είδους κβαντικά φαινόμενα παραμένει μια ενδιαφέρουσα υπόθεση, αλλά δεν αποτελεί σήμερα μια αποδεκτή επιστημονική εξήγηση για όσα υποτίθεται ότι συμβαίνουν στα πειράματα Ganzfeld. Σε αυτή την περίπτωση, το να παραδεχτούμε απλώς ότι δεν γνωρίζουμε με ποιον μηχανισμό θα μπορούσε να συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι πολύ πιο έντιμο από το να καλύψουμε το κενό της γνώσης μας με μια εντυπωσιακή αλλά μέχρι σήμερα μη τεκμηριωμένη θεωρία.

Tο μεγαλύτερο ενδιαφέρον του Ganzfeld βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη δυσάρεστη γκρίζα ζώνη. Αν οι receiver πετύχαιναν τον σωστό στόχο στο 25%, η υπόθεση θα ήταν πολύ λιγότερο ενδιαφέρουσα. Αν τον πετύχαιναν στο 80 ή 90%, πιθανότατα ολόκληρο το πρόβλημα θα είχε ήδη περάσει από την παραψυχολογία στη συμβατική νευροεπιστήμη και φυσική. Αντί γι’ αυτό, δεκαετίες έρευνας μάς έχουν αφήσει με ένα φαινόμενο που οι υποστηρικτές περιγράφουν ως μικρό αλλά επίμονο στατιστικό, ενώ οι επικριτές βλέπουν μια βιβλιογραφία που δεν έχει καταφέρει να παράγει την καθαρή και ανεξάρτητη αναπαραγωγή που θα απαιτούσε μια τόσο εξαιρετική υπόθεση. 

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του Ganzfeld βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη γκρίζα ζώνη. Αν οι συμμετέχοντες πετύχαιναν τον σωστό στόχο στο αναμενόμενο 25%, η υπόθεση θα ήταν πολύ λιγότερο ενδιαφέρουσα. Αν τον πετύχαιναν στο 80 ή 90%, πιθανότατα το φαινόμενο θα είχε ήδη περάσει από την παραψυχολογία στη συμβατική επιστήμη. Αντί γι’ αυτό, δεκαετίες έρευνας μάς έχουν αφήσει με ένα αποτέλεσμα που οι υποστηρικτές θεωρούν μικρό αλλά επίμονο, ενώ οι επικριτές βλέπουν μια βιβλιογραφία που δεν έχει καταφέρει να προσφέρει την καθαρή και ανεξάρτητη αναπαραγωγή που θα απαιτούσε μια τόσο εξαιρετική υπόθεση.

Τα Ganzfeld Experiments ξεκίνησαν από μία απλή αλλά ουσιαστική επιστημονική σκέψη, αν οι άνθρωποι μπορούν πράγματι να ανταλλάσσουν πληροφορίες χωρίς τις γνωστές αισθήσεις, θα πρέπει να μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον στο οποίο αυτό θα γίνεται μετρήσιμο. Η προσπάθεια οδήγησε σε κόκκινα φώτα, λευκό θόρυβο, μισά μπαλάκια ping-pong, απομονωμένους χώρους, χιλιάδες συνεδρίες, αυτοματοποιημένα πειράματα, μετα-αναλύσεις και μια αντιπαράθεση που διαρκεί περίπου μισό αιώνα. Και η ιστορία παραμένει ενδιαφέρουσα επειδή, ακόμη και όταν αφήσουμε στην άκρη τις εντυπωσιακές μεμονωμένες περιπτώσεις και κοιτάξουμε μόνο τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα, η συζήτηση δεν εξαφανίζεται τόσο εύκολα όσο θα περίμεναν ούτε οι υποστηρικτές ούτε οι σκεπτικιστές.

Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει επιστημονική συναίνεση ότι τα Ganzfeld Experiments έχουν αποδείξει την τηλεπάθεια. Οι αποτυχίες ανεξάρτητης αναπαραγωγής, οι διαφωνίες γύρω από τις μετα-αναλύσεις, η πιθανότητα να δημοσιεύονται ευκολότερα τα θετικά αποτελέσματα και η απουσία ενός αποδεκτού φυσικού ή νευροβιολογικού μηχανισμού αποτελούν σοβαρά εμπόδια.

Θα ήταν όμως εξίσου απλουστευτικό να παρουσιάσουμε το Ganzfeld ως ένα πείραμα που καταρρίφθηκε και έκτοτε επιβιώνει μόνο στους κύκλους των πιστών. Η διαδικασία βελτιώθηκε, αυτοματοποιήθηκε και εφαρμόστηκε σε διαφορετικά εργαστήρια, ενώ ορισμένες συγκεντρωτικές αναλύσεις εξακολουθούν να αναφέρουν μικρές αλλά στατιστικά ασυνήθιστες αποκλίσεις από την τύχη. Αυτό δεν αποδεικνύει την ύπαρξη τηλεπάθειας, εξηγεί όμως γιατί η έρευνα δεν εξαφανίστηκε.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η ουσία. Στην εναλλακτική γνωσιολογία υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να θεωρούμε ενδιαφέρον μόνο ό,τι παραμένει ανεξήγητο. Η πραγματική έρευνα όμως λειτουργεί διαφορετικά. Το Ganzfeld μάς αναγκάζει να διαχωρίσουμε την προσωπική εμπειρία από τη στατιστική ανωμαλία και τη στατιστική ανωμαλία από την απόδειξη μιας συγκεκριμένης αιτίας. Ένα ποσοστό επιτυχίας 32% αντί για το αναμενόμενο 25% δεν αποτελεί απόδειξη τηλεπάθειας. Αποτελεί ένα αποτέλεσμα που χρειάζεται εξήγηση. Και πριν επικρατήσει η πιο εξωτική εξήγηση, οι συμβατικές πρέπει να έχουν εξεταστεί όσο πιο αυστηρά γίνεται.

Ίσως λοιπόν η σημαντικότερη ερώτηση που άφησε πίσω της η αντιπαράθεση των Charles Honorton και Ray Hyman να μην ήταν απλώς «υπάρχει τηλεπάθεια;», αλλά κάτι ευρύτερο, πόσο ισχυρή πρέπει να γίνει μια ανωμαλία πριν η επιστήμη αναγκαστεί να επανεξετάσει όσα θεωρεί δυνατά; Για τον Hyman, ένα τόσο επαναστατικό φαινόμενο απαιτούσε καθαρές και ανεξάρτητες επαναλήψεις. Για τον Honorton και τους συνεχιστές του, η επανειλημμένη εμφάνιση μιας μικρής απόκλισης κάτω από ολοένα αυστηρότερες συνθήκες αποτελούσε ήδη λόγο για να συνεχιστεί η έρευνα. Παρά τη διαφωνία τους, υπήρχε όμως ένα σημαντικό κοινό σημείο, αν μια υπόθεση είναι λάθος, τα καλύτερα πειράματα πρέπει να μπορούν να το δείξουν, και αν είναι σωστή, πρέπει να της δοθεί η ευκαιρία να επιβιώσει από τα ίδια ακριβώς πειράματα.

Τα Ganzfeld Experiments δεν μας επιτρέπουν ακόμη να πούμε ότι ένας ανθρώπινος νους μπορεί να μεταδώσει πληροφορίες σε έναν άλλον χωρίς κάποιο γνωστό μέσο επικοινωνίας. Μας επιτρέπουν όμως να πούμε κάτι ίσως εξίσου ενδιαφέρον, όταν η τηλεπάθεια πέρασε από τις διηγήσεις, τα μέντιουμ και τις προσωπικές συμπτώσεις στο εργαστήριο, δεν εμφανίστηκε ως θεαματικό θαύμα. Εμφανίστηκε, αν πράγματι εμφανίστηκε κάτι, ως μια μικρή απόκλιση μέσα σε έναν ωκεανό στατιστικού θορύβου. Και μισό αιώνα αργότερα, το πραγματικό μυστήριο παραμένει όχι μόνο αν αυτό το αδύναμο σήμα είναι πραγματικό, αλλά και αν μπορούμε να το διακρίνουμε με βεβαιότητα από τα όρια των ίδιων των εργαλείων με τα οποία προσπαθούμε να το παρατηρήσουμε.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…