Η μηχανή ενέργειας του Joseph Newman: Ο αυτοδίδακτος εφευρέτης που πίστεψε ότι είχε ανακαλύψει μια νέα πηγή ενέργειας και η μηχανή που δίχασε επιστήμονες και θεσμούς. Τι χρειάζεται για να μετατραπεί το θεωρητικά αδύνατο σε επιστημονικό γεγονός;


Η μηχανή ενέργειας του Joseph Newman: Ο αυτοδίδακτος εφευρέτης που πίστεψε ότι είχε ανακαλύψει μια νέα πηγή ενέργειας και η μηχανή που δίχασε επιστήμονες και θεσμούς. Τι χρειάζεται για να μετατραπεί το θεωρητικά αδύνατο σε επιστημονικό γεγονός;


Η υπόθεση της μηχανής ενέργειας του Joseph Westley Newman απέκτησε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που μετατρέπουν μια αμφισβητούμενη τεχνολογική πρόταση σε υπόθεση οριακής επιστήμης, μια συσκευή που φαινόταν παράξενη ακόμη και σε όσους την πλησίαζαν, θεαματικές υποσχέσεις για το ενεργειακό μέλλον του πλανήτη, μηχανικούς και επιστήμονες που δήλωναν εντυπωσιασμένοι, μια μακρόχρονη διαμάχη με το αμερικανικό γραφείο ευρεσιτεχνιών, δικαστικές αίθουσες, κρατικές δοκιμές και, στο τέλος, δύο εντελώς διαφορετικές αφηγήσεις για το ίδιο μηχάνημα. Η ιστορία της μηχανής του Newman ξεκίνησε σε ένα γκαράζ, σε μια μικρή πόλη, από έναν άνθρωπο που δεν ανήκει στην ακαδημαϊκή κοινότητα και ο οποίος κάποια στιγμή αποφασίζει ότι κάτι θεμελιώδες στη γνώση που κληρονόμησε η ανθρωπότητα δεν έχει κατανοηθεί σωστά. 

Ο Newman υποστήριζε ότι είχε δημιουργήσει μια μηχανή ικανή να αποδίδει περισσότερη ενέργεια από εκείνη που φαινόταν να λαμβάνει από την πηγή τροφοδοσίας της. Δεν θεωρούσε όμως ότι είχε κατασκευάσει μια κλασική μηχανή αέναης κίνησης. Στη δική του ερμηνεία, η επιπλέον ενέργεια δεν εμφανιζόταν από το τίποτα. Προερχόταν από μια βαθύτερη διαδικασία που σχετιζόταν με το μαγνητικό πεδίο και με τη μετατροπή ύλης σε ενέργεια. Η διάκριση ήταν θεμελιώδης για τον ίδιο, επειδή του επέτρεπε να υποστηρίζει ότι η αρχή διατήρησης της ενέργειας δεν παραβιαζόταν, η συμβατική επιστήμη, κατά την άποψή του, απλώς δεν είχε αναγνωρίσει ολόκληρη την πηγή από την οποία αντλούσε η συσκευή.

Αν αυτό ήταν αληθινό, οι συνέπειες θα ήταν δύσκολο ακόμη και να υπολογιστούν. Ο Newman και οι άνθρωποι γύρω του μιλούσαν για μια τεχνολογία που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε σπίτια, αυτοκίνητα, αεροπλάνα, ακόμη και διαστημικά οχήματα. Στις τηλεοπτικές παρουσιάσεις της εποχής περιγραφόταν ένα μέλλον χωρίς συμβατικά καύσιμα, όπου οι σταθμοί παραγωγής ενέργειας από άνθρακα, πετρέλαιο ή πυρηνικά καύσιμα θα μπορούσαν κάποτε να γίνουν περιττοί. Σε μεταγενέστερες επιδείξεις ο ίδιος συνέδεε την τεχνολογία του ακόμη και με την αφαλάτωση και την παροχή φθηνού νερού σε ολόκληρο τον κόσμο. Δεν παρουσίαζε πλέον απλώς έναν ηλεκτρικό κινητήρα. Παρουσίαζε, στη δική του αντίληψη, την αρχή μιας διαφορετικής ενεργειακής εποχής.

Και κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό ενδιαφέρον της υπόθεσης οχι επειδή η ιστορία του Joseph Newman απέδειξε ότι οι νόμοι της φυσικής ήταν λανθασμένοι, αυτό δεν συνέβη. Είναι σημαντική επειδή μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε σχεδόν σε πραγματικό χρόνο τι συμβαίνει όταν ένας εξαιρετικός ισχυρισμός περνά από το εργαστήριο του δημιουργού του στη δημόσια επίδειξη, από εκεί στα μέσα ενημέρωσης, ύστερα στους υποστηρικτές, στους μηχανικούς, στο σύστημα κατοχύρωσης πατεντών και τελικά σε ένα εργαστήριο που καλείται να απαντήσει σε μια πολύ απλή ερώτηση, πόση ενέργεια εισέρχεται πραγματικά στη μηχανή και πόση εξέρχεται από αυτήν;

Ο Joseph Westley Newman γεννήθηκε το 1936 και έγινε γνωστός ως ανεξάρτητος Αμερικανός εφευρέτης, μακριά από την εικόνα του επαγγελματία θεωρητικού φυσικού. Στις συνεντεύξεις του τόνιζε ο ίδιος ότι δεν είχε τυπική εκπαίδευση στη φυσική ή στα ανώτερα μαθηματικά και παρουσίαζε τον εαυτό του σχεδόν ως το αρχέτυπο του αυτοδίδακτου εφευρέτη. Σε μια χαρακτηριστική τηλεοπτική εμφάνιση περιέγραφε πώς η ενασχόλησή του άρχισε όταν διάβασε για την ενέργεια και τη λειτουργία των γεννητριών και αισθάνθηκε ότι κάτι στη συμβατική εξήγηση δεν του φαινόταν ολοκληρωμένο. Δεν ήταν, πάντως, ένας άνθρωπος χωρίς προηγούμενη κατασκευαστική δραστηριότητα. Οι υποστηρικτές του αναφέρονταν συχνά σε προηγούμενες πρακτικές εφευρέσεις και βιομηχανικές λύσεις του, χρησιμοποιώντας τις ως απόδειξη ότι πίσω από την μηχανή ενέργειας δεν βρισκόταν ένας απλός θεωρητικός οραματιστής αλλά ένας άνθρωπος με πραγματική μηχανική εφευρετικότητα.

Η βασική του ιδέα αφορούσε τον ηλεκτρομαγνητισμό. Ο Newman θεωρούσε ότι το μαγνητικό πεδίο δεν έπρεπε να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένα αφηρημένο πεδίο που περιγράφεται μαθηματικά, αλλά ως μια πραγματική δεξαμενή κινητικής ενέργειας που μπορούσε να αξιοποιηθεί. Οι άνθρωποι που τον υποστήριζαν χρησιμοποιούσαν μια ιδιαίτερα παραστατική αναλογία, η ανθρωπότητα μπορούσε να ζει για χιλιάδες χρόνια δίπλα σε ένα ποτάμι χωρίς να αξιοποιεί την κίνησή του, μέχρι κάποιος να τοποθετήσει έναν τροχό στο νερό. Κατά την ίδια λογική, το μαγνητικό πεδίο υπήρχε πάντοτε γύρω μας, αλλά ο Newman πίστευε ότι είχε βρει τον τρόπο να τοποθετήσει τον δικό του «τροχό» μέσα σε αυτό και να αντλήσει την ενέργειά του.

Η πραγματική συσκευή ήταν πολύ λιγότερο φουτουριστική από τις υποσχέσεις της. Οι διάφορες εκδοχές της περιλάμβαναν μεγάλες ποσότητες χάλκινου σύρματος, έναν περιστρεφόμενο μόνιμο μαγνήτη, συστήματα μεταγωγής και μπαταρίες. Ορισμένα πρωτότυπα ήταν μεγάλα, βαριά και πρόχειρα στην εμφάνιση. Δημοσιογράφοι που τα επισκέφθηκαν θυμούνταν κόντρα πλακέ, μονωτικές ταινίες, καλώδια και μια μηχανή που εξωτερικά δεν θύμιζε τεχνολογία που θα άλλαζε τον κόσμο. Σε μια τηλεοπτική περιγραφή αναφέρεται ακόμη και μαγνήτης βάρους περίπου 600 λιβρών, ενώ το εσωτερικό προστατευόταν ώστε να μη γίνουν γνωστές λεπτομέρειες πριν εξασφαλιστεί η ευρεσιτεχνία.

Αυτό όμως που εντυπωσίαζε τους επισκέπτες δεν ήταν η εμφάνιση. Ήταν η φαινομενικά ασυνήθιστη σχέση ανάμεσα στην τροφοδοσία και στο έργο που έμοιαζε να παράγεται. Οι πρώτοι δημοσιογράφοι και τεχνικοί που έφτασαν στο Lucedale του Mississippi δεν πήγαν όλοι ως πιστοί. Το αντίθετο. Σε μία από τις αφηγήσεις, η τηλεοπτική ομάδα του WWL στη Νέα Ορλεάνη αντιμετώπιζε αρχικά την ιστορία περίπου ως ένα παράξενο ρεπορτάζ για ακόμη μία υποτιθέμενη μηχανή αέναης κίνησης. Ένας από τους τεχνικούς, με γνώσεις φυσικής και ηλεκτρονικών, ήταν πεπεισμένος ότι κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να λειτουργεί. Όταν όμως είδε τη συσκευή να περιστρέφεται επί μακρόν με μικρές μπαταρίες και να ενεργοποιεί φορτία, η βεβαιότητα άρχισε να μετατρέπεται σε απορία. Η ομάδα έψαξε ακόμη και για πιθανή κρυφή εξωτερική τροφοδοσία, χωρίς να βρει κάτι που να εξηγεί αυτό που έβλεπε.

Εδώ βρίσκεται και η πρώτη μεγάλη παγίδα της ιστορίας. Το γεγονός ότι ένας παρατηρητής δεν μπορεί να εξηγήσει άμεσα μια συσκευή δεν αποδεικνύει ότι αυτή παραβιάζει ή επεκτείνει τους γνωστούς νόμους της φυσικής. Μια ηλεκτρική διάταξη με παλμικά ρεύματα, πηνία, επαγωγές, μπαταρίες και μεταβαλλόμενα φορτία μπορεί να δημιουργήσει ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες μέτρησης. Η ένδειξη ενός αμπερομέτρου ή ενός βολτομέτρου δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με ολοκληρωμένο ενεργειακό ισοζύγιο. Και αυτό ακριβώς θα αποδεικνυόταν αργότερα κρίσιμο.

Πριν όμως φτάσει η υπόθεση στα εργαστήρια, είχε ήδη γίνει τηλεοπτικό γεγονός. Η σειρά ρεπορτάζ του WWL με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Power to the People» προκάλεσε τεράστιο ενδιαφέρον. Οι ίδιοι οι άνθρωποι που συμμετείχαν στις εκπομπές θυμούνται ότι η τηλεθέαση αυξήθηκε εντυπωσιακά και ότι ο Newman έγινε πρόσωπο που συζητιόταν παντού. Μηχανικοί, φυσικοί και άλλοι ενδιαφερόμενοι επισκέπτονταν τη συσκευή. Ορισμένοι έφευγαν όχι απλώς προβληματισμένοι αλλά πεπεισμένοι ότι είχαν παρακολουθήσει κάτι που η συμβατική θεωρία δεν εξηγούσε.

Ένας από τους σημαντικότερους υποστηρικτές του υπήρξε ο φυσικός Roger Hastings, ο οποίος περιγράφεται στις τηλεοπτικές αναφορές ως αρχικός σκεπτικιστής που, ύστερα από επανειλημμένες παρατηρήσεις και μετρήσεις, πείστηκε ότι υπήρχε πραγματικό φαινόμενο που δεν μπορούσε να εξηγήσει με τη φυσική που γνώριζε. Άλλες ανεπίσημες δοκιμές έφτασαν να αποδίδουν στη συσκευή αποτελεσματικότητα της τάξης του 800% ή και περισσότερο. Για τους υποστηρικτές, αυτή ήταν η απόδειξη. Για έναν φυσικό, όμως, ήταν ακριβώς το σημείο όπου έπρεπε να αρχίσει ο αυστηρότερος έλεγχος.

Η φράση «απόδοση μεγαλύτερη από 100%» έχει μια σχεδόν μαγική δύναμη. Αν μια συσκευή λάμβανε, για παράδειγμα, 100 joules ενέργειας και παρέδιδε 800 joules χωρίς καμία άλλη πηγή, δεν θα μιλούσαμε απλώς για καλύτερο κινητήρα. Θα βρισκόμασταν μπροστά σε ένα φαινόμενο που απαιτούσε νέα φυσική ή την ανακάλυψη μιας μέχρι τότε αγνοημένης ενεργειακής πηγής. Γι’ αυτό και ο ισχυρισμός του Newman δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί σαν μια συνηθισμένη τεχνολογική βελτίωση.

Ο πρώτος νόμος της θερμοδυναμικής, ως έκφραση της διατήρησης της ενέργειας, δεν λέει ότι δεν μπορούμε να κατασκευάσουμε εκπληκτικά αποδοτικές μηχανές. Λέει ότι η ενέργεια δεν δημιουργείται από το τίποτα. Μια αντλία θερμότητας, για παράδειγμα, μπορεί υπό συγκεκριμένο ορισμό να εμφανίζει συντελεστή απόδοσης μεγαλύτερο της μονάδας επειδή δεν δημιουργεί τη θερμότητα που μεταφέρει, χρησιμοποιεί έργο για να μετακινήσει ενέργεια από το περιβάλλον. Αν λοιπόν ο Newman είχε πραγματικά ανακαλύψει μια άγνωστη δεξαμενή ενέργειας, το γεγονός ότι η έξοδος ξεπερνούσε την ηλεκτρική είσοδο δεν θα παραβίαζε αναγκαστικά τη διατήρηση. Θα έπρεπε όμως να αποδειχθεί πειραματικά η ύπαρξη αυτής της πρόσθετης πηγής.

Ο Newman πίστευε ότι αυτή η πηγή βρισκόταν στην ίδια την ύλη και στο μαγνητικό πεδίο. Έφτανε να μιλά για μετατροπή μάζας σε ενέργεια και να συνδέει τη θεωρία του με το περίφημο (E=mc^2). Η δική του φυσική εικόνα ήταν πολύ ευρύτερη από έναν νέο σχεδιασμό ηλεκτρικού κινητήρα. Θεωρούσε ότι είχε ανακαλύψει μια μηχανική ερμηνεία ηλεκτρομαγνητικών φαινομένων που η καθιερωμένη επιστήμη περιέγραφε αλλά, κατά τη γνώμη του, δεν κατανοούσε πραγματικά.

Εδώ όμως χρειάζεται η διάκριση που είναι καθοριστική για κάθε έρευνα οριακής επιστήμης, άλλο η θεωρητική αφήγηση και άλλο η μετρήσιμη πρόβλεψη. Δεν αρκεί να υπάρχει μια ενδιαφέρουσα εικόνα για το τι μπορεί να συμβαίνει μέσα σε ένα μαγνητικό πεδίο. Η συσκευή πρέπει να το αποδεικνύει με τρόπο επαναλήψιμο, ελεγχόμενο και ανεξάρτητο.

Οι δυσκολίες της μέτρησης στην περίπτωση Newman ήταν πραγματικές. Η μεταγενέστερη επίσημη εξέταση από το National Bureau of Standards διαπίστωσε ότι η ηλεκτρική κυματομορφή της συσκευής δεν ήταν απλή συνεχής τάση ή ένα ομαλό ημιτονοειδές σήμα. Αποτελούνταν από σειρές παλμών, με υψηλό crest factor και χαρακτηριστικά που μπορούσαν να οδηγήσουν ακατάλληλα όργανα σε λανθασμένες ενδείξεις. Το NBS τόνισε ακριβώς γι’ αυτό ότι η επιλογή των οργάνων ήταν κρίσιμη και χρησιμοποίησε ανεξάρτητες ή σχεδόν ανεξάρτητες μεθόδους μέτρησης εισόδου και εξόδου.

Αυτή η λεπτομέρεια πιθανότατα εξηγεί ένα σημαντικό μέρος του μυστηρίου. Όταν έχουμε παλμικά ρεύματα και τάσεις, δεν μπορούμε απλώς να διαβάσουμε μια στιγμιαία τάση, ένα ρεύμα και να συμπεράνουμε ότι γνωρίζουμε την πραγματική μέση ισχύ. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η χρονική σχέση τάσης και ρεύματος, η μορφή του σήματος, η αποθηκευμένη ενέργεια σε επαγωγικά και χωρητικά στοιχεία, οι απώλειες και η ενέργεια που επιστρέφει προς την πηγή. Ένα σύστημα μπορεί να φαίνεται, με μια ακατάλληλη μέθοδο, ότι καταναλώνει ελάχιστη ισχύ ενώ στην πραγματικότητα η μέτρηση απλώς δεν καταγράφει σωστά το σύνολο της ενεργειακής ροής.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όσοι μέτρησαν υψηλή απόδοση εξαπατούσαν συνειδητά. Είναι απολύτως δυνατό ένας καλοπροαίρετος και τεχνικά καταρτισμένος παρατηρητής να χρησιμοποιήσει μέθοδο κατάλληλη για ένα συμβατικό κύκλωμα αλλά ακατάλληλη για μια ασυνήθιστη παλμική διάταξη. Σε αυτό το σημείο, η ιστορία γίνεται ιδιαίτερα διδακτική, όσο πιο εξωπραγματικό είναι το αποτέλεσμα μιας μέτρησης, τόσο αυστηρότερος πρέπει να γίνεται ο έλεγχος της ίδιας της μέτρησης.

Ο Newman, από την πλευρά του, δεν υποχώρησε. Σε μεταγενέστερες δημόσιες επιδείξεις παρουσίαζε τεράστιους κινητήρες συνδεδεμένους με συστοιχίες μικρών μπαταριών και χρησιμοποιούσε το οπτικό παράδοξο ως επιχείρημα, πώς μπορούν τόσο μικρές μπαταρίες να θέτουν σε κίνηση μια τόσο μεγάλη μηχανή; Σε μια απο τις επιδείξεις του παρουσιάζει έναν κινητήρα χιλιάδων λιβρών και επιμένει ότι η λειτουργία του με μπαταρίες των 9 volt είναι αδύνατη με τη συμβατική τεχνολογία. Αργότερα προχωρά ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι η μηχανή λειτουργεί κυρίως με «voltage» και όχι με «current» και ότι ακόμη και εξαντλημένες μπαταρίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν επειδή διατηρούν τάση. Αυτή όμως η διάκριση δεν συμφωνεί με τον συμβατικό ορισμό της ηλεκτρικής ισχύος, τάση χωρίς αντίστοιχη μεταφορά φορτίου δεν μπορεί από μόνη της να παρέχει συνεχή μηχανική ενέργεια σε φορτίο.

Η αντιπαράθεση είχε πλέον φτάσει στον πυρήνα της. Ο Newman δεν ισχυριζόταν απλώς ότι είχε καλύτερο κινητήρα. Ισχυριζόταν ότι ο τρόπος με τον οποίο η καθιερωμένη επιστήμη αντιλαμβανόταν την ηλεκτρική και μαγνητική ενέργεια ήταν ελλιπής. Και για να περάσει αυτή η ιδέα από το επίπεδο της προσωπικής θεωρίας στην αναγνωρισμένη τεχνολογία, χρειαζόταν κάτι που αποδείχθηκε πολύ δυσκολότερο από την κατασκευή του ίδιου του πρωτοτύπου, μια πατέντα.

Στις 18 Αυγούστου 1980 ο Newman κατέθεσε αίτηση για αμερικανική ευρεσιτεχνία για τη συσκευή του. Η αρχική ονομασία της τροποποιήθηκε τελικά στο εντυπωσιακά σαφές “Σύστημα παραγωγής ενέργειας με ενεργειακή απόδοση μεγαλύτερη από την εισροή ενέργειας (Energy Generation System Having Higher Energy Output Than Input). Η ίδια η διατύπωση έκανε φανερό ότι δεν επρόκειτο για συνηθισμένη αίτηση. Το Γραφείο Ευρεσιτεχνιών και Εμπορικών Σημάτων (Patent and Trademark Office) απέρριψε την αίτηση και άρχισε μια δικαστική και διοικητική διαμάχη που θα διαρκούσε χρόνια.

Η ιστορία δεν ήταν τόσο απλή όσο η μεταγενέστερη αφήγηση, όπου ένας εφευρέτης βρίσκεται εναντίον ενός γραφειοκρατικού συστήματος που αρνήθηκε να κοιτάξει τη μηχανή του. Το 1984 το δικαστήριο είχε διορίσει ως υπέυθυνο αξιολόγησης τον William E. Schuyler Jr., πρώην επίτροπο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Ο Schuyler κατέληξε ότι η προτεινόμενη εφεύρεση πληρούσε τις προϋποθέσεις για πατενταρισιμότητα. Το Patent Office αμφισβήτησε το πόρισμά του και το δικαστήριο θεώρησε ορισμένα από τα ευρήματά του εσφαλμένα, με αποτέλεσμα νέα εξέταση της αίτησης. Το επεισόδιο αυτό έγινε για τους υποστηρικτές του Newman ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα ότι η υπόθεσή του δεν είχε απορριφθεί απλώς ως ανοησία, ένας άνθρωπος με σημαντική εμπειρία στο ίδιο το σύστημα πατεντών είχε ταχθεί υπέρ του.

Ο Newman άρχισε σταδιακά να αντιλαμβάνεται την αντιπαράθεση όχι απλώς ως τεχνική διαφωνία αλλά ως μάχη με ένα σύστημα που, κατά τη γνώμη του, δεν ήθελε να επιτρέψει την εμφάνιση της τεχνολογίας του. Η αφήγηση περί ανώτερης επιρροής έγινε ολοένα πιο κεντρική. Σε μεταγενέστερες ομιλίες υποστήριζε ότι οικονομικά συμφέροντα συνδεδεμένα με τη συμβατική ενέργεια δεν ήθελαν μια μηχανή που θα επέτρεπε στους ανθρώπους να παράγουν σχεδόν δωρεάν ενέργεια. Σε αρκετές συνεντέυξεις του παρουσιάζει ακόμη και αναφορές από συνεργάτες για απειλές που υποστήριζαν ότι δέχθηκαν, χωρίς όμως να υπάρχει ανεξάρτητη απόδειξη για την προέλευση ή την αξιοπιστία αυτών των απειλών.

Παράλληλα, η υπόθεση είχε αποκτήσει μεγάλη δημοσιότητα. Ο Newman εμφανίστηκε σε εθνικά τηλεοπτικά μέσα, η ιστορία του παρουσιάστηκε από το CBS και συζητήθηκε σε εφημερίδες και περιοδικά. Πραγματοποιήθηκαν δημόσιες επιδείξεις όπου οι θεατές μπορούσαν να δουν τη μηχανή, τα όργανα και τους ανθρώπους που δήλωναν ότι είχαν εξετάσει τη λειτουργία της. Σε μία από αυτές, ο φυσικός Roger Hastings παρουσιάστηκε δημόσια λέγοντας ότι η μηχανή έκανε πράγματα που δεν μπορούσε να εξηγήσει.

Το ενδιαφέρον έφτασε ακόμη και στο Κογκρέσο. Πολιτικοί εξέφρασαν συμπάθεια για τη θέση του Newman ή κριτική για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπιζόταν η αίτησή του. Για τους υποστηρικτές του, όλα αυτά δημιουργούσαν μια εικόνα στην οποία η εφεύρεση είχε ήδη περάσει αρκετούς ανεπίσημους ελέγχους και το μόνο εμπόδιο ήταν η θεσμική αποδοχή της. Όμως η επιστήμη δεν αποφασίζεται με τηλεθέαση, πολιτικές παρεμβάσεις ή αριθμό υποστηρικτών. Το αποφασιστικό ερώτημα παρέμενε ενεργειακό και μπορούσε να απαντηθεί μόνο με ελεγχόμενη μέτρηση.

Το 1986 το National Bureau of Standards, ο οργανισμός που αργότερα μετονομάστηκε σε National Institute of Standards and Technology, εξέτασε την συσκευή που είχε παραδώσει ο Newman έπειτα από δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες. Το επίσημο report NBSIR 86-3405 αποτελεί ίσως το σημαντικότερο έγγραφο σε ολόκληρη την υπόθεση. Οι δοκιμές πραγματοποιήθηκαν από τον Μάρτιο έως τον Ιούνιο του 1986 και είχαν έναν συγκεκριμένο σκοπό, να διαπιστωθεί εάν η ισχύς εξόδου της συσκευής ήταν πράγματι μεγαλύτερη από την ισχύ που αντλούσε από τις μπαταρίες.

Η συσκευή που εξετάστηκε αποτελούνταν από συστοιχία μπαταριών, μεταγωγέα συνδεδεμένο μηχανικά με περιστρεφόμενο μόνιμο μαγνήτη και πηνίο. Η τροφοδοσία δημιουργούσε πολύπλοκα παλμικά σήματα, γι’ αυτό οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μεθόδους σχεδιασμένες ειδικά ώστε να μην εξαπατώνται από τη μορφή της κυματομορφής. Η συστοιχία περιλάμβανε 116 μπαταρίες των 9 volt οργανωμένες σε ομάδες, ενώ το NBS χρησιμοποίησε αντιστάσεις φορτίου και πολλαπλές μεθόδους μέτρησης για τον έλεγχο εισόδου και εξόδου.

Το αποτέλεσμα ήταν σαφές. Σε καμία από τις συνθήκες που εξετάστηκαν η απόδοση δεν πλησίασε το 100%. Η ενέργεια που προερχόταν από τις μπαταρίες ήταν πάντοτε μεγαλύτερη από εκείνη που παραδιδόταν στην έξοδο. Το NBS κατέληξε ότι η συσκευή δεν παρήγαγε περισσότερη ενέργεια από όση κατανάλωνε και ότι η συμπεριφορά της ήταν συμβατή με τους καθιερωμένους νόμους της φυσικής.

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η ιστορία της μηχανής του Newman πρέπει να διαχωριστεί από τον μύθο της. Υπήρξαν άνθρωποι που πίστεψαν ότι είδαν υπερ-μοναδιαία απόδοση. Υπήρξαν τεχνικοί και επιστήμονες που δήλωσαν δημόσια ότι δεν μπορούσαν να εξηγήσουν όσα παρατηρούσαν. Υπήρξε ειδικός που είχε καταλήξει υπέρ της πατενταρισιμότητας. Όλα αυτά είναι πραγματικά μέρη της ιστορίας και δεν πρέπει να διαγράφονται επειδή γνωρίζουμε την τελική έκβαση. Αλλά όταν η συγκεκριμένη συσκευή υποβλήθηκε σε συστηματικό ανεξάρτητο ενεργειακό έλεγχο από το NBS, ο κεντρικός ισχυρισμός δεν επιβεβαιώθηκε.

Ο Newman αμφισβήτησε τη διαδικασία και τα αποτελέσματα και η διαμάχη συνεχίστηκε. Το 1988, στην υπόθεση Newman v. Quigg, το ομοσπονδιακό δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή του. Η απόφαση αναγνώριζε ότι μάρτυρες του Newman, μεταξύ τους φυσικός και μηχανικοί, είχαν πειστεί για τη συσκευή, αλλά τελικά δεν θεώρησε ότι είχε αποδειχθεί ο ισχυρισμός του. Το 1989 το αρμόδιο ομοσπονδιακό δικαστήριο για τις εφέσεις (Court of Appeals for the Federal Circuit) επικύρωσε την απόφαση. Η πολυετής μάχη για την ευρεσιτεχνία είχε ουσιαστικά κριθεί.

Για τον Newman, η απόρριψη δεν αποτέλεσε απόδειξη ότι είχε κάνει λάθος. Αντίθετα, ενίσχυσε την πεποίθησή του ότι η τεχνολογία του πολεμήθηκε. Συνέχισε για χρόνια να παρουσιάζει συσκευές, να πραγματοποιεί επιδείξεις και να μιλά για μια επανάσταση που περίμενε να αναγνωριστεί. Σε μεταγενέστερο υλικό τον βλέπουμε να παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερες μηχανές και να ισχυρίζεται ακόμη πιο εντυπωσιακές αποδόσεις, υποστηρίζοντας ότι όσο μεγαλύτερη γινόταν η συσκευή τόσο περισσότερη ισχύ παρήγαγε ενώ χρειαζόταν λιγότερη για να λειτουργήσει.

Αυτό είναι ένα μοτίβο που συναντάται συχνά στην ιστορία της οριακής επιστήμης. Όταν μια ιδέα απορρίπτεται από τους θεσμούς, υπάρχουν δύο πιθανές αφηγήσεις. Στην πρώτη, οι θεσμοί λειτούργησαν όπως έπρεπε και απέρριψαν έναν ισχυρισμό που δεν άντεξε στον έλεγχο. Στη δεύτερη, το ίδιο το σύστημα είναι τόσο δεμένο με το υπάρχον επιστημονικό και οικονομικό παράδειγμα ώστε αδυνατεί ή αρνείται να αναγνωρίσει μια πραγματική επανάσταση. Η ιστορία γνωρίζει πράγματι περιπτώσεις επιστημόνων και εφευρετών που αρχικά απορρίφθηκαν και αργότερα δικαιώθηκαν. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε απορριφθείσα ιδέα είναι μια μελλοντική επανάσταση.

Η σύγκριση με αλλους πρωτοπόρους εφευρέτες και ερευνητές οπως ο Robert Goddard, εμφανίστηκε και στις τηλεοπτικές αφηγήσεις γύρω από τον Newman. Το επιχείρημα είναι γοητευτικό, οι μεγάλες ιδέες συχνά φαίνονται αδύνατες πριν γίνουν αποδεκτές. Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διαφορά. Οι επαναστατικές θεωρίες δεν επικρατούν επειδή οι δημιουργοί τους ήταν αντισυμβατικοί ή επειδή πολεμήθηκαν. Επικρατούν επειδή παράγουν αποτελέσματα που μπορούν να ελεγχθούν και να αναπαραχθούν ανεξάρτητα.

Αν η μηχανή ενέργειας του Newman είχε πραγματικά παράγει σταθερά περισσότερη ενέργεια από την καταγεγραμμένη είσοδό της, δεν θα χρειαζόταν τελικά να κερδίσει μια φιλοσοφική αντιπαράθεση με τη φυσική. Θα αρκούσε ένα πλήρως ελεγχόμενο πρωτότυπο που θα λειτουργούσε επί εβδομάδες σε ανεξάρτητο εργαστήριο, με κλειστό ενεργειακό ισοζύγιο, όργανα συμφωνημένα από όλες τις πλευρές και αποτελέσματα που θα μπορούσαν να αναπαραχθούν από άλλους ερευνητές. Η ύπαρξη μιας τέτοιας επαναλαμβανόμενης επίδειξης θα ήταν ισχυρότερη από οποιοδήποτε πατέντα, τηλεοπτικό πρόγραμμα ή δικαστική απόφαση.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η απάντηση στο επιχείρημα της καταστολής. Είναι δυνατό θεσμοί να κάνουν λάθη. Είναι δυνατό οικονομικά συμφέροντα να αντιστέκονται σε τεχνολογικές αλλαγές. Είναι δυνατό ένας ανεξάρτητος εφευρέτης χωρίς ακαδημαϊκές διασυνδέσεις να αντιμετωπιστεί με προκατάληψη. Τίποτε από αυτά δεν είναι ιστορικά αδιανόητο. Αλλά για να μετατραπεί η υπόθεση της καταστολής σε εξήγηση της αποτυχίας μιας συγκεκριμένης τεχνολογίας, πρέπει πρώτα να έχει αποδειχθεί ότι η τεχνολογία λειτουργεί όπως ισχυρίζεται ο δημιουργός της. Στην περίπτωση Newman αυτό είναι ακριβώς το βήμα που δεν ολοκληρώθηκε.

Το NBS δεν δήλωσε ότι η μηχανή ήταν αδύνατη επειδή το έλεγαν τα βιβλία φυσικής και στη συνέχεια αρνήθηκε να τη μετρήσει. Τη μέτρησε. Και η μέτρηση δεν έδειξε υπέρ παραγωγικότητα. Αυτή η διάκριση είναι τεράστια. Ταυτόχρονα, οι προηγούμενες θετικές μαρτυρίες παραμένουν ενδιαφέρουσες επειδή μας δείχνουν πόσο πειστικό μπορεί να γίνει ένα τεχνικό φαινόμενο όταν οι συνθήκες μέτρησης είναι περίπλοκες και όταν ο παρατηρητής βλέπει μπροστά του κάτι που δεν περίμενε.

Υπάρχει μάλιστα κάτι βαθιά ανθρώπινο στην ιστορία. Οι άνθρωποι που πήγαν στο Mississippi για να πραγματοποιήσουν ελέγχους και έφυγαν προβληματισμένοι δεν ήταν αναγκαστικά αφελείς. Κάποιοι διέθεταν τεχνική κατάρτιση. Η μεταστροφή τους μας υπενθυμίζει ότι η προσωπική εμπειρία είναι ισχυρή. Όταν βλέπεις έναν τεράστιο κινητήρα να περιστρέφεται και τα όργανα μπροστά σου φαίνονται να δείχνουν μικρή κατανάλωση, είναι εύκολο να πιστέψεις ότι έχεις γίνει μάρτυρας μιας ανωμαλίας. Η επιστημονική μέθοδος υπάρχει ακριβώς επειδή η ανθρώπινη παρατήρηση, ακόμη και η παρατήρηση ενός ειδικού, δεν αρκεί.

Ο Newman πέθανε το 2015 χωρίς η μηχανή ενέργειας του να έχει εξελιχθεί στην παγκόσμια ενεργειακή επανάσταση που είχε προβλέψει. Δεν είδαμε σπίτια να αυτοτροφοδοτούνται από τις συσκευές του, αυτοκίνητα χωρίς συμβατική ενεργειακή πηγή ή βιομηχανίες να εγκαταλείπουν τα δίκτυα ηλεκτρισμού χάρη στην ανακάλυψή του. Αυτό το γεγονός, ύστερα από δεκαετίες, έχει μεγαλύτερο βάρος από οποιαδήποτε μεμονωμένη επίδειξη. Μια τεχνολογία που υπόσχεται τόσο θεαματική υπεροχή έχει ένα τεράστιο πρακτικό πλεονέκτημα, αν λειτουργεί, η ίδια η λειτουργία της γίνεται εξαιρετικά δύσκολο να αγνοηθεί.

Η υπόθεσή του Newman βρίσκεται ακριβώς πάνω στο όριο που κάνει την οριακή επιστήμη ενδιαφέρουσα. Μας υποχρεώνει να ρωτήσουμε ποια πρέπει να είναι η στάση απέναντι σε έναν ισχυρισμό που αντιβαίνει την καθιερωμένη γνώση. Η σωστή απάντηση δεν είναι ούτε η άμεση πίστη ούτε η αυτόματη χλεύη. Είναι ο έλεγχος. Όσο πιο απίθανη φαίνεται μια ιδέα, τόσο μεγαλύτερη, και όχι μικρότερη αξία έχει ένα καλό πείραμα.

Επιπρόσθετα υπάρχει ακόμη μια ερώτηση που βρίσκεται πίσω από πολλές μεγάλες ανακαλύψεις αλλά και πίσω από αμέτρητες λανθασμένες θεωρίες, τι συμβαίνει στην περίπτωση που αυτό που θεωρούμε δεδομένο δεν είναι ολόκληρη η αλήθεια; Είναι μια ερώτηση που η επιστήμη δεν πρέπει να φοβάται. Αντίθετα, η επιστήμη προχωρά επειδή κάποιοι άνθρωποι αμφισβητούν όσα θεωρούνται δεδομένα. Η αμφισβήτηση όμως είναι μόνο η αρχή. Ακολουθεί η απόδειξη.

Ο Newman είχε το πρώτο σε αφθονία. Είχε επίσης επιμονή, μηχανική δημιουργικότητα και μια σχεδόν απόλυτη πίστη ότι είχε δει κάτι που οι υπόλοιποι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν. Κατάφερε να μετατρέψει μια κατασκευή από το εργαστήριο του στο Mississippi σε εθνική ιστορία, να προσελκύσει δημοσιογράφους, μηχανικούς, φυσικούς και πολιτικούς και να αναγκάσει το αμερικανικό σύστημα πατεντών και ένα κορυφαίο κρατικό εργαστήριο μετρήσεων να ασχοληθούν σοβαρά με τον ισχυρισμό του.

Και σε αυτό το συμπέρασμα υπάρχει κάτι πολύ σημαντικό. Η μηχανή δεν απορρίφθηκε μόνο επειδή φαινόταν θεωρητικά ανεπαρκής ώστε να αποδώσει σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Newman. Όταν τελικά πραγματοποιήθηκαν οι ελεγχόμενες δοκιμές του National Bureau of Standards, δεν παρουσίασε την ενεργειακή υπεραπόδοση που αποτελούσε την καρδιά του ισχυρισμού. Η είσοδος παρέμεινε μεγαλύτερη από την έξοδο. Η επανάσταση που φαινόταν να βρίσκεται μέσα σε έναν τεράστιο μαγνήτη, χιλιόμετρα χάλκινου σύρματος και μια παράξενη παλμική λειτουργία δεν εμφανίστηκε όταν το ενεργειακό ισοζύγιο μετρήθηκε αυστηρά.

Η μηχανή ενέργειας του Newman μπορεί να μην καθιερώθηκε ως μια πηγή ενέργειας, αλλά ως ένα μάθημα για την ίδια την οριακή επιστήμη. Ένας ασυνήθιστος ισχυρισμός αξίζει να εξετάζεται όταν μπορεί να εξεταστεί. Ένας ανεξάρτητος εφευρέτης δεν πρέπει να απορρίπτεται επειδή δεν διαθέτει το σωστό πτυχίο ή επειδή εργάζεται σε ένα γκαράζ. Ένα καθιερωμένο επιστημονικό μοντέλο δεν πρέπει να μετατρέπεται σε δόγμα. Αλλά και η προσωπική πεποίθηση, οι θεαματικές επιδείξεις, οι μαρτυρίες ειδικών και η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς δεν μπορούν να αντικαταστήσουν ένα επαναλήψιμο πείραμα.

Και ίσως εκεί βρίσκεται το πραγματικό όριο ανάμεσα στην επιστήμη και στην οριακή επιστήμη. Όχι στο πόσο παράξενη είναι μια ιδέα, αλλά στο τι κάνουμε όταν η πραγματικότητα αρνείται να επιβεβαιώσει αυτό που περιμέναμε.

Ο Joseph Newman πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του πιστεύοντας ότι είχε ανακαλύψει μια ενέργεια που βρισκόταν μπροστά στα μάτια μας και την οποία η επιστήμη δεν είχε μάθει ακόμη να βλέπει. Οι ανεξάρτητες δοκιμές δεν τον δικαίωσαν. Το ερώτημα που άφησε όμως πίσω του παραμένει πολύ ευρύτερο από τη δική του μηχανή.

Όταν κάποιος ισχυρίζεται ότι έχει κατασκευάσει κάτι που δεν θα έπρεπε να μπορεί να λειτουργεί, είναι περισσότερο επιστημονικό να του πούμε ότι είναι αδύνατο ή να του ζητήσουμε να το συνδέσει στα όργανα μέτρησης και να δούμε τι πραγματικά συμβαίνει;

Ίσως σας ενδιαφέρουν…