Oak Island και Money Pit: Από το 1795 και τους πειρατικούς θησαυρούς έως τους Knights Templar, τον Francis Bacon και τις σύγχρονες ανασκαφές. Πόσο καιρό πρέπει να αναζητούμε κάτι πριν η ίδια η αναζήτηση γίνει σημαντικότερη από αυτό που ψάχνουμε;

Oak Island και Money Pit: Από το 1795 και τους πειρατικούς θησαυρούς έως τους Knights Templar, τον Francis Bacon και τις σύγχρονες ανασκαφές. Πόσο καιρό πρέπει να αναζητούμε κάτι πριν η ίδια η αναζήτηση γίνει σημαντικότερη από αυτό που ψάχνουμε;
Στο Oak Island, ένα μικρό νησί στον κόλπο Mahone, στα ανοικτά της Νέας Σκωτίας του Καναδά, εδω και περισσότερο από δύο αιώνες άνθρωποι σκάβουν, αντλούν νερό, ανοίγουν φρεάτια, τρυπούν το υπέδαφος, κατασκευάζουν φράγματα, χρησιμοποιούν κάμερες, sonar, γεωφυσικές μεθόδους και ανιχνευτές μετάλλων, αναζητώντας κάτι που κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα αν υπήρξε ποτέ. Πειρατικός χρυσός, ισπανικός θησαυρός, Ναϊτες Ιππότες, το Άγιο Δισκοπότηρο, η Κιβωτός της Διαθήκης, χαμένα χειρόγραφα του Francis Bacon ή ακόμη και αντικείμενα που θα μπορούσαν υποτίθεται να ανατρέψουν κομμάτια της γνωστής ιστορίας έχουν κατά καιρούς τοποθετηθεί νοερά κάτω από το χώμα του Oak Island. Το παράδοξο είναι ότι όσο περισσότερο αναζητείται ο θησαυρός τόσο λιγότερο σαφές γίνεται τι ακριβώς αναζητείται.
Στην καρδιά της ιστορίας βρίσκεται το περίφημο Money Pit, ένα σημείο που σύμφωνα με την παραδοσιακή αφήγηση ανακαλύφθηκε το 1795 και έκτοτε μετατράπηκε σε έναν από τους γνωστότερους τόπους αναζήτησης θησαυρού στον κόσμο. Αλλά η πραγματική ιστορία του Oak Island είναι δυσκολότερη από τον μύθο του. Πολλά από όσα επαναλαμβάνονται σήμερα ως λεπτομέρειες της αρχικής ανακάλυψης καταγράφηκαν πολύ αργότερα, όταν το περιστατικό είχε ήδη περάσει από στόμα σε στόμα και το νησί είχε αποκτήσει τη φήμη του. Οι ξύλινες πλατφόρμες, η μυστηριώδης χαραγμένη πέτρα, τα τεχνητά κανάλια που επέτρεπαν στη θάλασσα να πλημμυρίζει το φρέαρ, ακόμη και ορισμένα από τα αντικείμενα που υποτίθεται ότι ανασύρθηκαν από τα βάθη δεν διαθέτουν όλα το ίδιο επίπεδο τεκμηρίωσης. Και αυτή ακριβώς η ασάφεια δεν αποδυναμώνει την ιστορία, αποτελεί την ουσία της.
Γιατί το Oak Island βρίσκεται σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα γνωσιολογική περιοχή. Υπάρχουν πραγματικές ανασκαφές, πραγματικοί άνθρωποι που επένδυσαν περιουσίες, πραγματικοί θάνατοι και πραγματικά αντικείμενα που βρέθηκαν στο νησί. Υπάρχουν όμως παράλληλα χαμένα ευρήματα, μαρτυρίες από δεύτερο και τρίτο χέρι, ερμηνείες που εμφανίστηκαν δεκαετίες μετά τα γεγονότα και θεωρίες που χρειάζονται η μία την άλλη για να λειτουργήσουν. Το Oak Island επομένως δεν μας καλεί μόνο να ρωτήσουμε τι υπάρχει κάτω από το έδαφός του. Μας αναγκάζει να ρωτήσουμε κάτι ίσως σημαντικότερο, πόσο καιρό πρέπει να αναζητούμε κάτι πριν η ίδια η αναζήτηση γίνει σημαντικότερη από αυτό που ψάχνουμε;
Η καθιερωμένη εκδοχή μάς μεταφέρει στο 1795. Ο νεαρός Daniel McGinnis, όπου το επώνυμό του εμφανίζεται με διαφορετικές γραφές στις μεταγενέστερες πηγές, εξερευνούσε το Oak Island όταν παρατήρησε μια ασυνήθιστη κυκλική κοιλότητα στο έδαφος. Σε ορισμένες εκδοχές υπήρχε πάνω από το σημείο ένα μεγάλο δέντρο με σημάδια ότι από κάποιο κλαδί του είχε χρησιμοποιηθεί τροχαλία. Σε άλλες, ο McGinnis είχε ακούσει ιστορίες για πειρατές ή παράξενα φώτα στο νησί. Μαζί με τους John Smith και Anthony Vaughan άρχισε να σκάβει. Οι αφηγήσεις περιγράφουν χώμα που έμοιαζε ήδη διαταραγμένο και ξύλινα στρώματα ή πλατφόρμες σε μεγαλύτερο βάθος. Με τα χρόνια η ιστορία έγινε πολύ πιο συγκεκριμένη, οι πλατφόρμες εμφανίζονταν περίπου ανά δέκα πόδια, σαν κάποιος να είχε κατασκευάσει ένα τεράστιο κατακόρυφο έργο και στη συνέχεια να το είχε σφραγίσει συστηματικά.
Αυτή είναι η πρώτη στιγμή κατά την οποία χρειάζεται να διαχωρίσουμε την ιστορία από την αναδρομική ανακατασκευή της. Δεν διαθέτουμε ένα λεπτομερές ημερολόγιο του 1795 που να μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε την ανασκαφή μέρα προς μέρα. Η ίδια η λαογραφία του Oak Island άλλαξε σημαντικά μέσα σε δύο αιώνες, κάτι που αναγνωρίζουν ακόμη και παλαιότερες έρευνες για το θέμα, όσο περισσότερο επαναλαμβανόταν η ιστορία τόσο δυσκολότερο γινόταν να διακριθεί τι ανήκε στην αρχική αφήγηση και τι προστέθηκε αργότερα. Αυτό έχει τεράστια σημασία. Αν δεχθούμε εξαρχής ως ακριβή κάθε λεπτομέρεια της μεταγενέστερης παράδοσης, το Money Pit μοιάζει αναπόφευκτα με ένα αριστούργημα μηχανικής. Αν αφαιρέσουμε όμως όσα δεν μπορούν να τεκμηριωθούν κοντά στην εποχή της ανακάλυψης, μένει κάτι περισσότερο αμφίσημο, μια ασυνήθιστη κοιλότητα, ίχνη ανθρώπινης ή φυσικής διατάραξης και η πεποίθηση τριών ανθρώπων ότι κάτι βρισκόταν από κάτω.
Η αναζήτηση οργανώθηκε σοβαρότερα στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν η Onslow Company επέστρεψε στο σημείο. Οι εργάτες φέρεται να συνάντησαν ξυλεία, κάρβουνο, πηλό και ινώδες υλικό που αργότερα περιγράφηκε ως ίνα καρύδας. Η τελευταία λεπτομέρεια έγινε εξαιρετικά σημαντική, επειδή η καρύδα δεν είναι φυσικά προϊόν της Νέας Σκωτίας. Εφόσον το υλικό είχε πράγματι τοποθετηθεί εκεί πριν από την έναρξη των ανασκαφών, θα υποδήλωνε μεταφορά του από πολύ μακρύτερα και επομένως ανθρώπινη δραστηριότητα. Αυτό όμως είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του προβλήματος που θα συναντάμε συνεχώς, άλλο η παρουσία ενός ασυνήθιστου υλικού και άλλο η απόδειξη ότι αποτελεί τμήμα ενός τεράστιου μηχανισμού προστασίας θησαυρού.
Ακόμη πιο διάσημη έγινε η λεγόμενη 90-Foot Stone, μια επίπεδη πέτρα που υποτίθεται ότι έφερε παράξενα σύμβολα. Η μεταγενέστερη και πιο διάσημη μετάφρασή τους υποσχόταν ότι βαθύτερα βρίσκονταν θαμμένα δύο εκατομμύρια λίρες. Ήταν σχεδόν η τέλεια φράση για να διατηρήσει ζωντανό ένα κυνήγι θησαυρού, όχι μόνο έλεγε ότι κάτι υπήρχε εκεί, αλλά υποσχόταν ότι βρισκόταν λίγο πιο κάτω. Υπάρχει όμως ένα σοβαρό πρόβλημα. Η ίδια η πέτρα χάθηκε, τα αρχικά σύμβολα δεν διασώθηκαν με τρόπο που να επιτρέπει ασφαλή ανεξάρτητη εξέταση και η περίφημη αποκρυπτογράφηση εμφανίζεται στη μεταγενέστερη ιστορία του αντικειμένου. Ένα πρόβλημα που επισημαίνει ακριβώς αυτή την αντίφαση, η πέτρα έγινε κεντρικό τμήμα του μύθου, ενώ ταυτόχρονα το υλικό που θα επέτρεπε την επαλήθευσή της εξαφανίστηκε.
Και τότε εμφανίστηκε το νερό.
Όταν οι ανασκαφείς έφθασαν αρκετά βαθιά, το Money Pit πλημμύρισε. Η απομάκρυνση του νερού αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολη και οι επόμενες προσπάθειες δημιούργησαν ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία ολόκληρης της παράδοσης, την ιδέα ότι το φρέαρ ήταν συνδεδεμένο με τον Ατλαντικό μέσω τεχνητών τούνελ. Το Smith’s Cove, στην ακτή του νησιού, απέκτησε κεντρικό ρόλο. Μεταγενέστερες εργασίες περιέγραψαν ίνες καρύδας, eelgrass και μια διάταξη από μικρά κανάλια που υποτίθεται ότι λειτουργούσαν σαν φίλτρο και διοχέτευαν θαλασσινό νερό προς το εσωτερικό.
Αν αυτή η ερμηνεία είναι σωστή, τότε το Oak Island παύει να είναι απλώς ένας τόπος όπου κάποιος έθαψε ένα κιβώτιο. Γίνεται μηχανή, η ακτή συλλέγει νερό, τα κανάλια το οδηγούν προς το εσωτερικό και όποιος πλησιάζει στο κρυμμένο αντικείμενο προκαλεί την καταστροφή της ίδιας του της ανασκαφής. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί η εικόνα αυτή κυριάρχησε στη φαντασία των ερευνητών. Όσο πιο περίπλοκη φαινόταν η προστασία, τόσο σημαντικότερο έπρεπε να είναι αυτό που προστατευόταν. Και έτσι γεννήθηκε ένας συλλογισμός που θα ακολουθούσε το Oak Island για τους επόμενους δύο αιώνες, αν είναι τόσο δύσκολο να φτάσουμε στον θησαυρό, τότε ο θησαυρός πρέπει να είναι τεράστιος.
Η αποτυχία της Onslow Company δεν έκλεισε την υπόθεση. Αντίθετα, δημιούργησε το πρότυπο που επρόκειτο να επαναληφθεί. Η Truro Company τον 19ο αιώνα επιχείρησε να προσεγγίσει το Money Pit με νέα φρεάτια και γεωτρήσεις. Η λογική ήταν απλή, αν δεν μπορούσαν να νικήσουν το νερό μέσα από το αρχικό φρέαρ, θα το παρέκαμπταν. Αλλά και τα νέα ανοίγματα πλημμύριζαν. Κάθε αποτυχία μπορούσε πλέον να ερμηνευθεί με δύο εντελώς αντίθετους τρόπους. Για τον σκεπτικιστή αποτελούσε ένδειξη ότι οι άνθρωποι έσκαβαν σε ένα γεωλογικά δύσκολο, υδρολογικά συνδεδεμένο υπέδαφος. Για τον κυνηγό του θησαυρού αποτελούσε απόδειξη ότι το αμυντικό σύστημα λειτουργούσε.
Οι γεωτρήσεις δημιούργησαν και νέες ιστορίες. Τρυπάνια φέρεται να πέρασαν μέσα από ξύλο και μεταλλικά αντικείμενα, ενώ μικρά κομμάτια υλικού ερμηνεύθηκαν ως αλυσίδα ή περγαμηνή. Η αναφορά σε περγαμηνή έδωσε αργότερα τεράστια ώθηση σε μια από τις πιο παράξενες θεωρίες, ότι στο Oak Island δεν βρισκόταν χρυσός αλλά ένα αρχείο χειρογράφων. Εδώ εμφανίζεται ο Francis Bacon και μαζί του η παλιά θεωρία ότι εκείνος ήταν ο πραγματικός συγγραφέας των έργων που αποδίδονται στον William Shakespeare. Ο συλλογισμός έγινε ακόμη πιο περίτεχνος όταν συνδέθηκε με αναφορές σε υδράργυρο, ουσία που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για συντήρηση υλικών. Έτσι ένα μικρό κομμάτι υποτιθέμενης περγαμηνής μετατράπηκε σε πιθανό ίχνος μιας χαμένης λογοτεχνικής βιβλιοθήκης. Το κρίσιμο όμως σημείο είναι ότι δεν υπάρχει άμεση απόδειξη ούτε ότι ο Bacon έγραψε τα έργα του Shakespeare ούτε ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με το Oak Island, ενα γεγονός που αναγνωρίζεται ακόμη και στο υλικό που παρουσιάζει τη θεωρία.
Το νησί συνέχισε να προσελκύει ανθρώπους με χρήματα, τεχνικές γνώσεις και αξιοσημείωτη αυτοπεποίθηση. Ένας από αυτούς ήταν ένας νεαρός άνδρας που δεκαετίες αργότερα θα γινόταν ένας από τους γνωστότερους προέδρους των Ηνωμένων Πολιτειών. Το 1909 ο Franklin Delano Roosevelt συμμετείχε οικονομικά στην Old Gold Salvage and Wrecking Company και επισκέφθηκε το Oak Island. Η εμπλοκή του δεν είναι μεταγενέστερος θρύλος, υπάρχουν αρχειακά τεκμήρια και φωτογραφικό υλικό από την επιχείρηση. Η ομάδα δεν βρήκε τον θησαυρό, ενώ ο επικεφαλής της, μηχανικός Henry L. Bowdoin, έφθασε αργότερα στο αντίθετο συμπέρασμα από εκείνο που περίμενε όταν ξεκίνησε, αμφισβήτησε την αυθεντικότητα σημαντικών στοιχείων της παράδοσης και υποστήριξε ότι το μυστήριο είχε διογκωθεί.
Η ειρωνεία είναι χαρακτηριστική. Η ίδια έρευνα που ξεκινά για να αποδείξει έναν μύθο μπορεί να δημιουργήσει έναν σκεπτικιστή. Και η ίδια αποτυχία που για τον έναν σημαίνει ότι δεν υπάρχει τίποτα μπορεί για τον επόμενο να σημαίνει ότι ο προηγούμενος έσκαψε σε λάθος σημείο.
Στα μέσα του 20ού αιώνα το Oak Island είχε πλέον αλλάξει μορφή. Δεκαετίες φρεατίων, εκρήξεων, γεωτρήσεων, καταρρεύσεων και επαναπληρώσεων είχαν μετατρέψει την περιοχή του Money Pit σε ένα αρχαιολογικό και γεωλογικό παλίμψηστο. Το ερώτημα δεν ήταν πλέον μόνο τι είχε συμβεί πριν από το 1795, αλλά και ποιο από τα υλικά που έβρισκαν οι νεότεροι ερευνητές προερχόταν από προηγούμενους κυνηγούς θησαυρών. Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο μεθοδολογικό πρόβλημα του Oak Island. Όταν επί δύο αιώνες ανοίγεις ξανά και ξανά την ίδια περιοχή, κάθε νέα επέμβαση μπορεί να δημιουργήσει το «μυστηριώδες εύρημα» της επόμενης γενιάς.
Το 1965 η ιστορία απέκτησε την τραγικότερη σελίδα της. Ο Robert Restall, ο γιος του Robert Jr., ο Cyril Hiltz και ο Carl Graeser πέθαναν σε ένα φρεάτιο, όταν μια επιχείρηση διάσωσης μετατράπηκε σε αλυσιδωτή καταστροφή. Το περιστατικό συνδέθηκε αργότερα ακόμη περισσότερο με την περίφημη κατάρα του Oak Island, σύμφωνα με την οποία επτά άνθρωποι πρέπει να πεθάνουν προτού αποκαλυφθεί ο θησαυρός. Κάποιες αφηγήσεις συνδέουν τους τέσσερις θανάτους με τον συνολικό αριθμό των έξι ανθρώπων που είχαν χάσει τη ζωή τους στην αναζήτηση. Η τραγωδία είναι πραγματική. Η «κατάρα», όμως, ανήκει στη λαογραφία που αναπτύχθηκε γύρω της. Και εδώ πρέπει να αντισταθούμε στον πειρασμό να μετατρέψουμε πραγματικούς θανάτους σε απόδειξη υπερφυσικής αιτιότητας.
Λίγο αργότερα εμφανίστηκε ο Dan Blankenship, ένας άνθρωπος που θα συνέδεε τη ζωή του με το νησί όσο ελάχιστοι άλλοι. Μαζί με τον David Tobias σχημάτισε την Triton Alliance και η έρευνα μετακινήθηκε σε νέες γεωτρήσεις, μεταξύ των οποίων το περίφημο Borehole 10-X. Σε μεγάλο βάθος εντοπίστηκε μια υδατοπληρωμένη κοιλότητα και κάμερες κατέβηκαν στο εσωτερικό της. Οι θολές εικόνες ερμηνεύθηκαν από ορισμένους ως ανθρώπινο σώμα, εργαλεία ή ακόμη και κιβώτιο. Αλλά εδώ συναντάμε ένα γνώριμο μοτίβο της εναλλακτικής γνωσιολογίας, ένα ασαφές οπτικό δεδομένο δεν αποκτά μεγαλύτερη πληροφοριακή αξία επειδή η πιθανή ερμηνεία του είναι συναρπαστική. Μια αμφίσημη εικόνα παραμένει αμφίσημη εικόνα.
Το Oak Island είχε πλέον καταφέρει κάτι αξιοσημείωτο. Κάθε τεχνολογική εποχή πίστευε ότι διέθετε το εργαλείο που έλειπε από την προηγούμενη. Ισχυρότερες αντλίες, γεωτρήσεις, κάμερες, sonar, γεωφυσική χαρτογράφηση, ανιχνευτές μετάλλων, εργαστηριακές αναλύσεις. Η τεχνολογία άλλαζε, αλλά το αποτέλεσμα παρέμενε παράξενα σταθερό, περισσότερα δεδομένα, περισσότερα ίχνη και περισσότερες πιθανότητες, χωρίς το αντικείμενο που θα έκλεινε οριστικά την υπόθεση.
Αν υπάρχει ένα χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί το Oak Island από ένα συνηθισμένο κυνήγι θησαυρού, είναι ότι κανείς δεν γνωρίζει ποιος υποτίθεται ότι έκρυψε τον θησαυρό. Και όταν ο δημιουργός ενός μυστηρίου είναι άγνωστος, η ιστορία αποκτά τη δυνατότητα να φιλοξενήσει σχεδόν οποιονδήποτε.
Οι πειρατές ήταν η φυσική αρχή. Ο Captain William Kidd υπήρξε πραγματικό ιστορικό πρόσωπο και οι ιστορίες για χαμένους πειρατικούς θησαυρούς αποτελούσαν ήδη κομμάτι της λαϊκής κουλτούρας του Ατλαντικού. Άλλες παραδόσεις έφεραν στο προσκήνιο τον Blackbeard ή άγνωστους πειρατές που χρειάζονταν ένα ασφαλές μέρος για να κρύψουν λεία. Το πρόβλημα είναι η κλίμακα. Αν δεχθούμε την πλήρως ανεπτυγμένη εκδοχή του Money Pit, βαθύ φρέαρ, πολλαπλές ξύλινες πλατφόρμες, υπόγεια κανάλια, και ενα περίπλοκο υδραυλικό σύστημα στο Smith’s Cove, τότε η κατασκευή φαίνεται δυσανάλογη για μια ομάδα πειρατών που απλώς ήθελε να θάψει χρυσό. Η ίδια η πολυπλοκότητα που χρησιμοποιείται ως επιχείρημα υπέρ της ύπαρξης θησαυρού δημιουργεί επομένως πρόβλημα για την απλούστερη θεωρία του.
Και κάπου εκεί μπαίνουν στην ιστορία οι Knights Templar. Μετά τη διάλυση του τάγματος στις αρχές του 14ου αιώνα, η τύχη του υποτιθέμενου θησαυρού των Ναϊτών έγινε μία από τις πιο παραγωγικές γεννήτριες εναλλακτικής ιστορίας. Αν κάποιοι Ναΐτες διέφυγαν, αν διέθεταν ναυτικές δυνατότητες, αν πέρασαν στη Σκωτία και αν από εκεί υπήρχε κάποια άγνωστη προκολομβιανή διαδρομή προς τη Βόρεια Αμερική, τότε το Oak Island θα μπορούσε να αποτελέσει το τελικό καταφύγιο ενός θησαυρού. Αλλά παρατηρούμε πόσα πολλα «αν» απαιτούνται πριν φτάσουμε στο νησί.
Από εκεί και πέρα η θεωρία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη έκταση. Στα Templar σενάρια έχουν συνδεθεί το ιερό δισκοπότηρο, η κιβωτός της διαθήκης, θρησκευτικά χειρόγραφα, θησαυροί από τους Αγίους Τόπους και μυστικές γνώσεις που υποτίθεται ότι θα μπορούσαν να αλλάξουν την κατανόηση της χριστιανικής ιστορίας. Ορισμένες αφηγήσεις προσπαθούν να εντοπίσουν γεωμετρικά μοτίβα στο νησί και να τα συσχετίσουν με ναϊτικά σύμβολα, εκκλησίες ή ευρωπαϊκά μνημεία. Ένα από τα αφηγήματα προχωρά πολύ μακρύτερα, παρουσιάζοντας γεωμετρικές αντιστοιχίες και τοποθεσίες λίθων σαν σκόπιμο κώδικα των Ναϊτών. Είναι συναρπαστικό ως αφήγηση, αλλά η ομοιότητα σχημάτων δεν αποτελεί από μόνη της ιστορική σύνδεση. Για να μετατραπεί σε τέτοια χρειάζεται ανεξάρτητη χρονολόγηση, ασφαλής προέλευση των κατασκευών και μια τεκμηριωμένη διαδρομή που να συνδέει τους δημιουργούς τους.
Η θεωρία του Francis Bacon και των χειρογράφων του Shakespeare ακολουθεί διαφορετικό δρόμο αλλά χρησιμοποιεί την ίδια δομή. Παίρνει αμφισβητούμενα ή αποσπασματικά στοιχεία οπως μια περγαμηνή, υδράργυρο, την πολυπλοκότητα του έργου, και τα εντάσσει σε μια ήδη υπάρχουσα θεωρία περί Baconian authorship. Άλλες εκδοχές έχουν εμπλέξει ισπανικούς ή γαλλικούς θησαυρούς, βρετανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, ακόμη και τα κοσμήματα της Marie Antoinette. Το Oak Island λειτουργεί σαν κενό δοχείο, επειδή δεν γνωρίζουμε τι υπάρχει στο τέλος της αναζήτησης, σχεδόν κάθε χαμένος θησαυρός μπορεί θεωρητικά να τοποθετηθεί εκεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν συνέβη τίποτα στο νησί. Και εδώ βρίσκεται μια από τις σημαντικότερες διακρίσεις. Σύγχρονες έρευνες έχουν εντοπίσει παλαιά νομίσματα, μεταλλικά αντικείμενα και ενδείξεις ανθρώπινης δραστηριότητας σε διάφορες περιοχές. Τα ευρήματα αυτά μπορεί να είναι ιστορικά ενδιαφέροντα και να δείχνουν ότι η ανθρώπινη χρήση του νησιού ήταν πιο σύνθετη από όσο πιστευόταν. Δεν αποδεικνύουν όμως έναν Ναϊτικό θησαυρό, την κιβωτό της διαθήκης ή τη βιβλιοθήκη του Shakespeare. Το κάτι συνέβη εκεί δεν σημαίνει απαραίτητα υπάρχει εκεί κάποιος θαμμένος θησαυρός.
Η κατάρα των επτά νεκρών βρίσκεται στο άλλο άκρο της ιστορίας, εκεί όπου το ιστορικό μυστήριο συναντά καθαρά τη λαογραφία. Σύμφωνα με τη δημοφιλή εκδοχή, επτά άνθρωποι πρέπει να χάσουν τη ζωή τους προτού το νησί παραδώσει τον θησαυρό του. Σήμερα η φράση είναι τόσο στενά συνδεδεμένη με το Oak Island ώστε μοιάζει αρχαία. Δεν έχουμε όμως κάποιο λόγο να θεωρούμε ότι συνοδεύει το Money Pit από το 1795. Αντίθετα, ταιριάζει στον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται οι θρύλοι αναδρομικά, πραγματικά δυστυχήματα αποκτούν αριθμητικό και προφητικό νόημα και στη συνέχεια η προφητεία παρουσιάζεται σαν να προϋπήρχε των γεγονότων.
Έτσι δημιουργείται ένας ιδανικός μηχανισμός αυτοσυντήρησης του μύθου. Αν βρεθεί κάτι, αποτελεί στοιχείο του θησαυρού. Αν δεν βρεθεί, βρίσκεται βαθύτερα. Αν πλημμυρίσει ένα φρέαρ, ενεργοποιήθηκε η παγίδα. Αν καταρρεύσει, οι κατασκευαστές είχαν προβλέψει την εισβολή. Αν πεθάνει κάποιος, ενεργοποιείται η κατάρα. Αν μια θεωρία αποτύχει, εμφανίζεται κάποια άλλη. Το Oak Island μπορεί να απορροφήσει σχεδόν κάθε αποτέλεσμα χωρίς να χάσει την κεντρική του υπόσχεση.
Υπάρχει όμως μια εξήγηση πολύ λιγότερο θεαματική και ακριβώς γι’ αυτό απαραίτητη, η γεωλογία !
Τμήματα της Νέας Σκωτίας χαρακτηρίζονται από πετρώματα όπως γύψος και ασβεστόλιθος, τα οποία μπορούν να διαλυθούν σταδιακά από το νερό και να δημιουργήσουν υπόγειες κοιλότητες, καρστικούς σχηματισμούς και sinkholes. Η ίδια η επαρχιακή γεωλογική υπηρεσία της Nova Scotia επισημαίνει ότι οι καταβόθρες αποτελούν γνωστό γεωλογικό κίνδυνο σε περιοχές όπου εμφανίζονται τέτοια ευδιάλυτα πετρώματα. Η νοτιοανατολική πλευρά του Oak Island, όπου βρίσκεται η περιοχή του Money Pit, έχει χρησιμοποιηθεί ακριβώς γι’ αυτό ως βάση της φυσικής εξήγησης του μυστηρίου.
Σύμφωνα με αυτή την υπόθεση, η αρχική κυκλική κοιλότητα θα μπορούσε να ήταν μια φυσική καταβόθρα. Το μαλακό και ανακατεμένο υλικό στο εσωτερικό της θα μπορούσε να μοιάζει με χώμα που είχε προηγουμένως ανασκαφεί. Ξύλα και οργανικό υλικό θα μπορούσαν να έχουν εισέλθει σε διαφορετικές φάσεις κατάρρευσης. Υπόγειες φυσικές κοιλότητες θα μπορούσαν επίσης να εξηγήσουν γιατί οι γεωτρήσεις συναντούν κενά και γιατί βαθιά φρεάτια πλημμυρίζουν. Η υπόθεση δεν αποτελεί απλώς μια σύγχρονη αντίδραση στους θρύλους, κάποιες φυσικές εξηγήσεις για το Money Pit είχαν ήδη προταθεί από τις αρχές του 20ού αιώνα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε χαρακτηριστικό του Smith’s Cove είναι φυσικό ή ότι δεν υπήρξε ποτέ ανθρώπινη κατασκευή στο νησί. Θα ήταν λάθος να περάσουμε από το ένα απόλυτο στο άλλο. Η ύπαρξη ανθρώπινης δραστηριότητας που είναι δεδομένη, δεν συνεπάγεται θησαυρό και η ύπαρξη φυσικών γεωλογικών μηχανισμών δεν συνεπάγεται ότι κάθε κατασκευή είναι φυσική. Πιθανόν το πραγματικό Oak Island να είναι πολύ πιο περίπλοκο και ταυτόχρονα πολύ λιγότερο μυστηριώδες από κάθε ολοκληρωμένη θεωρία, φυσικές κοιλότητες, ιστορική ανθρώπινη δραστηριότητα, εργασίες παλαιότερων κατοίκων, δύο αιώνες ανασκαφών και ένα τεράστιο στρώμα μεταγενέστερης ερμηνείας να έχουν αναμειχθεί σε ένα τοπίο όπου η αρχική κατάσταση είναι πλέον σχεδόν αδύνατο να ανακατασκευαστεί.
Αυτό το τελευταίο σημείο συχνά υποτιμάται. Η περιοχή δεν είναι ένας ανέγγιχτος αρχαιολογικός χώρος όπου μπορούμε να αφαιρέσουμε στρώμα μετά το στρώμα και να ταξιδέψουμε προς τα πίσω στον χρόνο. Έχει δεχθεί τεράστια επέμβαση. Φρεάτια ανοίχθηκαν δίπλα σε παλαιότερα φρεάτια, χώμα μετακινήθηκε, ξυλεία τοποθετήθηκε και αφαιρέθηκε, εκρηκτικά χρησιμοποιήθηκαν, κοιλότητες κατέρρευσαν και ξαναγεμίστηκαν. Ακόμη και μια επισκόπηση στη Nova Scotia Historical Review σημείωνε την έκταση της καταστροφικής επέμβασης που είχαν προκαλέσει δύο αιώνες κυνηγών θησαυρού. Με έναν παράδοξο τρόπο, η προσπάθεια να ανακαλυφθεί το αρχικό μυστήριο μπορεί να έχει καταστρέψει ένα μέρος των πληροφοριών που θα μας επέτρεπαν να το λύσουμε.
Και τότε ήρθε η τηλεόραση…
Με το The Curse of Oak Island και τους Rick και Marty Lagina, το παλιό κυνήγι μετατράπηκε σε τηλεοπτική σειρά. Η σύγχρονη έρευνα έφερε επαγγελματίες αρχαιολόγους, γεωτρήσεις, εργαστηριακές αναλύσεις, ανιχνευτές μετάλλων και πολύ μεγαλύτερη δυνατότητα εξέτασης ολόκληρου του νησιού αντί αποκλειστικά του Money Pit. Ταυτόχρονα όμως η τηλεοπτική μορφή ανέδειξε ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τον πραγματικό μηχανισμό του Oak Island, κάθε ξύλο, νόμισμα, μεταλλικό αντικείμενο, πέτρινη κατασκευή και γεωλογική ανωμαλία μπορεί να γίνει το τέλος ενός επεισοδίου και η αρχή μιας νέας υπόθεσης.
Υπάρχει μια λέξη που περιγράφει ιδανικά αυτή την ιστορία, η λέξη σχεδόν !
Σχεδόν έφτασαν στο βάθος. Σχεδόν σταμάτησαν το νερό. Σχεδόν εντόπισαν ένα κιβώτιο. Σχεδόν αποκρυπτογράφησαν την πέτρα. Σχεδόν βρήκαν ανθρώπινη μορφή στο 10-X. Σχεδόν απέδειξαν προκολομβιανή παρουσία. Σχεδόν σύνδεσαν τα στοιχεία με τους Ναΐτες. Σχεδόν βρήκαν τον θησαυρό.
Για περισσότερο από δύο αιώνες, το αποτέλεσμα και οι μόχθοι των κυνηγών θησαυρών χαρακτηρίζονται απο αυτη την λέξη, και η τηλεόραση απλώς τη μετέδωσε πλέον σε εκατομμύρια ανθρώπους.
Και αυτό μας οδηγεί σε ένα δύσκολο ερώτημα. Τι θα αποτελούσε σήμερα πραγματική λύση του μυστηρίου; Ένα ισπανικό νόμισμα δεν αρκεί. Ένα κομμάτι ξύλου δεν αρκεί. Μια μεσαιωνική χρονολόγηση κάποιου αντικειμένου, ακόμη και αν επιβεβαιωνόταν, θα δημιουργούσε ένα συναρπαστικό ιστορικό ερώτημα αλλά δεν θα αποδείκνυε αυτομάτως ότι σχετίζεται με τους Templars. Για να κλείσει πραγματικά η υπόθεση χρειάζεται κάτι με σαφές αρχαιολογικό περιεχόμενο, ένα αναγνωρίσιμο ανθρώπινο έργο, ασφαλής χρονολόγηση, αντικείμενα των οποίων η προέλευση μπορεί να προσδιοριστεί και μια αδιάσπαστη αλυσίδα αποδεικτικών στοιχείων. Με άλλα λόγια, μετά από δύο αιώνες αναζήτησης το Oak Island δεν χρειάζεται άλλη μία ένδειξη. Χρειάζεται απόδειξη.
Ίσως κάποτε αποδειχθεί ότι κάτω από το Oak Island υπήρχε πράγματι κάτι εξαιρετικό. Δεν υπάρχει κανένας επιστημονικός κανόνας που να απαγορεύει σε ανθρώπους του παρελθόντος να κρύψουν πολύτιμα αντικείμενα, να κατασκευάσουν υπόγεια έργα ή να χρησιμοποιήσουν ένα απομονωμένο νησί για σκοπούς που σήμερα αγνοούμε. Η σωστή σκεπτικιστική θέση δεν είναι ότι «σίγουρα δεν υπάρχει τίποτα». Είναι ότι το μέγεθος μιας ιστορίας δεν αποτελεί μέτρο της αλήθειας της και ότι κάθε εξαιρετική ιστορική υπόθεση χρειάζεται στοιχεία ανάλογα με το βάρος της.
Αυτό κάνει το Oak Island πολύ πιο ενδιαφέρον από μια απλή ιστορία πειρατικού χρυσού. Εδώ μπορούμε να παρακολουθήσουμε σχεδόν σε πραγματικό χρόνο (αν ως πραγματικό χρόνο δεχθούμε το διάστημα των δύο αιώνων !) τον τρόπο με τον οποίο δημιουργείται ένας μύθος. Μια κοιλότητα γίνεται Money Pit. Το νερό γίνεται flood trap. Μια χαμένη πέτρα αποκτά κώδικα. Ένα κομμάτι περγαμηνής αποκτά συγγραφέα. Ένα αντικείμενο αποκτά πολιτισμό. Μια τραγωδία αποκτά κατάρα. Ένα σύνολο αμφίσημων ενδείξεων αποκτά δημιουργό και ο δημιουργός αποκτά ταυτότητα, ένας πειρατής, ενας Ναΐτης, ο Bacon, ενας βασιλικός πράκτορας, ενας άγνωστος μηχανικός. Και επειδή ο τελικός θησαυρός δεν εμφανίζεται, κάθε νέα γενιά κληρονομεί ένα μυστήριο λίγο μεγαλύτερο από εκείνο που παρέλαβε.
Υπάρχει όμως και κάτι βαθιά ανθρώπινο σε αυτή την επιμονή. Ο Franklin Roosevelt μπορούσε να απομακρυνθεί από το νησί χωρίς χρυσό και να εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για την ιστορία του. Ο Dan Blankenship μπορούσε να αφιερώσει δεκαετίες σε αυτή. Οι Restall μπορούσαν να εγκατασταθούν εκεί πιστεύοντας ότι θα είναι εκείνοι που θα φτάσουν στο τέλος. Οι Lagina μπορούν έναν αιώνα μετά τον Roosevelt να επιστρέψουν με τεχνολογία που οι πρώτοι ανασκαφείς δεν θα μπορούσαν καν να φανταστούν και να θέσουν ουσιαστικά την ίδια ερώτηση. Αυτό που περνά από γενιά σε γενιά δεν είναι ο θησαυρός. Είναι η πεποίθηση ότι η επόμενη προσπάθεια μπορεί να είναι η τελευταία.
Ακολουθώντας αυτη την λογική, το πραγματικό μυστήριο του Oak Island πιθανότατα δεν βρίσκεται εκατό ή διακόσια πόδια κάτω από τη Νέα Σκωτία. Ίσως βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο ο ανθρώπινος νους αντιδρά σε μια ιστορία που δεν ολοκληρώνεται. Μια πλήρης απουσία στοιχείων θα είχε πιθανότατα σκοτώσει τον θρύλο. Μια οριστική ανακάλυψη θα τον είχε λύσει. Το Oak Island επιβίωσε επειδή επί δύο αιώνες προσφέρει κάτι ανάμεσα στα δύο, αρκετά ώστε να συνεχίσουμε, ποτέ αρκετά ώστε να τελειώσουμε.
Γι’ αυτό και η φυσική εξήγηση, ακόμη κι αν αποδεικνυόταν κάποτε σωστή για μεγάλο μέρος του Money Pit, δεν θα έκανε την ιστορία ασήμαντη. Αντίθετα, θα αποκάλυπτε ένα ακόμη πιο παράξενο φαινόμενο, πώς μια γεωλογική ανωμαλία, πραγματικές ανθρώπινες παρεμβάσεις, αποσπασματικά ευρήματα, ατυχήματα και δύο αιώνες προσδοκίας μπορούν να κατασκευάσουν ένα από τα ανθεκτικότερα μυστήρια της σύγχρονης λαογραφίας.
Και αν πράγματι υπάρχει θησαυρός, τότε το Oak Island εξακολουθεί να κρατά το μυστικό του.
Αν δεν υπάρχει, έχει ήδη καταφέρει κάτι ίσως εντυπωσιακότερο. Έχει πείσει γενιές ανθρώπων να επενδύσουν χρόνο, χρήματα, τεχνολογία και σε ορισμένες περιπτώσεις ολόκληρη τη ζωή τους στην πιθανότητα ότι κάπου, λίγο βαθύτερα από το σημείο όπου σταμάτησε ο προηγούμενος, περιμένει η απάντηση.
Ίσως γι’ αυτό, έπειτα από περισσότερα από διακόσια χρόνια, η πιο ενδιαφέρουσα ερώτηση δεν είναι πλέον το τι βρίσκεται κάτω από το Oak Island, είναι το, για πόσο καιρό πρέπει να αναζητούμε κάτι, πριν η ίδια η αναζήτηση γίνει σημαντικότερη από αυτό που ψάχνουμε;