Dugway Proving Ground, Utah, 1968: Από τις μυστικές δοκιμές νευροπαραλυτικών παραγόντων και τα χιλιάδες νεκρά πρόβατα του Skull Valley στα αποχαρακτηρισμένα στρατιωτικά προγράμματα και τον μύθο της «Area 52». Πόσο εύκολο είναι να διαχωρίσεις μια πραγματική συγκάλυψη από μια θεωρία συνωμοσίας;

Dugway Proving Ground, Utah, 1968: Από τις μυστικές δοκιμές νευροπαραλυτικών παραγόντων και τα χιλιάδες νεκρά πρόβατα του Skull Valley στα αποχαρακτηρισμένα στρατιωτικά προγράμματα και τον μύθο της «Area 52». Πόσο εύκολο είναι να διαχωρίσεις μια πραγματική συγκάλυψη από μια θεωρία συνωμοσίας;
Περίπου 85 μίλια νοτιοδυτικά της Salt Lake City μέσα στην αχανή δυτική έρημο της Utah, απλώνεται ένας στρατιωτικός χώρος, το Dugway Proving Ground που σήμερα καλύπτει πάνω από 3,2 εκατομμύρια στρέμματα. Η γεωγραφία του εξηγεί μεγάλο μέρος της ιστορίας του. Ξηρό έδαφος, βουνά, ελάχιστη πυκνότητα πληθυσμού και τεράστιες αποστάσεις που δημιούργησαν την εντύπωση ενός φυσικού εργαστηρίου όπου μπορούσαν να πραγματοποιηθούν δοκιμές που θα ήταν αδιανόητες κοντά σε μια μεγάλη πόλη. Μόνο που η έννοια της «άδειας γης», όπως θα αποδεικνυόταν αργότερα, ήταν περισσότερο στρατιωτική υπόθεση παρά γεωγραφική πραγματικότητα.
Η γέννηση του Dugway συνδέεται άμεσα με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά την επίθεση στο Pearl Harbor, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιτάχυναν δραματικά την ανάπτυξη στρατιωτικών δυνατοτήτων σε κάθε πιθανό πεδίο σύγκρουσης. Ανάμεσα στις ανησυχίες του αμερικανικού στρατού βρισκόταν και το ενδεχόμενο χρήσης χημικών και βιολογικών όπλων. Στις 6 Φεβρουαρίου 1942 ο Franklin D. Roosevelt απέσυρε μεγάλο κομμάτι της δημόσιας γης της Utah και τα παρέδωσε στο War Department. Το Dugway ενεργοποιήθηκε επίσημα την 1η Μαρτίου ως πεδίο δοκιμών χημικών όπλων, και οι δοκιμές άρχισαν ήδη εκείνο το καλοκαίρι. Το 1943 ο στρατός εγκατέστησε εκεί και υποδομές δοκιμών βιολογικού πολέμου. Η επίσημη ιστορία της ίδιας της εγκατάστασης αναγνωρίζει ότι στα πρώτα προγράμματα περιλαμβάνονταν χημικά όπλα, εμπρηστικά μέσα και τροποποιημένοι παράγοντες που διασπείρονταν από αεροσκάφη.
Το τέλος του πολέμου δεν σήμανε το τέλος της ανάγκης για έναν τέτοιο χώρο. Για ένα διάστημα οι δραστηριότητες περιορίστηκαν, όμως η έναρξη του ψυχρού πολέμου έδωσε στο Dugway έναν νέο λόγο ύπαρξης. Το 1950 επανήλθε σε ενεργό λειτουργία και το 1954 καθιερώθηκε ως μόνιμη στρατιωτική εγκατάσταση. Σύμφωνα με την ιστορική καταγραφή του U.S. Army Test and Evaluation Command, η περίοδος από το 1950 έως το 1968 υπήρξε η εντονότερη στην ιστορία του πεδίου δοκιμών. Η πυρηνική ισορροπία του τρόμου ήταν το πιο ορατό πρόσωπο του ψυχρού πολέμου, αλλά πίσω από αυτήν αναπτυσσόταν ένας παράλληλος ανταγωνισμός χημικών και βιολογικών δυνατοτήτων. Δεν αφορούσε μόνο τη δημιουργία επιθετικών όπλων. Αφορούσε επίσης ανίχνευση, προστατευτικό εξοπλισμό, απολύμανση, προσομοίωση πεδίων μάχης και κατανόηση του τρόπου με τον οποίο ένας παράγοντας θα συμπεριφερόταν έξω από τις ελεγχόμενες συνθήκες ενός εργαστηρίου.
Σε αυτό ακριβώς το τελευταίο σημείο κρυβόταν ένα θεμελιώδες πρόβλημα. Για να γνωρίζεις πώς συμπεριφέρεται μια χημική ή βιολογική ουσία στον πραγματικό κόσμο, πρέπει να τη μελετήσεις μέσα στον πραγματικό κόσμο. Πρέπει να γνωρίζεις τι κάνει ο ήλιος, η θερμοκρασία, η υγρασία και κυρίως ο άνεμος. Ένα εργαστήριο μπορεί να σου δείξει τι συμβαίνει μέσα σε έναν θάλαμο. Ένας στρατός όμως θέλει να γνωρίζει τι θα συμβεί σε μια πεδιάδα, σε ένα βουνό, σε ένα πεδίο μάχης ή γύρω από ένα όχημα. Από αυτή την ανάγκη προέκυψε η λογική των open-air tests, της δοκιμής σε πραγματικό περιβάλλον, όπου η ίδια η φύση μετατρεπόταν σε μία από τις μεταβλητές του πειράματος.
Το πρόβλημα είναι ότι η φύση δεν γνωρίζει τα σύνορα μιας στρατιωτικής εγκατάστασης. Ένας φράχτης μπορεί να σταματήσει έναν άνθρωπο ή ένα όχημα. Δεν μπορεί να σταματήσει έναν αερομεταφερόμενο χημικό παράγοντα. Μια στρατιωτική διαταγή μπορεί να καθορίσει την περιοχή ασφαλείας. Δεν μπορεί να διατάξει τον άνεμο να αλλάξει κατεύθυνση. Και εκεί βρίσκεται ίσως το βαθύτερο λάθος μιας ολόκληρης εποχής: η πεποίθηση ότι η απόσταση μπορούσε να λειτουργήσει ως απόλυτη μορφή ελέγχου.
Η ευρύτερη περιοχή δεν ήταν άλλωστε πραγματικά ακατοίκητη. Ράντσα χρησιμοποιούσαν τη γη για κτηνοτροφία, ενώ το Skull Valley βρισκόταν πέρα από τα όρια του Dugway. Το ερευνητικό υλικό αποτυπώνει πολύ εύστοχα αυτή την αντίφαση, από την πλευρά της στρατιωτικής χαρτογράφησης ο χώρος μπορούσε να εμφανίζεται σαν κενός, από την πλευρά όμως των ανθρώπων που ζούσαν και εργάζονταν εκεί, ήταν τόπος καθημερινής ζωής.
Και τον Μάρτιο του 1968 αυτή η διαφορά οπτικής θα μετατρεπόταν σε μία από τις διασημότερες υποθέσεις της αμερικανικής ιστορίας χημικών όπλων.
Το πρωί της 14ης Μαρτίου 1968, οι άνθρωποι που φρόντιζαν τα κοπάδια τους στο Skull Valley άρχισαν να παρατηρούν κάτι που δεν μπορούσε να εξηγηθεί ως μια συνηθισμένη κτηνοτροφική απώλεια. Πρόβατα εμφανίζονταν αποπροσανατολισμένα και εξαντλημένα. Παραπατούσαν, παρουσίαζαν μυϊκές συσπάσεις, σπασμωδικές κινήσεις και αφρούς γύρω από το στόμα. Κάποια κατέρρεαν και δεν μπορούσαν να ξανασηκωθούν. Άλλα παρέμεναν ζωντανά για ώρες ή ημέρες, εμφανώς άρρωστα, ενώ όλο και περισσότερα ζώα άρχισαν να παρουσιάζουν την ίδια εικόνα. Οι καταγραφές διαφέρουν ανάλογα με το αν μετρούν τα άμεσα νεκρά, όσα πέθαναν αργότερα ή όσα κρίθηκαν αναγκαίο να θανατωθούν, αλλά η υπόθεση έχει μείνει στην ιστορία ως ο θάνατος περίπου 6.000 έως 7.000 προβάτων. Η τοξικολογική παρουσίαση που περιλαμβάνεται στα transcripts περιγράφει ακριβώς αυτή την εικόνα και αναφέρει ότι μέσα σε περίπου δέκα ημέρες η καταμέτρηση είχε πλησιάσει τις 7.000 απώλειες.
Η χρονική στιγμή ήταν σχεδόν αδύνατον να αγνοηθεί. Την προηγούμενη ημέρα, στις 13 Μαρτίου, το Dugway είχε πραγματοποιήσει τρεις επιχειρήσεις που σχετίζονταν με νευροπαραλυτικούς παράγοντες. Μία από αυτές ήταν αεροπορική δοκιμή διασποράς VX.
Το VX ανήκει στην κατηγορία των νευροπαραλυτικών παραγόντων και ο τρόπος με τον οποίο δρα εξηγεί μεγάλο μέρος των συμπτωμάτων που παρατηρήθηκαν στα ζώα. Σε αντίθεση με αυτό που υπονοεί η καθιερωμένη έκφραση «nerve gas», το VX είναι σε κανονικές συνθήκες ένα σχετικά μη πτητικό υγρό. Αναστέλλει τη λειτουργία της acetylcholinesterase, ενός ενζύμου που επιτρέπει στο νευρικό σύστημα να διακόπτει συγκεκριμένα σήματα μετάδοσης. Όταν η λειτουργία του ενζύμου μπλοκαριστεί, η ακετυλοχολίνη συσσωρεύεται και οι νευρικές εντολές συνεχίζουν να ενεργοποιούν μύες και αδένες χωρίς τον φυσιολογικό μηχανισμό διακοπής. Σε σοβαρή έκθεση το αποτέλεσμα μπορεί να περιλαμβάνει έντονες εκκρίσεις, μυϊκές συσπάσεις, σπασμούς, παράλυση της αναπνοής και θάνατο.
Το άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό του VX είναι η επιμονή του. Σε χαμηλές θερμοκρασίες μπορεί να παραμείνει για σημαντικό χρόνο σε έδαφος, φυτά και άλλες επιφάνειες. Αυτό είναι ακριβώς το χαρακτηριστικό που το καθιστούσε επιχειρησιακά ενδιαφέρον ως area-denial agent και ταυτόχρονα ιδιαίτερα επικίνδυνο όταν βρεθεί εκτός της επιθυμητής περιοχής. Τα πρόβατα βοσκούν με το κεφάλι χαμηλά, καταναλώνουν βλάστηση και μπορούν να έρθουν σε επαφή με μολυσμένο χιόνι ή χώμα. Η πιθανότητα επομένως έκθεσης μέσω κατάποσης και επαφής με το δέρμα δεν ήταν θεωρητική.
Η μεγάλη σημασία της υπόθεσης βρίσκεται στο ότι οι ενδείξεις δεν περιορίστηκαν στη σύμπτωση ανάμεσα σε μια στρατιωτική δοκιμή και στα νεκρά ζώα. Στην έρευνα συμμετείχαν στρατιωτικοί, ομοσπονδιακές και πολιτειακές υπηρεσίες, κτηνίατροι και ανεξάρτητοι επιστήμονες. To ερευνητικό ιστορικό της ιατρικής τοξικολογίας αναφέρει ότι εντοπίστηκε VX σε δείγματα που συνδέονταν με τα ζώα και στην περιοχή, ενώ οι μετρήσεις έδειξαν μειωμένη δραστηριότητα χολινεστεράσης, εύρημα αναμενόμενο σε δηλητηρίαση από νευροπαραλυτικό παράγοντα. Ακόμη πιο εντυπωσιακά ήταν τα πειράματα κατά τα οποία βοσκή από την περιοχή δόθηκε σε υγιή πρόβατα. Τα ζώα παρουσίασαν συμπτώματα και ανάλογη πτώση της χολινεστεράσης. Αντίστοιχα πειράματα μέσα στο Dugway παρήγαγαν παρόμοια εικόνα.
Παρέμενε βέβαια το ερώτημα πώς ένας παράγοντας που είχε σχεδιαστεί να πέσει μέσα στο πεδίο δοκιμών μπορούσε να φτάσει σε ζώα δεκάδες χιλιόμετρα μακριά. Η επικρατέστερη ανακατασκευή εστιάζει στην αεροπορική δοκιμή. Τα ερευνητικά κείμενα αναφέρουν ότι ένα F-4 Phantom μετέφερε δεξαμενές VX και πραγματοποιούσε δοκιμή συστήματος διασποράς. Σύμφωνα με αυτή την ανακατασκευή, μέρος του παράγοντα δεν απελευθερώθηκε ακριβώς όπως προβλεπόταν και εξακολούθησε να διαφεύγει καθώς το αεροσκάφος ανέβαινε. Έτσι λεπτά σταγονίδια μπορούσαν να βρεθούν αρκετά ψηλά ώστε να παρασυρθούν από τα ρεύματα αέρα προς το Skull Valley.
Δεν υπήρχε απαραίτητα το θεαματικό σύννεφο δηλητηρίου που θα περίμενε κάποιος από τον κινηματογράφο. Αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο. Ένας άχρωμος ή σχεδόν αόρατος παράγοντας, σε μικροσκοπικά σταγονίδια, μπορεί να μεταφερθεί χωρίς οι άνθρωποι που βρίσκονται στην πορεία του να γνωρίζουν ότι συμβαίνει οτιδήποτε. Ο άνεμος περνά πάνω από έναν στρατιωτικό φράχτη χωρίς να αλλάξει συμπεριφορά. Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο «πειραματικό πεδίο» και στον πραγματικό κόσμο υπάρχει μόνο στον χάρτη.
Στις πρώτες ημέρες μετά το περιστατικό δεν υπήρχε ακόμη η βεβαιότητα που δημιουργεί η μεταγενέστερη ιστορική αναδρομή. Εξετάστηκαν και άλλες εξηγήσεις. Οργανοφωσφορικά φυτοφάρμακα μπορούσαν θεωρητικά να δημιουργήσουν παρόμοια συμπτωματολογία. Συζητήθηκε το ενδεχόμενο τοξικής βλάστησης ή κάποιας άλλης περιβαλλοντικής αιτίας. Επιπλέον, υπήρχαν παρατηρήσεις που δεν ταίριαζαν τέλεια σε μια απλοποιημένη εκδοχή μαζικής έκθεσης σε VX. Δεν εμφάνιζαν όλα τα ζώα της περιοχής τα ίδια συμπτώματα, και η συμπεριφορά άλλων ειδών δημιουργούσε ερωτήματα.
Αυτή η αρχική αβεβαιότητα αξίζει να διατηρηθεί στην ιστορία γιατί διαφορετικά δημιουργούμε μία άλλη μορφή παραπλάνησης, παρουσιάζουμε τους ανθρώπους του 1968 σαν να γνώριζαν από την πρώτη στιγμή όλα όσα συγκεντρώθηκαν αργότερα. Η επιστημονική έρευνα χρειάστηκε χρόνο. Εκεί όμως που το πρόβλημα άρχισε να ξεφεύγει από το επιστημονικό επίπεδο και να μετατρέπεται σε πολιτικό ήταν όταν έγινε γνωστό ότι ο στρατός είχε πράγματι πραγματοποιήσει τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις την προηγούμενη ημέρα.
Ο γερουσιαστής της Utah Frank Moss αποκάλυψε δημοσίως πληροφορίες σχετικά με τις δοκιμές της 13ης Μαρτίου. Σύμφωνα με την τοξικολογική παρουσίαση, το Πεντάγωνο είχε γνωστοποιήσει στο γραφείο του πληροφορίες για τις τρεις επιχειρήσεις, χαρακτηρίζοντάς τις όμως για υπηρεσιακή χρήση. Ο Moss επέλεξε να τις δημοσιοποιήσει. Από εκείνη τη στιγμή η υπόθεση άλλαξε χαρακτήρα. Δεν υπήρχε πλέον μόνο μια παράξενη ασθένεια κοπαδιών κοντά σε μια στρατιωτική περιοχή. Υπήρχε μια επιβεβαιωμένη δοκιμή νευροπαραλυτικού παράγοντα την αμέσως προηγούμενη ημέρα και ένα αυξανόμενο σώμα επιστημονικών στοιχείων που συνέδεε τον παράγοντα με τα ζώα.
Η δημόσια στάση των στρατιωτικών αρχών υπήρξε πολύ πιο σύνθετη απ’ όσο συχνά παρουσιάζεται σήμερα. Δεν είναι απολύτως ακριβές να γράψουμε ότι ο στρατός απλώς «αρνήθηκε τα πάντα επί τριάντα χρόνια». Σε διαφορετικές στιγμές υπήρξαν διαφορετικές διατυπώσεις περί ευθύνης, αιτιότητας και νομικής αμέλειας. Το σημαντικό είναι ότι η επιστημονική πιθανότητα σύνδεσης ενισχυόταν πολύ πιο γρήγορα από την προθυμία των θεσμών να διατυπώσουν μια καθαρή και ανεπιφύλακτη παραδοχή. Οι ιδιοκτήτε των ράντσων αποζημιώθηκαν, αλλά η αποζημίωση δεν συνοδεύτηκε από μια απλή πρόταση του τύπου «το VX μας σκότωσε τα πρόβατα και φταίμε».
Αυτή η διαφορά μπορεί να φαίνεται νομική λεπτομέρεια, αλλά αποτελεί βασικό μέρος της υπόθεσης. Ένας κρατικός οργανισμός μπορεί να αναγνωρίσει ότι ένα περιστατικό σχετίζεται με μια δραστηριότητά του χωρίς να αποδεχτεί αμέλεια. Μπορεί να καταβάλει αποζημίωση χωρίς να προσφέρει την ευθεία παραδοχή που ζητά το κοινό. Μπορεί ακόμη να θεωρεί ότι η επιστημονική εικόνα δεν έχει αποδείξει κάθε επιμέρους στάδιο της αλυσίδας. Για την κοινωνία όμως αυτά τα επίπεδα σπάνια παραμένουν διαχωρισμένα. Εκεί γεννιέται η λέξη που θα ακολουθούσε το Dugway για δεκαετίες, συγκάλυψη.
Το περιστατικό του Skull Valley δεν συνέβη σε ιστορικό κενό. Ήρθε τη στιγμή που η αμερικανική κοινωνία άρχιζε να αμφισβητεί πολύ περισσότερο τη σχέση ανάμεσα στην εθνική ασφάλεια και στη θεσμική μυστικότητα. Ο πόλεμος του Vietnam, οι πυρηνικές δοκιμές, οι περιβαλλοντικές ανησυχίες και η αυξανόμενη δυσπιστία προς την ομοσπονδιακή κυβέρνηση δημιούργησαν ένα περιβάλλον στο οποίο η εξήγηση «είναι στρατιωτικό μυστικό» δεν αρκούσε πλέον όπως αρκούσε δύο δεκαετίες νωρίτερα.
Το Dugway αποτελούσε μόνο ένα κομμάτι ενός πολύ μεγαλύτερου μηχανισμού αμερικανικής έρευνας χημικού και βιολογικού πολέμου. Το Fort Detrick, το Edgewood Arsenal και το Deseret Test Center είχαν διαφορετικούς ρόλους μέσα σε αυτό το σύστημα. Την ίδια εποχή λειτουργούσε το Project 112, ένα ευρύ πρόγραμμα του Department of Defense που περιλάμβανε χερσαίες και θαλάσσιες δοκιμές χημικών και βιολογικών παραγόντων. Το θαλάσσιο σκέλος έγινε γνωστό ως Project SHAD, Shipboard Hazard and Defense. Η σημερινή U.S. Department of Veterans Affairs αναγνωρίζει ότι οι δοκιμές πραγματοποιήθηκαν από το 1962 έως το 1973 και είχαν σκοπό να εξετάσουν την ευπάθεια αμερικανικών δυνάμεων και πολεμικών πλοίων σε χημικές και βιολογικές επιθέσεις καθώς και την αποτελεσματικότητα διαδικασιών προστασίας. Μεταξύ των παραγόντων που χρησιμοποιήθηκαν σε διάφορες δοκιμές περιλαμβάνονταν sarin, VX, tabun, soman και βιολογικοί παράγοντες.
Αυτές οι πληροφορίες είναι σήμερα διαθέσιμες σε επίσημες κρατικές ιστοσελίδες. Αυτό όμως δεν συνέβαινε όταν πραγματοποιούνταν τα προγράμματα. Το Department of Defense άρχισε να αποχαρακτηρίζει και να παρέχει πληροφορίες σχετικά με το Project 112/SHAD στη VA μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ώστε να εντοπιστούν τα μέλη του στρατεύματος που ενδεχομένως είχαν συμμετάσχει στις σχετικές δοκιμές.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η λεπτή γραμμή που κάνει την ιστορία του Dugway ιδιαίτερα σημαντική για την εναλλακτική γνωσιολογία. Η ύπαρξη διαβαθμισμένων στρατιωτικών προγραμμάτων δεν είναι θεωρία συνωμοσίας. Είναι φυσιολογικό χαρακτηριστικό κάθε σύγχρονου στρατιωτικού συστήματος. Ούτε είναι θεωρία ότι ορισμένα προγράμματα παρέμειναν άγνωστα στο ευρύ κοινό για δεκαετίες και έγιναν κατανοητά μόνο όταν αποχαρακτηρίστηκαν αρχεία.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε φήμη που δημιουργήθηκε γύρω από τέτοιες εγκαταστάσεις ήταν σωστή.
Η διάκριση είναι θεμελιώδης. Το Project SHAD υπήρξε. Αυτό δεν επιβεβαιώνει μια αυθαίρετη ιστορία για ένα άλλο άγνωστο πρόγραμμα. Οι αεροπορικές δοκιμές VX υπήρξαν. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι κάθε καταγγελία για μυστικούς αεροψεκασμούς ήταν ακριβής. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση κράτησε πληροφορίες διαβαθμισμένες δεν σημαίνει ότι κάθε πληροφορία που η κυβέρνηση αρνείται είναι συνεπώς αληθινή.
Ωστόσο, εδώ βρίσκεται και η ευθύνη των ίδιων των θεσμών. Κάθε φορά που ένα πραγματικό μυστικό αποκαλύπτεται χρόνια αργότερα, δημιουργεί ένα προηγούμενο πάνω στο οποίο μπορούν να στηριχθούν μελλοντικές θεωρίες. Η επιβεβαίωση ενός κρυφού προγράμματος δεν αποδεικνύει τα υπόλοιπα, αλλά αλλάζει το ψυχολογικό κατώφλι του «απίθανου». Ο πολίτης που κάποτε άκουγε «ο στρατός δοκιμάζει nerve agents στην ανοιχτή έρημο» και το θεωρούσε υπερβολικό γνωρίζει πλέον ότι αυτό πράγματι συνέβη. Όταν ακούσει την επόμενη πολύ πιο ακραία ιστορία, δεν ξεκινά πλέον από το ίδιο επίπεδο εμπιστοσύνης.
Το Skull Valley συνέβαλε σημαντικά στην αυξανόμενη πολιτική πίεση γύρω από τα χημικά και βιολογικά προγράμματα, αλλά θα ήταν ιστορικά λάθος να του αποδώσουμε μόνο του όσα ακολούθησαν. Κάποιες περιγραφές παρουσιάζουν με δραματικό τρόπο τα νεκρά πρόβατα σχεδόν σαν να «τερμάτισαν» ένα αμερικανικό πρόγραμμα όπλων. Η πραγματικότητα ήταν πολυπλοκότερη. Το περιστατικό έγινε ισχυρό σύμβολο και ενίσχυσε την πολιτική και δημόσια πίεση, όμως οι μεταγενέστερες αποφάσεις της κυβέρνησης Nixon προέκυψαν μέσα σε πολύ ευρύτερο στρατηγικό, διπλωματικό και πολιτικό πλαίσιο.
Τον Νοέμβριο του 1969 ο Richard Nixon ανακοίνωσε τη μονομερή εγκατάλειψη του αμερικανικού επιθετικού προγράμματος βιολογικών όπλων και περιόρισε τη σχετική έρευνα σε αμυντικές εφαρμογές. Το γεγονός αυτό δεν πρέπει να συγχέεται με την πλήρη και άμεση εξαφάνιση της χημικής έρευνας ή με το τέλος κάθε στρατιωτικής δραστηριότητας στο Dugway. Η ίδια η επίσημη ιστορία του πεδίου αναφέρει ότι οι open-air δοκιμές σταμάτησαν το 1968, ενώ η εγκατάσταση συνέχισε να λειτουργεί και αργότερα μετατράπηκε σε σημαντικό κέντρο δοκιμών αμυντικών συστημάτων απέναντι σε χημικές και βιολογικές απειλές.
Αυτή είναι άλλη μία διάκριση που συχνά εξαφανίζεται όταν η ιστορία μετατρέπεται σε συνωμοσιολογικό αφήγημα. Η μελέτη ενός χημικού παράγοντα δεν σημαίνει αυτομάτως ανάπτυξη επιθετικού όπλου. Για να αναπτυχθεί ένας ανιχνευτής VX, μια προστατευτική στολή, ένα φίλτρο ή ένα σύστημα απολύμανσης, πρέπει κάποιος να γνωρίζει πώς συμπεριφέρεται ο παράγοντας απέναντι στο συγκεκριμένο υλικό ή σύστημα. Η σύγχρονη αποστολή του Dugway περιλαμβάνει τέτοιου τύπου δοκιμές και αξιολόγηση στρατιωτικού εξοπλισμού σε χημικά και βιολογικά περιβάλλοντα. Αυτό δεν διαγράφει το παρελθόν του. Το κάνει όμως πιο σύνθετο.
Ίσως εδώ βρίσκεται η πραγματική ηθική και πολιτική συζήτηση, όχι στο απλοϊκό δίπολο ανάμεσα σε έναν «κακό στρατό που πειραματίζεται» και σε μια «αναγκαία εθνική άμυνα που δεν πρέπει να αμφισβητείται», αλλά στο ποιος αποφασίζει ποιο ρίσκο είναι αποδεκτό. Ποιος γνωρίζει ότι το ρίσκο υπάρχει. Ποιος βρίσκεται έξω από τον φράχτη χωρίς να έχει συμμετάσχει σε αυτή την απόφαση. Και ποιος πληρώνει το κόστος όταν το θεωρητικά ελεγχόμενο πείραμα παύει να είναι ελεγχόμενο.
Το Skull Valley έδωσε σε αυτή τη συζήτηση μια εικόνα που κανένα απόρρητο έγγραφο δεν μπορούσε να εξαφανίσει, χιλιάδες νεκρά ζώα πάνω στο χιόνι.
Κάπου εδώ θα μπορούσε να τελειώνει η ιστορία. Ένα πραγματικό στρατιωτικό πρόγραμμα, ένα ατύχημα, επιστημονική διερεύνηση, πολιτική αντιπαράθεση και μεταγενέστερες αλλαγές πολιτικής. Όμως το Dugway απέκτησε σταδιακά μια δεύτερη ζωή. Όπως συνέβη με την Area 51 στη Nevada, η ίδια η ύπαρξη ενός τεράστιου, απομονωμένου και εν μέρει διαβαθμισμένου χώρου έγινε το ιδανικό έδαφος πάνω στο οποίο μπορούσε να αναπτυχθεί μια ολόκληρη μυθολογία.
Έτσι εμφανίστηκε ο χαρακτηρισμός «Area 52».
Δεν πρόκειται για κάποια επίσημη ονομασία που αποδεικνύει ιδιαίτερο πρόγραμμα. Είναι περισσότερο ένας πολιτισμικός και δημοσιογραφικός χαρακτηρισμός, τροφοδοτημένος από την ufo/uap κουλτούρα, τα internet forums, τις τηλεοπτικές εκπομπές και τη μακρόχρονη παράδοση της αμερικανικής παραφιλολογίας γύρω από black projects. Η λογική του είναι εύκολη να κατανοηθεί. Αν η Area 51 έγινε διάσημη ως τόπος δοκιμών προηγμένων αεροσκαφών και αργότερα ταυτίστηκε στη συλλογική φαντασία με ufo/uap και την αντίστροφη μηχανική, τότε ένας εξίσου απομονωμένος στρατιωτικός χώρος στη Utah μπορούσε εύκολα να αποκτήσει αντίστοιχο ρόλο.
Η πραγματικότητα προσφέρει αρκετό καύσιμο για να λειτουργήσει ο μύθος. Το Dugway είναι πραγματικά τεράστιο. Πραγματοποιούνται εκεί δραστηριότητες που δεν είναι όλες δημόσια γνωστές σε πραγματικό χρόνο. Ο εναέριος χώρος του χρησιμοποιείται για δοκιμές. Η εγκατάσταση έχει ιστορική σχέση με ευαίσθητα στρατιωτικά προγράμματα. Και η ίδια η αμερικανική στρατιωτική ιστορία έχει αποδείξει ότι τεχνολογίες που κάποτε φαίνονταν σχεδόν επιστημονική φαντασία, από τα U-2 και τα A-12 μέχρι τα πρώτα stealth αεροσκάφη, μπορούσαν να πετούν για χρόνια προτού το ευρύ κοινό γνωρίζει ακριβώς τι έβλεπε.
Αλλά η μετάβαση από αυτή τη διαπίστωση στο «άρα το Dugway φιλοξενεί εξωγήινες τεχνολογίες» δεν είναι έρευνα. Είναι άλμα.
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον γνωσιολογικό πρόβλημα ολόκληρης της υπόθεσης. Ένας πραγματικά απόρρητος τόπος παράγει πληροφοριακό κενό. Το κενό αυτό μπορεί να καλυφθεί είτε αργότερα από αποχαρακτηρισμένα αρχεία είτε πολύ νωρίτερα από εικασίες. Ο πολίτης που βλέπει ένα παράξενο φως ή ένα ασυνήθιστο αεροσκάφος κοντά σε μια μυστική εγκατάσταση γνωρίζει ότι κάτι μπορεί πράγματι να δοκιμάζεται εκεί. Δεν γνωρίζει όμως τι. Και η απόσταση ανάμεσα στο «δεν γνωρίζω τι είναι» και στο «γνωρίζω ότι είναι εξωγήινο» είναι πολύ μεγαλύτερη.
Από την άλλη πλευρά, η πλήρης χλεύη οποιασδήποτε τέτοιας παρατήρησης είναι επίσης προβληματική. Ένας άνθρωπος μπορεί πραγματικά να έχει δει κάτι που δεν μπορούσε να αναγνωρίσει. Μπορεί μάλιστα να έχει δει ενα πραγματικό απόρρητο πρόγραμμα. Η σωστή στάση δεν είναι να μετατρέψουμε την αδυναμία ταυτοποίησης σε εξωγήινη απόδειξη, αλλά ούτε να μετατρέψουμε την απουσία δημόσιας πληροφορίας σε απόδειξη ότι «δεν υπήρχε τίποτε».
Το Dugway μας επιτρέπει να δούμε αυτή τη διαφορά με σπάνια καθαρότητα επειδή διαθέτουμε ήδη ένα πραγματικό ιστορικό παράδειγμα. Ας φανταστούμε έναν κάτοικο της Utah στις αρχές του 1968 να λέει ότι ο στρατός πετά αεροσκάφη πάνω από την έρημο και ψεκάζει πραγματικούς νευροπαραλυτικούς παράγοντες για να μελετήσει τη συμπεριφορά τους. Για κάποιον που δεν γνώριζε τίποτε για το πρόγραμμα, η ιστορία θα μπορούσε να ακουστεί σαν ακραία συνωμοσιολογία.
Κι όμως συνέβαινε.
Ας υποθέσουμε τώρα ότι ο ίδιος άνθρωπος, ο οποίος το 1968 ισχυριζόταν ότι ο στρατός πραγματοποιούσε στην έρημο της Utah πραγματικές δοκιμές νευροπαραλυτικών παραγόντων, προχωρούσε ένα βήμα παραπέρα και υποστήριζε ότι κάτω από το Dugway υπάρχει ένα τεράστιο υπόγειο συγκρότημα όπου μελετώνται εξωγήινα σκάφη και πραγματοποιείται αντίστροφη μηχανική, άγνωστης τεχνολογίας. Το γεγονός ότι ο πρώτος, φαινομενικά ακραίος ισχυρισμός του αποδείχθηκε σωστός δεν προσφέρει από μόνο του καμία αποδεικτική ισχύ στον δεύτερο. Ψυχολογικά όμως δημιουργεί τεράστια διαφορά, και ακριβώς εκεί βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες και περισσότερο μακροχρόνιες συνέπειες της θεσμικής μυστικότητας.
Μια πραγματική συγκάλυψη, μια επιλεκτική αποκάλυψη πληροφοριών ή ακόμη και μια παρατεταμένη απροθυμία ενός θεσμού να αναγνωρίσει κάτι που αργότερα αποδεικνύεται, δεν επηρεάζει μόνο τη συγκεκριμένη υπόθεση. Μπορεί να υπονομεύσει τα ίδια τα εργαλεία με τα οποία το κοινό θα αξιολογήσει την επόμενη πληροφορία. Όταν ένας κρατικός οργανισμός έχει αποκρύψει, περιορίσει ή παρουσιάσει επιλεκτικά κάτι στο παρελθόν, η επόμενη διάψευσή του θα ακούγεται αναπόφευκτα λιγότερο πειστική, ακόμη και στην περίπτωση που αυτή τη φορά λέει ολόκληρη την αλήθεια. Η θεσμική εμπιστοσύνη χρειάζεται πολύ χρόνο για να δημιουργηθεί, αλλά μπορεί να δαπανηθεί εξαιρετικά γρήγορα και να απαιτήσει δεκαετίες για να αποκατασταθεί.
Από αυτή την κατάσταση προκύπτουν δύο αντίθετες αλλά εξίσου προβληματικές στάσεις. Η πρώτη υποστηρίζει ότι, αφού κυβερνήσεις και στρατιωτικοί οργανισμοί έχουν πράγματι αποκρύψει προγράμματα στο παρελθόν, οποιαδήποτε επόμενη θεωρία θα πρέπει να θεωρείται πιθανή μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Η δεύτερη κινείται προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση και θεωρεί ότι, επειδή πολλές από τις ακραίες θεωρίες γύρω από στρατιωτικές εγκαταστάσεις δεν διαθέτουν αξιόπιστες αποδείξεις, κάθε υποψία απέναντι σε έναν κρατικό ή στρατιωτικό θεσμό πρέπει να αντιμετωπίζεται ως παράλογη.
Η ιστορία του Dugway δεν δικαιώνει καμία από τις δύο θέσεις. Αντίθετα, μας υποχρεώνει να ακολουθήσουμε τη δυσκολότερη διαδρομή και να εξετάσουμε κάθε ισχυρισμό ξεχωριστά, ανάλογα με τα στοιχεία που διαθέτουμε γι’ αυτόν. Το VX του 1968 συνδέεται με συγκεκριμένα γεγονότα, εργαστηριακά ευρήματα και ιστορικά αρχεία. Το Project 112 και το Project SHAD διαθέτουν αποχαρακτηρισμένη τεκμηρίωση και επίσημη κρατική αναγνώριση, ενώ η U.S. Department of Veterans Affairs εξακολουθεί να διαθέτει διαδικασίες που αφορούν βετεράνους οι οποίοι συμμετείχαν στις σχετικές δοκιμές.
Αυτά αποτελούν τεκμηριωμένα κεφάλαια της αμερικανικής στρατιωτικής ιστορίας. Οι αφηγήσεις περί ufo/uap, τεράστιων υπόγειων εγκαταστάσεων ή εξωγήινης αντίστροφης μηχανικής δεν αποκτούν αυτομάτως το ίδιο αποδεικτικό βάρος απλώς και μόνο επειδή τοποθετούνται στον ίδιο γεωγραφικό χώρο ή επειδή ένας οργανισμός που κάποτε διατήρησε πραγματικά μυστικά εξακολουθεί να πραγματοποιεί διαβαθμισμένες δραστηριότητες.
Ακριβώς αυτή η διάκριση είναι που κάνει το πραγματικό Dugway περισσότερο ενδιαφέρον από τον μεταγενέστερο μύθο της «Area 52». Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε την παρουσία εξωγήινων τεχνολογιών για να εξηγήσουμε γιατί γενιές ανθρώπων έμαθαν να αντιμετωπίζουν την εγκατάσταση με καχυποψία. Η ίδια η ιστορία προσφέρει αρκετές απαντήσεις.
Υπήρξαν πραγματικές μυστικές δοκιμές, πραγματικοί επικίνδυνοι παράγοντες, πραγματικά προγράμματα που έγιναν πλήρως γνωστά πολύ αργότερα και ένα πραγματικό περιστατικό κατά το οποίο οι συνέπειες μιας στρατιωτικής δραστηριότητας φαίνεται ότι πέρασαν έξω από τα όρια του πεδίου δοκιμών. Αυτό όμως είναι ταυτόχρονα το σημείο στο οποίο η έρευνα πρέπει να διατηρεί την πειθαρχία της. Η γνώση ότι ένας θεσμός έχει κρατήσει μυστικά δεν μας πληροφορεί για το περιεχόμενο κάθε άλλου μυστικού του. Η ύπαρξη μιας άγνωστης δραστηριότητας μπορεί να δικαιολογεί το ερώτημα, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να αποτελεί και την απάντηση.
Σχεδόν έξι δεκαετίες μετά το περιστατικό του Skull Valley, είναι εύκολο να κοιτάζουμε τις φωτογραφίες, τις αναφορές, τις επιστημονικές έρευνες και τα μεταγενέστερα αποχαρακτηρισμένα στοιχεία γνωρίζοντας πού περίπου κατέληξε η ιστορία. Για τους ανθρώπους όμως που ξύπνησαν στις 14 Μαρτίου 1968 και είδαν τα ζώα τους να παραπατούν μέσα στο χιόνι, τίποτε από αυτά δεν ήταν ακόμη διαθέσιμο. Δεν υπήρχε ολοκληρωμένη αναφορά που να μπορούσαν να συμβουλευτούν, ούτε η μεταγενέστερη ιστοριογραφία που θα τοποθετούσε το περιστατικό μέσα στο ευρύτερο αμερικανικό πρόγραμμα χημικού και βιολογικού πολέμου. Δεν υπήρχαν δημόσια προσβάσιμα αρχεία που θα τους επέτρεπαν να γνωρίζουν ακριβώς ποιες δραστηριότητες πραγματοποιούνταν λίγες δεκάδες χιλιόμετρα μακριά τους. Υπήρχε μόνο η άμεση πραγματικότητα των άρρωστων και νεκρών ζώων και, κάπου πίσω από τα βουνά, ένας στρατιωτικός χώρος στον οποίο γνώριζαν ότι συνέβαιναν πράγματα για τα οποία οι ίδιοι δεν είχαν σχεδόν καμία πληροφόρηση.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο που πρέπει να θυμόμαστε όταν προσπαθούμε να κατανοήσουμε γιατί ορισμένες στρατιωτικές εγκαταστάσεις αποκτούν τόσο ισχυρή συνωμοσιολογική μυθολογία. Ο μύθος δεν γεννιέται πάντοτε επειδή κάποιος αποφάσισε αυθαίρετα να επινοήσει μια φανταστική ιστορία. Μπορεί να δημιουργηθεί μέσα σε ένα πραγματικό κενό πληροφόρησης, να τροφοδοτηθεί από πραγματική μυστικότητα και να ενισχυθεί από ιστορικά προηγούμενα στα οποία πράγματα που κάποτε ακούγονταν απίθανα αποδείχθηκαν τελικά υπαρκτά. Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτό το προηγούμενο μετατρέπεται σε καθολική άδεια να πιστεύουμε οτιδήποτε.
Το Dugway δεν αποδεικνύει ότι κάθε θεωρία γύρω από μυστικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις είναι σωστή. Αποδεικνύει όμως ότι η πιθανότητα ύπαρξης ενός πραγματικά διαβαθμισμένου προγράμματος δεν μπορεί να απορρίπτεται αποκλειστικά και μόνο επειδή ακούγεται ασυνήθιστη. Ταυτόχρονα μας υπενθυμίζει ότι η παραδοχή «δεν γνωρίζουμε τι συμβαίνει» απέχει πολύ από τη δήλωση «άρα γνωρίζουμε τι συμβαίνει και επιβεβαιώνεται η θεωρία μας». Ανάμεσα στις δύο αυτές θέσεις βρίσκεται ίσως ολόκληρη η ουσία της εναλλακτικής γνωσιολογίας, να μην αποδέχεται κάποιος μια επίσημη αφήγηση απλώς επειδή είναι επίσημη, χωρίς όμως να αποδέχεται και την εναλλακτική αφήγηση μόνο και μόνο επειδή αντιτίθεται στην πρώτη.
Η πραγματική έρευνα βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα. Βρίσκεται στην αναζήτηση των αρχείων, των ημερομηνιών, των εργαστηριακών αναλύσεων και των μαρτυριών, στην παρακολούθηση των σημείων όπου οι επίσημες εξηγήσεις μεταβλήθηκαν, στη μελέτη των πληροφοριών που παρέμειναν διαβαθμισμένες και αργότερα αποκαλύφθηκαν, αλλά και στην αναγνώριση εκείνων των θεωριών που εξακολουθούν να μην διαθέτουν τίποτε περισσότερο από την υπόθεση ότι «αφού μας έκρυψαν εκείνο, μπορούν να μας κρύβουν και αυτό».
Αυτή η λογική μπορεί να δημιουργήσει μια ενδιαφέρουσα υπόθεση εργασίας, δεν μπορεί όμως να μετατραπεί από μόνη της σε απόδειξη. Διαφορετικά, η δικαιολογημένη δυσπιστία απέναντι σε έναν θεσμό μετατρέπεται σε ένα εξίσου προβληματικό σύστημα πίστης, στο οποίο κάθε απουσία στοιχείων ερμηνεύεται ως απόδειξη ότι τα στοιχεία αποκρύπτονται και κάθε διάψευση θεωρείται επιπλέον επιβεβαίωση της συγκάλυψης. Σε εκείνο το σημείο η θεωρία γίνεται πρακτικά αδύνατον να διαψευστεί και, ακριβώς γι’ αυτό, παύει να λειτουργεί ως πραγματική ερευνητική υπόθεση.
Ίσως λοιπόν το σημαντικότερο πράγμα που πέρασε τα όρια του Dugway τον Μάρτιο του 1968 να μην ήταν μόνο ο νευροπαραλυτικός παράγοντας αλλά και η δυσπιστία που άφησε πίσω του το περιστατικό. Ένας χημικός παράγοντας μπορεί με τον χρόνο να αποδομηθεί, να απομακρυνθεί ή να πάψει να αποτελεί ενεργό κίνδυνο. Η θεσμική δυσπιστία λειτουργεί διαφορετικά. Μπορεί να παραμείνει για γενιές, να μεταφερθεί από ένα πραγματικό περιστατικό σε μια άσχετη θεωρία, από ένα αποχαρακτηρισμένο πρόγραμμα σε μια ιστορία ufo/uap και από ένα αποδεδειγμένο λάθος σε εκατό αναπόδεικτες υποθέσεις.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα επομένως για έναν θεσμό που κάποτε απέκρυψε, περιόρισε ή παρουσίασε επιλεκτικά μια πληροφορία δεν είναι μόνο πώς θα διαχειριστεί το επόμενο μυστικό του. Είναι πώς θα καταφέρει να πείσει το κοινό όταν, σε κάποια επόμενη περίπτωση, πράγματι λέει την αλήθεια. Κάθε πραγματική αποκάλυψη μπορεί να αποκαθιστά ένα κομμάτι της ιστορικής αλήθειας, αλλά ταυτόχρονα υπενθυμίζει ότι υπήρξε κάποτε μια περίοδος κατά την οποία αυτή η αλήθεια δεν ήταν διαθέσιμη.
Η δυτική έρημος της Utah εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί και το Dugway Proving Ground εξακολουθεί να λειτουργεί μέσα στο ίδιο εντυπωσιακό τοπίο βουνών, μεγάλων αποστάσεων και ανοιχτού ουρανού που κάποτε το έκανε να φαίνεται ιδανικό για δραστηριότητες οι οποίες έπρεπε να πραγματοποιούνται μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο. Μόνο που το 1968 απέδειξε κάτι που η γεωγραφία από μόνη της δεν μπορούσε να εγγυηθεί, η απόσταση δεν είναι το ίδιο πράγμα με την απομόνωση.
Ο χάρτης μπορεί να καθορίσει πού αρχίζει και πού τελειώνει μια στρατιωτική εγκατάσταση, να χαράξει ζώνες ασφαλείας και να ορίσει τα σημεία στα οποία απαγορεύεται η πρόσβαση. Η πραγματικότητα όμως δεν είναι υποχρεωμένη να ακολουθήσει αυτές τις γραμμές. Ο άνεμος, το νερό, τα ζώα και οι συνέπειες μιας ανθρώπινης απόφασης μπορούν να τις διασχίσουν χωρίς να γνωρίζουν ότι υπάρχουν. Και ίσως γι’ αυτό το ουσιαστικό ερώτημα που αφήνει πίσω του το Dugway Proving Ground δεν είναι τελικά τι μπορεί να κρύβεται σήμερα πίσω από τους φράχτες του, αλλά κάτι πολύ δυσκολότερο και πολύ περισσότερο διαχρονικό, τι συμβαίνει όταν μια πραγματική ιστορία μυστικότητας και συγκάλυψης κάνει κάθε επόμενη θεωρία να φαίνεται πιθανή;