Όταν ο εγκέφαλος γνωρίζει πριν από εμάς: Μπορεί να αντιλαμβάνεται μια ασθένεια πολύ πριν εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα; Και αν ναι, γιατί μερικές φορές μας προειδοποιεί μέσα από όνειρα, προαισθήματα ή ακόμη και εσωτερικές φωνές;


Όταν ο εγκέφαλος γνωρίζει πριν από εμάς: Μπορεί να αντιλαμβάνεται μια ασθένεια πολύ πριν εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα; Και αν ναι, γιατί μερικές φορές μας προειδοποιεί μέσα από όνειρα, προαισθήματα ή ακόμη και εσωτερικές φωνές;

 

Στην ιστορία της επιστήμης υπάρχουν περιστατικά που, ακόμη και όταν καταγράφονται με κάθε δυνατή επιμέλεια, συνεχίζουν να αντιστέκονται στις εύκολες εξηγήσεις. Δεν πρόκειται για ιστορίες που γεννήθηκαν σε φόρουμ του διαδικτύου, ούτε για αστικούς μύθους που αναπαράγονται χωρίς αποδείξεις. Πρόκειται για περιπτώσεις ανθρώπων που, πριν ακόμη εμφανίσουν συμπτώματα ή πριν οποιαδήποτε διαγνωστική εξέταση αποκαλύψει το παραμικρό, βίωσαν έντονες εσωτερικές προειδοποιήσεις για μια σοβαρή ασθένεια που τελικά αποδείχθηκε πραγματική. Άλλοι άκουσαν μια καθαρή εσωτερική φωνή. Άλλοι είδαν ένα ασυνήθιστα ζωντανό όνειρο. Κάποιοι ένιωσαν μια ακατανίκητη βεβαιότητα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μέσα στο σώμα τους. Όταν όμως απευθύνθηκαν στην ιατρική κοινότητα, η πρώτη αντίδραση ήταν σχεδόν πάντοτε η ίδια, άγχος, ψυχολογική πίεση ή μια ακόμη ιδιόρρυθμη εκδήλωση της ανθρώπινης φαντασίας. Και όμως, σε ορισμένες περιπτώσεις, η πραγματικότητα ακολούθησε μια εντελώς διαφορετική πορεία.

Το ερώτημα που γεννιέται δεν αφορά αποκλειστικά τη μεταφυσική ούτε αποτελεί μια προσπάθεια να αμφισβητηθεί η σύγχρονη ιατρική. Αντίθετα, ίσως πρόκειται για μια από τις πιο ενδιαφέρουσες επιστημονικές απορίες της εποχής μας. Είναι δυνατόν ο ανθρώπινος οργανισμός να αντιλαμβάνεται αλλαγές πολύ πριν αυτές γίνουν αντιληπτές από τα διαθέσιμα διαγνωστικά μέσα; Μπορεί ο εγκέφαλος να επεξεργάζεται τεράστιες ποσότητες βιολογικών πληροφοριών κάτω από το επίπεδο της συνειδητής αντίληψης και να τις μεταφράζει σε όνειρα, εικόνες ή ακόμη και σε αυτό που οι άνθρωποι περιγράφουν ως «εσωτερική φωνή»; Ή μήπως τέτοιες περιπτώσεις αποτελούν ενδείξεις ενός εντελώς διαφορετικού μηχανισμού που η επιστήμη δεν έχει ακόμη κατορθώσει να περιγράψει;

Μία από τις πιο γνωστές και καλύτερα τεκμηριωμένες υποθέσεις αφορά μια Βρετανίδα γυναίκα, την Anna Benjamin. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ζούσε μια απολύτως φυσιολογική ζωή όταν άκουσε ξαφνικά μια ήρεμη, καθαρή φωνή μέσα στο μυαλό της. Η φωνή συστήθηκε ως δύο πρώην εργαζόμενοι του παιδιατρικού νοσοκομείου Great Ormond Street του Λονδίνου και της είπε ότι ήθελαν να τη βοηθήσουν. Η Anna, θεωρώντας ότι αντιμετωπίζει ψυχιατρικό πρόβλημα, απευθύνθηκε στον οικογενειακό της γιατρό και στη συνέχεια σε ψυχίατρο. Διαγνώστηκε με λειτουργική ψευδαισθητική ψύχωση, έλαβε αντιψυχωσική αγωγή και οι φωνές εξαφανίστηκαν προσωρινά.

Λίγο αργότερα όμως επέστρεψαν με μία και μοναδική προειδοποίηση. Της είπαν ότι έπρεπε να υποβληθεί άμεσα σε αξονική τομογραφία γιατί υπήρχε όγκος στον εγκέφαλό της. Παρά το γεγονός ότι δεν παρουσίαζε κανένα απολύτως νευρολογικό σύμπτωμα, οι εξετάσεις τελικά πραγματοποιήθηκαν και αποκάλυψαν πράγματι ένα μεγάλο μηνιγγίωμα, το οποίο αφαιρέθηκε επιτυχώς. Μετά την επέμβαση οι φωνές δεν επέστρεψαν ποτέ. Η υπόθεση αυτή παρουσιάστηκε από τον ψυχίατρό της σε ιατρικό συνέδριο και δημοσιεύθηκε αργότερα στη διεθνή ιατρική βιβλιογραφία, προκαλώντας έντονες συζητήσεις όχι επειδή αποδείκνυε κάποια υπερφυσική δύναμη, αλλά επειδή κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει με βεβαιότητα πώς μια γυναίκα χωρίς συμπτώματα είχε οδηγηθεί στην έγκαιρη διάγνωση ενός επικίνδυνου όγκου.

Παρόμοια εντύπωση προκαλεί και η περίπτωση του ηθοποιού Mark Ruffalo. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ενώ η επαγγελματική και οικογενειακή του ζωή βρισκόταν στην καλύτερη φάση της, είδε ένα εξαιρετικά έντονο όνειρο. Δεν υπήρχαν εικόνες ούτε αφήγηση. Υπήρχε μόνο μια απόλυτη βεβαιότητα ότι είχε όγκο στον εγκέφαλο και έπρεπε να εξεταστεί άμεσα. Παρότι αρχικά αντιμετώπισε την εμπειρία ως κάτι παράλογο, αποφάσισε να πραγματοποιήσει αξονική τομογραφία. Οι γιατροί ανακάλυψαν έναν καλοήθη αλλά μεγάλο όγκο πίσω από το αριστερό αυτί του, ο οποίος αφαιρέθηκε χειρουργικά λίγο μετά τη γέννηση του πρώτου του παιδιού. Η επέμβαση του άφησε μόνιμη απώλεια ακοής από το ένα αυτί, όμως του έσωσε τη ζωή. Και σε αυτή την περίπτωση δεν υπήρχε κάποια σαφής ιατρική ένδειξη που να είχε οδηγήσει στην εξέταση. Η αρχική ώθηση προήλθε αποκλειστικά από ένα εσωτερικό βίωμα.

Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που δεν είχαν το ίδιο ευτυχές τέλος. Η Sonia Lee Shield είδε επανειλημμένα όνειρα ότι έπασχε από καρκίνο του μαστού. Όταν άρχισε να ψηλαφά μια μικρή μάζα και να αισθάνεται περίεργους σπασμούς στο στέρνο, επισκέφθηκε τον γιατρό της και ανέφερε ακόμη και τα όνειρά της. Η εξέταση κρίθηκε καθησυχαστική και δεν ζητήθηκαν περαιτέρω διαγνωστικοί έλεγχοι. Έναν χρόνο αργότερα διαγνώστηκε με μεταστατικό καρκίνο τρίτου σταδίου και τελικά έχασε τη μάχη με την ασθένεια. Λίγο πριν τον θάνατό της δήλωσε ότι το σημαντικότερο μήνυμα που ήθελε να αφήσει ήταν πως οι γιατροί, όσο ικανοί κι αν είναι, μπορούν να κάνουν λάθη και πως όταν μια εσωτερική προειδοποίηση επιμένει, αξίζει να εξετάζεται σοβαρά, όχι ως απόδειξη κάποιας μεταφυσικής δύναμης, αλλά ως λόγος για έναν πιο προσεκτικό ιατρικό έλεγχο.

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και η εμπειρία της ερευνήτριας των ονείρων Jane Teresa Anderson. Χρόνια πριν διαγνωστεί με καρκίνο του θυρεοειδούς, είχε καταγράψει στα προσωπικά της ημερολόγια ένα εξαιρετικά λεπτομερές όνειρο, στο οποίο εμφανίζονταν πρόσωπα, χώροι, ένας γιατρός, μια επέμβαση και μια σειρά γεγονότων που πραγματοποιήθηκαν με αξιοσημείωτη ακρίβεια αρκετά χρόνια αργότερα. Η ίδια δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι μπορούσε να προβλέψει το μέλλον. Αντίθετα, υποστήριξε πως τα όνειρα ίσως αποτελούν έναν ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο ο ανθρώπινος εγκέφαλος οργανώνει πληροφορίες που βρίσκονται πέρα από τη συνειδητή αντίληψη.

Το ενδιαφέρον στοιχείο σε όλες αυτές τις ιστορίες δεν είναι ότι φαίνεται να αμφισβητούν την επιστήμη. Το αντίθετο. Την προκαλούν να επεκτείνει τα ερωτήματά της. Η σύγχρονη νευροεπιστήμη γνωρίζει πλέον ότι ο εγκέφαλος δεν λειτουργεί ως παθητικός δέκτης πληροφοριών αλλά ως μια εξαιρετικά πολύπλοκη μηχανή πρόβλεψης. Σύμφωνα με τη θεωρία της προβλεπτικής επεξεργασίας (Predictive Processing), ο εγκέφαλος δημιουργεί συνεχώς μοντέλα της πραγματικότητας και προσπαθεί να προβλέψει τι πρόκειται να συμβεί την επόμενη στιγμή. Όταν η πραγματικότητα διαφέρει από τις προβλέψεις του, αναπροσαρμόζει τα μοντέλα του. Πρόκειται για μια διαδικασία που εκτελείται αδιάκοπα και σε μεγάλο βαθμό ασυνείδητα. Αν λοιπόν ο εγκέφαλος μπορεί να προβλέπει την πορεία των εξωτερικών γεγονότων, θα μπορούσε άραγε να εφαρμόζει τον ίδιο μηχανισμό και στο ίδιο το σώμα;

Εδώ εμφανίζεται μια σχετικά νέα αλλά ιδιαίτερα σημαντική έννοια της νευροεπιστήμης, η ενδοδεκτικότητα, γνωστή διεθνώς ως interoception. Πρόκειται για την ικανότητα του εγκεφάλου να παρακολουθεί συνεχώς την εσωτερική κατάσταση του οργανισμού. Κάθε καρδιακός παλμός, κάθε αλλαγή στην αρτηριακή πίεση, στη θερμοκρασία, στις ορμόνες, στη φλεγμονή ή στο ανοσοποιητικό σύστημα δημιουργεί ένα τεράστιο ρεύμα πληροφοριών που μεταφέρεται προς τον εγκέφαλο. Η συντριπτική πλειονότητα αυτών των σημάτων δεν γίνεται ποτέ συνειδητή. Ωστόσο, ο εγκέφαλος τα επεξεργάζεται διαρκώς προκειμένου να διατηρεί την ισορροπία του οργανισμού. Εάν κάποια παθολογική διεργασία εξελίσσεται αργά επί μήνες ή χρόνια, δεν αποκλείεται θεωρητικά ο εγκέφαλος να αντιλαμβάνεται στατιστικές αποκλίσεις πολύ πριν αυτές προκαλέσουν εμφανή συμπτώματα. Το δύσκολο ερώτημα είναι με ποιον τρόπο αυτές οι πληροφορίες θα μπορούσαν να μεταφραστούν σε όνειρα ή σε μια αίσθηση απόλυτης βεβαιότητας.

Η ψυχολογία προσφέρει μια διαφορετική οπτική. Σύμφωνα με αρκετούς ερευνητές, το ασυνείδητο μπορεί να λειτουργεί ως ένας εξαιρετικά αποδοτικός αναλυτής πληροφοριών. Ο άνθρωπος ενδέχεται να αντιλαμβάνεται ανεπαίσθητες αλλαγές στο σώμα του χωρίς να τις αναγνωρίζει συνειδητά. Κατά τη διάρκεια του ύπνου ή σε στιγμές βαθιάς χαλάρωσης, αυτές οι πληροφορίες οργανώνονται σε συμβολικές εικόνες, αφηγήσεις ή ακόμη και σε εσωτερικούς διαλόγους. Με άλλα λόγια, οι «φωνές» δεν θα ήταν εξωτερικές οντότητες αλλά ο ίδιος ο εγκέφαλος που προσπαθεί να μεταφέρει στον συνειδητό νου ένα μήνυμα το οποίο δεν μπορεί να εκφραστεί διαφορετικά.

Παράλληλα, η ίδια η ιατρική αναγνωρίζει ότι δεν διαθέτει ακόμη πλήρη εικόνα για τις δυνατότητες του ανθρώπινου οργανισμού. Οι μηχανισμοί placebo και nocebo αποδεικνύουν πως οι πεποιθήσεις και οι προσδοκίες μπορούν να επηρεάσουν μετρήσιμα τη φυσιολογία. Η ψυχονευροανοσολογία μελετά εδώ και δεκαετίες τις πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στο νευρικό, το ενδοκρινικό και το ανοσοποιητικό σύστημα. Όσο περισσότερο προχωρά η έρευνα, τόσο περισσότερο γίνεται αντιληπτό ότι η διάκριση ανάμεσα σε ψυχικό και σωματικό είναι πολύ πιο σύνθετη από όσο θεωρούνταν πριν από λίγες δεκαετίες.

Φυσικά, υπάρχουν και ερμηνείες που κινούνται πέρα από τα όρια της συμβατικής επιστήμης. Στον χώρο της παραψυχολογίας τέτοιες περιπτώσεις έχουν συσχετιστεί με την προαίσθηση, την προγνώση, τη διόραση ή ακόμη και με την ιδέα ενός «φύλακα αγγέλου» ή μιας ανώτερης μορφής συνείδησης που παρεμβαίνει σε κρίσιμες στιγμές. Οι απόψεις αυτές δεν έχουν επιβεβαιωθεί από την επιστημονική μέθοδο και παραμένουν υποθέσεις. Ωστόσο, η παρουσία τους στη δημόσια συζήτηση δείχνει ότι το φαινόμενο εξακολουθεί να προκαλεί απορίες ακόμη και όταν απορρίπτεται ως μεταφυσικό.

Ίσως το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να επιχειρήσουμε να κατατάξουμε όλες αυτές τις εμπειρίες σε μία μόνο κατηγορία. Η ανθρώπινη εμπειρία σπάνια είναι τόσο απλή. Είναι πιθανό διαφορετικές περιπτώσεις να έχουν διαφορετικές εξηγήσεις. Κάποιες μπορεί να αποτελούν συμπτώματα ψυχιατρικών διαταραχών. Άλλες μπορεί να είναι προϊόντα της φυσιολογικής λειτουργίας του ασυνειδήτου. Κάποιες ίσως οφείλονται σε εξαιρετικά ανεπτυγμένους μηχανισμούς ενδοδεκτικότητας που ακόμη δεν κατανοούμε πλήρως. Και ίσως υπάρχουν λίγες περιπτώσεις που εξακολουθούν να αντιστέκονται σε κάθε διαθέσιμη ερμηνεία.

Αυτό ακριβώς είναι και το σημείο όπου η πραγματική επιστήμη συναντά την εναλλακτική γνωσιολογία. Όχι εκεί όπου εγκαταλείπεται η λογική υπέρ της πίστης, αλλά εκεί όπου η λογική παραδέχεται ότι υπάρχουν ακόμη αναπάντητα ερωτήματα. Η ιστορία της επιστήμης είναι γεμάτη φαινόμενα που κάποτε θεωρούνταν αδύνατα ή παράλογα μέχρι να αναπτυχθούν τα κατάλληλα εργαλεία για να τα εξηγήσουν. Κανείς δεν γνωρίζει αν οι περιπτώσεις σαν της Anna Benjamin ή του Mark Ruffalo θα ενταχθούν κάποτε σε ένα νέο νευροεπιστημονικό μοντέλο ή αν θα παραμείνουν μόνιμα στο περιθώριο της ανθρώπινης γνώσης ως ανεξήγητες εξαιρέσεις.

Το σημαντικότερο συμπέρασμα δεν αφορά τις ίδιες τις φωνές ούτε τα όνειρα. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε το άγνωστο. Η επιστήμη δεν προχωρά επειδή θεωρεί ότι γνωρίζει τα πάντα. Προχωρά επειδή αποδέχεται ότι υπάρχουν φαινόμενα που αξίζουν να διερευνηθούν ακόμη και όταν φαίνονται παράδοξα. Οι ιστορίες αυτές δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη υπερφυσικών δυνάμεων. Υπενθυμίζουν όμως ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος και η ανθρώπινη συνείδηση εξακολουθούν να αποτελούν δύο από τα μεγαλύτερα ανεξερεύνητα σύνορα της σύγχρονης επιστήμης. Και όσο αυτά τα σύνορα παραμένουν ανοιχτά, τόσο θα συνεχίζουν να γεννούν το ίδιο θεμελιώδες ερώτημα, μήπως, κάποιες φορές, το σώμα γνωρίζει πολύ περισσότερα από όσα μπορεί ακόμη να εξηγήσει η ίδια η ιατρική;

Ίσως σας ενδιαφέρουν…