Dark City (1998): Όταν ο κινηματογράφος συνάντησε τον Γνωστικισμό, την Αλληγορία του Σπηλαίου του Πλάτωνα και την αναζήτηση της πραγματικότητας.

Dark City (1998): Όταν ο κινηματογράφος συνάντησε τον Γνωστικισμό, την Αλληγορία του Σπηλαίου του Πλάτωνα και την αναζήτηση της πραγματικότητας.
Είναι ο άνθρωπος το σύνολο των αναμνήσεών του ή υπάρχει μια βαθύτερη διάσταση της ύπαρξης που επιβιώνει ακόμη κι όταν όλες οι προσωπικές ιστορίες μπορούν να ξαναγραφούν;
Μέσα στα αμέτρητα βιβλία, τα κινηματογραφικά έργα, τα anime και τα βιντεοπαιχνίδια που εξερευνούν την επιστημονική φαντασία, το cyberpunk και τα πολυάριθμα ερωτήματα της εναλλακτικής γνωσιολογίας, υπάρχουν πάντοτε ορισμένα έργα που καταφέρνουν να αποκτήσουν μια ξεχωριστή θέση μέσα μας. Νομίζω πως όλοι όσοι αγαπούν αυτούς τους κόσμους έχουν τις δικές τους προσωπικές σταθερές, εκείνα τα έργα στα οποία επιστρέφουν ξανά και ξανά, ακόμη και μετά από πολλά χρόνια, χωρίς να έχουν χάσει ούτε στο ελάχιστο την συναισθηματική τους αξιά.
Ίσως αυτό να συμβαίνει γιατί, όταν ένα βιβλίο ή μια ταινία μάς αγγίξει πραγματικά, παύει να αποτελεί απλώς μια ιστορία. Δημιουργεί μέσα μας έναν μικρό χώρο που παραμένει πάντα ζωντανός. Έναν τόπο όπου επιστρέφουμε κάθε φορά που θέλουμε να ξανασυναντήσουμε εκείνη την πρώτη αίσθηση της ανακάλυψης. Οι εικόνες, οι χαρακτήρες, οι διάλογοι και οι ιδέες παύουν να ανήκουν αποκλειστικά στο έργο και γίνονται σταδιακά μέρος της δικής μας προσωπικής διαδρομής.
Για εμένα, ένα από αυτά τα έργα είναι αναμφίβολα το “Dark City” του 1998. Ανάμεσα στις δεκάδες αγαπημένες μου ταινίες, εξακολουθεί να κατέχει μια ξεχωριστή θέση. Όχι μόνο για τη μοναδική αισθητική του, τη σκοτεινή ατμόσφαιρα και τους εξαιρετικούς χαρακτήρες του, αλλά κυρίως γιατί, κάθε φορά που επιστρέφω σε αυτό, ανακαλύπτω και ένα νέο ερώτημα που δεν είχα προσέξει την προηγούμενη φορά.
Ίσως αυτό να αποτελεί και το μεγαλύτερο προνόμιο ορισμένων πραγματικά σπουδαίων έργων. Δεν αλλάζουν εκείνα με το πέρασμα του χρόνου, αλλάζουμε εμείς. Και όσο αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, τόσο διαφορετικά διαβάζουμε και τις ιστορίες που κάποτε μας σημάδεψαν.
Αυτός είναι και ο λόγος που αποφάσισα να επιστρέψω στο Dark City σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά την πρώτη του προβολή. Πρόκειται για ενα κινηματογραφικό έργο που συνεχίζει να συνομιλεί με τη φιλοσοφία, τον γνωστικισμό, την ψυχολογία, την επιστημονική φαντασία και την εναλλακτική γνωσιολογία με έναν τρόπο που ελάχιστες ταινίες έχουν καταφέρει.
Γιατί, όσο περισσότερο παρακολουθεί κανείς το Dark City, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται ότι πίσω από την ιστορία του χαρακτήρα John Murdoch δεν κρύβεται μόνο μια δυστοπική πόλη χωρίς ήλιο. Κρύβεται μια διαχρονική αναζήτηση για τη μνήμη, την ταυτότητα, την ελευθερία και, τελικά, για το ίδιο το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό ταξίδι που ξεκινά από εδώ.
Όταν κυκλοφόρησε στις κινηματογραφικές αίθουσες τον Φεβρουάριο του 1998, το κοινό δυσκολεύτηκε να το κατατάξει σε κάποιο συγκεκριμένο είδος. Δεν επρόκειτο για μια κλασική ταινία επιστημονικής φαντασίας, ούτε για ένα απλό ψυχολογικό θρίλερ ή μια ιστορία νουάρ μυστηρίου. Ο Alex Proyas δημιούργησε ένα έργο που συνδύαζε στοιχεία επιστημονικής φαντασίας, εξπρεσιονισμού, αστυνομικού μυστηρίου και φιλοσοφικής αλληγορίας, δημιουργώντας έναν κινηματογραφικό κόσμο που έμοιαζε ταυτόχρονα οικείος και βαθιά ανοίκειος.
Οι δρόμοι της πόλης είναι διαρκώς βυθισμένοι στο σκοτάδι. Η αρχιτεκτονική μεταβάλλεται διαρκώς, σαν να υπακούει σε μια αόρατη βούληση. Οι ουρανοξύστες υψώνονται μέσα στη νύχτα, τα κτίρια αλλάζουν μορφή και οι γειτονιές μετακινούνται σαν κομμάτια ενός ζωντανού λαβύρινθου. Το αποτέλεσμα θυμίζει τα γερμανικά εξπρεσιονιστικά φιλμ της δεκαετίας του 1920, όπως το “The Cabinet of Dr. Caligari”, ενώ παράλληλα δανείζεται τη σκοτεινή αισθητική του film noir και την αστική δυστοπία που χαρακτήρισε έργα όπως το “Metropolis” και αργότερα το “Blade Runner”.
Ο ίδιος ο Alex Proyas είχε ήδη αποδείξει με το “The Crow” ότι μπορούσε να δημιουργήσει κόσμους με έντονη οπτική ταυτότητα. Στο “Dark City”, όμως, η εικόνα παύει να αποτελεί απλώς σκηνικό. Η ίδια η πόλη μετατρέπεται σε πρωταγωνιστή. Δεν λειτουργεί ως τόπος όπου εξελίσσεται η ιστορία, αλλά ως ένας ζωντανός οργανισμός που συμμετέχει ενεργά σε αυτήν. Οι δρόμοι δεν οδηγούν απαραίτητα στον προορισμό που υπόσχονται και τα κτίρια δεν υπακούουν στους νόμους της φυσικής, αλλά στη βούληση εκείνων που ελέγχουν την πραγματικότητα.
Η πρώτη σκηνή της ταινίας είναι χαρακτηριστική αυτής της φιλοσοφίας. Ο John Murdoch ξυπνά μέσα σε μια μπανιέρα, χωρίς να θυμάται ποιος είναι. Δίπλα του βρίσκεται το πτώμα μιας άγνωστης γυναίκας. Ένα αιματοβαμμένο μαχαίρι, ένα τηλεφώνημα που τον προειδοποιεί να φύγει πριν να είναι αργά και μια πόλη που μοιάζει να τον κυνηγά χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει το γιατί. Από εκείνη τη στιγμή, ο θεατής αντιλαμβάνεται ότι δεν παρακολουθεί μια συνηθισμένη ιστορία καταδίωξης. Το πραγματικό μυστήριο δεν είναι ποιος διέπραξε έναν φόνο, αλλά ποιος δημιούργησε τον κόσμο μέσα στον οποίο εκτυλίσσεται ολόκληρη η ιστορία.
Το παράδοξο είναι ότι, παρά την πρωτοτυπία και τη μοναδική αισθητική του, το “Dark City” δεν γνώρισε την εμπορική επιτυχία που πολλοί περίμεναν. Έναν χρόνο αργότερα, το 1999, το “The Matrix” θα κυριαρχούσε στη δημόσια συζήτηση γύρω από την έννοια της ψευδούς πραγματικότητας, της αφύπνισης και της ανθρώπινης ελευθερίας. Αναπόφευκτα, το έργο των αδελφών Wachowski επισκίασε σχεδόν ολοκληρωτικά την ταινία του Proyas, παρά το γεγονός ότι αρκετοί μελετητές του κινηματογράφου υποστηρίζουν σήμερα πως το “Dark City” είχε ήδη εξερευνήσει πολλά από αυτά τα φιλοσοφικά ερωτήματα, ακολουθώντας όμως έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο.
Στην πραγματικότητα, οι δύο ταινίες δεν ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Αντίθετα, μοιάζουν να συνομιλούν. Εκεί όπου το “The Matrix” χρησιμοποιεί την προσομοίωση της πραγματικότητας ως αφετηρία για μια ιστορία εξέγερσης απέναντι στις μηχανές, το “Dark City” ενδιαφέρεται περισσότερο για τη φύση της ανθρώπινης ταυτότητας, τη μνήμη και το ερώτημα αν υπάρχει κάτι βαθύτερο μέσα στον άνθρωπο που παραμένει ανέγγιχτο ακόμη κι όταν όλα τα υπόλοιπα μπορούν να αλλάξουν.
Ίσως γι’ αυτό το πέρασμα του χρόνου λειτούργησε ευεργετικά για την ταινία. Μακριά πλέον από τις συγκρίσεις της εποχής της, το “Dark City” μπορεί να ιδωθεί ως αυτό που πραγματικά είναι, όχι απλώς ένα υποτιμημένο έργο επιστημονικής φαντασίας, αλλά ένα κινηματογραφικό δοκίμιο πάνω στην πραγματικότητα, τη μνήμη και την ανθρώπινη ύπαρξη. Και είναι ακριβώς από αυτό το σημείο που αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον ταξίδι.
Κάθε μεγάλη αλληγορία ξεκινά με μια λεπτομέρεια που αρχικά μοιάζει ασήμαντη. Στο “Dark City”, αυτή η λεπτομέρεια είναι τόσο προφανής ώστε σχεδόν περνά απαρατήρητη. Στην πόλη δεν ξημερώνει ποτέ.
Δεν πρόκειται για μια μακριά νύχτα ούτε για μια καταιγίδα που σκεπάζει τον ουρανό. Στο σύμπαν του “Dark City” η αυγή απλώς δεν υπάρχει. Ο ήλιος δεν ανατέλλει ποτέ και το σκοτάδι αποτελεί τη φυσιολογική κατάσταση του κόσμου. Το ακόμη πιο παράξενο, όμως, δεν είναι η απουσία του φωτός. Είναι το γεγονός ότι κανείς από τους κατοίκους δεν φαίνεται να αναρωτιέται γι’ αυτήν.
Οι άνθρωποι ξυπνούν, εργάζονται, ερωτεύονται, συζητούν, ονειρεύονται και επιστρέφουν στα σπίτια τους σαν να μην υπάρχει τίποτε το ασυνήθιστο. Κανείς δεν κοιτάζει τον ουρανό αναζητώντας την αυγή. Κανείς δεν διερωτάται γιατί δεν θυμάται το τελευταίο ηλιοβασίλεμα ή πότε είδε για τελευταία φορά το φως της ημέρας. Η μόνιμη νύχτα έχει πάψει να αποτελεί ερώτημα, επειδή αποτελεί τη μοναδική πραγματικότητα που γνωρίζουν.
Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και η πρώτη μεγάλη φιλοσοφική ιδέα της ταινίας. Η μεγαλύτερη φυλακή δεν είναι εκείνη που επιβάλλεται με κάγκελα και αλυσίδες. Είναι εκείνη που παύει να αναγνωρίζεται ως φυλακή. Όταν μια συνθήκη συνοδεύει τον άνθρωπο από τη στιγμή που αποκτά συνείδηση, παύει να μοιάζει αφύσικη. Μετατρέπεται σε αυτονόητο μέρος της πραγματικότητας.
Η ιδέα αυτή εμφανίζεται επανειλημμένα στην ιστορία της φιλοσοφίας. Από την περίφημη Αλληγορία του Σπηλαίου του Πλάτωνα μέχρι τις σύγχρονες θεωρίες γύρω από την κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας, ο άνθρωπος καλείται διαρκώς να αναρωτηθεί αν αυτό που θεωρεί φυσιολογικό είναι πράγματι φυσικό ή αν αποτελεί απλώς τη μοναδική εκδοχή του κόσμου που γνώρισε ποτέ. Οι δεσμώτες του σπηλαίου δεν αμφισβητούν τις σκιές επειδή δεν έχουν γνωρίσει τίποτε διαφορετικό. Με παρόμοιο τρόπο, οι κάτοικοι της “Dark City” δεν αναζητούν τον ήλιο επειδή δεν θυμούνται ότι υπήρξε ποτέ.
Η ίδια η πόλη λειτουργεί σαν ένας τεράστιος ψυχολογικός μηχανισμός. Δεν περιορίζεται στο να φιλοξενεί τους κατοίκους της. Διαμορφώνει τις εμπειρίες τους, επηρεάζει τις σχέσεις τους και καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον κόσμο. Κάθε μεσάνυχτα, όταν όλοι βυθίζονται ταυτόχρονα σε έναν ανεξήγητο ύπνο, η πόλη αλλάζει. Κτίρια μετακινούνται, δρόμοι εξαφανίζονται, γειτονιές αποκτούν νέα μορφή και ολόκληρη η αρχιτεκτονική της μετασχηματίζεται σαν να υπακούει σε έναν αόρατο αρχιτέκτονα.
Το εντυπωσιακό είναι ότι, όταν οι κάτοικοι ξυπνούν, δεν αντιλαμβάνονται απολύτως τίποτε. Οι αλλαγές συνοδεύονται από νέες αναμνήσεις, νέες οικογενειακές ιστορίες, διαφορετικές επαγγελματικές ιδιότητες και καινούργιες προσωπικές σχέσεις. Εκείνος που χθες ήταν ένας μοναχικός υπάλληλος μπορεί σήμερα να ξυπνήσει ως επιτυχημένος επιχειρηματίας ή οικογενειάρχης, χωρίς να αμφισβητήσει ούτε στιγμή τη νέα του ζωή. Η πραγματικότητα δεν αλλάζει μόνο εξωτερικά, αλλάζει ταυτόχρονα και μέσα στη μνήμη των ανθρώπων, εξαλείφοντας κάθε δυνατότητα σύγκρισης με το παρελθόν.
Εδώ το “Dark City” απομακρύνεται από τη συμβατική επιστημονική φαντασία και μετατρέπεται σε μια βαθιά φιλοσοφική αλληγορία. Η έργο δεν μας ρωτά αν μπορεί να μεταβληθεί ο κόσμος γύρω μας. Μας ρωτά κάτι πολύ πιο ανησυχητικό, αν μεταβληθεί ταυτόχρονα και η μνήμη μας, θα μπορέσουμε ποτέ να αντιληφθούμε ότι ο κόσμος άλλαξε;
Η ερώτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και έξω από το πλαίσιο της ταινίας. Η σύγχρονη ψυχολογία γνωρίζει ότι η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί ως μια τέλεια καταγραφή των γεγονότων. Αντίθετα, κάθε φορά που ανακαλούμε ένα γεγονός, το ανασυνθέτουμε, συχνά επηρεασμένοι από νέες πληροφορίες, συναισθήματα και εμπειρίες. Με άλλα λόγια, η μνήμη δεν αποτελεί ένα σταθερό αρχείο, αλλά μια διαρκώς εξελισσόμενη αφήγηση του εαυτού μας. Το “Dark City” μετατρέπει αυτή την επιστημονική διαπίστωση σε ένα ακραίο φιλοσοφικό πείραμα, τι θα συνέβαινε αν κάποιος μπορούσε να ξαναγράψει ολόκληρη αυτή την αφήγηση μέσα σε μία μόνο νύχτα;
Κάπου εδώ το έργο παύει να αφορά αποκλειστικά μια φανταστική πόλη και αρχίζει να μιλά για κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Πόσο από αυτό που αποκαλούμε προσωπικότητα βασίζεται στις αναμνήσεις μας; Πόσο από τον χαρακτήρα μας είναι αποτέλεσμα των εμπειριών που ζήσαμε και πόσο αποτελεί κάτι βαθύτερο, που επιβιώνει ακόμη και όταν όλα τα υπόλοιπα μεταβάλλονται; Είναι ερωτήματα που απασχόλησαν τη φιλοσοφία πολύ πριν από την εμφάνιση της επιστημονικής φαντασίας και που εξακολουθούν να παραμένουν ανοιχτά μέχρι σήμερα.
Ίσως γι’ αυτό η μόνιμη νύχτα του “Dark City” δεν αποτελεί απλώς ένα αισθητικό εύρημα ή ένα εντυπωσιακό σκηνικό. Συμβολίζει μια κατάσταση ύπαρξης, όπου ο άνθρωπος έχει πάψει να αναζητά το φως όχι επειδή δεν υπάρχει, αλλά επειδή έχει ξεχάσει ότι υπήρξε ποτέ. Και ίσως αυτή να είναι η πιο ανησυχητική ιδέα ολόκληρης της ταινίας, ότι η λήθη μπορεί να αποδειχθεί πολύ αποτελεσματικότερη από οποιαδήποτε μορφή βίας ή καταναγκασμού.
Από τη στιγμή που εμφανίζονται για πρώτη φορά στην οθόνη, οι μυστηριώδεις Strangers προκαλούν μια αίσθηση που δύσκολα περιγράφεται. Δεν θυμίζουν εξωγήινους εισβολείς με τη συμβατική έννοια, ούτε κλασικούς κινηματογραφικούς κακούς που επιδιώκουν την κυριαρχία μέσω της βίας. Κινούνται αργά, σχεδόν τελετουργικά, ντυμένοι με μακριά μαύρα παλτά, με χλωμά πρόσωπα και ανέκφραστα βλέμματα, σαν να αποτελούν περισσότερο προσωποποιήσεις μιας αφηρημένης δύναμης παρά βιολογικά όντα.
Η πρώτη εντύπωση που δημιουργείται είναι ότι πρόκειται για παντοδύναμες υπάρξεις. Έχουν τη δυνατότητα να σταματούν τον χρόνο, να μεταμορφώνουν ολόκληρη την πόλη, να αναδιατάσσουν τα κτίρια, να εμφυτεύουν νέες αναμνήσεις στους ανθρώπους και να αλλάζουν μέσα σε λίγα λεπτά κάθε στοιχείο της προσωπικής τους ιστορίας. Αν κάποιος παρατηρήσει μόνο τις εξωτερικές τους δυνατότητες, θα μπορούσε εύκολα να τους θεωρήσει θεούς.
Ωστόσο, όσο εξελίσσεται η αφήγηση, αποκαλύπτεται μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ανατροπή. Οι Strangers δεν είναι δημιουργοί της ζωής. Δεν κατασκεύασαν τον άνθρωπο ούτε κατανοούν πραγματικά εκείνο που προσπαθούν απεγνωσμένα να ανακαλύψουν. Διαθέτουν σχεδόν απόλυτο έλεγχο πάνω στον κόσμο της ύλης, αλλά αδυνατούν να εξηγήσουν το σημαντικότερο στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Αυτό που αναζητούν δεν είναι η εξουσία.
Την έχουν ήδη.
Δεν είναι η αθανασία.
Τη διαθέτουν ήδη.
Δεν είναι ο έλεγχος.
Τον ασκούν κάθε νύχτα.
Αυτό που τους λείπει είναι κάτι πολύ πιο θεμελιώδες.
Η ανθρώπινη ψυχή.
Ή, αν προτιμήσει κανείς μια λιγότερο θεολογική διατύπωση, εκείνη η άυλη ποιότητα που καθιστά κάθε άνθρωπο μοναδικό και μη αναγώγιμο στο σύνολο των αναμνήσεων ή των εμπειριών του.
Και ακριβώς εδώ το Dark City αρχίζει να αποκτά μια αξιοσημείωτη φιλοσοφική συγγένεια με ορισμένες από τις σημαντικότερες ιδέες του Γνωστικισμού.
Στα γνωστικά κείμενα που ανακαλύφθηκαν το 1945 κοντά στο Nag Hammadi της Αιγύπτου, περιγράφεται μια κοσμολογία σύμφωνα με την οποία ο υλικός κόσμος δεν αποτελεί δημιούργημα της υπέρτατης θεότητας, αλλά ενός κατώτερου δημιουργού, του Δημιουργού ή Demiurge. Γύρω από αυτόν δρουν οι Άρχοντες, οντότητες που διαχειρίζονται τον υλικό κόσμο και κρατούν τον άνθρωπο εγκλωβισμένο στην άγνοια, εμποδίζοντάς τον να αναγνωρίσει τη θεϊκή σπίθα που φέρει μέσα του.
Οι παραλληλισμοί με το “Dark City” είναι αναμφίβολα εντυπωσιακοί. Οι Strangers κυβερνούν έναν τεχνητό κόσμο, επεμβαίνουν στη μνήμη των ανθρώπων και διατηρούν ολόκληρη την κοινωνία σε μια κατάσταση διαρκούς λήθης. Δεν επιδιώκουν όμως απλώς να εξουσιάσουν. Προσπαθούν να κατανοήσουν εκείνο που οι ίδιοι δεν διαθέτουν. Είναι σαν επιστήμονες που μελετούν ένα φαινόμενο το οποίο αδυνατούν να βιώσουν προσωπικά.
Ωστόσο, σε αυτό ακριβώς το σημείο χρειάζεται προσοχή. Θα ήταν υπερβολικό να υποστηρίξει κανείς ότι οι δημιουργοί της ταινίας επιχείρησαν να μεταφέρουν αυτούσια τη γνωστική κοσμολογία στη μεγάλη οθόνη. Οι ίδιοι δεν έχουν δηλώσει ποτέ ότι οι Strangers σχεδιάστηκαν ως κινηματογραφική αναπαράσταση των Αρχόντων. Είναι πιθανότερο να αντλούν έμπνευση από ένα ευρύτερο σύνολο φιλοσοφικών, θρησκευτικών και λογοτεχνικών επιρροών, μέσα στις οποίες ο Γνωστικισμός αποτελεί μία μόνο από τις πολλές συνιστώσες.
Αυτό, όμως, δεν μειώνει την αξία των παραλληλισμών. Αντίθετα, τους καθιστά ακόμη πιο ενδιαφέροντες. Οι μεγάλες αφηγήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού συχνά επανέρχονται με διαφορετικές μορφές, ακόμη κι όταν οι δημιουργοί τους δεν ακολουθούν συνειδητά μια συγκεκριμένη παράδοση. Η ιδέα μιας πραγματικότητας που διοικείται από ισχυρές αλλά ατελείς οντότητες εμφανίζεται σε φιλοσοφικά συστήματα, θρησκευτικές παραδόσεις και έργα λογοτεχνίας που απέχουν μεταξύ τους πολλούς αιώνες.
Ίσως όμως η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά των Strangers να μην είναι η ομοιότητά τους με τους Αρχόντες, αλλά μια ιδιότητα που σπάνια σχολιάζεται.
Οι Strangers δεν δημιουργούν ποτέ κάτι πραγματικά νέο.
Αναδιατάσσουν.
Ανακυκλώνουν.
Αντιγράφουν.
Αντικαθιστούν.
Επανασυνθέτουν.
Παίρνουν υπάρχουσες αναμνήσεις και τις μεταφέρουν σε άλλους ανθρώπους. Αλλάζουν τα σπίτια, τις οικογένειες, τις κοινωνικές θέσεις και τις προσωπικές ιστορίες, χωρίς όμως να γεννούν ποτέ μια αυθεντική ανθρώπινη εμπειρία. Η εξουσία τους είναι τεράστια, αλλά περιορίζεται στη διαχείριση όσων ήδη υπάρχουν. Δεν μπορούν να δημιουργήσουν αυτό που αναζητούν περισσότερο.
Και ίσως εδώ να βρίσκεται η βαθύτερη τραγωδία τους.
Δεν είναι παντοδύναμοι τύραννοι.
Είναι ένας πολιτισμός που κατέκτησε σχεδόν τα πάντα, εκτός από το μοναδικό πράγμα που δεν μπορεί να αποκτηθεί με έλεγχο, την αυθεντική εμπειρία της ύπαρξης.
Γι’ αυτό και, όσο περισσότερο τους παρακολουθεί ο θεατής, τόσο λιγότερο μοιάζουν με θεούς και τόσο περισσότερο με μια κοινωνία που έχει χάσει την ίδια την ικανότητα να ζει. Είναι όντα που μπορούν να αλλάξουν ολόκληρο τον κόσμο, αλλά αδυνατούν να κατανοήσουν γιατί ένας άνθρωπος αγαπά, δημιουργεί, θυσιάζεται ή ονειρεύεται.
Αυτή είναι η πιο ανατρεπτική ιδέα του “Dark City”. Δεν παρουσιάζει το απόλυτο κακό ως μια πανίσχυρη δύναμη που επιθυμεί την καταστροφή της ανθρωπότητας. Το παρουσιάζει ως μια δύναμη που, παρά την τεχνολογική και διανοητική της υπεροχή, ζηλεύει εκείνο που ο άνθρωπος διαθέτει χωρίς καν να συνειδητοποιεί την αξία του.
Σε ολόκληρη τη διάρκεια του “Dark City”, οι Strangers πραγματοποιούν αμέτρητα πειράματα πάνω στους ανθρώπους. Δεν ενδιαφέρονται να κατακτήσουν νέες χώρες ούτε να συγκεντρώσουν πλούτο ή εξουσία. Η κυριαρχία τους είναι ήδη απόλυτη. Εκείνο που τους απασχολεί είναι ένα ερώτημα πολύ πιο βαθύ, πού βρίσκεται αυτό που αποκαλούμε ανθρώπινη ψυχή;
Για να το ανακαλύψουν, επεμβαίνουν διαρκώς στη μνήμη των κατοίκων της πόλης. Ανταλλάσσουν ζωές, δημιουργούν νέες οικογένειες, αλλάζουν κοινωνικές θέσεις, επαγγέλματα, φιλίες και προσωπικές ιστορίες, σαν να ανακατεύουν αδιάκοπα τα ίδια κομμάτια ενός παζλ. Η βασική τους υπόθεση είναι απλή. Αν αλλάξουν όλες τις αναμνήσεις ενός ανθρώπου, τότε θα αλλάξει και ο ίδιος ο άνθρωπος. Αν η προσωπικότητα αποτελεί αποκλειστικά προϊόν εμπειριών, τότε η ψυχή δεν είναι παρά το άθροισμα όσων θυμόμαστε.
Ολόκληρο το κινηματογραφικό πείραμα του “Dark City” περιστρέφεται γύρω από αυτή την υπόθεση.
Και όμως, αποτυγχάνει.
Παρά τις αμέτρητες μεταβολές, παρά τις τεχνητές αναμνήσεις και τις κατασκευασμένες ταυτότητες, κάτι συνεχίζει να διαφεύγει από τον έλεγχό τους. Κάτι παραμένει σταθερό, αόρατο και απρόσιτο στις μεθόδους τους. Ο χαρακτήρας του John Murdoch δεν είναι ξεχωριστός επειδή διαθέτει διαφορετικές αναμνήσεις από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Είναι ξεχωριστός επειδή μέσα του υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να τροποποιηθεί μέσω της μνήμης.
Εδώ ακριβώς το Dark City συναντά μία από τις αρχαιότερες φιλοσοφικές αναζητήσεις της ανθρωπότητας.
Στον Γνωστικισμό, ο άνθρωπος δεν ορίζεται αποκλειστικά από το σώμα ή τον νου του. Στο εσωτερικό του υπάρχει η περίφημη θεία σπίθα, ένα στοιχείο που προέρχεται από την ανώτερη πραγματικότητα και παραμένει εγκλωβισμένο στον υλικό κόσμο. Η λύτρωση δεν επιτυγχάνεται μέσω της συσσώρευσης πληροφοριών ούτε μέσω της υπακοής σε κάποια εξωτερική εξουσία. Επιτυγχάνεται όταν ο άνθρωπος αναγνωρίσει μέσα του αυτή την ξεχασμένη προέλευση. Η γνώση δεν είναι εγκυκλοπαιδική πληροφορία. Είναι ανάμνηση αυτού που υπήρξαμε πριν από τη λήθη.
Είναι εντυπωσιακό ότι ο Murdoch δεν αποκτά τις ικανότητές του επειδή κάποιος του τις χαρίζει. Δεν μεταμορφώνεται από μια εξωτερική δύναμη. Αντίθετα, η δύναμή του φαίνεται να αφυπνίζεται σταδιακά, σαν να υπήρχε εξαρχής μέσα του και απλώς περίμενε τη στιγμή που θα πάψει να περιορίζεται από τις ψευδείς βεβαιότητες της πόλης. Η ταινία, χωρίς να χρησιμοποιεί ποτέ τον όρο «θεία σπίθα», περιγράφει κινηματογραφικά μια διαδικασία που θυμίζει έντονα τη γνωστική έννοια της αφύπνισης.
Το ενδιαφέρον όμως δεν σταματά στον Γνωστικισμό.
Ο Carl Gustav Jung πίστευε ότι η ολοκλήρωση της προσωπικότητας δεν συνίσταται στην απόκτηση ενός νέου εαυτού, αλλά στην αποκάλυψη εκείνου που βρίσκεται ήδη μέσα μας. Η διαδικασία της εξατομίκευσης, όπως την περιέγραψε, δεν είναι η κατασκευή μιας νέας ταυτότητας αλλά η σταδιακή αναγνώριση της βαθύτερης ψυχικής πραγματικότητας του ανθρώπου. Με διαφορετική γλώσσα, ο Jung περιγράφει μια πορεία που παρουσιάζει αξιοσημείωτες αναλογίες με το ταξίδι του Murdoch.
Παρόμοια ερωτήματα συναντά κανείς και στο έργο του Philip K. Dick. Στα μυθιστορήματά του, οι χαρακτήρες αμφιβάλλουν διαρκώς για τις αναμνήσεις τους, για την αυθεντικότητα των εμπειριών τους και για την ίδια τη φύση της πραγματικότητας. Εκείνο όμως που τελικά τους απασχολεί δεν είναι μόνο αν ο κόσμος είναι αληθινός. Είναι αν υπάρχει κάτι μέσα στον άνθρωπο που παραμένει αληθινό ακόμη και όταν όλα γύρω του αποδεικνύονται ψευδή.
Αξιοσημείωτο είναι ότι το ίδιο ερώτημα απασχολεί σήμερα και τη σύγχρονη φιλοσοφία του νου, καθώς και την έρευνα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη. Αν ένα σύστημα μπορούσε κάποτε να αναπαράγει με απόλυτη ακρίβεια όλες τις αναμνήσεις, τις συνήθειες, τη γλώσσα και τις συμπεριφορές ενός ανθρώπου, θα επρόκειτο πράγματι για το ίδιο πρόσωπο ή για μια εξαιρετικά πιστή προσομοίωση; Το ερώτημα παραμένει ανοικτό και αναδεικνύει πόσο επίκαιρη εξακολουθεί να είναι η κεντρική ιδέα του “Dark City”.
Και εδώ ίσως βρίσκεται το μεγαλύτερο επίτευγμα της ταινίας. Αντί να δώσει μια οριστική απάντηση, αφήνει τον θεατή αντιμέτωπο με ένα ερώτημα που η φιλοσοφία δεν έχει ακόμη επιλύσει. Είναι ο άνθρωπος το σύνολο των αναμνήσεών του ή υπάρχει μια βαθύτερη διάσταση της ύπαρξης που επιβιώνει ακόμη κι όταν όλες οι προσωπικές ιστορίες μπορούν να ξαναγραφούν;
Ίσως η σημαντικότερη σκηνή της ταινίας να είναι εκείνη στην οποία ο Murdoch εξηγεί στους Strangers ότι αναζητούσαν την ανθρώπινη ουσία στο λάθος σημείο. Έψαχναν μέσα στις αναμνήσεις, ενώ αυτό που προσπαθούσαν να βρουν δεν βρισκόταν ποτέ εκεί. Η φράση αυτή λειτουργεί σαν φιλοσοφικό κλειδί για ολόκληρη την αφήγηση. Αν οι αναμνήσεις μπορούν να αντικατασταθούν, αν οι εμπειρίες μπορούν να ανακατασκευαστούν και αν ακόμη και η προσωπική μας ιστορία μπορεί να μεταβληθεί, τότε ίσως η πραγματική μας ταυτότητα να βρίσκεται σε ένα πολύ βαθύτερο επίπεδο της ύπαρξης.
Και ίσως γι’ αυτό οι Strangers ήταν εξαρχής καταδικασμένοι να αποτύχουν. Προσπάθησαν να κατανοήσουν τον άνθρωπο αναλύοντας το αρχείο της ζωής του, χωρίς ποτέ να αντιληφθούν ότι το ουσιαστικότερο μέρος του δεν καταγράφεται σε καμία ανάμνηση.
Υπάρχουν ορισμένα έργα τέχνης που δεν περιορίζονται ποτέ στη δική τους εποχή. Κάθε γενιά τα διαβάζει διαφορετικά, γιατί κάθε εποχή αναγνωρίζει μέσα τους τα δικά της ερωτήματα. Το “Dark City” είναι ένα από αυτά τα έργα. Όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από το 1998, τόσο περισσότερο μοιάζει να συνομιλεί όχι μόνο με τον κινηματογράφο, αλλά με μια ολόκληρη ιστορία φιλοσοφικών ιδεών που εκτείνεται από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη ψηφιακή εποχή.
Ίσως η πρώτη και πιο προφανής αναφορά να οδηγεί στην περίφημη Αλληγορία του Σπηλαίου του Πλάτωνα. Οι δεσμώτες που ζουν αλυσοδεμένοι μέσα στο σπήλαιο θεωρούν τις σκιές ως τη μοναδική πραγματικότητα, όχι επειδή είναι αφελείς, αλλά επειδή δεν γνώρισαν ποτέ κάτι διαφορετικό. Όταν ένας από αυτούς αντικρίζει για πρώτη φορά το φως του ήλιου, δεν αποκτά απλώς νέες πληροφορίες. Αναγκάζεται να επαναπροσδιορίσει ολόκληρη την εικόνα που είχε για τον κόσμο.
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στον John Murdoch. Η αφύπνισή του δεν συνίσταται στην απόκτηση κάποιου μυστικού που οι άλλοι αγνοούν. Συνίσταται στη σταδιακή συνειδητοποίηση ότι όλα όσα θεωρούσε αυτονόητα ίσως αποτελούν μέρος μιας κατασκευασμένης πραγματικότητας. Η διαφορά είναι λεπτή αλλά ουσιαστική. Η αλήθεια δεν προστίθεται στον κόσμο, αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος ερμηνεύεται.
Αυτή η ιδέα επανέρχεται αργότερα στο έργο συγγραφέων όπως ο Philip K. Dick, ο οποίος αφιέρωσε μεγάλο μέρος της δημιουργικής του πορείας στο ίδιο σχεδόν ερώτημα, πώς μπορεί κανείς να διακρίνει το αληθινό από το κατασκευασμένο όταν ακόμη και οι αναμνήσεις ή οι αισθήσεις ενδέχεται να είναι αναξιόπιστες; Στα μυθιστορήματά του, η πραγματικότητα μοιάζει συχνά εύθραυστη, ικανή να μεταβληθεί από δυνάμεις που ο άνθρωπος αδυνατεί να αντιληφθεί. Το Dark City μεταφέρει αυτή τη λογοτεχνική ανησυχία στη μεγάλη οθόνη, δίνοντας όμως μεγαλύτερη έμφαση όχι στην εξαπάτηση των αισθήσεων, αλλά στην αναζήτηση της αυθεντικής ταυτότητας.
Αρκετές δεκαετίες αργότερα, ο Γάλλος φιλόσοφος Jean Baudrillard θα χρησιμοποιήσει τον όρο υπερπραγματικότητα (hyperreality) για να περιγράψει μια κατάσταση στην οποία οι αναπαραστάσεις αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την ίδια την πραγματικότητα. Οι άνθρωποι δεν σχετίζονται πλέον άμεσα με τον κόσμο, αλλά με εικόνες, σύμβολα και αφηγήσεις που αντικαθιστούν σταδιακά την εμπειρία. Το “Dark City” παρουσιάζει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα κινηματογραφική εκδοχή αυτής της ιδέας. Οι κάτοικοι της πόλης δεν ζουν σύμφωνα με όσα πραγματικά συνέβησαν, αλλά σύμφωνα με τις αναμνήσεις που τους έχουν εμφυτευθεί. Η αναπαράσταση έχει αντικαταστήσει ολοκληρωτικά το βίωμα.
Οι συνδέσεις δεν σταματούν εκεί. Τα τελευταία χρόνια, έννοιες όπως η Υπερδαιμονία (Hyperstition), απέκτησαν ιδιαίτερη απήχηση στους κύκλους της φιλοσοφίας, της κουλτούρας του διαδικτύου και της εναλλακτικής γνωσιολογίας. Σύμφωνα με αυτή την ιδέα, ορισμένες αφηγήσεις δεν περιορίζονται στο να περιγράφουν την πραγματικότητα, αλλά συμβάλλουν ενεργά στη διαμόρφωσή της. Όσο περισσότερο διαδίδονται και υιοθετούνται, τόσο περισσότερο αρχίζουν να παράγουν πραγματικές συνέπειες στον κόσμο.
Αν και το “Dark City” δημιουργήθηκε αρκετά χρόνια πριν ο όρος αυτός γίνει ευρύτερα γνωστός, παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη αναλογία. Οι ζωές των κατοίκων δεν καθορίζονται από αντικειμενικά γεγονότα αλλά από τις ιστορίες που πιστεύουν ότι έζησαν. Οι αναμνήσεις τους λειτουργούν ως αφηγήσεις που διαμορφώνουν την ταυτότητά τους. Όταν οι αφηγήσεις αλλάζουν, αλλάζει και ο ίδιος ο άνθρωπος. Η ταινία, βέβαια, δεν υποστηρίζει τη θεωρία του Hyperstition, απλώς διερευνά κινηματογραφικά μια συγγενική ιδέα, ότι η πραγματικότητα και η προσωπική ταυτότητα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις ιστορίες που αφηγούμαστε για τον εαυτό μας.
Παρόμοια γόνιμη αναλογία μπορεί να γίνει και με την Μαγεία του Χάους (Chaos Magic). Στη συγκεκριμένη εσωτερική παράδοση, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στον τρόπο με τον οποίο τα σύμβολα, οι πεποιθήσεις και η πρόθεση μπορούν να επηρεάσουν την ανθρώπινη εμπειρία. Δεν πρόκειται για ταύτιση με όσα παρουσιάζει η ταινία. Ωστόσο, η ικανότητα των Strangers και αργότερα του Murdoch να αναδιαμορφώνουν τον κόσμο μέσω της συνείδησης αποτελεί μια ενδιαφέρουσα καλλιτεχνική μεταφορά της σχέσης ανάμεσα στην πληροφορία, τη βούληση και την πραγματικότητα.
Όλες αυτές οι προσεγγίσεις συναντώνται σήμερα σε ένα νέο πεδίο προβληματισμού, την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, των αλγορίθμων και της ψηφιακής πληροφορίας. Η σύγχρονη πραγματικότητα δεν μεταβάλλεται μέσα σε μια νύχτα από μυστηριώδεις υπάρξεις με μαύρα παλτά. Διαμορφώνεται καθημερινά από δισεκατομμύρια δεδομένα, εξατομικευμένες ροές πληροφόρησης, ψηφιακές πλατφόρμες και συστήματα που επιλέγουν ποια εικόνα του κόσμου θα φτάσει τελικά σε κάθε άνθρωπο. Η σύγκριση δεν είναι κυριολεκτική ούτε υποδηλώνει ότι η κοινωνία μας αποτελεί μια σύγχρονη εκδοχή της “Dark City”. Ωστόσο, η ταινία μάς υπενθυμίζει κάτι εξαιρετικά επίκαιρο, ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις πληροφορίες στις οποίες έχουμε πρόσβαση και από τις αφηγήσεις που επιλέγουμε να εμπιστευτούμε.
Ίσως γι’ αυτό το “Dark City” εξακολουθεί να προκαλεί τόσο έντονο ενδιαφέρον. Δεν λειτουργεί ως προφητεία ούτε ως αποκάλυψη κάποιας κρυφής αλήθειας. Λειτουργεί ως ένας καθρέφτης. Κάθε εποχή αναγνωρίζει μέσα του τις δικές της αγωνίες. Για άλλους είναι μια ιστορία για τον Γνωστικισμό. Για άλλους μια κινηματογραφική εκδοχή της Αλληγορίας του Σπηλαίου. Για άλλους ένα σχόλιο πάνω στη μνήμη, στην ταυτότητα ή στη σχέση ανθρώπου και τεχνολογίας. Και ίσως αυτή ακριβώς η πολυσημία να αποτελεί το μεγαλύτερο επίτευγμα της ταινίας, δεν εγκλωβίζεται ποτέ σε μία μόνο ερμηνεία, αλλά συνεχίζει να παράγει νέους διαλόγους κάθε φορά που κάποιος επιστρέφει στους σκοτεινούς δρόμους της.
Σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του, το “Dark City” εξακολουθεί να αντιστέκεται στις εύκολες κατηγοριοποιήσεις. Δεν είναι απλώς μια δυστοπική ταινία επιστημονικής φαντασίας, ούτε μια ακόμη ιστορία εξωγήινων ή μια κινηματογραφική άσκηση αισθητικής. Είναι ένα έργο που χρησιμοποιεί τον κινηματογράφο για να θέσει ερωτήματα τα οποία η ανθρωπότητα επαναλαμβάνει εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Ποιοι είμαστε όταν αφαιρέσουμε όλα όσα μας έχουν συμβεί;
Είναι οι αναμνήσεις μας αρκετές για να ορίσουν την ταυτότητά μας ή υπάρχει κάτι βαθύτερο που επιμένει να παραμένει αναλλοίωτο;
Πόσο από τον κόσμο που αντιλαμβανόμαστε αποτελεί αντικειμενική πραγματικότητα και πόσο είναι το αποτέλεσμα των ιστοριών που έχουμε μάθει να αποδεχόμαστε ως αληθινές;
Από τον Πλάτωνα μέχρι τα γνωστικά κείμενα του Nag Hammadi, από τον Carl Jung μέχρι τον Philip K. Dick και από τη σύγχρονη φιλοσοφία της συνείδησης μέχρι τις συζητήσεις γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη, οι ίδιες σχεδόν ερωτήσεις επιστρέφουν με διαφορετικές λέξεις, διαφορετικά σύμβολα και διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα. Το “Dark City” δεν δίνει οριστικές απαντήσεις σε κανένα από αυτά τα ερωτήματα. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη δύναμή του.
Η αξία του δεν βρίσκεται στο αν περιγράφει μια κρυμμένη αλήθεια για το σύμπαν ή αν οι συμβολισμοί του ταυτίζονται με κάποια συγκεκριμένη φιλοσοφική ή θρησκευτική παράδοση. Βρίσκεται στο ότι υπενθυμίζει κάτι που συχνά ξεχνάμε μέσα στην καθημερινότητα, ότι η πραγματικότητα δεν είναι μόνο αυτό που βλέπουμε, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουμε να την ερμηνεύσουμε.
Σε μια εποχή όπου οι πληροφορίες πολλαπλασιάζονται ταχύτερα από ποτέ, όπου οι ψηφιακές τεχνολογίες αναδιαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο θυμόμαστε, επικοινωνούμε και κατασκευάζουμε την προσωπική μας ταυτότητα, το “Dark City” μοιάζει λιγότερο με μια ιστορία του παρελθόντος και περισσότερο με μια διαχρονική υπενθύμιση. Όχι ότι ζούμε απαραίτητα μέσα σε μια ψευδή πραγματικότητα, αλλά ότι η αναζήτηση της αλήθειας παραμένει πάντοτε μια προσωπική διαδρομή που απαιτεί αμφισβήτηση, αυτογνωσία και διάθεση να κοιτάξουμε πέρα από το προφανές.
Πιθανότατα αυτό να είναι και το πραγματικό νόημα της αφύπνισης που παρουσιάζει η ταινία. Δεν είναι η απόδραση από έναν ψεύτικο κόσμο ούτε η ανακάλυψη κάποιας απόλυτης γνώσης. Είναι η στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος σταματά να αποδέχεται μηχανικά όσα του προσφέρονται ως αυτονόητα και αρχίζει να αναζητά μόνος του τις απαντήσεις.
Κάθε εποχή έχει τη δική της «Σκοτεινή Πόλη». Κάθε κοινωνία έχει τις δικές της βεβαιότητες, τους δικούς της φόβους και τις δικές της αφηγήσεις για το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Όμως, όσο διαφορετικές κι αν είναι αυτές οι αφηγήσεις, ένα ερώτημα εξακολουθεί να παραμένει αναλλοίωτο μέσα στους αιώνες.
Αν μια μέρα αφαιρούσαν από έναν άνθρωπο όλες τις αναμνήσεις του, όλες τις πεποιθήσεις του, κάθε κοινωνικό ρόλο, κάθε ετικέτα και κάθε αφήγηση που τον συνοδεύει από τη γέννησή του… τι θα απέμενε;
Ίσως κανείς να μην μπορεί να δώσει μια οριστική απάντηση.
Ίσως όμως εκεί, ακριβώς μέσα σε αυτό το ερώτημα, να αρχίζει η πραγματική αναζήτηση της γνώσης.
Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο μήνυμα που μας αφήνει το “Dark City”. Όχι ότι πρέπει να φοβόμαστε το σκοτάδι, αλλά ότι καμία πόλη, κανένα σύστημα και καμία δύναμη δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα στο σκοτάδι έναν άνθρωπο που αποφάσισε να αναζητήσει το δικό του φως.