Αλχημεία και Fulcanelli: Από τη μεταστοιχείωση της ύλης και την αναζήτηση της Φιλοσοφικής Λίθου στο μυστήριο του τελευταίου αλχημιστή. Πού τελειώνει η ιστορία και πού αρχίζει ο μύθος;

Αλχημεία και Fulcanelli: Από τη μεταστοιχείωση της ύλης και την αναζήτηση της Φιλοσοφικής Λίθου στο μυστήριο του τελευταίου αλχημιστή. Πού τελειώνει η ιστορία και πού αρχίζει ο μύθος;

 

Αν απομακρύνουμε για λίγο από τη σκέψη μας τις εικόνες που έχει δημιουργήσει η λογοτεχνία, ο κινηματογράφος και η σύγχρονη αποκρυφιστική παράδοση, η αλχημεία γίνεται αμέσως πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Δεν ήταν απλώς η δραστηριότητα κάποιων εκκεντρικών ανθρώπων που περνούσαν τη ζωή τους μέσα σε σκοτεινά εργαστήρια προσπαθώντας να μετατρέψουν τον μόλυβδο σε χρυσό, ούτε όμως ήταν εξαρχής μια κρυπτογραφημένη πνευματική διδασκαλία που χρησιμοποιούσε τα μέταλλα αποκλειστικά ως μεταφορές για την ανθρώπινη ψυχή.

Για μεγάλο μέρος της ιστορίας της υπήρξε κάτι πολύ δυσκολότερο να τοποθετηθεί στις σημερινές μας κατηγορίες, μια πραγματική εργαστηριακή πρακτική, μια θεωρία της ύλης, μια μορφή φυσικής φιλοσοφίας, ένα σύστημα ιατρικών και μεταλλουργικών εφαρμογών και, σε ορισμένες εποχές και παραδόσεις, ένα φιλοσοφικό και πνευματικό σύστημα. Η διάκριση ανάμεσα στην αλχημεία και τη χημεία, την οποία θεωρούμε σήμερα αυτονόητη, είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν της νεότερης εποχής. Για τον άνθρωπο της ύστερης αρχαιότητας, του μεσαιωνικού ισλαμικού κόσμου ή της αναγεννησιακής Ευρώπης, η ερώτηση αν ένα πείραμα ήταν επιστημονικό ή αλχημικό δεν θα είχε πάντοτε το νόημα που έχει για εμάς σήμερα.

Η ιστορία της δυτικής αλχημείας οδηγεί συνήθως στην Ελληνορωμαϊκή Αίγυπτο, έναν κόσμο στον οποίο ελληνικές φιλοσοφικές θεωρίες για τη φύση και την ύλη συναντήθηκαν με αιγυπτιακές τεχνικές μεταλλουργίας, βαφής, κατασκευής κραμάτων, επεξεργασίας γυαλιού και απομίμησης πολύτιμων υλικών. Χαρακτηριστικά τεκμήρια αυτού του κόσμου αποτελούν οι πάπυροι του Leiden και της Stockholm, που χρονολογούνται περίπου στον 3ο–4ο αιώνα μ.Χ.

Οι ονομασίες τους δεν υποδηλώνουν τον τόπο στον οποίο γράφτηκαν ή ανακαλύφθηκαν, αλλά τις ευρωπαϊκές πόλεις στις οποίες κατέληξαν και φυλάσσονται σήμερα, ο Leiden Papyrus X βρίσκεται στο Rijksmuseum van Oudheden, το εθνικό μουσείο αρχαιοτήτων του Leiden στην Ολλανδία, ενώ ο Stockholm Papyrus βρίσκεται στη Stockholm της Σουηδίας, στη συλλογή της Kungliga Vitterhetsakademien. Και οι δύο, ωστόσο, προέρχονται από την Αίγυπτο και συνδέονται στενά μεταξύ τους. Αποκτήθηκαν κατά τον 19ο αιώνα από τον Σουηδό διπλωμάτη και συλλέκτη Johan d’Anastasi και θεωρείται ότι πιθανότατα προέρχονται από την περιοχή των αρχαίων Θηβών στην Αίγυπτο.

Το περιεχόμενό τους είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, επειδή σε αυτούς δεν βρίσκουμε απλώς αόριστες μαγικές επικλήσεις, αλλά πραγματικές συνταγές και τεχνικές οδηγίες. Μία από αυτές περιγράφει μια ουσία που μπορεί να δώσει στην επιφάνεια του αργύρου χρυσαφένια όψη, άλλες αφορούν την απομίμηση πολύτιμων λίθων ή την αλλαγή του χρώματος μετάλλων. Ορισμένες μάλιστα από αυτές τις διαδικασίες μπορούν να αναπαραχθούν σήμερα στο εργαστήριο και λειτουργούν περίπου όπως περιγράφονται. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αρχαίοι τεχνίτες δημιουργούσαν πραγματικό χρυσό. Δείχνει όμως ότι η αλχημεία δεν γεννήθηκε μέσα σε ένα κενό παραλογισμού. Αναπτύχθηκε σε ένα περιβάλλον όπου η ύλη πράγματι φαινόταν να μεταμορφώνεται μπροστά στα μάτια του ανθρώπου.

Αρκεί να σκεφτούμε τι θα σήμαινε αυτό σε έναν κόσμο χωρίς περιοδικό πίνακα, χωρίς ατομική θεωρία με τη σημερινή της μορφή και χωρίς γνώση για τα πρωτόνια που καθορίζουν την ταυτότητα ενός χημικού στοιχείου. Ο χαλκός μπορούσε να αποκτήσει χρυσαφένιο χρώμα όταν μετατρεπόταν σε ορείχαλκο, ο άργυρος μπορούσε να μαυρίσει, διαφορετικές ουσίες μπορούσαν με θέρμανση, διάλυση, εξάτμιση και συμπύκνωση να εμφανίσουν νέες ιδιότητες. Γιατί, λοιπόν, να θεωρηθεί εξαρχής αδύνατο ότι τα μέταλλα αποτελούσαν διαφορετικές καταστάσεις μιας κοινής υλικής βάσης και ότι, αν ο άνθρωπος κατανοούσε τις σωστές αναλογίες και διεργασίες, θα μπορούσε να επιταχύνει εκείνο που πίστευε ότι η ίδια η φύση πραγματοποιούσε αργά μέσα στη γη;

Γύρω στο 300 μ.Χ. εμφανίζεται μια από τις σημαντικότερες μορφές της πρώιμης αλχημείας, ο Ζώσιμος ο Πανοπολίτης. Στα σωζόμενα έργα του δεν βλέπουμε έναν άνθρωπο που ανακατεύει τυχαία υλικά ελπίζοντας σε ένα θαύμα, αλλά έναν ερευνητή ο οποίος περιγράφει αποστακτήρες, συσκευές και διαδικασίες για εξάχνωση (sublimation), διήθηση (filtration) και στερέωση (fixation), παρατηρεί τη συμπεριφορά ουσιών και προσπαθεί να συνδέσει τις παρατηρήσεις του με μια γενικότερη θεωρία της ύλης. Η σύγχρονη ιστοριογραφία της αλχημείας τον θεωρεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο τεχνική εμπειρία και φιλοσοφικές ιδέες συγχωνεύτηκαν σε ένα συνεκτικό πρόγραμμα έρευνας.

Το ίδιο το φιλοσοφικό υπόβαθρο αυτής της αναζήτησης έχει μεγάλη σημασία. Η αρχαία ελληνική σκέψη είχε ήδη δημιουργήσει μοντέλα σύμφωνα με τα οποία η τεράστια ποικιλία του υλικού κόσμου μπορούσε να αναχθεί σε μικρότερο αριθμό θεμελιωδών αρχών. Η αριστοτελική θεωρία των τεσσάρων στοιχείων γη, νερό, αέρας και φωτιά, και των ιδιοτήτων τους, όπως θερμό, ψυχρό, υγρό και ξηρό, προσέφερε ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο οι ουσίες μπορούσαν θεωρητικά να αλλάξουν όταν μεταβάλλονταν οι αναλογίες και οι ποιότητες τους. Αυτό που σήμερα γνωρίζουμε ότι είναι μια λανθασμένη φυσική θεωρία δεν ήταν τότε μια παράλογη υπόθεση. Αντιθέτως, έδινε μια εσωτερική λογική στην ιδέα της μεταστοιχείωσης (transmutation).

Κάπου εδώ εμφανίζεται και μία από τις πιο διαχρονικές μορφές της εσωτερικής ιστορίας, ο Ερμής Τρισμέγιστος (Hermes Trismegistus). Δεν πρόκειται για επαληθευμένο ιστορικό πρόσωπο, αλλά για μια θρυλική σύνθεση του ελληνικού Ερμή (Hermes) και του αιγυπτιακού Thoth, στην οποία αποδόθηκε ένα μεγάλο σώμα ερμητικών (hermetic) κειμένων. Η εικόνα του σοφού που κατέχει μια αρχαία γνώση για τη φύση, το σύμπαν (cosmos) και τον άνθρωπο έγινε εξαιρετικά ισχυρή και, αργότερα, η αλχημεία (alchemy) συνδέθηκε στενά μαζί του. Στον ισλαμικό κόσμο ο Ερμής συνδέθηκε ακόμη και με τον Idris και παρουσιάστηκε σε ορισμένες παραδόσεις ως ο πρώτος μεγάλος δάσκαλος της αλχημικής τέχνης.

Η περίφημη Σμαράγδινη Πλάκα (Emerald Tablet) βρίσκεται στην καρδιά αυτής της παράδοσης. Ο μύθος θέλει την πλάκα να έχει βρεθεί σε μια κρύπτη, χαραγμένη σε σμαράγδι και κρατημένη από το σώμα του ίδιου του Ερμή. Ιστορικά, όμως, η γνωστή παράδοση του κειμένου εμφανίζεται στον αραβόφωνο κόσμο περίπου τον 8ο ή 9ο αιώνα και αργότερα μεταδίδεται στη Λατινική Ευρώπη.

Η γνωστή φράση «όπως επάνω, έτσι και κάτω» («as above, so below») αποδίδει μία από τις βασικές ιδέες της ερμητικής (hermetic) σκέψης, ότι μικρόκοσμος (microcosm) και μακρόκοσμος (macrocosm), άνθρωπος και σύμπαν (cosmos), κάτω και πάνω, αποτελούν αντανακλάσεις μιας βαθύτερης ενότητας. Η ίδια παράδοση περιλαμβάνει και την αντίληψη ότι «όλα προέρχονται από το ένα», μια θέση που ταιριάζει εξαιρετικά με την αλχημική προσδοκία ότι οι φαινομενικά διαφορετικές ουσίες μπορούν να έχουν κοινή προέλευση.

Είναι σε αυτό το σημείο που η αλχημεία (alchemy) αρχίζει να γίνεται κάτι περισσότερο από μια χαμένη τεχνική ιστορία. Η προσπάθεια μεταμόρφωσης της ύλης στηρίζεται στην πεποίθηση ότι η φύση δεν αποτελείται από απομονωμένα, αμετάβλητα αντικείμενα, αλλά από μορφές που μπορούν να μεταβληθούν. Και αν η ύλη μπορεί να περάσει από μια ατελή μορφή σε μια τελειότερη, τότε το επόμενο ερώτημα είναι σχεδόν αναπόφευκτο, μήπως και ο άνθρωπος μπορεί να κάνει το ίδιο;

Η ιστορία της αλχημείας δεν μπορεί να αφηγηθεί σωστά αν περάσουμε απευθείας από την Αίγυπτο στη μεσαιωνική Ευρώπη. Ανάμεσα στα δύο βρίσκεται μια από τις σημαντικότερες φάσεις της εξέλιξής της, η αραβόφωνη και ισλαμική αλχημική παράδοση. Από τον 8ο αιώνα και μετά, ελληνικά και αιγυπτιακά κείμενα μεταφράζονται, σχολιάζονται και αναπτύσσονται σε ένα νέο επιστημονικό και φιλοσοφικό περιβάλλον. Το μεγάλο σώμα έργων του Jabir (Jabirian corpus), που αποδόθηκε στον Jabir ibn Hayyan, και τα έργα του al-Razi αποτελούν κορυφαία παραδείγματα αυτής της δημιουργικής περιόδου. Η σύγχρονη έρευνα αντιμετωπίζει με προσοχή το ερώτημα της πατρότητας των εκατοντάδων έργων που αποδίδονται στον Jabir, αλλά η επιρροή αυτού του σώματος έργων (corpus) είναι αναμφισβήτητη.

Η λεγόμενη θεωρία θείου–υδραργύρου (sulfur–mercury theory) των μετάλλων είναι χαρακτηριστική. Δεν αναφερόταν απλώς στο συνηθισμένο θείο και στον υδράργυρο ως υλικά, αλλά σε δύο θεμελιώδεις αρχές που, σε διαφορετικές αναλογίες και βαθμούς καθαρότητας, υποτίθεται ότι δημιουργούσαν διαφορετικά μέταλλα. Ο χρυσός ήταν το πιο τέλειο αποτέλεσμα αυτής της ένωσης. Τα υπόλοιπα μέταλλα μπορούσαν να θεωρηθούν λιγότερο ολοκληρωμένες ή ατελείς μορφές της ίδιας διαδικασίας. Αν η θεωρία ήταν σωστή, η μεταστοιχείωση (transmutation) δεν απαιτούσε παραβίαση της φύσης, απαιτούσε τη διόρθωση της σύνθεσης του μετάλλου.

Ο al-Razi, από την άλλη πλευρά, παρουσιάζει έναν ιδιαίτερα συστηματικό κόσμο εργαστηριακής πρακτικής, με περιγραφές υλικών, συσκευών και πειραματικών μεθόδων. Και αυτό είναι σημαντικό επειδή μας απομακρύνει από την ιδέα ότι η αλχημεία ήταν αποκλειστικά ένα πεδίο συμβολισμών και θρησκευτικών αλληγοριών. Για αιώνες υπήρξε επίσης μια σοβαρή προσπάθεια ταξινόμησης ουσιών και κατανόησης της συμπεριφοράς τους.

Ταυτόχρονα, όμως, μέσα στον ίδιο ευρύτερο πολιτισμικό χώρο εμφανίζεται και η δεύτερη διάσταση. Στον σουφισμό (Sufism) η αλχημική γλώσσα χρησιμοποιείται ως μεταφορά για την κάθαρση της ψυχής, την υπέρβαση των εγωικών χαρακτηριστικών και την προσέγγιση μιας ανώτερης κατάστασης. Η κάθαρση του μετάλλου μπορούσε να γίνει εικόνα για την κάθαρση της καρδιάς, η μετατροπή του ατελούς σε τέλειο μπορούσε να περιγράψει και τη μεταμόρφωση του ανθρώπου. Εδώ χρειάζεται προσοχή, αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι αλχημιστές «εννοούσαν στην πραγματικότητα» μόνο μια μυστικιστική διαδικασία. Σημαίνει ότι ήδη ιστορικά υπήρχε χώρος για μια διπλή ανάγνωση, υλική και πνευματική.

Από τον 12ο αιώνα η αραβόφωνη αλχημική γνώση αρχίζει να περνά συστηματικά στη Λατινική Ευρώπη μέσω μεταφράσεων. Η μετάφραση που αποδίδεται στον Robert of Chester το 1144 αποτελεί ένα από τα σημεία αναφοράς αυτής της μετάδοσης, ενώ μέσα στον επόμενο αιώνα οι θεωρίες που είχαν εισαχθεί από τον ισλαμικό κόσμο άρχισαν να μετασχηματίζονται μέσα στο ευρωπαϊκό περιβάλλον.

Από εκεί και πέρα η αλχημεία γίνεται μέρος του διανοητικού τοπίου της μεσαιωνικής και πρώιμης νεότερης Ευρώπης. Συνδέεται με τη φυσική φιλοσοφία, την ιατρική, την παρασκευή φαρμάκων, τη μεταλλουργία και τον εσωτερισμό. Στον Παράκελσο (Paracelsus) και τις μεταγενέστερες ιατροχημικές παραδόσεις, η μεταμόρφωση της ύλης συνδέεται όλο και περισσότερο με την ιδέα ότι οι χημικές διεργασίες μπορούν να παράγουν θεραπευτικές ουσίες. Το εργαστήριο δεν υπηρετεί μόνο το όνειρο του χρυσού, αλλά και την προσπάθεια κατανόησης του ανθρώπινου σώματος.

Το γεγονός ότι άνθρωποι που θεωρούμε σήμερα θεμελιωτές της επιστήμης ασχολήθηκαν σοβαρά με την αλχημεία είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό. Ο Isaac Newton αφιέρωσε τεράστιο χρόνο στη μελέτη αλχημικών κειμένων, σε πειράματα και στην αντιγραφή ή σχολιασμό αλχημικών χειρογράφων. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αλχημικές του θεωρίες δικαιώθηκαν, ούτε ότι η νεότερη φυσική γεννήθηκε από κάποια κρυφή εσωτερική γνώση. Δείχνει όμως ότι για έναν άνθρωπο του 17ου αιώνα οι σημερινές γραμμές που χωρίζουν την επιστήμη, τη θεολογία, τη φυσική φιλοσοφία και την αλχημεία δεν ήταν καθόλου τόσο καθαρές όσο έγιναν αργότερα.

Η Φιλοσοφική Λίθος (Philosopher’s Stone) γίνεται σε αυτή την παράδοση το απόλυτο αντικείμενο της αναζήτησης. Στην απλούστερη εκδοχή του μύθου είναι η ουσία που μετατρέπει τα ευτελή μέταλλα (base metals) σε χρυσό. Σε άλλες εκδοχές μπορεί να θεραπεύει, να παρατείνει τη ζωή ή να σχετίζεται με ένα Ελιξίριο της Ζωής. Το παράδοξο είναι ότι τα αλχημικά κείμενα συχνά αρνούνται να πουν καθαρά τι ακριβώς εννοούν. Αντί για απλές εργαστηριακές οδηγίες, χρησιμοποιούν ζώα, βασιλιάδες και βασίλισσες, τον Ήλιο και τη Σελήνη, δράκους, λιοντάρια, γάμους, θανάτους, διαλύσεις και αναγεννήσεις.

Η γλώσσα είναι σκόπιμα αινιγματική. Και όμως, η σύγχρονη ιστορία της χημείας έχει δείξει ότι πίσω από ορισμένα τέτοια σύμβολα μπορούν πράγματι να κρύβονται πραγματικές χημικές διαδικασίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το έργο του Lawrence Principe, ιστορικού της επιστήμης και της χημείας και καθηγητή στο Johns Hopkins University, ο οποίος έχει αφιερώσει σημαντικό μέρος της έρευνάς του στην ιστορία της αλχημείας και ιδιαίτερα στην πειραματική ανακατασκευή παλαιών αλχημικών διαδικασιών. Η δουλειά του παρουσιάζεται ακριβώς έτσι, ως προσπάθεια αποκωδικοποίησης παλιών αλχημικών εμβλημάτων και επανάληψης των αντίστοιχων πειραμάτων στο εργαστήριο, προκειμένου να διερευνηθεί τι πραγματικά μπορούσαν να παρατηρούν οι αλχημιστές όταν ακολουθούσαν τις αινιγματικές οδηγίες των κειμένων τους.

Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό αντίδοτο σε δύο αντίθετες απλουστεύσεις. Η πρώτη λέει ότι οι αλχημιστές ήταν απλώς απατεώνες ή προεπιστημονικοί φαντασιόπληκτοι. Η δεύτερη λέει ότι δεν ενδιαφέρονταν ποτέ πραγματικά για μέταλλα και ότι όλα ήταν κρυφές μεταφορές για την ψυχή. Και οι δύο είναι ανεπαρκείς. Οι αλχημιστές έκαναν πραγματικά πειράματα, αναζητούσαν πραγματικά τη μεταστοιχείωση (transmutation), ανέπτυσσαν πραγματικές τεχνικές και συχνά είχαν λανθασμένες αλλά συνεκτικές θεωρίες για τη φύση. Παράλληλα, ορισμένοι έδιναν στις ίδιες διαδικασίες θρησκευτικές ή φιλοσοφικές σημασίες.

Στον 18ο αιώνα, καθώς η χημεία αποκτά νέα θεωρητική βάση και η παλιά αντίληψη περί μεταστοιχείωσης των μετάλλων καταρρέει, αρχίζει η μεγάλη διάσπαση. Οι πρακτικές και τα ευρήματα που μπορούν να ενταχθούν στη νέα επιστήμη της χημείας παραμένουν, ενώ το όνειρο της χρυσοποιίας και μεγάλο μέρος του ερμητικού (hermetic) φορτίου μετακινούνται σταδιακά προς την περιοχή του αποκρυφισμού (occultism) και του εσωτερισμού (esotericism).

Υπάρχει εδώ μια σχεδόν ποιητική ειρωνεία. Η σύγχρονη φυσική απέδειξε τελικά ότι ένα στοιχείο μπορεί πράγματι να μετατραπεί σε ένα άλλο μέσω πυρηνικών διαδικασιών. Αλλά αυτό δεν δικαιώνει την παραδοσιακή αλχημεία. Ο μηχανισμός είναι εντελώς διαφορετικός από εκείνον που φαντάζονταν οι παλαιοί αλχημιστές, και η παραγωγή χρυσού με πυρηνική μεταστοιχείωση (nuclear transmutation) δεν αποτελεί πρακτικό μυστικό που θα μπορούσε να αναπαραχθεί σε ένα παλιό εργαστήριο. Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός είναι φιλοσοφικά ενδιαφέρον, ένα όνειρο που στηρίχθηκε σε λανθασμένη θεωρία αποδείχθηκε, σε ένα πολύ διαφορετικό επίπεδο της φύσης, όχι απολύτως αδύνατο.

Και τότε, όταν η αλχημεία είχε ήδη μετατραπεί για τον σύγχρονο κόσμο σε απομεινάρι μιας παλαιότερης εποχής, εμφανίζεται ένας άνθρωπος που υπογράφει με ένα όνομα το οποίο ίσως να μην ήταν ποτέ πραγματικό.

Για τον Fulcanelli υπάρχουν δύο εντελώς διαφορετικές ιστορίες. Η πρώτη αποτελείται από όσα μπορούμε να τεκμηριώσουμε. Η δεύτερη από όσα αφηγήθηκαν άνθρωποι που δήλωσαν ότι τον γνώρισαν. Το ενδιαφέρον αρχίζει ακριβώς εκεί όπου οι δύο ιστορίες συναντώνται.

Το 1926 κυκλοφορεί στο Παρίσι το βιβλίο “Το Μυστήριο των Καθεδρικών και η εσωτερική ερμηνεία των ερμητικών συμβόλων του Μεγάλου Έργου” (Le Mystère des Cathédrales et l’interprétation ésotérique des symboles hermétiques du Grand-Oeuvre). Η έκδοση φέρει το όνομα Fulcanelli, πρόλογο του Eugène Canseliet και 36 πίνακες (plates) βασισμένους σε σχέδια του Julien Champagne. Αυτά είναι απολύτως τεκμηριωμένα βιβλιογραφικά στοιχεία. Λίγα χρόνια αργότερα ακολουθεί το “Οι Φιλοσοφικές Κατοικίες” (Les Demeures Philosophales), που συνεχίζει την ίδια ερμηνευτική κατεύθυνση.

Η κεντρική ιδέα του Fulcanelli είναι συναρπαστική ακόμη και αν κάποιος απορρίπτει όλες τις πιο ακραίες αλχημικές του πεποιθήσεις. Οι γοτθικοί καθεδρικοί ναοί, οι παλαιές κατοικίες, τα γλυπτά και τα αρχιτεκτονικά διακοσμητικά στοιχεία αντιμετωπίζονται σαν βιβλία γραμμένα σε πέτρα. Σύμβολα που για τον σύγχρονο παρατηρητή είναι απλώς διακοσμητικά ή θρησκευτικά αποκτούν, μέσα από την ανάγνωσή του, ένα δεύτερο ερμητικό (hermetic) επίπεδο. Το Μεγάλο Έργο (Great Work) δεν βρίσκεται κρυμμένο μόνο στα χειρόγραφα. Βρίσκεται χαραγμένο πάνω σε προσόψεις, αγάλματα, τέρατα, φυτά, μορφές και αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες. Η Ευρώπη, με άλλα λόγια, κρύβει μπροστά στα μάτια μας έναν κώδικα τον οποίο έχουμε πάψει να γνωρίζουμε πώς να διαβάζουμε.

Το πρώτο μεγάλο μυστήριο είναι απλό, ποιος ήταν ο Fulcanelli;

Ο ίδιος δεν αποκάλυψε δημόσια την ταυτότητά του. Ο Canseliet, που παρουσιάστηκε ως μαθητής του, τόνιζε αργότερα την αποφασιστικότητα του δασκάλου να παραμείνει ανώνυμος. Αυτό φυσικά άνοιξε τον δρόμο για θεωρίες. Ο ίδιος ο Canseliet έχει προταθεί ως ο άνθρωπος πίσω από το ψευδώνυμο, ενώ συχνά συζητείται και ο Julien Champagne, ο καλλιτέχνης που εικονογράφησε το πρώτο βιβλίο και βρισκόταν πολύ κοντά στον Canseliet. Μεταγενέστερες έρευνες, δείχνουν πόσο γρήγορα η σχέση αυτής της μικρής ομάδας έγινε το κέντρο της μεταγενέστερης μυθολογίας γύρω από τον Fulcanelli.

Η θεωρία ότι ο Canseliet ήταν ο συγγραφέας έχει ένα προφανές πρόβλημα, ήταν πολύ νέος όταν το πρώτο βιβλίο γράφτηκε και εκδόθηκε, ενώ το έργο δείχνει ευρεία γνώση γλωσσών, κλασικών πηγών, αρχιτεκτονικής, συμβολισμού και αλχημικής βιβλιογραφίας. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι δεν μπορούσε να το έχει γράψει, απλώς κάνει τη θεωρία λιγότερο αυτονόητη. Η υπόθεση Champagne είναι επίσης γοητευτική αλλά όχι οριστική. Το αποτέλεσμα είναι ότι, έναν αιώνα μετά την έκδοση του πρώτου βιβλίου, το ψευδώνυμο εξακολουθεί να λειτουργεί ακριβώς όπως ίσως θα ήθελε ο άνθρωπος που το επέλεξε, ως προστατευτικό στρώμα ανάμεσα στον συγγραφέα και την ταυτότητά του.

Ο Canseliet υποστήριξε ότι το 1922, σε εγκαταστάσεις στο Sarcelles, πραγματοποίησε μεταστοιχείωση χρησιμοποιώντας μικρή ποσότητα της Φιλοσοφικής Λίθου που του είχε δώσει ο δάσκαλος. Η αφήγηση αναφέρει μετατροπή περίπου 100 γραμμαρίων μολύβδου σε χρυσό μπροστά σε μάρτυρες. Δεν υπάρχει, όμως, ανεξάρτητη εργαστηριακή τεκμηρίωση που να επιτρέπει να αντιμετωπίσουμε το γεγονός ως επιβεβαιωμένη μεταστοιχείωση. Για τη δική μας έρευνα αυτός ο διαχωρισμός είναι κρίσιμος. Η ιστορία πρέπει να αναφερθεί, επειδή αποτελεί βασικό στοιχείο της παράδοσης του Fulcanelli. Δεν πρέπει να παρουσιαστεί ως αποδεδειγμένο φυσικό γεγονός.

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η ιστορία που συνδέει τον Fulcanelli με τον Jacques Bergier. Η βασική πηγή της αφήγησης βρίσκεται στο βιβλίο “Το Πρωινό των Μάγων” (Le Matin des Magiciens), το βιβλίο που δημοσίευσαν το 1960 οι Louis Pauwels και Jacques Bergier, περίπου είκοσι τρία χρόνια μετά το υποτιθέμενο περιστατικό. Σύμφωνα με τον Bergier, ένα απόγευμα του Ιουνίου του 1937, όταν συνεργαζόταν με τον André Helbronner σε έρευνες σχετικές με την πυρηνική φυσική, συνάντησε στο Παρίσι έναν μυστηριώδη άνδρα κατόπιν αιτήματος του Helbronner.

Η συνάντηση φέρεται να πραγματοποιήθηκε σε εργαστήριο δοκιμών της Société du Gaz de Paris, στην Place Saint-Georges. Ο άγνωστος δεν φαίνεται να παρουσιάστηκε ως Fulcanelli, ο ίδιος ο Bergier ήταν εκείνος που υποστήριξε αργότερα ότι είχε σοβαρούς λόγους να πιστεύει πως ο άνθρωπος που είχε απέναντί του ήταν ο αινιγματικός αλχημιστής.

Η περιγραφή της συνομιλίας είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, επειδή ο μυστηριώδης επισκέπτης δεν περιορίστηκε, σύμφωνα με τον Bergier, σε κάποια αόριστη προφητεία για το μέλλον. Φέρεται να γνώριζε λεπτομέρειες των ερευνών του Helbronner και να αναφέρθηκε σε πειράματα με βισμούθιο, ηλεκτρικές εκκενώσεις και δευτέριο υπό υψηλή πίεση, καθώς και στην εμφάνιση ραδιενέργειας που αποδιδόταν σε πολώνιο.

Στη συνέχεια προειδοποίησε ότι η απελευθέρωση της πυρηνικής ενέργειας μπορούσε να αποδειχθεί ευκολότερη από όσο πίστευαν οι επιστήμονες της εποχής και ότι οι συνέπειες της τεχνητής ραδιενέργειας θα μπορούσαν να γίνουν εξαιρετικά επικίνδυνες για την ανθρωπότητα. Το γεγονός ότι η υποτιθέμενη συνομιλία τοποθετείται στο 1937, οκτώ χρόνια πριν από τις ατομικές βόμβες στη Hiroshima και το Nagasaki, έκανε αργότερα την ιστορία να παρουσιάζεται συχνά ως προφητική προειδοποίηση του Fulcanelli για την ατομική εποχή. Μια τέτοια διατύπωση, ωστόσο, προχωρά περισσότερο από όσο επιτρέπουν τα διαθέσιμα στοιχεία.

Ο ιστορικός πυρήνας της υπόθεσης είναι πραγματικός, ο Bergier είχε επιστημονική κατάρτιση, συνεργαζόταν πράγματι με τον Helbronner και οι πυρηνικές έρευνες στις οποίες αναφέρεται η αφήγηση ανήκουν στο πραγματικό επιστημονικό περιβάλλον της εποχής. Εκείνο που δεν μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ανεξάρτητα είναι ότι η συνάντηση πραγματοποιήθηκε ακριβώς όπως περιγράφηκε περισσότερες από δύο δεκαετίες αργότερα και, ακόμη περισσότερο, ότι ο άγνωστος συνομιλητής ήταν πράγματι ο Fulcanelli.

Δεν διαθέτουμε ανεξάρτητη καταγραφή του 1937 που να τον ταυτοποιεί με τον μυστηριώδη συγγραφέα, ενώ ο Helbronner δεν επέζησε του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ώστε να επιβεβαιώσει αργότερα την ιστορία. Έτσι, ακόμη και αν δεχτούμε ότι ο Bergier συνάντησε πράγματι έναν ασυνήθιστα καλά πληροφορημένο άνθρωπο το 1937, παραμένει ένα δεύτερο και πολύ δυσκολότερο ερώτη, ήταν αυτός ο άνθρωπος ο Fulcanelli; Η ιστορία δεν μας επιτρέπει να απαντήσουμε με βεβαιότητα, και ίσως ακριβώς αυτή η αβεβαιότητα εξηγεί γιατί το περιστατικό έγινε ένα από τα πιο ανθεκτικά κεφάλαια του μύθου που τον περιβάλλει.

Η ιστορία είναι εξαιρετικά ελκυστική, αλλά η μεθοδολογική μας θέση πρέπει να παραμείνει καθαρή. Δεν έχουμε ανεξάρτητη απόδειξη ότι ο επισκέπτης ήταν ο Fulcanelli, ούτε ότι η συζήτηση συνέβη ακριβώς όπως περιγράφηκε αργότερα. Ο Bergier έγινε ο ίδιος σημαντική μορφή της μεταπολεμικής εναλλακτικής και αποκρυφιστικής (occult) κουλτούρας, ιδιαίτερα μέσω της συνεργασίας του με τον Louis Pauwels. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αφήγησή του είναι αναγκαστικά ψευδής. Σημαίνει ότι το βάρος της ιστορίας βρίσκεται κυρίως στη μαρτυρία του.

Και ύστερα έρχονται οι ακόμη πιο ακραίες ιστορίες. Ο Fulcanelli υποτίθεται ότι εμφανίστηκε ξανά χρόνια αργότερα, χωρίς να έχει γεράσει όπως θα αναμενόταν. Σε ορισμένες αφηγήσεις μάλιστα φαίνεται νεότερος. Εδώ ο μύθος της αλχημείας συναντά το πανάρχαιο όνειρο του Ελιξιρίου της Ζωής. Ένας άνθρωπος που φέρεται να κατανόησε το Μεγάλο Έργο δεν θα είχε απλώς μάθει να μεταμορφώνει μέταλλα, θα είχε, σύμφωνα με την εσωτερική λογική της παράδοσης, μεταμορφώσει και τη δική του φυσική ύπαρξη. Ο μύθος αναφέρει δεκαετίες μεταγενέστερων θεάσεων και έναν Fulcanelli που υποτίθεται ότι επέζησε πέρα από το φυσιολογικά αναμενόμενο.

Δεν υπάρχει σοβαρή ιστορική βάση για να παρουσιάσουμε αυτούς τους ισχυρισμούς ως γεγονός. Αλλά θα ήταν εξίσου λάθος να τους αφαιρέσουμε από την ιστορία. Χωρίς αυτούς δεν καταλαβαίνουμε τι έγινε ο Fulcanelli μετά την έκδοση των βιβλίων του. Ο ανώνυμος συγγραφέας μεταμορφώθηκε σε αρχέτυπο στον «τελευταίο μεγάλο αλχημιστή» που όχι μόνο γνώριζε τη χαμένη γλώσσα των καθεδρικών ναών αλλά είχε ίσως πραγματοποιήσει όσα οι παλιοί αλχημιστές υπόσχονταν.

Και εδώ το ίδιο το όνομα Fulcanelli αποκτά σχεδόν συμβολικό χαρακτήρα. Δεν έχουμε απέναντί μας μια συνηθισμένη βιογραφία στην οποία λείπουν μερικές λεπτομέρειες. Έχουμε βιβλία χωρίς βέβαιο συγγραφέα, έναν μαθητή που λειτουργεί ταυτόχρονα ως φορέας της πληροφορίας και μέρος του μυστηρίου, έναν εικονογράφο που γίνεται ύποπτος για την πραγματική ταυτότητα του δασκάλου, αφηγήσεις μεταστοιχείωσης χωρίς ανεξάρτητη επαλήθευση, ιστορίες πυρηνικής προφητείας και μεταγενέστερες θεάσεις. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς να αποφασίσουμε αν πιστεύουμε ή δεν πιστεύουμε στο ότι ο Fulcanelli υπήρξε. Το πρόβλημα είναι να καταλάβουμε πώς χτίζεται ένας μύθος όταν ένας πραγματικός πυρήνας τεκμηρίων περιβάλλεται από συνεχώς πιο δύσκολα επαληθεύσιμες αφηγήσεις.

Όταν η παραδοσιακή αλχημεία έχασε τη θέση της ως αποδεκτή θεωρία της ύλης, δεν εξαφανίστηκε. Μεταμορφώθηκε και η ίδια. Κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα, αποκρυφιστικές κινήσεις, εσωτεριστές στοχαστές και τελικά ο Carl Gustav Jung άρχισαν να διαβάζουν τα αλχημικά κείμενα με νέο τρόπο. Η Φιλοσοφική Λίθος (Philosopher’s Stone) μπορούσε πλέον να γίνει σύμβολο ολοκλήρωσης της προσωπικότητας, το nigredo να εκφράζει την κάθοδο στο σκοτεινό και απορριμμένο μέρος του εαυτού, η coniunctio να γίνει ένωση αντιθέτων και το Μεγάλο Έργο (Great Work) να μετατραπεί σε εικόνα της εξατομίκευσης.

Ο Jung θεώρησε ότι οι αλχημιστές πρόβαλλαν περιεχόμενα του ασυνείδητου πάνω στην ύλη που επεξεργάζονταν και ότι οι μυστηριώδεις εικόνες τους κατέγραφαν ψυχικές διεργασίες που οι ίδιοι δεν μπορούσαν να περιγράψουν με ψυχολογική γλώσσα. Στην ανάγνωσή του, ο μαύρος θάνατος της ύλης, η διάλυση, η ένωση Ήλιου και Σελήνης, βασιλιά και βασίλισσας, θείου και υδραργύρου, μπορούσαν να αντιστοιχούν στη συνάντηση και τελική ενοποίηση διχασμένων πλευρών της ψυχής.

Αυτή η ιδέα ήταν τόσο ισχυρή ώστε σήμερα πολλοί θεωρούν ότι αυτό ήταν πάντοτε το πραγματικό νόημα της αλχημείας. Όμως εδώ χρειάζεται η σημαντικότερη ίσως διόρθωση ολόκληρου του άρθρου. Η άποψη ότι οι παλαιοί αλχημιστές μιλούσαν αποκλειστικά για εσωτερική μεταμόρφωση και ότι τα εργαστηριακά τους πειράματα ήταν απλώς κωδικοποιημένη ψυχολογία είναι κυρίως νεότερη επανερμηνεία. Η σύγχρονη ιστοριογραφία δείχνει ότι για πολλούς αλχημιστές η ύλη ήταν απολύτως πραγματική, τα πειράματα ήταν πραγματικά και η μεταστοιχείωση αποτελούσε πραγματικό στόχο. Αυτό όμως δεν ακυρώνει τον Jung. Απλώς αλλάζει το ερώτημα.

Ίσως το σημαντικό να μην είναι αν οι αλχημιστές «εννοούσαν εξαρχής» όσα είδε αργότερα ο Jung στα έργα τους. Ίσως το ενδιαφέρον είναι ότι η αλχημεία δημιούργησε ένα σύστημα συμβόλων τόσο ισχυρό ώστε μπορούσε να επιβιώσει ακόμη και όταν η φυσική θεωρία που το γέννησε είχε καταρρεύσει.

Ο χρυσός δεν αλλοιώνεται εύκολα, λάμπει, είναι σπάνιος και ανθεκτικός. Για έναν αλχημιστή μπορούσε να είναι το τέλειο. Για έναν μεταγενέστερο μυστικιστή μπορούσε να γίνει εικόνα μιας τελειοποιημένης ψυχής. Η φωτιά καθαρίζει και μετασχηματίζει την ύλη, μεταφορικά μπορεί να γίνει η δοκιμασία που μετασχηματίζει τον άνθρωπο. Η διάλυση ενός σώματος στο δοχείο και η ανασύνθεσή του μπορεί να μετατραπεί σε εικόνα ψυχικού θανάτου και αναγέννησης. Η υλική διαδικασία και η συμβολική διαδικασία δεν χρειάζεται να ήταν εξαρχής το ίδιο πράγμα για να μπορούν αργότερα να καθρεφτιστούν η μία στην άλλη.

Και εδώ επιστρέφουμε στον Fulcanelli !

Στα έργα του η αρχιτεκτονική, η ύλη, η γλώσσα και το σύμβολο αντιμετωπίζονται σαν διαφορετικά επίπεδα του ίδιου κώδικα. Ο καθεδρικός ναός δεν είναι απλώς κτίριο, είναι κείμενο. Το μέταλλο δεν είναι απλώς υλικό, είναι στάδιο μιας διαδικασίας. Το εργαστήριο δεν είναι απλώς χώρος πειραμάτων, μπορεί να γίνει μικρογραφία μιας κοσμικής διαδικασίας. Και ο αλχημιστής, σε αυτή την αντίληψη, δεν στέκεται έξω από την πράξη που πραγματοποιεί. Αποτελεί μέρος της.

Αν αυτό το δούμε χωρίς να αποδεχτούμε αυτομάτως τους πιο ακραίους αποκρυφιστικούς ισχυρισμούς, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα φιλοσοφική ιδέα, η γνώση δεν παρουσιάζεται ως απλή παρατήρηση ενός αδρανούς κόσμου, αλλά ως συμμετοχή σε μια διαδικασία μεταμόρφωσης. Ο άνθρωπος που επιδιώκει να αλλάξει τη φύση αλλάζει παράλληλα και τον τρόπο με τον οποίο κατανοεί τον εαυτό του μέσα στη φύση.

Η σύγχρονη επιστήμη τελικά εγκατέλειψε την αλχημική κοσμολογία αλλά όχι την ιδέα ότι η ύλη μεταμορφώνεται. Η χημεία έδειξε ότι οι χημικές ουσίες μπορούν να αναδιατάσσονται σε αμέτρητες νέες μορφές. Η πυρηνική φυσική έδειξε ότι ακόμη και η ταυτότητα ενός στοιχείου μπορεί να αλλάξει σε βαθύτερο επίπεδο. Η βιολογία έδειξε ότι η ζωή είναι μια αδιάκοπη αλυσίδα μεταβολών ύλης και ενέργειας. Εκείνο που χάθηκε δεν ήταν η μεταμόρφωση. Ήταν το παλιό ενιαίο κοσμοείδωλο που συνέδεε την υλική μεταμόρφωση με το σύμπαν, την ψυχή και το θείο μέσα σε ένα κοινό σύστημα.

Και ίσως γι’ αυτό ακριβώς η αλχημεία εξακολουθεί να μας ελκύει ακόμη και σήμερα. Όχι επειδή περιμένουμε πραγματικά ότι κάποιος θα ανακαλύψει αύριο έναν πρακτικό τρόπο να μετατρέψει ένα κομμάτι μολύβδου σε χρυσό, ούτε επειδή θεωρούμε πιθανό ότι κάπου υπάρχει κρυμμένο ένα ελιξίριο ικανό να αναστείλει τη φθορά του ανθρώπινου σώματος.

Η έλξη της βρίσκεται περισσότερο σε αυτό που αντιπροσωπεύει, σε έναν κόσμο όπου η φύση δεν θεωρούνταν ένα κλειστό και πλήρως αποκωδικοποιημένο σύστημα, αλλά ένα πεδίο γεμάτο κρυμμένες δυνατότητες, αντιστοιχίες και μεταμορφώσεις που περίμεναν να γίνουν κατανοητές. Για τον αλχημιστή, η γνώση δεν περιοριζόταν στην παρατήρηση και τη μέτρηση ενός φαινομένου, περιείχε την προσδοκία ότι πίσω από τις εμφανείς ιδιότητες της ύλης υπήρχε μια βαθύτερη τάξη, ένα μυστικό που μπορούσε να αποκαλυφθεί μόνο σε εκείνον που ήταν διατεθειμένος να αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στην αναζήτησή του.

Δεν αποκλείεται το οτι τελικά η πιο επιτυχημένη μεταμόρφωση της αλχημείας να μην πραγματοποιήθηκε ποτέ μέσα σε κάποιο χωνευτήρι, αλλά στην ίδια την ιστορία της. Μια παράδοση που γεννήθηκε μέσα από πραγματικές εργαστηριακές τεχνικές, φιλοσοφικές θεωρίες για τη φύση της ύλης και την πεποίθηση ότι τα μέταλλα μπορούσαν να τελειοποιηθούν, ταξίδεψε από την Ελληνοαιγυπτιακή Αίγυπτο στον αραβόφωνο κόσμο, από εκεί στη μεσαιωνική Ευρώπη και στην Αναγέννηση, πέρασε στην ιατρική, στη φυσική φιλοσοφία και στα εργαστήρια ανθρώπων που βρίσκονταν ήδη στο κατώφλι της σύγχρονης επιστήμης.

Κάποια στιγμή όμως, οι θεωρίες πάνω στις οποίες στηριζόταν η παραδοσιακή αλχημεία περιθωριοποιήθηκαν. Η χημεία διατήρησε και ανέπτυξε όσα μπορούσαν να ενταχθούν σε ένα νέο επιστημονικό πλαίσιο, ενώ άφησε πίσω τη Φιλοσοφική Λίθο, τη χρυσοποιία, τα αποκρυφιστικά σύμβολα και το Μεγάλο Έργο (Great Work). Κι όμως η αλχημεία δεν εξαφανίστηκε μαζί με τις παλιές θεωρίες της. Άλλαξε μορφή. Μεταμορφώθηκε σε εσωτερική παράδοση, σε ψυχολογική μεταφορά, σε σύμβολο της αυτομεταμόρφωσης και τελικά σε μία από τις πιο ανθεκτικές εικόνες του ανθρώπινου πόθου να ξεπεράσει τα όρια που του επιβάλλει η φύση.

Και ακριβώς σε αυτό το σημείο εμφανίζεται ο Fulcanelli, σαν να ανήκει ταυτόχρονα στο τέλος μιας ιστορικής παράδοσης και στην αρχή του σύγχρονου μύθου της. Ένας συγγραφέας χωρίς βέβαιη ταυτότητα, του οποίου τα βιβλία υπάρχουν και μπορούν να εξεταστούν, αλλά του οποίου η πραγματική ζωή χάνεται πίσω από τις αφηγήσεις μαθητών, συνεργατών και θαυμαστών. Σύμφωνα με τον μύθο, γνώριζε το Μεγάλο Έργο, κατείχε τη Φιλοσοφική Λίθο, προειδοποίησε για τους κινδύνους της ατομικής εποχής και ίσως είχε καταφέρει ακόμη και να ξεπεράσει τη συνηθισμένη ανθρώπινη φθορά.

Τίποτε από αυτά δεν έχει αποδειχθεί με τρόπο που να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της ιστορικής ή της επιστημονικής έρευνας, αλλά ακριβώς αυτή η αβεβαιότητα δεν τον κάνει λιγότερο ενδιαφέρον, αντίθετα, τον μετατρέπει σε ιδανική μορφή για την τελευταία φάση της αλχημικής παράδοσης, εκεί όπου η τεκμηριωμένη ιστορία, η προσωπική μαρτυρία, η εσωτερική διδασκαλία και ο μύθος αρχίζουν να συγχέονται.

Ο Fulcanelli βρίσκεται ουσιαστικά πάνω σε αυτή τη διαχωριστική γραμμή. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η αλχημεία ως πραγματική ιστορική και τεχνική παράδοση, με κείμενα, εργαστηριακές πρακτικές, φιλοσοφικές θεωρίες και συγκεκριμένη θέση στην ιστορία της επιστήμης. Από την άλλη βρίσκεται η αλχημεία ως αφήγηση μιας γνώσης που υποτίθεται ότι χάθηκε ή αποσύρθηκε από τον σύγχρονο κόσμο, αλλά επιβιώνει μέσα σε σύμβολα, κώδικες, αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες και μυστικές διδασκαλίες.

Ίσως ο Fulcanelli να ήταν ο Julien Champagne, ίσως κάποιο άλλο πρόσωπο από τον κύκλο του Canseliet, ίσως ένας άνθρωπος του οποίου το όνομα δεν έχει ακόμη προταθεί, ίσως ακόμη και μια συλλογική ταυτότητα που δημιουργήθηκε για να προστατεύσει την ανωνυμία μιας ομάδας. Δεν γνωρίζουμε. Γνωρίζουμε όμως ότι κάποιος έγραψε τα βιβλία, και αυτή η μικρή αλλά αδιαμφισβήτητη βεβαιότητα αρκεί για να διατηρεί ανοιχτό ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα.

Γιατί, αν η αλχημεία εξακολουθεί να έχει κάτι να μας διδάξει, αυτό δεν είναι ότι ο μόλυβδος μπορεί να γίνει χρυσός με τις παλιές μεθόδους ούτε ότι υπάρχει κάποιο μυστικό ελιξίριο ικανό να νικήσει τον θάνατο. Είναι κυρίως ότι ο άνθρωπος εδώ και χιλιάδες χρόνια κοιτάζει την ύλη και αρνείται να δεχτεί ότι αυτό που βλέπει αποτελεί αναγκαστικά την τελική της μορφή.

Βλέπει την αλλαγή, τη φθορά, την ένωση, τη διάλυση και την αναγέννηση και αναρωτιέται αν πίσω από αυτές τις διαδικασίες υπάρχει ένας βαθύτερος νόμος που μπορεί να κατανοήσει και ίσως κάποτε να χειριστεί. Και ακριβώς επειδή αυτή η επιθυμία δεν περιορίζεται στην ύλη αλλά επεκτείνεται αναπόφευκτα και στον ίδιο τον άνθρωπο, η αλχημεία μπόρεσε να επιβιώσει πολύ περισσότερο από τις θεωρίες που τη γέννησαν.

Ίσως, λοιπόν, ο αλχημιστής να μην αναζητούσε ποτέ μόνο τον χρυσό. Ίσως αναζητούσε κάτι πολύ πιο θεμελιώδες, την απόδειξη ότι τίποτε, ούτε η ύλη ούτε ο ίδιος ο άνθρωπος, δεν είναι υποχρεωμένο να παραμείνει για πάντα αυτό που είναι.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…