Η κουλτούρα της διαρκούς αμφιβολίας: Πώς οι πραγματικές αποκαλύψεις, η υπερπληροφόρηση και η κρίση εμπιστοσύνης μεταμόρφωσαν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα


Η κουλτούρα της διαρκούς αμφιβολίας:
Πώς οι πραγματικές αποκαλύψεις, η υπερπληροφόρηση και η κρίση εμπιστοσύνης μεταμόρφωσαν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα

 

Υπήρξε μια εποχή κατά την οποία οι μεγάλες φυσικές καταστροφές αντιμετωπίζονταν σχεδόν αποκλειστικά ως αντικείμενο επιστημονικής έρευνας. Ένας ισχυρός σεισμός, μια καταστροφική πλημμύρα ή ένας ασυνήθιστος τυφώνας ενεργοποιούσαν ένα σχετικά προβλέψιμο μοτίβο. Οι γεωλόγοι, οι μετεωρολόγοι και οι αρμόδιες υπηρεσίες συγκέντρωναν δεδομένα, οι επιστημονικές ομάδες δημοσίευαν τις πρώτες αναλύσεις και, αρκετές ημέρες ή ακόμη και εβδομάδες αργότερα, διαμορφωνόταν μια σχετικά σταθερή εικόνα για τα αίτια του φαινομένου. Η δημόσια συζήτηση ακολουθούσε τον ρυθμό της επιστημονικής διερεύνησης.

Σήμερα η διαδικασία αυτή έχει σχεδόν αντιστραφεί. Πριν ακόμη ολοκληρωθούν οι πρώτες σεισμολογικές αναφορές ή αναλυθούν τα διαθέσιμα δεδομένα, το διαδίκτυο έχει ήδη παράγει δεκάδες διαφορετικές αφηγήσεις. Μέσα σε λίγα λεπτά από ένα μεγάλο γεγονός, εκατομμύρια χρήστες αρχίζουν να αναζητούν όχι μόνο πληροφορίες αλλά και εναλλακτικές εξηγήσεις. Οι αλγόριθμοι των κοινωνικών δικτύων επιταχύνουν αυτή τη διαδικασία, ενώ το YouTube, το X, το Reddit, το Telegram και αμέτρητες ιστοσελίδες γεμίζουν με αναλύσεις, υποθέσεις και ερμηνείες που συχνά προηγούνται της ίδιας της επιστήμης.

Οι πρόσφατοι ισχυροί σεισμοί που καταγράφηκαν σχεδόν ταυτόχρονα στη Βενεζουέλα, την Ιαπωνία και την Καλιφόρνια αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας πραγματικότητας. Μέσα σε ελάχιστες ώρες εμφανίστηκαν θεωρίες που συνέδεαν τα γεγονότα με το πρόγραμμα HAARP, με πετρελαϊκές δραστηριότητες, με τεχνολογίες γεωμηχανικής, με το cloud seeding, ακόμη και με τους ολοένα αυξανόμενους δορυφορικούς αστερισμούς που περιβάλλουν πλέον τον πλανήτη. Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται τόσο στις ίδιες τις θεωρίες όσο στην ταχύτητα με την οποία γεννήθηκαν και στην ευκολία με την οποία διαδόθηκαν, πολύ πριν υπάρξει οποιαδήποτε επιστημονική αξιολόγηση των γεγονότων.

Αφορμή για την παρούσα ανάλυση αποτέλεσε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον βίντεο που παρουσίασε ο Αποστόλης Χειρδάρης μέσα από το κανάλι Weirdo, βασισμένο σε υλικό του καναλιού του Neal K. Shah. Στο συγκεκριμένο βίντεο παρουσιάζονται διάφορες θεωρίες που διακινήθηκαν στο διαδίκτυο μετά τους πρόσφατους ισχυρούς σεισμούς, από την ανθρωπογενή σεισμικότητα και τις πετρελαϊκές δραστηριότητες έως το HAARP, το cloud seeding και τις νέες μορφές γεωμηχανικής. Εκείνο όμως που κέντρισε περισσότερο το ενδιαφέρον μας δεν ήταν οι ίδιες οι θεωρίες, αλλά το γεγονός ότι μέσα σε ελάχιστες ώρες από τα σεισμικά γεγονότα είχαν ήδη διαμορφωθεί ολοκληρωμένες, ανταγωνιστικές αφηγήσεις για τα αίτιά τους. Η παρατήρηση αυτή αποτέλεσε την αφετηρία για μια ευρύτερη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο παράγεται σήμερα η αβεβαιότητα και διαμορφώνεται η σύγχρονη αντίληψη της πραγματικότητας.

@ Weirdo -> TO ΗAARP ΧΤΥΠΗΣΕ ΤΗΝ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ; <-

@ Neal K. Shah -> Four BIG Earthquakes in 24 Hours – The Theory Spreading Online <-

Το πραγματικό ερώτημα όμως δεν είναι αν κάποια από αυτές τις θεωρίες είναι σωστή ή λανθασμένη. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι γιατί σχεδόν κάθε μεγάλο φυσικό γεγονός συνοδεύεται πλέον από μια έκρηξη εναλλακτικών αφηγήσεων. Γιατί ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας θεωρεί αυτονόητο ότι πίσω από έναν σεισμό, μια πανδημία, μια ενεργειακή κρίση ή μια ακραία καιρική μεταβολή μπορεί να κρύβεται κάτι περισσότερο από αυτό που παρουσιάζεται επίσημα; Και κυρίως, γιατί αυτή η στάση φαίνεται να ενισχύεται αντί να περιορίζεται όσο η επιστήμη και η τεχνολογία προχωρούν;

Για να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, ίσως χρειάζεται να μετατοπίσουμε το βλέμμα μας. Δεν αρκεί πλέον να εξετάζουμε μία προς μία τις θεωρίες που εμφανίζονται στο διαδίκτυο. Ούτε αρκεί να τις απορρίπτουμε συλλήβδην ως προϊόντα παραπληροφόρησης ή, αντίθετα, να τις αποδεχόμαστε άκριτα ως κρυφές αλήθειες. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στον ίδιο τον μηχανισμό που τις παράγει. Στον τρόπο με τον οποίο η πληροφορία, η τεχνολογία, η γεωπολιτική, η ανθρώπινη ψυχολογία και οι αλγόριθμοι των ψηφιακών πλατφορμών συνδυάζονται για να δημιουργήσουν ένα νέο γνωσιολογικό περιβάλλον, όπου τα όρια ανάμεσα στη βεβαιότητα, την πιθανότητα και την υπόθεση γίνονται ολοένα πιο δυσδιάκριτα.

Η απάντηση δεν είναι το απλό “ζούμε απλώς στην εποχή της πληροφορίας”, όπως συνηθίσαμε να λέμε τις τελευταίες δεκαετίες. Η πληροφορία υπάρχει πλέον σε αφθονία. Εκείνο που σπανίζει είναι η εμπιστοσύνη. Και όταν η εμπιστοσύνη μειώνεται, η αβεβαιότητα παύει να είναι μια προσωρινή κατάσταση μέχρι να βρεθεί η απάντηση. Μετατρέπεται σε μόνιμο χαρακτηριστικό της δημόσιας ζωής. Σε ένα περιβάλλον όπου κάθε γεγονός μπορεί να αποκτήσει δεκάδες διαφορετικές ερμηνείες, η ίδια η αβεβαιότητα αρχίζει να λειτουργεί ως το κυρίαρχο πλαίσιο μέσα από το οποίο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα.

Πρόκειται για την σημαντικότερη αλλαγή που έφερε ο 21ος αιώνας. Δεν είναι ότι γνωρίζουμε λιγότερα. Αντιθέτως, γνωρίζουμε περισσότερα από ποτέ. Το παράδοξο είναι ότι όσο αυξάνεται η διαθέσιμη γνώση, τόσο αυξάνονται και οι πιθανές αφηγήσεις που μπορούν να οικοδομηθούν γύρω από αυτήν. Και κάπου ανάμεσα στα επιστημονικά δεδομένα, στις κρατικές ανακοινώσεις, στις αποκαλύψεις πληροφοριοδοτών, στις πραγματικές μυστικές επιχειρήσεις του παρελθόντος, στις θεωρίες συνωμοσίας και στους αλγορίθμους που επιβραβεύουν το πιο εντυπωσιακό αφήγημα, γεννιέται ένα νέο τοπίο. Ένα τοπίο όπου η πραγματικότητα δεν αμφισβητείται επειδή απουσιάζουν τα δεδομένα, αλλά επειδή περισσεύουν οι πιθανές ερμηνείες τους.

Πιθανότατα το πρώτο χαρακτηριστικό της εποχής που διανύουμε. Δεν είναι η εποχή της απόλυτης γνώσης ούτε της απόλυτης άγνοιας. Είναι η εποχή της κατασκευασμένης αβεβαιότητας.

Η δυσπιστία απέναντι στις επίσημες εξηγήσεις δεν γεννήθηκε μέσα στα κοινωνικά δίκτυα, ούτε αποτελεί προϊόν αποκλειστικά της ψηφιακής εποχής. Οι ρίζες της βρίσκονται αρκετές δεκαετίες πίσω, σε μια περίοδο όπου η εικόνα του κράτους, της επιστήμης και των μεγάλων θεσμών ήταν διαφορετική από τη σημερινή. Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, οι περισσότεροι πολίτες θεωρούσαν αυτονόητο ότι οι κυβερνήσεις γνώριζαν περισσότερα από τους ίδιους, αλλά επίσης θεωρούσαν δεδομένο ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτή η γνώση χρησιμοποιούνταν για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Η σχέση εμπιστοσύνης δεν ήταν απόλυτη, αλλά αποτελούσε το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηριζόταν η δημόσια ζωή.

Η εικόνα αυτή άρχισε να αλλάζει όταν αποκαλύφθηκε ότι ορισμένες από τις πιο ακραίες ιστορίες που κάποτε χαρακτηρίζονταν υπερβολικές ή ακόμη και φανταστικές, δεν ήταν τελικά αποκυήματα της λαϊκής φαντασίας. Τα επόμενα χρόνια, αποχαρακτηρισμένα έγγραφα, κοινοβουλευτικές έρευνες, δημοσιογραφικές αποκαλύψεις, πληροφοριοδότες και ανεξάρτητοι ερευνητές έφεραν στο φως ένα πλήθος μυστικών προγραμμάτων που λειτουργούσαν επί δεκαετίες χωρίς τη γνώση του κοινού. Το ζήτημα δεν ήταν μόνο η ύπαρξη αυτών των επιχειρήσεων. Ήταν το γεγονός ότι για χρόνια η ύπαρξή τους διαψευδόταν ή παρέμενε εντελώς άγνωστη.

Το πρόγραμμα MKUltra, που διεξήχθη από τη δεκαετία του 1950 υπό την αιγίδα της CIA, αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πειράματα ψυχολογικού ελέγχου, χορήγηση ψυχοδραστικών ουσιών χωρίς συναίνεση και μελέτες γύρω από τη χειραγώγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς παρέμειναν επί χρόνια μακριά από τη δημόσια γνώση. Αντίστοιχα, το COINTELPRO του FBI αποκάλυψε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα παρακολούθησης και υπονόμευσης πολιτικών κινημάτων στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών. Το διαβόητο πείραμα του Tuskegee, κατά το οποίο εκατοντάδες Αφροαμερικανοί ασθενείς με σύφιλη στερήθηκαν θεραπεία επί δεκαετίες για ερευνητικούς σκοπούς, κλόνισε βαθιά την εμπιστοσύνη απέναντι στις κρατικές υγειονομικές αρχές. Λίγο αργότερα, οι αποκαλύψεις της Church Committee για τις δραστηριότητες των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών επιβεβαίωσαν ότι η πραγματικότητα μπορούσε πράγματι να είναι πολύ πιο περίπλοκη από ό,τι γνώριζε το κοινό.

Οι αποκαλύψεις αυτές δεν απέδειξαν φυσικά ότι κάθε θεωρία συνωμοσίας είναι αληθινή. Απέδειξαν όμως κάτι εξίσου σημαντικό. Ότι οι δημοκρατικές κοινωνίες δεν είναι άτρωτες απέναντι στη μυστικότητα, στις επιχειρήσεις παραπλάνησης ή στην κατάχρηση εξουσίας. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η απόσταση ανάμεσα στην επίσημη αφήγηση και στη δημόσια καχυποψία άρχισε να μικραίνει. Κάθε νέα αποκάλυψη λειτουργούσε σαν μια υπενθύμιση ότι η ιστορία πολλές φορές γράφεται διαφορετικά από ό,τι παρουσιάζεται την ώρα που εξελίσσεται.

Η έλευση του διαδικτύου επιτάχυνε αυτή τη διαδικασία με τρόπο που κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει. Για πρώτη φορά στην ιστορία, εκατομμύρια άνθρωποι απέκτησαν πρόσβαση όχι μόνο σε επιστημονικές δημοσιεύσεις και κρατικά έγγραφα, αλλά και σε αποχαρακτηρισμένα αρχεία, δημοσιογραφικές έρευνες, μαρτυρίες, βίντεο και ανεξάρτητες αναλύσεις από κάθε γωνιά του πλανήτη. Το μονοπώλιο της πληροφορίας άρχισε να καταρρέει. Μαζί του όμως κατέρρευσε και το μονοπώλιο της αξιοπιστίας. Όταν όλες οι πηγές βρίσκονται στην ίδια οθόνη, γίνεται ολοένα δυσκολότερο να διακρίνει κανείς ποια βασίζεται σε αποδείξεις και ποια σε εικασίες.

Το φαινόμενο αυτό έγινε ακόμη πιο έντονο μετά τις αποκαλύψεις του Edward Snowden το 2013. Για χρόνια, οι μαζικές ηλεκτρονικές παρακολουθήσεις θεωρούνταν από πολλούς υπερβολικές υποθέσεις ή θεωρίες συνωμοσίας. Τα έγγραφα που διέρρευσαν αποκάλυψαν ότι η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο εκτεταμένη από ό,τι φανταζόταν η κοινή γνώμη. Η παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών, οι συλλογές μεταδεδομένων και η συνεργασία κρατικών υπηρεσιών με μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες απέδειξαν ότι η τεχνολογία μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε κλίμακες που ελάχιστοι είχαν αντιληφθεί. Το ζήτημα δεν ήταν μόνο το περιεχόμενο των αποκαλύψεων. Ήταν η ψυχολογική τους επίδραση. Αν κάτι τόσο μεγάλο παρέμενε κρυφό για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, πόσα ακόμη θα μπορούσαν να υπάρχουν χωρίς να είναι γνωστά; 

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η απαρχή αυτού που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «κουλτούρα της διαρκούς αμφιβολίας». Δεν πρόκειται για μια άρνηση της επιστήμης ούτε για μια γενικευμένη πίστη στις θεωρίες συνωμοσίας. Πρόκειται για μια νέα γνωστική στάση απέναντι στον κόσμο. Μια στάση που αντιμετωπίζει κάθε επίσημη πληροφορία ως προσωρινή, κάθε εξήγηση ως ελλιπή και κάθε γεγονός ως πιθανό τμήμα μιας μεγαλύτερης εικόνας που ίσως δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και πραγματικά επιστημονικά πεδία αρχίζουν να αποκτούν μια δεύτερη ζωή στη συλλογική φαντασία. Η ανθρωπογενής σεισμικότητα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η επιστημονική κοινότητα έχει αποδείξει ότι συγκεκριμένες ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η επανέγχυση μεγάλων ποσοτήτων υγρών σε βαθιά γεωλογικά στρώματα, μπορούν υπό ορισμένες συνθήκες να ενεργοποιήσουν προϋπάρχοντα ρήγματα και να προκαλέσουν σεισμικές δονήσεις. Πρόκειται για ένα καλά τεκμηριωμένο φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί σε διάφορες περιοχές του κόσμου. Το ίδιο ισχύει και για το cloud seeding, μια τεχνική τεχνητής ενίσχυσης των βροχοπτώσεων που χρησιμοποιείται εδώ και δεκαετίες από πολλές χώρες, ή για την ευρύτερη συζήτηση γύρω από τη γεωμηχανική και τις προτάσεις περιορισμού της υπερθέρμανσης του πλανήτη μέσω παρεμβάσεων στην ατμόσφαιρα.

Εδώ όμως εμφανίζεται ένας ιδιαίτερα ενδιαφέρων ψυχολογικός μηχανισμός. Όταν ο πολίτης διαπιστώνει ότι ορισμένες τεχνολογίες οι οποίες πριν από λίγες δεκαετίες θα έμοιαζαν με επιστημονική φαντασία χρησιμοποιούνται πλέον ανοιχτά, αρχίζει σχεδόν αυθόρμητα να αναρωτιέται ποιο μπορεί να είναι το επόμενο βήμα. Αν μπορούμε να επηρεάσουμε τις βροχοπτώσεις, μήπως αύριο θα μπορούμε να επηρεάσουμε και πολύ πιο σύνθετα καιρικά φαινόμενα; Αν οι ανθρώπινες δραστηριότητες μπορούν να προκαλέσουν μικρές σεισμικές δονήσεις σε ορισμένες περιπτώσεις, μήπως κάποια στιγμή θα αποκτήσουμε μεγαλύτερο έλεγχο πάνω σε γεωλογικές διεργασίες; Τα ερωτήματα αυτά δεν αποτελούν από μόνα τους αποδείξεις. Αποτελούν όμως τη φυσική συνέχεια μιας εποχής όπου τα όρια της τεχνολογίας μετακινούνται συνεχώς.

Με αυτη την λογική το σημαντικότερο συμπέρασμα δεν είναι το αν κάποια συγκεκριμένη θεωρία είναι σωστή ή λανθασμένη. Το ουσιαστικότερο συμπέρασμα είναι ότι η κοινωνία δεν παράγει πλέον θεωρίες συνωμοσίας μέσα σε ένα κενό πληροφόρησης. Τις παράγει μέσα σε έναν κόσμο όπου η επιστημονική πρόοδος, οι ιστορικές αποκαλύψεις και η διαρκής τεχνολογική επιτάχυνση συνυπάρχουν με μια πρωτοφανή κρίση εμπιστοσύνης. Και όσο αυτή η εμπιστοσύνη συνεχίζει να φθίνει, τόσο η αβεβαιότητα θα παύει να αποτελεί μια παροδική κατάσταση και θα μετατρέπεται σε μόνιμο φακό μέσα από τον οποίο θα ερμηνεύονται τα γεγονότα.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της σύγχρονης εποχής δεν είναι ότι αυξήθηκαν οι θεωρίες γύρω από τα μεγάλα γεγονότα. Αυτό συνέβαινε πάντοτε. Οι άνθρωποι κατασκεύαζαν αφηγήσεις πολύ πριν υπάρξει το διαδίκτυο, οι δορυφόροι ή η τεχνητή νοημοσύνη. Εκείνο που πραγματικά άλλαξε είναι η ταχύτητα με την οποία οι αφηγήσεις αυτές γεννιούνται, μεταδίδονται, εξελίσσονται και αποκτούν κοινωνική επιρροή. Για να κατανοήσει όμως κανείς γιατί συμβαίνει αυτό, πρέπει πρώτα να εξετάσει κάτι πολύ παλαιότερο από την τεχνολογία, τον ίδιο τον ανθρώπινο εγκέφαλο.

Η εξελικτική ψυχολογία υποστηρίζει ότι ο ανθρώπινος νους δεν εξελίχθηκε πρωτίστως για να ανακαλύπτει την αντικειμενική αλήθεια. Εξελίχθηκε για να επιβιώνει. Σε έναν κόσμο γεμάτο κινδύνους, ήταν ασφαλέστερο να υποθέσει κανείς ότι ο θόρυβος πίσω από τους θάμνους έκρυβε έναν θηρευτή, ακόμη κι αν τελικά ήταν απλώς ο άνεμος, παρά να αγνοήσει ένα πραγματικό αρπακτικό. Με άλλα λόγια, η εξέλιξη ευνόησε έναν εγκέφαλο που προτιμά να βλέπει σχέσεις, αιτίες και προθέσεις ακόμη και όταν αυτές δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν πλήρως.

Αυτός ο μηχανισμός εξακολουθεί να λειτουργεί και σήμερα, μόνο που οι θάμνοι έχουν αντικατασταθεί από οθόνες, αλγόριθμους και ατελείωτες ροές πληροφοριών. Όταν μέσα σε λίγες ώρες συμβαίνουν πολλαπλά γεγονότα, ένας ισχυρός σεισμός, μια γεωπολιτική κρίση, μια εκτόξευση πυραύλου, μια ανακοίνωση για νέες τεχνολογίες ή μια ασυνήθιστη καιρική μεταβολή, ο ανθρώπινος εγκέφαλος δυσκολεύεται να αποδεχθεί ότι ίσως πρόκειται απλώς για ανεξάρτητα γεγονότα. Η αναζήτηση μιας κοινής αιτίας μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτη.

Η γνωστική επιστήμη περιγράφει αυτή την τάση με διάφορους όρους. Ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς είναι η αποφαινία (apophenia), δηλαδή η ανθρώπινη τάση να αναγνωρίζει πρότυπα, συσχετισμούς ή νοήματα ακόμη και μέσα σε τυχαία δεδομένα. Είναι ο ίδιος μηχανισμός που μας κάνει να βλέπουμε μορφές στα σύννεφα ή πρόσωπα στην επιφάνεια της Σελήνης. Στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελεί μια φυσιολογική και δημιουργική λειτουργία του εγκεφάλου. Όταν όμως συνδυάζεται με υπερβολικό όγκο πληροφοριών και υψηλά επίπεδα κοινωνικής αβεβαιότητας, μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία ιδιαίτερα πειστικών αφηγήσεων χωρίς να υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις.

Παράλληλα λειτουργεί και μια δεύτερη, εξίσου ισχυρή γνωστική διαδικασία, η προκατάληψη επιβεβαίωσης (confirmation bias). Οι άνθρωποι έχουν την τάση να αναζητούν πληροφορίες που ενισχύουν τις ήδη υπάρχουσες πεποιθήσεις τους, ενώ συχνά υποβαθμίζουν ή αγνοούν στοιχεία που τις αμφισβητούν. Έτσι, δύο άνθρωποι που διαβάζουν ακριβώς το ίδιο άρθρο ή παρακολουθούν το ίδιο βίντεο είναι πιθανό να καταλήξουν σε εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα, όχι επειδή διαθέτουν διαφορετικά δεδομένα, αλλά επειδή ερμηνεύουν τα ίδια δεδομένα μέσα από διαφορετικά γνωστικά φίλτρα.

Στο σημείο αυτό αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι ιδέες του συγγραφέα και ερευνητή Robert Anton Wilson, με τον οποίο έχουμε ήδη ασχοληθεί σε προηγούμενο άρθρο του pneumapunk. Ο Wilson περιέγραψε τον κόσμο μέσα από την έννοια των Reality Tunnels, των «σηράγγων πραγματικότητας». Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, κανένας άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα στην ολότητά της. Όλοι φιλτράρουμε τις εμπειρίες μας μέσα από το σύνολο των πεποιθήσεων, των γνώσεων, της κουλτούρας, της εκπαίδευσης και των προσωπικών μας εμπειριών. Η πραγματικότητα που βιώνουμε δεν είναι η ίδια η πραγματικότητα, αλλά η εκδοχή της που επιτρέπει το δικό μας γνωστικό φίλτρο.

@ -> Robert Anton Wilson: Ο άνθρωπος που μας δίδαξε να αμφισβητούμε κάθε βεβαιότητα <- 

Αυτή η ιδέα αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή. Οι αλγόριθμοι των κοινωνικών δικτύων δεν δημιουργούν από μόνοι τους τις «σήραγγες πραγματικότητας». Τις ενισχύουν. Μαθαίνουν ποιες πληροφορίες προσελκύουν την προσοχή κάθε χρήστη και στη συνέχεια του παρουσιάζουν ολοένα περισσότερες παρόμοιες αφηγήσεις. Ένας χρήστης που ενδιαφέρεται για γεωμηχανική θα δει περισσότερα βίντεο για το cloud seeding. Ένας άλλος που αναζητά πληροφορίες για το HAARP θα βρεθεί γρήγορα μπροστά σε εκατοντάδες σχετικές αναρτήσεις. Ένας τρίτος που παρακολουθεί επιστημονικά κανάλια θα λαμβάνει κυρίως γεωλογικές αναλύσεις. Κανείς από τους τρεις δεν ζει σε έναν εντελώς ψευδή κόσμο. Όλοι όμως κατοικούν σε διαφορετικές πληροφοριακές πραγματικότητες.

Ίσως γι’ αυτό οι σύγχρονες δημόσιες συζητήσεις μοιάζουν ολοένα πιο δύσκολες. Δεν διαφωνούμε απλώς για τα συμπεράσματα. Συχνά διαφωνούμε για τα ίδια τα δεδομένα που θεωρούμε σημαντικά. Η πληροφορία δεν αποτελεί πλέον ένα κοινό σημείο εκκίνησης αλλά ένα πεδίο όπου συνυπάρχουν παράλληλες αφηγήσεις, καθεμία με το δικό της εσωτερικό σύστημα λογικής.

Εδώ εμφανίζεται και μια ακόμη έννοια που έχει παρουσιαστεί και απο εδω στο pneumapunk, η Υπερδαιμονία (Hyperstition). Σε αντίθεση με μια συνηθισμένη φήμη ή μια λανθασμένη πληροφορία, η hyperstition περιγράφει αφηγήσεις που αρχίζουν να επηρεάζουν την πραγματικότητα ακριβώς επειδή αρκετοί άνθρωποι πιστεύουν σε αυτές και ενεργούν σαν να είναι ήδη αληθινές. Δεν απαιτείται να αποδειχθεί μια ιστορία για να παράγει συνέπειες. Αρκεί να επηρεάσει συμπεριφορές, αποφάσεις, επενδύσεις, πολιτικές επιλογές ή κοινωνικές αντιδράσεις.

@ -> Υπερδαιμονία (Hyperstition): Όταν οι αφηγήσεις αρχίζουν να δημιουργούν την πραγματικότητα <- 

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μια θεωρία που δεν τεκμηριώνεται επιστημονικά μπορεί να αποκτήσει πραγματική κοινωνική δύναμη. Αν εκατομμύρια άνθρωποι πιστεύουν ότι μια τεχνολογία χρησιμοποιείται κρυφά για γεωπολιτικούς σκοπούς, η πίστη αυτή μπορεί να επηρεάσει την εμπιστοσύνη προς κυβερνήσεις, επιστημονικούς οργανισμούς και διεθνείς θεσμούς, ανεξάρτητα από το αν η αρχική υπόθεση αποδεικνύεται ή όχι. Η αφήγηση αρχίζει να διαμορφώνει την πραγματικότητα όχι επειδή περιγράφει με ακρίβεια τα γεγονότα, αλλά επειδή επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιδρούν απέναντί τους.

Ίσως λοιπόν το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της εποχής μας να μην είναι η παραγωγή περισσότερων θεωριών. Είναι η παραγωγή περισσότερων πραγματικοτήτων. Για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, εκατομμύρια άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να οικοδομούν συλλογικά διαφορετικές ερμηνείες για τα ίδια γεγονότα σχεδόν σε πραγματικό χρόνο. Κάθε νέα πληροφορία δεν αποτελεί πλέον μόνο μια είδηση, αποτελεί το υλικό πάνω στο οποίο μπορούν να χτιστούν δεκάδες διαφορετικές αφηγήσεις.

Και κάπου εδώ συναντιούνται η ψυχολογία, η τεχνολογία και η εναλλακτική γνωσιολογία. Το ερώτημα παύει να είναι αν μια θεωρία είναι αποκλειστικά αληθινή ή αποκλειστικά ψευδής. Το βαθύτερο ερώτημα γίνεται πώς δημιουργείται, γιατί βρίσκει πρόσφορο έδαφος, ποια ανθρώπινη ανάγκη καλύπτει και με ποιον τρόπο μεταβάλλει τελικά την ίδια την κοινωνική πραγματικότητα. Πρόκειται για μια απο τις πιο ουσιαστικές πρόκλησεις του 21ου αιώνα, όχι μόνο να ξεχωρίζουμε τα γεγονότα από τις αφηγήσεις, αλλά να κατανοούμε πώς οι αφηγήσεις μπορούν, με τον χρόνο, να επηρεάσουν τα ίδια τα γεγονότα.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…