Thomas Townsend Brown: Πόσο συχνά στην ιστορία της επιστήμης ένας άνθρωπος μπορεί να ανακαλύψει κάτι πραγματικό και ταυτόχρονα να κάνει λάθος για το τι ακριβώς ανακάλυψε;

Thomas Townsend Brown: Πόσο συχνά στην ιστορία της επιστήμης ένας άνθρωπος μπορεί να ανακαλύψει κάτι πραγματικό και ταυτόχρονα να κάνει λάθος για το τι ακριβώς ανακάλυψε;
Ο Thomas Townsend Brown αποτελεί ίσως ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα στην ιστορία της οριακής επιστήμης όπου το πραγματικό μυστήριο δεν βρίσκεται τόσο στο αν συνέβη ένα φαινόμενο, όσο στο τι ακριβώς ήταν αυτό που συνέβη. Δεν είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που ισχυρίστηκε απλώς ότι κατασκεύασε μια συσκευή την οποία κανείς άλλος δεν είδε ποτέ να λειτουργεί, ούτε ενός εφευρέτη του οποίου το έργο επέζησε αποκλειστικά μέσα από μεταγενέστερους θρύλους.
Οι παράξενες ηλεκτρικές διατάξεις του Brown υπήρξαν, φωτογραφήθηκαν, παρουσιάστηκαν, κατοχυρώθηκαν με διπλώματα ευρεσιτεχνίας και μπορούσαν πράγματι, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, να παράγουν μια μετρήσιμη δύναμη. Το μεγάλο πρόβλημα βρισκόταν αλλού. Ο Brown πίστευε ότι πίσω από αυτή τη δύναμη κρυβόταν κάτι πολύ μεγαλύτερο, μια άγνωστη σύνδεση ανάμεσα στον ηλεκτρισμό και τη βαρύτητα, ένα φαινόμενο που ονόμασε ηλεκτροβαρυτική (electrogravitics) και το οποίο, εάν ερμηνευόταν σωστά και μπορούσε να ενισχυθεί, ίσως άνοιγε τον δρόμο προς ένα εντελώς διαφορετικό είδος πρόωσης. Η μεταγενέστερη φυσική θα έδινε μια πολύ πιο συμβατική εξήγηση. Αλλά η διαδρομή ανάμεσα στις δύο ερμηνείες δημιούργησε μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες ιστορίες της οριακής επιστήμης του 20ού αιώνα.
Ο Thomas Townsend Brown γεννήθηκε στο Zanesville του Ohio το 1905 και από πολύ μικρός έδειξε ασυνήθιστο ενδιαφέρον για τον ηλεκτρισμό, τα ηλεκτρονικά και την τότε νεογέννητη τεχνολογία του ραδιοφώνου. Οι μεταγενέστερες βιογραφικές αφηγήσεις τον παρουσιάζουν να κατασκευάζει συστήματα υψηλής τάσης ήδη από την παιδική του ηλικία και να πειραματίζεται με συσκευές που για τους περισσότερους συνομηλίκους του θα αποτελούσαν σχεδόν εξωτικά αντικείμενα.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 το ενδιαφέρον του στράφηκε σε έναν σωλήνα ακτίνων Χ τύπου Coolidge. Η συσκευή χρησιμοποιούσε υψηλή ηλεκτρική τάση και ο Brown παρατήρησε κάτι που του φάνηκε εξαιρετικά παράξενο, όταν το σύστημα ενεργοποιούνταν, εμφανιζόταν μια μικρή αλλά αντιληπτή μηχανική δύναμη. Σύμφωνα με τη μεταγενέστερη αφήγησή του, αρχικά πίστεψε ότι το αποτέλεσμα προερχόταν από τον ίδιο τον σωλήνα ακτίνων Χ, μέχρι που οδηγήθηκε στην ιδέα ότι το κρίσιμο στοιχείο ήταν η ηλεκτρική διάταξη που λειτουργούσε ουσιαστικά ως πυκνωτής.
Η παρατήρηση αυτή θα καθόριζε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του. Ο Brown πειραματίστηκε με πυκνωτές στους οποίους τα δύο ηλεκτρόδια είχαν πολύ διαφορετική γεωμετρία και διαπίστωσε ότι, όταν εφαρμοζόταν μεγάλη διαφορά δυναμικού, η διάταξη εμφάνιζε μια κατευθυνόμενη ώση. Όσο αύξανε την τάση και χρησιμοποιούσε κατάλληλα διηλεκτρικά υλικά, τόσο ισχυρότερο μπορούσε να γίνει το αποτέλεσμα.
Για τον νεαρό Brown η πιθανότητα ήταν συναρπαστική, μήπως ένα ηλεκτρικό πεδίο μπορούσε με κάποιον τρόπο να αλληλεπιδρά με το βαρυτικό; Μήπως, αντί να χρησιμοποιούμε κινητήρες που εκτοξεύουν μάζα προς μία κατεύθυνση ώστε ένα όχημα να κινηθεί προς την αντίθετη, μπορούσαμε να δημιουργήσουμε κίνηση μέσω μιας άμεσης αλληλεπίδρασης ηλεκτρικών πεδίων με τη φύση;
Στην ιστορία αυτή εμφανίζεται σύντομα ο Paul Alfred Biefeld, καθηγητής φυσικής και αστρονομίας στο Denison University. Η σχέση των δύο ανδρών αποτέλεσε για χρόνια αντικείμενο αμφισβήτησης, επειδή παλαιότερες έρευνες στα αρχεία του Denison δεν είχαν εντοπίσει επαρκή τεκμηρίωση για τη συνεργασία που περιέγραφε ο Brown. Νεότερο αρχειακό υλικό, ωστόσο, αποκατέστησε τουλάχιστον σημαντικό μέρος της σύνδεσης, το ίδιο το Denison αναφέρει πλέον ότι ο Brown φοίτησε εκεί το 1924–1925, έδωσε διάλεξη με πειράματα σχετικά με τα σωματίδια της ενέργειας (particles of energy) και τον έλεγχο της βαρύτητας (control of gravitation) και συνεργάστηκε με τον Biefeld σε παρατήρηση της μερικής έκλειψης Ηλίου του Ιανουαρίου 1925. Δεν υπάρχει πάντως καταγεγραμμένη κοινή επιστημονική εργασία των δύο με τίτλο «Biefeld–Brown Effect».
Ο Brown, παρ’ όλα αυτά, απέδωσε στον Biefeld σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των ιδεών του και το φαινόμενο έμεινε τελικά γνωστό ως Biefeld–Brown Effect. Το 1927 κατέθεσε στη Βρετανία αίτηση για το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που θα δημοσιευόταν ως GB 300311, ενώ ακολούθησαν αρκετές ακόμη πατέντες. Σταδιακά οι απλές διατάξεις εξελίχθηκαν σε αυτό που ο Brown αποκαλούσε «gravitators», ασύμμετρους πυκνωτές στους οποίους η εφαρμογή υψηλής τάσης δημιουργούσε κίνηση προς την πλευρά του ενός ηλεκτροδίου. Η θεμελιώδης παρατήρηση ήταν πραγματική. Η ερώτηση που θα ακολουθούσε τον Brown για τις επόμενες έξι δεκαετίες ήταν αν είχε ανακαλύψει μια νέα φυσική δύναμη ή αν είχε απλώς συναντήσει ένα ήδη εξηγήσιμο ηλεκτρικό φαινόμενο χωρίς ακόμη να γνωρίζει τον πραγματικό μηχανισμό του.
Το 1930 ο Brown εισήλθε στο αμερικανικό Ναυτικό και η βιογραφία του άρχισε να συνδέεται με στρατιωτικά και ερευνητικά περιβάλλοντα. Στη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών εργάστηκε σε διαφορετικά προγράμματα και συνέχισε παράλληλα να αναπτύσσει τις ιδέες του για ηλεκτρική πρόωση. Κάποιες αφηγήσεις τον συνδέουν με υπηρεσίες πληροφοριών, μυστικές αεροδιαστημικές τεχνολογίες και άλλα προγράμματα για τα οποία η τεκμηρίωση γίνεται πολύ πιο αδύναμη.
Ακόμη και η προσπάθεια μεταγενέστερων ερευνητών να αποκτήσουν πλήρη πρόσβαση στον στρατιωτικό του φάκελο δημιούργησε περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις, σύμφωνα με τον βιογράφο του, Paul Schatzkin, οι αρχικές αναζητήσεις στα εθνικά αρχεία, ενώ η τελική διαδικασία συνοδευόταν από τη συνηθισμένη προειδοποίηση ότι διαβαθμισμένες πληροφορίες ή αναφορές σε αυτές δεν θα μπορούσαν να δοθούν. Αυτό αποτελεί ενδιαφέρον ιστορικό στοιχείο, όχι όμως απόδειξη ότι η ηλεκτροβαρυτική έρευνα του Brown είχε πράγματι μεταφερθεί σε κάποιο μυστικό πρόγραμμα.
Το πραγματικά ενδιαφέρον κεφάλαιο ανοίγει στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Ο Brown δεν περιοριζόταν πλέον σε μικρούς πυκνωτές. Άρχισε να οραματίζεται μεγάλες δισκοειδείς κατασκευές οι οποίες, κατά την εκτίμησή του, θα μπορούσαν να μετατρέψουν το φαινόμενο που παρατηρούσε σε πρακτικό σύστημα πρόωσης. Το 1952 και το 1953 διαμόρφωσε την πρόταση που έμεινε γνωστή ως Project Winterhaven, μια προσπάθεια να προσελκύσει αμερικανικό στρατιωτικό ενδιαφέρον και χρηματοδότηση για συστηματική ανάπτυξη της ηλεκτροβαρυτικής (electrogravitics).
Το ίδιο το κείμενο του Winterhaven είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικό, όχι επειδή αποδεικνύει ότι η τεχνολογία λειτουργούσε όπως πίστευε ο Brown, αλλά επειδή δείχνει πόσο μακριά είχε φτάσει πλέον το όραμά του. Δεν μιλούσε απλώς για ένα μια εργαστηριακή ανωμαλία. Περιέγραφε μελλοντικούς ηλεκτροβαρυτικούς κινητήρες για πλοία, αυτοκίνητα και σιδηροδρομικά οχήματα, ενώ θεωρούσε τη δισκοειδή μορφή ιδιαίτερα υποσχόμενη για διαστημικά οχήματα που θα μπορούσαν να ανυψώνονται κατακόρυφα, να κινούνται οριζόντια και να αιωρούνται.
Η επιλογή της μορφής των συσκευών είχε μια αναπόφευκτη συνέπεια, οι πειραματικές κατασκευές του Brown έμοιαζαν εντυπωσιακά με τους ιπτάμενους δίσκους που την ίδια περίοδο είχαν ήδη εισβάλει στη δημόσια κουλτούρα. Η ομοιότητα αυτή θα γινόταν αργότερα βασικό συστατικό της μυθολογίας του. Όμως δεν χρειάζεται να προσφύγουμε στα UFO/UAP για να καταλάβουμε τη λογική των πειραμάτων.
Ο Brown κατασκεύαζε μεγάλους ασύμμετρους πυκνωτές, τους τροφοδοτούσε με εξαιρετικά υψηλές τάσεις και τους αναρτούσε ή τους τοποθετούσε σε διατάξεις όπου η κίνησή τους μπορούσε να παρατηρηθεί. Το αμερικανικό patent 2,949,550, που κατατέθηκε το 1957 και εκδόθηκε το 1960, περιγράφει ακριβώς μια ηλεκτροκινητική συσκευή (electrokinetic apparatus) για τη μετατροπή ηλεκτρικού δυναμικού σε μηχανική δύναμη. Ο ίδιος ο Brown δηλώνει εκεί ότι δύο κατάλληλα διαμορφωμένα ηλεκτρόδια, τοποθετημένα σε διηλεκτρικό μέσο και φορτισμένα αντίθετα, δημιουργούν δύναμη που τείνει να μετακινήσει τη διάταξη μέσα στο μέσο.
Εδώ όμως βρίσκεται και μια λεπτομέρεια που συχνά χάνεται στις μεταγενέστερες αφηγήσεις περί αντιβαρύτητας. Στη συγκεκριμένη πατέντα ο Brown μιλά ρητά για κίνηση της διάταξης σε σχέση με το περιβάλλον μέσο, όπως για παράδειγμα τον αέρα. Η γλώσσα αυτή βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην ηλεκτροκινητική και στην ηλεκτροϋδροδυναμική από την εικόνα ενός οχήματος που απλώς ακυρώνει το βάρος του.
Σε μεταγενέστερη πατέντα, το 3,187,206, περιέγραψε πάλι παραγωγή ώσης μέσω κατάλληλα διαμορφωμένου ηλεκτρικού πεδίου και αναφέρθηκε ρητά στη λειτουργία μέσα σε διηλεκτρικό ρευστό όπως ο αέρας. Η ίδια λοιπόν η εξέλιξη των πατεντών δείχνει ότι η ιστορία είναι περισσότερο σύνθετη από το απλό σχήμα «ο Brown ανακάλυψε αντιβαρύτητα και η επιστήμη την απέρριψε».
Κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 ο Brown συνέχισε τις επιδείξεις και τα πειράματα, ενώ το ενδιαφέρον για τη βαρύτητα δεν ήταν καθόλου περιθωριακό στον αεροδιαστημικό κόσμο της εποχής. Μεγάλες εταιρείες και ερευνητικά ιδρύματα εξέταζαν θεωρητικά και πειραματικά ερωτήματα σχετικά με τη φύση της βαρύτητας, ενώ το ιστορικό συνέδριο του Chapel Hill το 1957 αποτέλεσε σημαντικό σταθμό για τη σύγχρονη βαρυτική φυσική και την πορεία που τελικά θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στην έρευνα των βαρυτικών κυμάτων.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ιδέα ότι ο ηλεκτρομαγνητισμός ίσως έκρυβε μια άγνωστη σύνδεση με τη βαρύτητα δεν ακουγόταν τόσο παράταιρη όσο ακούγεται σήμερα. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εταιρείες είχαν βρει αντιβαρύτητα. Σημαίνει όμως ότι η θεμελιώδης φυσική της βαρύτητας αποτελούσε πραγματικό αντικείμενο έντονου ενδιαφέροντος και ότι ένας άνθρωπος όπως ο Brown μπορούσε να βρει ακροατήριο για τις προτάσεις του.
Παράλληλα εμφανίστηκε και μια δεύτερη, απρόσμενη πλευρά του Brown. Το 1956 συμμετείχε στην ίδρυση του National Investigations Committee on Aerial Phenomena, (N.I.C.A.P) μιας από τις σημαντικότερες πρώιμες πολιτικές οργανώσεις μελέτης των UFO/UAP στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτή η σύνδεση, σε συνδυασμό με τις δισκοειδείς συσκευές του, αποτέλεσε σχεδόν ιδανικό υλικό για τη μεταγενέστερη UFO/UAP γνωσιολογία.
Από εκεί και πέρα ήταν εύκολο να δημιουργηθεί η αφήγηση ότι ο Brown δεν προσπαθούσε απλώς να εφεύρει μια νέα μορφή πρόωσης, αλλά ότι αναπαρήγαγε ή γνώριζε ήδη την αρχή λειτουργίας των ιπτάμενων δίσκων. Είναι όμως δύο πολύ διαφορετικοί ισχυρισμοί. Η συμμετοχή του στον χώρο της UFO/UAP έρευνας είναι ιστορικό γεγονός. Η ύπαρξη λειτουργικής ανθρώπινης ή εξωγήινης αντιβαρυτικής τεχνολογίας που βασιζόταν στις αρχές του Brown δεν έχει αποδειχθεί.
Η πιο ενδιαφέρουσα στιγμή σε κάθε ιστορία οριακής επιστήμης έρχεται όταν αφήσουμε για λίγο στην άκρη τον άνθρωπο, τις προθέσεις του και τους θρύλους που τον περιβάλλουν και τοποθετήσουμε τη συσκευή απέναντι σε μια απλή πειραματική ερώτηση. Στην περίπτωση του Brown η ερώτηση είναι σχεδόν ιδανική, τι συμβαίνει εάν αφαιρέσουμε τον αέρα;
Οι σύγχρονες μικρές συσκευές που βασίζονται στο Biefeld–Brown Effect είναι συχνά γνωστές ως ανυψωτές (lifters). Ένας πολύ λεπτός αγωγός λειτουργεί ως ένα ηλεκτρόδιο και μια μεγαλύτερη επιφάνεια ως το άλλο. Μεταξύ τους εφαρμόζεται τάση δεκάδων χιλιάδων volts. Η διάταξη μπορεί πράγματι να σηκωθεί από το έδαφος και να αιωρηθεί, δημιουργώντας μια εικόνα που, χωρίς περαιτέρω γνώση, μοιάζει εκπληκτική. Δεν υπάρχει έλικα, εμφανής κινητήρας ή καύσιμο. Υπάρχει μόνο μια ελαφριά κατασκευή, δύο εξαιρετικά διαφορετικά ηλεκτρόδια και ένα καλώδιο υψηλής τάσης.
Η συμβατική εξήγηση όμως είναι ισχυρή. Το έντονο ηλεκτρικό πεδίο κοντά στο λεπτό ηλεκτρόδιο ιονίζει τα μόρια του αέρα. Τα φορτισμένα σωματίδια επιταχύνονται από το ηλεκτρικό πεδίο και συγκρούονται με ουδέτερα μόρια, μεταφέροντάς τους ορμή. Δημιουργείται έτσι μια καθαρή ροή αέρα, ο λεγόμενος ιοντικός άνεμος (ionic wind) ή άνεμος κορώνας (corona wind), και η αντίδραση αυτής της μεταφοράς ορμής ασκεί δύναμη στη συσκευή.
Με άλλα λόγια, η διάταξη δεν χρειάζεται να «απωθεί τη βαρύτητα». Μπορεί να χρησιμοποιεί τον ίδιο τον αέρα ως μέσο στο οποίο μεταφέρει ορμή μέσω ηλεκτρικών φορτίων. Η επιστημονική βιβλιογραφία εντάσσει αυτό το είδος φαινομένου στην ηλεκτροϋδροδυναμική (electrohydrodynamics), E.H.D., έναν απολύτως πραγματικό και χρήσιμο κλάδο της φυσικής.
Ακριβώς γι’ αυτό το κενό αποτελεί την αποφασιστική δοκιμή. Εάν η δύναμη του Brown είναι πραγματικά ηλεκτροβαρυτική, δεν θα έπρεπε να χρειάζεται ατμόσφαιρα. Η βαρύτητα υπάρχει και στο κενό. Εάν όμως η ώση εξαφανίζεται καθώς αφαιρούμε τον αέρα, τότε η ηλεκτροϋδροδυναμική ερμηνεία γίνεται πολύ ισχυρότερη.
Ο ίδιος ο Brown υποστήριζε ότι είχε παρατηρήσει το φαινόμενο και υπό συνθήκες μειωμένης πίεσης, και αυτή η πλευρά της ιστορίας εμφανίζεται επανειλημμένα και στις μεταγενέστερες αφηγήσεις. Αναφέρονται επίσης δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν στην Ευρώπη τη δεκαετία του 1950 και οι οποίες παρουσιάζονται από τους υποστηρικτές του ως ένδειξη ότι το φαινόμενο δεν μπορούσε να αποδοθεί αποκλειστικά στον ιοντικός άνεμο.
Το πρόβλημα είναι ότι κενό (vacuum) και υψηλό κενό (high vacuum) δεν είναι το ίδιο πράγμα. Σε ένα μερικό κενό παραμένουν αρκετά μόρια αερίου ώστε να εμφανιστούν ηλεκτρικές εκκενώσεις, φαινόμενα ηλεκτρικής εκκένωσης κορώνας και σύνθετες ηλεκτροστατικές αλληλεπιδράσεις. Επομένως η απλή δήλωση ότι μια συσκευή «λειτούργησε σε κενό» δεν αρκεί. Πρέπει να γνωρίζουμε την πίεση, τη γεωμετρία, τα ηλεκτρικά πεδία, τον τρόπο μέτρησης και τις πιθανές αλληλεπιδράσεις με το ίδιο το δοχείο.
Αυτό ακριβώς επιχείρησε να εξετάσει πολύ αργότερα ο Robert L. Talley στο πλαίσιο έρευνας για προηγμένες μορφές πρόωσης. Το 1988 δημοσιεύθηκε η αναφορά 21st Century Propulsion Concept, αποτέλεσμα πειραματικού προγράμματος που σχεδιάστηκε ειδικά για να ελέγξει το Biefeld–Brown Effect σε ατμοσφαιρική πίεση και σε διαφορετικά επίπεδα κενού.
Η διάταξη χρησιμοποιούσε θάλαμο κενού και ένα εξαιρετικά ευαίσθητο σύστημα μέτρησης με ίνα στρέψης, ικανό να καταγράφει πολύ μικρές δυνάμεις που ασκούνταν στη διάταξη, ώστε να ανιχνεύονται πολύ μικρές δυνάμεις, ενώ έγινε προσπάθεια να περιοριστούν αλληλεπιδράσεις με τα τοιχώματα του θαλάμου. Στο υψηλό κενό δεν προέκυψε η καθαρή συνεχής ώση που θα επιβεβαίωνε την υπόθεση μιας ανεξάρτητης ηλεκτροβαρυτικής δύναμης. Μικρές δυνάμεις που εμφανίζονταν υπό συγκεκριμένες συνθήκες μπορούσαν να συνδεθούν με ηλεκτρικές εκκενώσεις ή άλλες ηλεκτροστατικές αλληλεπιδράσεις.
Μεταγενέστερα πειράματα κατευθύνθηκαν προς το ίδιο βασικό συμπέρασμα. Εργασίες που προσπάθησαν να απομονώσουν τη συσκευή από την επίδραση του άνεμου κορώνας δεν βρήκαν την αναμενόμενη ανεξάρτητη ώση, ενισχύοντας την ερμηνεία ότι το κλασικό Biefeld–Brown Effect, τουλάχιστον στις γνωστές διατάξεις, αποτελεί κατά κύριο λόγο ηλεκτροϋδροδυναμικό φαινόμενο. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συσκευές είναι ψεύτικες. Σημαίνει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον, πετούν πραγματικά, αλλά όχι απαραίτητα για τον λόγο που πίστευε ο δημιουργός τους.
Η διάκριση είναι καθοριστική. Στην επιστήμη ένα πραγματικό αποτέλεσμα δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι είναι σωστή και η θεωρία που χρησιμοποιήθηκε για να εξηγηθεί. Ο άνθρωπος μπορεί να παρατηρήσει κάτι νέο και ταυτόχρονα να κάνει λάθος σχετικά με την αιτία του. Η ιστορία είναι γεμάτη από τέτοιες περιπτώσεις. Και ίσως αυτό ακριβώς συνέβη στον Brown. Είδε μια συσκευή χωρίς κινούμενα μηχανικά μέρη να αναπτύσσει ώση όταν εφαρμόζονταν τεράστια ηλεκτρικά πεδία και, μέσα στο επιστημονικό πλαίσιο της εποχής του και επηρεασμένος από τη βαθιά του επιθυμία να συνδέσει ηλεκτρισμό και βαρύτητα, θεώρησε ότι είχε ανοίξει την πόρτα προς μια νέα θεμελιώδη φυσική.
Αυτό δεν κάνει την ανακάλυψή του ασήμαντη. Η ηλεκτροϋδροδυναμική ώθηση είναι πραγματικό πεδίο έρευνας και η δυνατότητα δημιουργίας ώσης χωρίς συμβατικά κινούμενα μέρη έχει εφαρμογές που εκτείνονται από την κίνηση ρευστών μέχρι πειραματικά αεροσκάφη. Η ειρωνεία είναι ότι ο Brown μπορεί να μην ανακάλυψε τον τρόπο με τον οποίο θα απελευθερώναμε ένα όχημα από τη βαρύτητα, αλλά συνέβαλε στην ιστορία ενός πραγματικού τρόπου μετατροπής ηλεκτρικής ενέργειας σε κατευθυνόμενη κίνηση.
Η ιστορία θα μπορούσε να τελειώσει εδώ. Ένας ασυνήθιστος εφευρέτης παρατηρεί ένα πραγματικό ηλεκτρικό φαινόμενο, το ερμηνεύει ως πιθανή σύνδεση ηλεκτρομαγνητισμού και βαρύτητας, αφιερώνει τη ζωή του στην ανάπτυξή του και οι μεταγενέστερες δοκιμές δείχνουν ότι τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος της ώσης εξηγείται πολύ πιο συμβατικά. Στην περίπτωση του Thomas Townsend Brown όμως αυτό είναι μόνο η μισή ιστορία. Η άλλη μισή δημιουργήθηκε όταν η ηλεκτροβαρυτική συνάντησε τη μυστικότητα της αεροδιαστημικής βιομηχανίας, τον ψυχρό πόλεμο και την UFO/UAP γνωσιολογία.
Η πρώτη γέφυρα είναι κατανοητή. Ο Brown προσπάθησε πραγματικά να προσελκύσει στρατιωτικό και αεροδιαστημικό ενδιαφέρον. Η αμερικανική αεροπορική βιομηχανία της δεκαετίας του 1950 πραγματικά ενδιαφερόταν για ακραίες ιδέες πρόωσης και για τη θεμελιώδη φυσική της βαρύτητας. Ο ίδιος πραγματικά συνδεόταν με το N.I.C.A.P. Οι πειραματικές του συσκευές πραγματικά είχαν δισκοειδή μορφή. Όταν όλα αυτά τοποθετηθούν δίπλα-δίπλα, δημιουργείται μια σχεδόν ακαταμάχητη αφήγηση, μήπως η δημόσια έρευνα του Brown ήταν μόνο η ορατή επιφάνεια ενός προγράμματος που αργότερα πέρασε στον διαβαθμισμένο κόσμο;
Από εκεί προέκυψαν διάφορες θεωρίες. Μία από τις γνωστότερες συνδέει τις ιδέες του Brown ακόμη και με το B-2 Spirit. Σύμφωνα με αυτή την υπόθεση, ηλεκτρικά φορτισμένες επιφάνειες στο αεροσκάφος θα μπορούσαν να δημιουργούν κάποιο είδος ηλεκτροβαρυτικής ή ηλεκτροαεροδυναμικής επίδρασης, μειώνοντας την αντίσταση ή ακόμη και επηρεάζοντας την απαιτούμενη άντωση.
Η θεωρία εμφανίζεται σε βιβλία και αφηγήσεις γύρω από τη μυστική αεροδιαστημική τεχνολογία, αλλά ακόμη και ο βιογράφος του Brown αναγνωρίζει ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν έχει επιβεβαιωθεί από τον στρατό. Επομένως δεν μπορούμε να μετατρέψουμε μια ενδιαφέρουσα τεχνολογική υπόθεση σε ιστορικό γεγονός.
Ακόμη μεγαλύτερη προσοχή απαιτούν οι ισχυρισμοί που συνδέουν τον Brown με αντίστροφη μηχανική, U.F.O./U.A.P., μυστικές ανακτήσεις εξωγήινων σκαφών ή μια κρυφή αμερικανική τεχνολογία αντιβαρύτητας. Αρκετές θεωρίες συνδέουν τον Brown με μια σειρά ανθρώπων, εταιρειών και περιστατικών και προτείνοντας ότι η πραγματική σημασία της δουλειάς του μεταφέρθηκε σε μυστικά προγράμματα.
Αυτές οι θεωρίες αποδεικνύονται εξαιρετικά χρήσιμες για να κατανοήσουμε πώς δημιουργήθηκε και εξελίχθηκε η σύγχρονη μυθολογία γύρω από τον Brown, δεν αποτελούν όμως από μόνες τους αποδείξεις για τους ισχυρισμούς που διατυπώνουν. Η ύπαρξη επαφών, το ενδιαφέρον στρατιωτικών φορέων ή ακόμη και η ύπαρξη διαβαθμισμένων αρχείων δεν αποδεικνύουν ότι κάποια μυστική υπηρεσία ανέπτυξε ή διέθετε ένα λειτουργικό ηλεκτροβαρυτικό όχημα.
Υπάρχει μάλιστα μια σημαντική γνωσιολογική παγίδα εδώ. Όσο περισσότερο μυστική είναι μια υποτιθέμενη τεχνολογία, τόσο ευκολότερο γίνεται να ερμηνευθεί η απουσία αποδείξεων ως απόδειξη της μυστικότητας. Αν δεν βρίσκουμε έγγραφα, «είναι διαβαθμισμένα». Αν ένα πρόγραμμα εξαφανίζεται από τη δημόσια συζήτηση, «πέρασε στα μαύρα προγράμματα». Αν μια τεχνολογία δεν εμφανίστηκε ποτέ δημόσια, «είναι επειδή λειτουργεί τόσο καλά ώστε δεν μπορούσε να αποκαλυφθεί». Έτσι όμως δημιουργείται ένας ισχυρισμός που δεν μπορεί πρακτικά να διαψευστεί, και ακριβώς εκεί η έρευνα κινδυνεύει να εγκαταλείψει την επιστημονική μεθοδολογία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η μυστικότητα δεν υπάρχει. Στρατιωτικά προγράμματα παραμένουν πράγματι απόρρητα για δεκαετίες και τεχνολογίες όπως τα stealth αεροσκάφη αναπτύχθηκαν για χρόνια χωρίς το ευρύ κοινό να γνωρίζει την πραγματική τους μορφή. Δεν μπορούμε λοιπόν να αποκλείσουμε αφηρημένα την πιθανότητα ότι ορισμένες ιδέες ηλεκτρικής πρόωσης μελετήθηκαν σε διαβαθμισμένο περιβάλλον. Εκείνο που δεν μπορούμε να κάνουμε είναι το επόμενο άλμα, να θεωρήσουμε ότι επειδή κάτι θα μπορούσε να είχε μελετηθεί μυστικά, αυτό σημαίνει ότι η ηλεκτροβαρύτητα του Brown αποδείχθηκε και χρησιμοποιήθηκε επιχειρησιακά.
Ακριβώς εδώ ο Thomas Townsend Brown γίνεται περισσότερο ενδιαφέρων από έναν απλό θρύλο καταπιεσμένης τεχνολογίας. Η ιστορία του βρίσκεται συνεχώς πάνω σε ένα σύνορο. Από τη μία πλευρά υπάρχουν πραγματικές πατέντες, πραγματικές συσκευές, πραγματικές επιδείξεις, πραγματική παραγωγή ώθησης και πραγματικές στρατιωτικές ή αεροδιαστημικές επαφές.
Από την άλλη υπάρχουν αντιβαρύτητα, μυστικά σκάφη, U.F.O./U.A.P., αντίστροφη μηχανική και υποθέσεις για τεχνολογίες που ποτέ δεν παρουσιάστηκαν δημόσια. Αν συγχωνεύσουμε τις δύο πλευρές, κατασκευάζουμε έναν μύθο. Αν τις διαχωρίσουμε, ανακαλύπτουμε κάτι ίσως περισσότερο ενδιαφέρον, τον τρόπο με τον οποίο ένα πραγματικό αλλά λανθασμένα ή ατελώς ερμηνευμένο φυσικό φαινόμενο μπορεί να γίνει ο πυρήνας γύρω από τον οποίο σχηματίζεται μια ολόκληρη εναλλακτική ιστορία της τεχνολογίας.
Ανακάλυψε τελικά ο Thomas Townsend Brown την αντιβαρύτητα ή κάτι διαφορετικό;
Ο Thomas Townsend Brown πέθανε το 1985, έχοντας αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην πεποίθηση ότι ο ηλεκτρισμός και η βαρύτητα έκρυβαν μια σχέση που η καθιερωμένη φυσική δεν είχε ακόμη κατανοήσει. Ο κόσμος δεν απέκτησε τα ηλεκτροβαρυτικά διαστημόπλοια που οραματιζόταν το Project Winterhaven. Τα πλοία δεν κινούνται με gravitators, τα αυτοκίνητα δεν αιωρούνται μέσω ασύμμετρων πυκνωτών και καμία επαληθευμένη συσκευή βασισμένη στο Biefeld–Brown Effect δεν έχει αποδειχθεί ότι μπορεί να ακυρώσει ή να ελέγξει τη βαρύτητα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ολόκληρη η ιστορία ήταν μια απάτη. Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη λεπτομέρεια.
Οι συσκευές του Brown μπορούν πράγματι να παράγουν ώθηση. Ένας σύγχρονος πειραματιστής μπορεί να κατασκευάσει έναν μικρό ανυψωτή, να εφαρμόσει υψηλή τάση και να τον δει να σηκώνεται. Η φυσική δεν αρνείται το φαινόμενο. Διαφωνεί με την εξήγηση που του έδωσε ο Brown. Εκεί όπου εκείνος έβλεπε πιθανή αλληλεπίδραση ηλεκτρισμού και βαρύτητας, η μεταγενέστερη έρευνα βρήκε πολύ ισχυρές ενδείξεις για ηλεκτροϋδροδυναμική ώση, ιονισμό και μεταφορά ορμής στο περιβάλλον αέριο. Και όταν το κρίσιμο πείραμα μεταφέρθηκε σε υψηλό κενό, η υποτιθέμενη ανεξάρτητη προωστική δύναμη δεν εμφανίστηκε με τον τρόπο που θα απαιτούσε η ηλεκτροβαρυτική ερμηνεία.
Ίσως λοιπόν το μεγαλύτερο λάθος που μπορούμε να κάνουμε απέναντι στον Brown είναι να επιλέξουμε ανάμεσα σε δύο εξίσου απλοϊκές εικόνες, είτε τον άνθρωπο που ανακάλυψε την αντιβαρύτητα και φιμώθηκε, είτε έναν ακόμη περιθωριακό εφευρέτη που δεν είχε τίποτε ενδιαφέρον να δείξει. Η πραγματικότητα φαίνεται πολύ πιο σύνθετη. Ο Brown παρατήρησε ένα υπαρκτό φαινόμενο, κατάλαβε ότι μπορούσε να δημιουργήσει κίνηση χωρίς συμβατικό μηχανικό σύστημα, προσπάθησε να το αναπτύξει για δεκαετίες και πιθανότατα έκανε το αποφασιστικό άλμα πολύ νωρίς, από την παρατήρηση μιας άγνωστης σε εκείνον δύναμης στην πεποίθηση ότι είχε αγγίξει την ίδια τη βαρύτητα.
Και κάπως έτσι η ιστορία του γίνεται ίσως περισσότερο σημαντική για την οριακή επιστήμη από όσο θα ήταν αν αποτελούσε απλώς ακόμη μία ιστορία χαμένης αντιβαρυτικής τεχνολογίας. Δείχνει πόσο λεπτή μπορεί να γίνει η γραμμή ανάμεσα στην ανακάλυψη και στην ερμηνεία της ανακάλυψης. Η επιστήμη δεν προχωρά μόνο όταν κάποιος βρίσκει κάτι που κανείς δεν είχε δει προηγουμένως. Προχωρά και όταν οι επόμενοι ερευνητές ανακαλύπτουν ότι αυτό που είδε ήταν πραγματικό, αλλά σήμαινε κάτι διαφορετικό από εκείνο που πίστευε.
Ίσως ο Thomas Townsend Brown να μην έμαθε ποτέ να ελέγχει τη βαρύτητα. Ίσως το Biefeld–Brown Effect να μην αποτελεί το πρώτο βήμα προς ένα διαστημόπλοιο χωρίς συμβατική πρόωση. Και οι ισχυρότερες πειραματικές ενδείξεις που διαθέτουμε σήμερα δεν δικαιολογούν την παρουσίασή του ως τέτοιου.
Παραμένει όμως ένα πραγματικό φαινόμενο, πίσω από μια πραγματική συσκευή, που γεννήθηκε από μια πραγματική επιστημονική απορία και οδήγησε έναν άνθρωπο να αφιερώσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του στην αναζήτηση μιας σύνδεσης που πίστευε ότι θα μπορούσε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο ταξιδεύουμε.
Πόσο συχνά στην ιστορία της επιστήμης ένας άνθρωπος μπορεί να ανακαλύψει κάτι πραγματικό, και ταυτόχρονα να κάνει λάθος για το τι ακριβώς ανακάλυψε.