Η υπόθεση Betty και Barney Hill: Πώς δύο ώρες χαμένου χρόνου δημιούργησαν το σύγχρονο αρχέτυπο των εξωγήινων απαγωγών μετά και το περιστατικό του Antônio Vilas-Boas


Η υπόθεση Betty και Barney Hill: Πώς δύο ώρες χαμένου χρόνου δημιούργησαν το σύγχρονο αρχέτυπο των εξωγήινων απαγωγών μετά και το περιστατικό του Antônio Vilas-Boas

 

Στην ιστορία της ufo/uap γνωσιολογίας υπάρχουν ορισμένες υποθέσεις που λειτουργούν ως σημεία αναφοράς. Δεν είναι απαραίτητα οι πιο εντυπωσιακές, ούτε εκείνες που συνοδεύονται από τα περισσότερα φυσικά τεκμήρια. Είναι όμως εκείνες οι υποθέσεις που κατάφεραν να διαμορφώσουν τον τρόπο με τον οποίο ολόκληρες γενιές ανθρώπων άρχισαν να αντιλαμβάνονται το φαινόμενο. Ανάμεσά τους, υπήρξε και μια ιδιαίτερα καθοριστική, η υπόθεση των Betty και Barney Hill.

Περισσότερο από εξήντα χρόνια μετά τη νύχτα της 19ης προς 20ής Σεπτεμβρίου του 1961, η συγκεκριμένη ιστορία εξακολουθεί να αποτελεί ενα σημαντικό σημείο κάθε σοβαρής συζήτησης γύρω από τις λεγόμενες εξωγήινες ή εξωδιαστατικές απαγωγές, μαζί με το περιστατικό που ανέφερε ο Antônio Vilas-Boas το 1957. Ανεξάρτητα από το αν κάποιος θεωρεί το περιστατικό πραγματικό, ψυχολογικό, συμβολικό ή ακόμη και προϊόν λανθασμένης ανάκλησης της μνήμης, δύσκολα μπορεί να αμφισβητήσει τη βαθιά επιρροή που άσκησε στην παγκόσμια ufo/uap γνωσιολογία, στη λαϊκή κουλτούρα και στην ίδια τη συλλογική φαντασία.

Η ιστορία αυτή, ωστόσο, δεν γεννήθηκε στο κενό. Τέσσερα χρόνια νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 1957, ένας νεαρός Βραζιλιάνος αγρότης, ο Antônio Vilas-Boas, είχε ήδη περιγράψει μια εμπειρία που πολλοί ερευνητές του φαινομένου, θεωρούν το πρώτο μεγάλο θεμέλιο της σύγχρονης αφηγηματικής παράδοσης των ανθρώπων που υποστήριξαν ότι υπήρξαν θύματα εξωγήινης απαγωγής (abductees). Η αφήγησή του περιλάμβανε αιχμαλωσία μέσα σε άγνωστο σκάφος, ιατρικές διαδικασίες και επαφή με ανθρωπόμορφες οντότητες, στοιχεία που μέχρι τότε σπάνια εμφανίζονταν με τόσο ολοκληρωμένο τρόπο. Η υπόθεση εκείνη άνοιξε μια νέα θεματική στην ουφολογία, όμως παρέμεινε σχετικά περιορισμένη στους κύκλους των ερευνητών και των εξειδικευμένων περιοδικών.

 

* Περισσότερα για τον Antônio Vilas-Boas @ pneumapunk εδω -> Antônio Vilas-Boas. Το περιστατικό του 1957 που διαμόρφωσε το μοτίβο των απαγωγών. <- 


Οι Betty και Barney Hill, αντίθετα, δεν έγιναν απλώς ακόμη μία περίπτωση ανάμεσα στις δεκάδες αναφορές της εποχής. Η δική τους ιστορία μετατράπηκε σε πολιτισμικό γεγονός. Μέσα από την εκτενή δημοσιότητα που ακολούθησε, τις ψυχιατρικές εξετάσεις, τις συνεδρίες ύπνωσης, τον περίφημο χάρτη του Zeta Reticuli και τις ατελείωτες συζητήσεις που προκάλεσε, η υπόθεση έπαψε να αφορά αποκλειστικά ένα άγνωστο ιπτάμενο αντικείμενο. Δημιούργησε ένα νέο αφηγηματικό αρχέτυπο. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, σχεδόν κάθε μεταγενέστερη αφήγηση εξωγήινης απαγωγής άρχισε να περιλαμβάνει επαναλαμβανόμενα μοτίβα τον χαμένο χρόνο (Missing Time), τις κατακερματισμένες αναμνήσεις, τις ιατρικές εξετάσεις πάνω σε άγνωστα εξεταστικά τραπέζια, την τηλεπαθητική επικοινωνία, τις μικρόσωμες ανθρωπόμορφες οντότητες και την ανάκτηση των αναμνήσεων μέσω ύπνωσης. Είτε όλα αυτά υπήρξαν πραγματικές εμπειρίες είτε δημιουργήθηκαν από ψυχολογικούς και πολιτισμικούς μηχανισμούς, η αλήθεια είναι μία, μετά το 1961, η εικόνα που έχουμε σήμερα για μια εξωγήινη απαγωγή είχε πλέον αποκτήσει τη μορφή της.

Αυτό ακριβώς είναι που κάνει την υπόθεση Hill τόσο σημαντική. Δεν αποτελεί μόνο ένα ανεξήγητο περιστατικό. Αποτελεί το σημείο όπου η ufo/uap γνωσιολογία άρχισε να μετατρέπεται από μια συλλογή μεμονωμένων θεάσεων σε μια νέα αφήγηση για την ανθρώπινη εμπειρία του αγνώστου. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960 οι περισσότερες αναφορές επικεντρώνονταν κυρίως στα ίδια τα ιπτάμενα αντικείμενα. Οι άνθρωποι έβλεπαν φωτεινούς δίσκους, άγνωστα φώτα, μεταλλικά αντικείμενα ή ανεξήγητους ελιγμούς στον ουρανό. Μετά τους Hill, το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε σταδιακά από το “τι πετούσε στον ουρανό” στο “τι συνέβη στους ανθρώπους που ήρθαν σε επαφή με αυτό”. Η ufo/uap γνωσιολογία άρχισε να αποκτά ανθρώπινο πρόσωπο και μαζί της γεννήθηκε ένα νέο πεδίο έρευνας, αυτό της ανθρώπινης εμπειρίας απέναντι στο άγνωστο.

Για να κατανοήσει όμως κανείς γιατί δύο φαινομενικά συνηθισμένοι άνθρωποι επηρέασαν τόσο βαθιά την ιστορία του φαινομένου, πρέπει πρώτα να επιστρέψει στην Αμερική του 1961. Ήταν μια εποχή που ο κόσμος βρισκόταν κυριολεκτικά σε μετάβαση. Ο ψυχρός πόλεμος είχε ήδη διαμορφώσει μια ατμόσφαιρα διαρκούς φόβου. Η εκτόξευση του Sputnik λίγα χρόνια νωρίτερα είχε εγκαινιάσει την κούρσα του διαστήματος, ενώ οι πρώτες επανδρωμένες διαστημικές αποστολές έκαναν την ιδέα της ζωής πέρα από τη Γη να μοιάζει λιγότερο με επιστημονική φαντασία και περισσότερο με πιθανό επιστημονικό ενδεχόμενο. Ταυτόχρονα, η αμερικανική κοινωνία ζούσε έντονες κοινωνικές ανακατατάξεις, με το Κίνημα Πολιτικών Δικαιωμάτων να αμφισβητεί βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις και να αλλάζει σταδιακά το πρόσωπο της χώρας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ζούσαν οι Betty και Barney Hill. Δεν ήταν στρατιωτικοί, ούτε επιστήμονες, ούτε επαγγελματίες ερευνητές του παραφυσικού. Ήταν ένα μορφωμένο, εργαζόμενο ζευγάρι από το Portsmouth του New Hampshire. Ο Barney εργαζόταν στην Ταχυδρομική Υπηρεσία των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ η Betty ήταν κοινωνική λειτουργός. Και οι δύο συμμετείχαν ενεργά σε κοινωνικές οργανώσεις, ενώ είχαν έντονη παρουσία σε πρωτοβουλίες υπέρ των πολιτικών δικαιωμάτων. Η ίδια τους η σχέση αποτελούσε εξαίρεση για την εποχή, καθώς ήταν ένα διαφυλετικό ζευγάρι σε μια Αμερική όπου τέτοιες σχέσεις εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζονται με καχυποψία ή ακόμη και ανοιχτή εχθρότητα. Η εικόνα τους, επομένως, απείχε πολύ από εκείνη των ανθρώπων που αναζητούσαν δημοσιότητα μέσα από εντυπωσιακές αφηγήσεις. Αντίθετα, όσοι τους γνώριζαν τους περιέγραφαν ως σοβαρούς, ήρεμους και κοινωνικά δραστήριους πολίτες.

Στις αρχές του Σεπτεμβρίου του 1961 αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν λίγες ημέρες διακοπών. Το ταξίδι τους τούς οδήγησε στους καταρράκτες του Νιαγάρα και στη συνέχεια στο Μόντρεαλ του Καναδά. Ήταν μια συνηθισμένη απόδραση, σχεδιασμένη για ξεκούραση πριν επιστρέψουν στην καθημερινότητά τους. Το βράδυ της 19ης Σεπτεμβρίου ξεκίνησαν την επιστροφή προς το σπίτι τους, ακολουθώντας τη διαδρομή μέσω του ορεινού New Hampshire. Μαζί τους ταξίδευε και ο σκύλος τους, ο Delsey. Τίποτε δεν προμήνυε ότι εκείνο το ταξίδι θα αποτελούσε ίσως τη διασημότερη διαδρομή στην ιστορία της ufo/uap γνωσιολογίας.

Καθώς το αυτοκίνητό τους κινούνταν στον σκοτεινό επαρχιακό δρόμο της U.S. Route 3, η Betty παρατήρησε ένα φωτεινό αντικείμενο να κινείται χαμηλά στον ουρανό. Στην αρχή θεώρησε πως επρόκειτο για δορυφόρο, αεροσκάφος ή κάποιο ιδιαίτερα φωτεινό αστέρι. Όσο όμως περνούσε η ώρα, το φως άρχισε να παρουσιάζει μια παράξενη συμπεριφορά. Φαινόταν να αλλάζει πορεία, να κινείται αντίθετα από ό,τι θα περίμενε κανείς για ένα συνηθισμένο αεροσκάφος και να ακολουθεί την ίδια διαδρομή με το αυτοκίνητό τους. Ο Barney αρχικά παρέμεινε επιφυλακτικός. Προσπάθησε να δώσει λογικές εξηγήσεις, θεωρώντας πιθανότερο ότι επρόκειτο για κάποιο επιβατικό αεροπλάνο που κατευθυνόταν προς το Μόντρεαλ. Όμως όσο οι δύο τους συνέχιζαν να οδηγούν μέσα στη νύχτα, το αντικείμενο έμοιαζε να μειώνει συνεχώς την απόστασή του, μετατρέποντας μια απλή περιέργεια σε έντονη ανησυχία.

Λίγα χιλιόμετρα αργότερα, οι Hill αποφάσισαν να σταματήσουν σε έναν μικρό χώρο αναψυχής κοντά στο Twin Mountain. Η Betty πήρε τα κιάλια της και βγήκε από το αυτοκίνητο για να παρατηρήσει καλύτερα το αντικείμενο. Εκείνη τη στιγμή, χωρίς να το γνωρίζει, είχε ήδη ξεκινήσει μία από τις πιο διάσημες και αμφιλεγόμενες ιστορίες του εικοστού αιώνα. Μια ιστορία που, ανεξάρτητα από την τελική της εξήγηση, θα επηρέαζε για πάντα τον τρόπο με τον οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος θα αφηγούνταν τις συναντήσεις του με το άγνωστο.

Η ιστορία των Betty και Barney Hill έχει αφηγηθεί αμέτρητες φορές τις τελευταίες έξι δεκαετίες. Ωστόσο, όσο περισσότερο μελετά κανείς τις αρχικές καταθέσεις, τις συνεντεύξεις και τις μεταγενέστερες αναλύσεις, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται ότι το περιστατικό δεν εξελίχθηκε με τον κινηματογραφικό τρόπο που συνήθως παρουσιάζεται. Δεν υπήρξε μια ξαφνική εμφάνιση ενός ιπτάμενου δίσκου πάνω από το αυτοκίνητο, ούτε μια θεαματική απαγωγή μέσα σε λίγα λεπτά. Αντίθετα, η εμπειρία εξελίχθηκε σταδιακά, σχεδόν ανεπαίσθητα, μέσα σε αρκετή ώρα, καθώς δύο άνθρωποι προσπαθούσαν διαρκώς να δώσουν μια λογική εξήγηση σε κάτι που γινόταν ολοένα και πιο δύσκολο να ερμηνευθεί.

Η ώρα είχε περάσει τις δέκα και μισή το βράδυ όταν το ζευγάρι κινούνταν κατά μήκος της U.S. Route 3, ενός δρόμου που διασχίζει τις ορεινές περιοχές του New Hampshire. Η περιοχή εκείνη, ακόμη και σήμερα, χαρακτηρίζεται από εκτεταμένα δάση, χαμηλό φωτισμό και μεγάλα τμήματα απομονωμένου οδικού δικτύου. Το 1961 οι συνθήκες ήταν ακόμη πιο ήσυχες. Η κυκλοφορία ήταν περιορισμένη και, καθώς η νύχτα προχωρούσε, οι Hill βρίσκονταν ουσιαστικά μόνοι τους μέσα σε ένα σκοτεινό φυσικό τοπίο.

Η Betty ήταν η πρώτη που πρόσεξε ένα έντονο φωτεινό σημείο να κινείται στον ουρανό. Αρχικά δεν θεώρησε ότι επρόκειτο για κάτι ιδιαίτερο. Εκείνη την περίοδο οι δορυφόροι, τα αεροσκάφη και οι μετεωρίτες αποτελούσαν ήδη γνωστά φαινόμενα και η πρώτη της σκέψη ήταν ότι πιθανότατα έβλεπε κάποιο αεροπλάνο ή ένα ιδιαίτερα φωτεινό ουράνιο σώμα. Ωστόσο, υπήρχε μία λεπτομέρεια που της προκάλεσε αμέσως αμηχανία. Το φωτεινό αντικείμενο δεν ακολουθούσε τη σταθερή πορεία που θα περίμενε κανείς από ένα αεροσκάφος ούτε τη φυσική τροχιά ενός μετεώρου. Αντίθετα, έμοιαζε να αλλάζει κατεύθυνση, να επιβραδύνει και να επιταχύνει, σαν να πραγματοποιούσε ελεγχόμενους ελιγμούς.

Ο Barney αντιμετώπισε αρχικά τις παρατηρήσεις της συζύγου του με επιφυλακτικότητα. Υπέθεσε ότι επρόκειτο πιθανότατα για επιβατικό αεροσκάφος που εκτελούσε δρομολόγιο προς τον Καναδά. Ήταν μια απολύτως λογική εξήγηση. Άλλωστε, ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει την τάση να προτιμά πάντοτε τη γνωστή ερμηνεία πριν αποδεχθεί μια άγνωστη. Όμως όσο περνούσαν τα λεπτά, η συμπεριφορά του αντικειμένου άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να εξηγηθεί. Το φως δεν απομακρυνόταν, όπως θα έκανε ένα αεροπλάνο. Αντίθετα, έμοιαζε να διατηρεί σταθερή σχέση με το αυτοκίνητο, σαν να το παρακολουθούσε από απόσταση.

Αποφάσισαν να σταματήσουν σε έναν μικρό χώρο αναψυχής κοντά στο Twin Mountain, τόσο για να παρατηρήσουν καλύτερα το φαινόμενο όσο και για να αφήσουν τον σκύλο τους να κατέβει για λίγα λεπτά. Εκεί η Betty χρησιμοποίησε τα κιάλια της. Η εικόνα που αντίκρισε, σύμφωνα με τη μεταγενέστερη κατάθεσή της, δεν έμοιαζε πλέον με συνηθισμένο αεροσκάφος. Περιέγραψε ένα αντικείμενο με ασυνήθιστο σχήμα και πολύχρωμα φώτα, τα οποία αναβόσβηναν με τρόπο που δεν μπορούσε να ταυτίσει με γνωστά αεροπορικά φώτα πλοήγησης. Ακόμη πιο εντυπωσιακό ήταν το γεγονός ότι το αντικείμενο φαινόταν να περνά μπροστά από τη Σελήνη, δίνοντας την εντύπωση ότι βρισκόταν ανάμεσα στους ίδιους και στον νυχτερινό ουρανό, χωρίς όμως να μπορεί να εκτιμηθεί με ασφάλεια η πραγματική του απόσταση.

Από εκείνο το σημείο και μετά, οι εξελίξεις επιταχύνθηκαν. Οι Hill συνέχισαν την πορεία τους, όμως το αντικείμενο εξακολουθούσε να εμφανίζεται σε διαφορετικά σημεία του ουρανού. Ο Barney, που μέχρι τότε προσπαθούσε να καθησυχάσει τη σύζυγό του, άρχισε και ο ίδιος να αμφιβάλλει για την αρχική του εξήγηση. Σύμφωνα με τις μεταγενέστερες αναφορές του, υπήρξε μια στιγμή κατά την οποία το αντικείμενο άλλαξε πορεία και κινήθηκε απευθείας προς το αυτοκίνητό τους. Εκείνη ήταν η πρώτη φορά που δήλωσε με βεβαιότητα πως δεν πίστευε πλέον ότι επρόκειτο για συμβατικό αεροσκάφος.

Η διαδρομή τούς οδήγησε νοτιότερα, κοντά στην περιοχή Indian Head. Εκεί συνέβη το γεγονός που αποτέλεσε την πιο χαρακτηριστική εικόνα ολόκληρης της υπόθεσης. Σύμφωνα με την αφήγησή τους, το αντικείμενο κατέβηκε απότομα και αιωρήθηκε πάνω από τον δρόμο, σε ύψος που οι ίδιοι υπολόγισαν μεταξύ είκοσι και τριάντα μέτρων. Ήταν πλέον τόσο κοντά ώστε, όπως δήλωσε αργότερα ο Barney, καταλάμβανε σχεδόν ολόκληρο το οπτικό πεδίο του παρμπρίζ. Το περιέγραψε ως έναν τεράστιο, επίπεδο δίσκο , ο οποίος παρέμενε εντελώς αθόρυβος παρά το μέγεθός του.

Εδώ εμφανίζεται μία από τις πιο πολυσυζητημένες στιγμές της ιστορίας. Ο Barney σταμάτησε το αυτοκίνητο, πήρε τα κιάλια και κατέβηκε για να πλησιάσει περισσότερο. Ήταν μια αυθόρμητη αντίδραση, σχεδόν αντίθετη προς κάθε ένστικτο αυτοπροστασίας. Όπως εξήγησε αργότερα, ένιωθε ότι έπρεπε να εξακριβώσει τι ακριβώς έβλεπε. Μέσα από τα κιάλια ισχυρίστηκε ότι παρατήρησε σειρά παραθύρων κατά μήκος της περιφέρειας του αντικειμένου. Πίσω από αυτά διέκρινε μορφές που έμοιαζαν ανθρωπόμορφες. Υπολόγισε ότι ήταν μεταξύ οκτώ και έντεκα φιγούρες, ντυμένες με σκούρες στολές και καπέλα, οι οποίες φαίνονταν να τον παρακολουθούν. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, μία από τις μορφές παρέμεινε ακίνητη ενώ οι υπόλοιπες μετακινήθηκαν προς τα παράθυρα, σαν να είχαν αντιληφθεί την παρουσία του. Εκείνη η μοναδική φιγούρα έμοιαζε, όπως είπε αργότερα, να του μεταδίδει την αίσθηση ότι έπρεπε να συνεχίσει να κοιτάζει χωρίς να κινηθεί.

Η περιγραφή αυτή αποτελεί μέχρι σήμερα μία από τις πλέον σημαντικές πτυχές της υπόθεσης. Για ορισμένους ερευνητές αποτελεί το πρώτο παράδειγμα της τηλεπαθητικής επικοινωνίας που αργότερα θα γίνει χαρακτηριστικό γνώρισμα των αφηγήσεων απαγωγών. Για άλλους, αντανακλά την ψυχολογική κατάσταση ενός ανθρώπου που βρισκόταν αντιμέτωπος με έναν έντονο φόβο, σε συνδυασμό με τη νυχτερινή παρατήρηση ενός άγνωστου αντικειμένου.

Όπως και να έχει, ο Barney εγκατέλειψε γρήγορα το σημείο και επέστρεψε στο αυτοκίνητο. Οι δύο τους ξεκίνησαν αμέσως να απομακρύνονται. Και τότε συμβαίνει το πιο παράξενο στοιχείο ολόκληρης της ιστορίας.

Οι αναμνήσεις τους… σταματούν.

Δεν υπήρξε έκρηξη φωτός. Δεν υπήρξε περιγραφή επιβίβασης σε σκάφος. Δεν υπήρξε κάποια σαφής μετάβαση από το ένα γεγονός στο άλλο. Και οι δύο θυμούνταν μόνο έναν περίεργο επαναλαμβανόμενο ήχο, σαν παλμική δόνηση, και στη συνέχεια… απολύτως τίποτα. Η επόμενη καθαρή ανάμνηση ήταν ότι οδηγούσαν ήδη αρκετά χιλιόμετρα μακριά, χωρίς να μπορούν να εξηγήσουν τι είχε μεσολαβήσει. Ήταν σαν κάποιος να είχε αφαιρέσει δύο περίπου ώρες από τη μνήμη τους, αφήνοντας στη θέση τους μόνο ένα απόλυτο κενό. Αυτό το φαινόμενο, που αργότερα θα καθιερωθεί διεθνώς ως “Missing Time”, δεν είχε ακόμη αποκτήσει όνομα. Εκείνη τη νύχτα, όμως, γεννιόταν ίσως το πιο αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό όλων των μελλοντικών αφηγήσεων εξωγήινων απαγωγών.

Όταν τελικά έφτασαν στο σπίτι τους, λίγο πριν χαράξει, κανένας από τους δύο δεν ένιωθε φυσιολογικά. Δεν μπορούσαν να εξηγήσουν γιατί άργησαν τόσο πολύ να διανύσουν μια απόσταση που υπό κανονικές συνθήκες απαιτούσε αρκετά λιγότερο χρόνο. Τα ρολόγια που φορούσαν είχαν σταματήσει να λειτουργούν. Ο δερμάτινος ιμάντας των κυαλιών του Barney είχε σκιστεί χωρίς να θυμάται πώς. Τα παπούτσια του παρουσίαζαν ασυνήθιστες φθορές στις μύτες, ενώ η Betty διαπίστωσε αργότερα ότι το φόρεμα που φορούσε είχε σκιστεί σε αρκετά σημεία και έφερε μια περίεργη ροζ σκόνη, την οποία προσπάθησε να διατηρήσει πριν τελικά απομακρυνθεί σχεδόν ολοκληρωτικά. Και οι δύο ένιωθαν μια έντονη ανάγκη να κάνουν πολύωρα ζεστά ντους, σαν να επιδίωκαν να απομακρύνουν από πάνω τους μια αόρατη μόλυνση, χωρίς να μπορούν να εξηγήσουν γιατί είχαν αυτή την αίσθηση.

Εκείνη τη στιγμή, όμως, ούτε οι ίδιοι μπορούσαν να φανταστούν ότι τα σκισμένα ρούχα, τα χαλασμένα ρολόγια και οι δύο ώρες που έλειπαν από τη μνήμη τους θα μετατρέπονταν σε ένα από τα πιο διάσημα μυστήρια του εικοστού αιώνα. Για τους Hill, όλα αυτά δεν ήταν ακόμη μια ιστορία προς αφήγηση. Ήταν ένα αίνιγμα που μόλις είχε αρχίσει να διαμορφώνεται μέσα στον ίδιο τους τον νου.

Οι ημέρες που ακολούθησαν το ταξίδι της επιστροφής από το Μόντρεαλ δεν χαρακτηρίστηκαν από πανικό ούτε από δημόσιες δηλώσεις. Αντίθετα, οι Betty και Barney Hill προσπάθησαν αρχικά να συνεχίσουν τη ζωή τους σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Ή τουλάχιστον σαν να είχε συμβεί κάτι που δεν μπορούσαν ακόμη να περιγράψουν. Το γεγονός ότι αδυνατούσαν να εξηγήσουν τις δύο περίπου ώρες που έλειπαν από τη μνήμη τους δεν σήμαινε απαραίτητα ότι πίστευαν πως είχαν απαχθεί από άγνωστα όντα. Εκείνη τη στιγμή αναζητούσαν κυρίως μια λογική εξήγηση. Ίσως είχαν αποπροσανατολιστεί, ίσως είχαν υπολογίσει λάθος τον χρόνο της διαδρομής, ίσως η κούραση του ταξιδιού να επηρέαζε την κρίση τους. Όμως όσο περισσότερο επιχειρούσαν να ανασυνθέσουν τη νύχτα της 19ης Σεπτεμβρίου, τόσο περισσότερο διαπίστωναν ότι υπήρχε ένα κενό το οποίο δεν μπορούσε να καλυφθεί με καμία συμβατική ερμηνεία.

Η πρώτη που άρχισε να βιώνει έντονα τις συνέπειες αυτής της εμπειρίας ήταν η Betty. Περίπου δέκα ημέρες μετά το περιστατικό ξεκίνησε να βλέπει μια σειρά από εξαιρετικά ζωντανά όνειρα, τα οποία επαναλήφθηκαν για πέντε συνεχόμενες νύχτες. Δεν έμοιαζαν με τους συνηθισμένους εφιάλτες που ξεθωριάζουν λίγα λεπτά μετά το ξύπνημα. Αντίθετα, διατηρούσαν μια ασυνήθιστη συνοχή, σαν να αποτελούσαν αποσπασματικές σκηνές μιας ιστορίας που συνεχιζόταν κάθε επόμενο βράδυ από το σημείο όπου είχε σταματήσει το προηγούμενο. Η ίδια ένιωθε ότι δεν επρόκειτο για απλή φαντασία, αλλά για εικόνες που προσπαθούσαν να αναδυθούν από κάποιο βαθύτερο επίπεδο της μνήμης της.

Στα όνειρα αυτά, η Betty περιέγραφε ότι το αυτοκίνητό τους είχε ακινητοποιηθεί από άγνωστες ανθρωπόμορφες μορφές, οι οποίες τους οδήγησαν μέσα από το δάσος προς ένα μεγάλο αντικείμενο που αιωρούνταν πάνω από το έδαφος. Θυμόταν τον Barney να βρίσκεται πίσω της, να περπατά σχεδόν υπνωτισμένος, σαν να μην είχε πλήρη επίγνωση του περιβάλλοντός του. Οι οντότητες που τους συνόδευαν παρουσιάζονταν με ύψος περίπου ενάμιση μέτρο, γκριζωπό δέρμα, σκούρα μάτια, έντονα χαρακτηριστικά στο πρόσωπο και ομοιόμορφες μπλε στολές που έφερναν περισσότερο σε στρατιωτικές στολές παρά σε οτιδήποτε εξωτικό. Η εικόνα αυτή απέχει αισθητά από το στερεότυπο του σύγχρονου «Grey» που θα κυριαρχήσει δεκαετίες αργότερα. Οι μορφές των οντοτήτων των Hill ήταν περισσότερο ανθρωπόμορφες, με σαφή χαρακτηριστικά προσώπου και όχι τα σχεδόν άφυλα, λεπτόσωμα όντα που καθιερώθηκαν αργότερα στη λαϊκή κουλτούρα.

Η Betty άρχισε να καταγράφει σχολαστικά κάθε λεπτομέρεια αυτών των ονείρων. Δεν τα αντιμετώπιζε ως απόδειξη ότι είχαν συμβεί πραγματικά, αλλά ως κάτι που ίσως συνδεόταν με το ανεξήγητο κενό μνήμης που βασάνιζε και τους δύο. Ο Barney, αντίθετα, παρέμενε περισσότερο επιφυλακτικός. Άκουγε τις αφηγήσεις της χωρίς να τις απορρίπτει, αλλά ούτε και να τις υιοθετεί. Πίστευε ότι ίσως επρόκειτο για ψυχολογική αντίδραση στο άγχος που τους είχε προκαλέσει το άγνωστο αντικείμενο. Η στάση αυτή είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, διότι δείχνει ότι η αφήγηση της υπόθεσης δεν διαμορφώθηκε εξαρχής από δύο ανθρώπους που είχαν καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα. Αντίθετα, για αρκετό διάστημα οι δύο σύζυγοι προσπαθούσαν να κατανοήσουν το γεγονός από διαφορετικές οπτικές γωνίες.

Παράλληλα, το ζευγάρι αποφάσισε να ενημερώσει την Εθνική Επιτροπή Ερευνών Εναέριων Φαινομένων (NICAP), έναν από τους σημαντικότερους ιδιωτικούς οργανισμούς ufo/uap έρευνας της εποχής. Η υπόθεσή τους ανατέθηκε στον αστρονόμο και ερευνητή Walter Webb. Ο Webb αφιέρωσε περίπου έξι ώρες στην καταγραφή των μαρτυριών τους, εξετάζοντας όχι μόνο όσα θυμούνταν, αλλά και όσα δεν μπορούσαν να θυμηθούν. Το συμπέρασμά του υπήρξε ιδιαίτερα προσεκτικό. Δεν δήλωσε ότι οι Hill είχαν απαχθεί από εξωγήινους η εξωδιαστατικούς. Έκρινε όμως ότι το ζευγάρι φαινόταν ειλικρινές και ότι περιέγραφε με συνέπεια μια εμπειρία την οποία οι ίδιοι θεωρούσαν απολύτως πραγματική, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο τα λάθη να αφορούσαν κυρίως εκτιμήσεις χρόνου, απόστασης και μεγέθους του αντικειμένου και όχι την ίδια την εμπειρία.

Παρ’ όλα αυτά, το μεγαλύτερο πρόβλημα παρέμενε άλυτο. Ο Barney ένιωθε ότι υπήρχε κάτι κρυμμένο πίσω από το κενό μνήμης. Δεν ήταν απλώς αδυναμία ανάκλησης. Ήταν σαν ο ίδιος του ο νους να αρνούνταν να επιτρέψει την πρόσβαση σε συγκεκριμένες αναμνήσεις. Το γεγονός αυτό είχε αρχίσει να επηρεάζει την καθημερινότητά του. Εμφάνιζε έντονο άγχος, επαναλαμβανόμενους εφιάλτες και ψυχοσωματικά συμπτώματα που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Έτσι, ύστερα από αρκετούς μήνες, το ζευγάρι στράφηκε σε μια μέθοδο που εκείνη την εποχή θεωρούνταν πολλά υποσχόμενη για την ανάκτηση τραυματικών αναμνήσεων: την ύπνωση.

Ο ψυχίατρος Dr. Benjamin Simon, βετεράνος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ειδικός στη θεραπεία μετατραυματικών διαταραχών, ανέλαβε να εξετάσει ξεχωριστά τους δύο συζύγους. Η λεπτομέρεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο Simon δεν υπνώτιζε το ζευγάρι ταυτόχρονα, ούτε επέτρεπε στον έναν να ακούει τις συνεδρίες του άλλου. Επιδίωξή του ήταν να διαπιστώσει αν οι αφηγήσεις τους παρουσίαζαν αυτόνομη συνοχή ή αν επηρεάζονταν αμοιβαία. Οι συνεδρίες πραγματοποιήθηκαν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και καταγράφηκαν λεπτομερώς.

Κατά τη διάρκεια της ύπνωσης, ο Barney άρχισε να περιγράφει σκηνές που δεν θυμόταν σε κατάσταση εγρήγορσης. Ανέφερε ότι αφού επέστρεψε στο αυτοκίνητο και προσπάθησε να απομακρυνθεί, ένιωσε μια ανεξήγητη παρόρμηση να στρίψει σε έναν χωμάτινο δρόμο μέσα στο δάσος, σαν να μην είχε πλήρη έλεγχο των κινήσεών του. Εκεί, σύμφωνα με την ανάκτησή του, αντίκρισε αρκετές μικρόσωμες ανθρωπόμορφες μορφές να πλησιάζουν το αυτοκίνητο. Οι οντότητες αυτές επικοινωνούσαν μαζί του χωρίς να κινείται εμφανώς το στόμα τους. Ο ίδιος περιέγραψε την εμπειρία σαν μια μορφή άμεσης μετάδοσης σκέψεων, όπου οι έννοιες γίνονταν κατανοητές χωρίς να ακούγονται πραγματικές λέξεις. Η τηλεπάθεια αυτή θα αποτελούσε αργότερα ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά στοιχεία σχεδόν κάθε αφηγηματικής παράδοσης περί εξωγήινων απαγωγών.

Οι αφηγήσεις της Betty κατά την ύπνωση εμφάνιζαν αξιοσημείωτες ομοιότητες, αλλά και αρκετές διαφορές. Περιέγραψε και εκείνη την επιβίβαση σε άγνωστο σκάφος, τις ιατρικές εξετάσεις και μια σειρά συνομιλιών με την οντότητα που θεωρούσε αρχηγό της ομάδας. Σε εκείνο το σημείο εμφανίζεται και ένα από τα πιο διάσημα επεισόδια της υπόθεσης. Σύμφωνα με την Betty, ζήτησε από τον επικεφαλής να της δείξει από πού προέρχονταν. Εκείνος της παρουσίασε έναν τρισδιάστατο αστρικό χάρτη, τον οποίο προσπάθησε αργότερα να σχεδιάσει από μνήμης. Εκείνη τη στιγμή ασφαλώς δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι το συγκεκριμένο σκίτσο θα εξελισσόταν τις επόμενες δεκαετίες σε μία από τις πιο πολυσυζητημένες εικόνες στην ιστορία της ουφολογίας.

Ωστόσο, εκείνο που έκανε τη συγκεκριμένη υπόθεση πραγματικά μοναδική δεν ήταν ούτε οι περιγραφές των οντοτήτων ούτε ο περίφημος αστρικός χάρτης. Ήταν το γεγονός ότι για πρώτη φορά συγκεντρώνονταν σχεδόν όλα τα στοιχεία που αργότερα θα αποτελούσαν το γενετικό υλικό της σύγχρονης αφήγησης των απαχθέντων (abductees). Ο χαμένος χρόνος, οι κατακερματισμένες αναμνήσεις, οι ψυχιατρικές συνεδρίες, η ανάκτηση μέσω ύπνωσης, οι ιατρικές εξετάσεις, η τηλεπαθητική επικοινωνία, η επίδειξη αστρικού χάρτη και η βαθιά πεποίθηση των μαρτύρων ότι είχαν βιώσει κάτι απολύτως πραγματικό, παρά την έλλειψη αντικειμενικών αποδείξεων, συνυπήρχαν πλέον μέσα σε μία μόνο υπόθεση.

Ακριβώς γι’ αυτό η σημασία των περιγραφών των Hill ξεπερνά κατά πολύ το ερώτημα αν πράγματι επιβιβάστηκαν σε ένα άγνωστο σκάφος εκείνο το βράδυ του Σεπτεμβρίου. Η πραγματική τους κληρονομιά βρίσκεται στο ότι η ιστορία τους έγινε το πρότυπο πάνω στο οποίο χτίστηκαν σχεδόν όλες οι μεταγενέστερες αφηγήσεις εξωγήινων ή εξωδιαστατικών απαγωγών. Από το σημείο εκείνο και έπειτα, η ufo/uap γνωσιολογία δεν περιέγραφε πλέον απλώς άγνωστα αντικείμενα στον ουρανό. Περιέγραφε ανθρώπους που επέστρεφαν από μια εμπειρία την οποία ούτε οι ίδιοι μπορούσαν να κατανοήσουν πλήρως.

Εάν η νύχτα της 19ης Σεπτεμβρίου του 1961 αποτελεί την απαρχή του σύγχρονου φαινομένου των εξωγήινων απαγωγών, τότε ο περίφημος αστρικός χάρτης που σχεδίασε αργότερα η Betty Hill είναι ίσως το στοιχείο που προκάλεσε τη μεγαλύτερη επιστημονική και ερευνητική αντιπαράθεση γύρω από ολόκληρη την υπόθεση. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, οι περισσότερες αφηγήσεις στενών επαφών περιορίζονταν στην περιγραφή άγνωστων ιπτάμενων αντικειμένων ή παράξενων οντοτήτων. Η Betty, όμως, πρόσθεσε ένα εντελώς νέο στοιχείο. Κατά τη διάρκεια των συνεδριών ύπνωσης υποστήριξε ότι μία από τις οντότητες της έδειξε έναν τρισδιάστατο αστρικό χάρτη, εξηγώντας ότι οι έντονες γραμμές αντιστοιχούσαν σε κύριες εμπορικές ή εξερευνητικές διαδρομές, ενώ οι λεπτότερες συνέδεαν δευτερεύοντα αστρικά συστήματα. Όταν αργότερα της ζητήθηκε να αποτυπώσει όσα θυμόταν, σχεδίασε ένα πρόχειρο διάγραμμα με αστέρες και γραμμές, χωρίς φυσικά να γνωρίζει αν αυτό αντιστοιχούσε σε πραγματικό αστρονομικό σχηματισμό.

Το σκίτσο παρέμεινε για αρκετά χρόνια απλώς ένα ακόμη παράξενο στοιχείο της υπόθεσης. Η κατάσταση άλλαξε το 1968, όταν ο συγγραφέας John G. Fuller δημοσίευσε το βιβλίο “The Interrupted Journey”. Μέσα στις σελίδες του περιλαμβανόταν και ο αστρικός χάρτης της Betty Hill. Ανάμεσα στους αναγνώστες του βιβλίου βρισκόταν και η Marjorie Fish, μια δασκάλα δημοτικού με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ερασιτεχνική αστρονομία. Η Fish αποφάσισε να εξετάσει αν ο χάρτης μπορούσε να αντιστοιχεί σε πραγματικές θέσεις άστρων. Για χρόνια κατασκεύαζε τρισδιάστατα μοντέλα του τοπικού διαστημικού περιβάλλοντος χρησιμοποιώντας χάντρες και νήματα, αλλάζοντας συνεχώς τη γωνία παρατήρησης. Τελικά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το σχέδιο της Betty ταίριαζε καλύτερα όταν παρατηρούνταν από την περιοχή του διπλού αστρικού συστήματος Zeta Reticuli, περίπου τριάντα εννέα έτη φωτός μακριά από τη Γη. Η υπόθεση αυτή διαδόθηκε ταχύτατα και, σχεδόν μέσα σε λίγα χρόνια, το Zeta Reticuli μετατράπηκε στο διασημότερο αστρικό σύστημα στην ιστορία της ufo/uap γνωσιολογίας.

Η αποδοχή, όμως, δεν υπήρξε καθολική. Αντίθετα, η πρόταση της Fish αποτέλεσε αντικείμενο έντονου επιστημονικού διαλόγου. Ο Carl Sagan και ο Steven Soter υποστήριξαν ότι το σχέδιο της Betty δεν παρουσίαζε κάποια μοναδική αντιστοιχία, αλλά μπορούσε να προκύψει από τυχαίες ευθυγραμμίσεις σημείων, ιδιαίτερα όταν κάποιος είχε τη δυνατότητα να αλλάζει συνεχώς τη γωνία παρατήρησης. Στη γνωστή τηλεοπτική σειρά “Cosmos”, ο Sagan χρησιμοποίησε μάλιστα την υπόθεση ως παράδειγμα του πώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος τείνει να αναγνωρίζει γνωστά πρότυπα ακόμη και μέσα σε τυχαίες κατανομές. Από την άλλη πλευρά, ο στατιστικολόγος David Saunders υποστήριξε ότι η πιθανότητα μιας τόσο συγκεκριμένης αντιστοίχισης να προκύψει εντελώς τυχαία ήταν εξαιρετικά μικρή, διατηρώντας έτσι ζωντανή τη διαμάχη.

Το ζήτημα περιπλέχθηκε ακόμη περισσότερο στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η ευρωπαϊκή διαστημική αποστολή Hipparcos πραγματοποίησε τις ακριβέστερες μέχρι τότε μετρήσεις αποστάσεων χιλιάδων κοντινών άστρων. Τα νέα δεδομένα έδειξαν ότι αρκετές από τις αποστάσεις που είχε χρησιμοποιήσει η Marjorie Fish ήταν πλέον λανθασμένες. Ορισμένοι αστέρες αποδείχθηκαν σημαντικά πιο μακριά από ό,τι θεωρούνταν προηγουμένως, ενώ άλλοι που είχαν αποκλειστεί ως ακατάλληλοι για τη θεωρία της συμπεριλήφθηκαν αργότερα στους πιθανούς υποψήφιους. Το αξιοσημείωτο είναι ότι η ίδια η Fish αναγνώρισε δημόσια πως, υπό το φως των νέων αστρονομικών δεδομένων, η αρχική της ταύτιση δεν μπορούσε πλέον να υποστηριχθεί με την ίδια βεβαιότητα. Δεν εγκατέλειψε όμως την ιδέα ότι το σκίτσο ίσως αντιστοιχούσε σε κάποια πραγματική διάταξη, αφήνοντας το ζήτημα ανοιχτό.

Εκεί ακριβώς αρχίζει και η δεύτερη μεγάλη συζήτηση γύρω από την υπόθεση Hill. Αν το ερώτημα του πρώτου μισού του άρθρου ήταν “τι συνέβη εκείνη τη νύχτα ;”, το ερώτημα του δεύτερου μισού γίνεται “πόσο αξιόπιστη είναι η ανθρώπινη μνήμη όταν προσπαθεί να ανακαλέσει ένα τραυματικό γεγονός ;”.

Η ψυχολογία των τελευταίων δεκαετιών έχει δείξει ότι η μνήμη δεν λειτουργεί ως μια βιντεοκάμερα που αποθηκεύει πιστά κάθε εμπειρία. Αντίθετα, κάθε φορά που θυμόμαστε ένα γεγονός, ο εγκέφαλος ανακατασκευάζει τμήματα της ανάμνησης χρησιμοποιώντας τόσο πραγματικά στοιχεία όσο και μεταγενέστερες πληροφορίες, συναισθήματα ή προσδοκίες. Το φαινόμενο αυτό γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν μεσολαβεί τραύμα ή έντονο στρες. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πιθανό να εμφανιστεί αποσύνδεση (dissociation), ένας αμυντικός μηχανισμός κατά τον οποίο ο εγκέφαλος περιορίζει ή αποκλείει την πρόσβαση σε συγκεκριμένες αναμνήσεις, προστατεύοντας προσωρινά το άτομο από την πλήρη ψυχολογική επιβάρυνση. Η ύπαρξη ενός κενού μνήμης, επομένως, δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη εξωγενούς παρέμβασης. Είναι ένα αναγνωρισμένο νευροψυχολογικό φαινόμενο.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η χρήση της ύπνωσης στην ανάκτηση αναμνήσεων αντιμετωπίζεται σήμερα με πολύ μεγαλύτερη επιφύλαξη απ’ ό,τι τη δεκαετία του 1960. Παρότι μπορεί να βοηθήσει ορισμένους ανθρώπους να ανακαλέσουν πραγματικά βιώματα, είναι εξίσου πιθανό να δημιουργήσει ψευδείς αναμνήσεις μέσω άμεσης ή έμμεσης υποβολής. Ακόμη και χωρίς πρόθεση, ο θεραπευτής μπορεί να επηρεάσει το περιεχόμενο των αναμνήσεων μέσα από τον τρόπο με τον οποίο διατυπώνει τις ερωτήσεις του. Για τον λόγο αυτό, η σύγχρονη ψυχολογία θεωρεί ότι οι αναμνήσεις που ανακτώνται αποκλειστικά μέσω ύπνωσης δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως αντικειμενικά ιστορικά δεδομένα χωρίς ανεξάρτητη επιβεβαίωση.

Στην περίπτωση των Hill προστέθηκαν και άλλες πιθανές ερμηνείες. Ορισμένοι ψυχίατροι υπέθεσαν ότι η έντονη κοινωνική πίεση που βίωνε ένα διαφυλετικό ζευγάρι στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ίσως συνέβαλε στη δημιουργία μιας κοινής ψυχολογικής εμπειρίας. Άλλοι πρότειναν ότι η παρατεταμένη οδήγηση κατά τη διάρκεια της νύχτας, η σωματική εξάντληση και η μειωμένη εγρήγορση θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε παροδικές οπτικές ψευδαισθήσεις ή ακόμη και σε επεισόδια υπνικής παράλυσης. Υπήρξαν επίσης ερευνητές που υπέθεσαν πως το ζευγάρι ίσως αποκοιμήθηκε στιγμιαία στο τιμόνι, βγήκε από τον δρόμο, υπέστη μια ήπια σύγκρουση και στη συνέχεια, λόγω μιας ελαφράς διάσεισης, δεν μπόρεσε να ανακαλέσει καθαρά τα γεγονότα που προηγήθηκαν και ακολούθησαν του περιστατικού. Τα σκισμένα ρούχα, οι φθορές στα παπούτσια και ο κομμένος ιμάντας των κυαλιών θα μπορούσαν, σύμφωνα με αυτή την άποψη, να εξηγηθούν χωρίς να απαιτείται η υπόθεση μιας εξωγήινης παρέμβασης.

Παράλληλα, άλλοι ερευνητές επισήμαναν ότι ο Barney περιέγραψε τα χαρακτηριστικά μάτια των οντοτήτων μόλις δώδεκα ημέρες μετά την προβολή ενός επεισοδίου της τηλεοπτικής σειράς “The Outer Limits”, στο οποίο εμφανιζόταν ένα εξωγήινο πλάσμα με εντυπωσιακά παρόμοια μορφολογικά χαρακτηριστικά. Η πιθανότητα ασυνείδητης επιρροής από την ποπ κουλτούρα αποτέλεσε ένα ακόμη επιχείρημα υπέρ της θεωρίας ότι ορισμένες αναμνήσεις ίσως διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια της ύπνωσης και όχι τη νύχτα του ίδιου του περιστατικού.

Και όμως, παρά όλες αυτές τις ερμηνείες, η υπόθεση των Hill εξακολουθεί να αντιστέκεται σε μια οριστική εξήγηση. Ίσως επειδή δεν βρίσκεται αποκλειστικά στον χώρο της ufo/uap γνωσιολογίας ούτε αποκλειστικά στον χώρο της ψυχολογίας. Βρίσκεται ακριβώς στο σημείο όπου οι δύο αυτοί κόσμοι συναντώνται. Από τη μία πλευρά υπάρχουν δύο άνθρωποι που μέχρι το τέλος της ζωής τους υποστήριζαν ότι βίωσαν κάτι απολύτως πραγματικό. Από την άλλη υπάρχουν δεκαετίες επιστημονικής έρευνας που υπενθυμίζουν διαρκώς πόσο εύπλαστη, δημιουργική αλλά και ευάλωτη μπορεί να αποδειχθεί η ανθρώπινη μνήμη.

Το σημαντικότερο ερώτημα της υπόθεσης Betty και Barney Hill δεν είναι αν ένα άγνωστο σκάφος στάθηκε πραγματικά πάνω από τον επαρχιακό δρόμο του New Hampshire εκείνη τη νύχτα του Σεπτεμβρίου του 1961. Ίσως να μην είναι καν αν οι δύο σύζυγοι επιβιβάστηκαν σε αυτό ή αν οι αναμνήσεις τους αντανακλούν ένα τραυματικό γεγονός, μια παρερμηνεία ή έναν πολύπλοκο ψυχολογικό μηχανισμό.

Το πραγματικά καθοριστικό στοιχείο της υπόθεσης βρίσκεται αλλού.

Βρίσκεται στο γεγονός ότι από εκείνη τη νύχτα και μετά η έννοια της εξωγήινης η εξωδιαστατικής απαγωγής απέκτησε μια συγκεκριμένη μορφή. Ο Antônio Vilas-Boas είχε ήδη θέσει, λίγα χρόνια νωρίτερα, το πρώτο σημαντικό θεμέλιο αυτής της νέας αφηγηματικής παράδοσης το 1957. Οι Betty και Barney Hill, όμως, ήταν εκείνοι που της έδωσαν την τελική της αρχιτεκτονική το 1961. Το φαινόμενο του χαμένου χρόνου (Missing Time), οι αποσπασματικές αναμνήσεις, οι ιατρικές εξετάσεις, η τηλεπαθητική επικοινωνία, η ύπνωση, ο αστρικός χάρτης και η αίσθηση μιας εμπειρίας που παραμένει αδύνατο να αποδειχθεί αλλά εξίσου αδύνατο να ξεχαστεί, μετατράπηκαν από μεμονωμένα στοιχεία σε ένα ενιαίο πολιτισμικό πρότυπο.

Από τη δεκαετία του 1960 μέχρι σήμερα, εκατοντάδες αφηγήσεις απαγωγών έχουν επαναλάβει, με μικρές ή μεγάλες παραλλαγές, τα ίδια ακριβώς μοτίβα. Άλλες ίσως επηρεάστηκαν άμεσα από την υπόθεση Hill. Άλλες μπορεί να γεννήθηκαν ανεξάρτητα. Το βέβαιο είναι ότι καμία δεν μπορεί να εξεταστεί χωρίς να συγκριθεί μαζί της.

Εκεί βρίσκεται η πραγματική σημασία της υπόθεσης, και οχι στο αν απέδειξε την ύπαρξη εξωγήινων η εξωδιαστατικών επισκεπτών. Βρίσκεται στο ότι αποκάλυψε κάτι εξίσου συναρπαστικό, τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι προσπαθούν να δώσουν μορφή σε εμπειρίες που μοιάζουν να βρίσκονται πέρα από τα όρια της καθημερινής πραγματικότητας. Εκεί όπου η αστρονομία συναντά την ψυχολογία, η μνήμη συναντά το τραύμα και η επιστήμη συναντά το άγνωστο, γεννιούνται ιστορίες που επιβιώνουν πολύ περισσότερο από τις αποδείξεις τους.

Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο μυστήριο της υπόθεσης Betty και Barney Hill.

Όχι αν δύο άνθρωποι χάθηκαν για δύο ώρες σε έναν σκοτεινό δρόμο του New Hampshire.

Αλλά γιατί, περισσότερο από έξι δεκαετίες αργότερα, εξακολουθούμε να επιστρέφουμε σε εκείνη τη νύχτα αναζητώντας απαντήσεις που ίσως δεν αφορούν μόνο το τι υπάρχει εκεί έξω, αλλά και το πώς ο ίδιος ο ανθρώπινος νους προσπαθεί να κατανοήσει το άγνωστο.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…