Japan Air Lines Cargo Flight 1628: Η πτήση που συνάντησε κάτι άγνωστο και άφησε πίσω της έναν φάκελο γεμάτο καταθέσεις, ίχνη στα ραντάρ, αμφιβολίες και αναπάντητα ερωτήματα


Japan Air Lines Cargo Flight 1628: Η πτήση που συνάντησε κάτι άγνωστο και άφησε πίσω της έναν φάκελο γεμάτο καταθέσεις, ίχνη στα ραντάρ, αμφιβολίες και αναπάντητα ερωτήματα

 

Το απόγευμα της 17ης Νοεμβρίου 1986, ένα Boeing 747 της Japan Air Lines διέσχιζε τον ουρανό της Αλάσκας, εκτελώντας ένα ακόμη μεγάλο διηπειρωτικό ταξίδι. Η πτήση 1628 δεν μετέφερε επιβάτες, αλλά ένα φορτίο γαλλικού κρασιού με προορισμό την Ιαπωνία. Στο πιλοτήριο βρίσκονταν τρεις έμπειροι επαγγελματίες της πολιτικής αεροπορίας, συνηθισμένοι στις πολύωρες πτήσεις, στη νυχτερινή πλοήγηση και στις οπτικές παραμορφώσεις που μπορεί να δημιουργήσει η ατμόσφαιρα πάνω από απομονωμένες περιοχές. Τίποτα δεν προμήνυε ότι η συγκεκριμένη διαδρομή θα εξελισσόταν σε μία από τις πιο πολυσυζητημένες και καλύτερα καταγεγραμμένες αεροπορικές συναντήσεις με αγνώστου ταυτότητας εναέρια φαινόμενα “UAP”.

Η υπόθεση της Japan Airlines Flight 1628 έμεινε γνωστή κυρίως εξαιτίας της εντυπωσιακής περιγραφής ενός τεράστιου σκοτεινού αντικειμένου, το οποίο ο έμπειρος κυβερνήτης Kenju Terauchi εκτίμησε ότι ήταν μεγαλύτερο ακόμη και από αεροπλανοφόρο. Αν περιοριστούμε, όμως, σε αυτήν την εικόνα, κινδυνεύουμε να παραβλέψουμε όσα καθιστούν πραγματικά σημαντικό το περιστατικό. Η αξία της υπόθεσης δεν βρίσκεται μόνο στο μέγεθος ή στο υποτιθέμενο σχήμα των αντικειμένων, ούτε στην πιθανότητα μιας εξωγήινης η πολυδιαστασιακής παρουσίας. Βρίσκεται στο γεγονός ότι η παρατήρηση αναφέρθηκε σε πραγματικό χρόνο, ότι το πλήρωμα επικοινωνούσε διαρκώς με τον έλεγχο εναέριας κυκλοφορίας, ότι πολιτικά και στρατιωτικά συστήματα ραντάρ κατέγραψαν τουλάχιστον διαλείπουσες και αμφισβητούμενες ενδείξεις, ότι εξετάστηκε το ενδεχόμενο αποστολής στρατιωτικών αεροσκαφών και ότι δημιουργήθηκε ένας εκτεταμένος διοικητικός φάκελος, ο οποίος δεκαετίες αργότερα εξακολουθεί να γεννά περισσότερα ερωτήματα από όσα απαντά.

Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια ιστορία όχι μόνο γύρω από κάτι άγνωστο που εμφανίστηκε στον ουρανό, αλλά γύρω από τον τρόπο με τον οποίο ένα τεχνολογικά οργανωμένο σύστημα προσπαθεί να παρατηρήσει, να καταγράψει, να αξιολογήσει και τελικά να ταξινομήσει κάτι που δεν εντάσσεται εύκολα στις γνωστές του κατηγορίες.

Η Japan Airlines Flight 1628 ήταν ένα Boeing 747-200F που εκτελούσε διαδρομή από το Παρίσι προς το Τόκιο, με ενδιάμεσους σταθμούς στο Reykjavík και στο Anchorage. Στο τελευταίο σκέλος πριν από την Αλάσκα, το αεροσκάφος πετούσε πάνω από μία από τις πιο αραιοκατοικημένες και ακραίες γεωγραφικά περιοχές του πλανήτη. Κάτω από το αεροσκάφος εκτείνονταν χιονισμένα βουνά, κοιλάδες, μικροί οικισμοί και τεράστιες περιοχές σχεδόν απόλυτου σκότους. Η περιορισμένη ύπαρξη επίγειων φώτων μπορεί να διευκολύνει την παρατήρηση του ουρανού, αλλά ταυτόχρονα αφαιρεί από τον παρατηρητή τα γνωστά σημεία αναφοράς με τα οποία υπολογίζονται οι αποστάσεις, τα μεγέθη και οι σχετικές κινήσεις.

Κυβερνήτης ήταν ο Kenju Terauchi, πρώην στρατιωτικός πιλότος και έμπειρος χειριστής μεγάλων αεροσκαφών, με περισσότερες από 10.000 ώρες πτήσης. Μαζί του βρίσκονταν ο συγκυβερνήτης Takanori Tamefuji και ο μηχανικός πτήσης Yoshio Tsukuba. Η εμπειρία τους δεν σημαίνει ότι ήταν αδύνατο να κάνουν λάθος. Ακόμη και οι πλέον εκπαιδευμένοι πιλότοι μπορούν να παραπλανηθούν από φωτεινά ουράνια σώματα, αντανακλάσεις, σύννεφα παγοκρυστάλλων ή ασυνήθιστες οπτικές συνθήκες. Σημαίνει, όμως, ότι γνώριζαν πώς μοιάζουν τα συμβατικά αεροσκάφη, πώς συμπεριφέρονται τα φώτα πλοήγησης, πώς μεταβάλλεται η σχετική θέση ενός στόχου και πότε μία παρουσία στον ουρανό μπορεί να αποτελεί πιθανό κίνδυνο για την πτήση.

Λίγο μετά τις 17:00 τοπική ώρα Αλάσκας, καθώς το αεροσκάφος βρισκόταν περίπου στα 35.000 πόδια και πλησίαζε την περιοχή του Fort Yukon, το πλήρωμα παρατήρησε φώτα στην αριστερή πλευρά και μπροστά από το αεροσκάφος. Αρχικά δεν υπήρχε λόγος να θεωρηθεί ότι επρόκειτο για κάτι εξαιρετικό. Σε ένα αεροπορικό περιβάλλον, ένα μακρινό φως μπορεί να ανήκει σε άλλο αεροσκάφος, σε επίγειο όχημα, σε οικισμό, σε πλανήτη ή σε άστρο. Ο φυσιολογικός τρόπος αντιμετώπισης είναι ο έλεγχος μέσω του συστήματος εναέριας κυκλοφορίας.

Στις 02:19 UTC, καθώς σε ορισμένα έγγραφα το περιστατικό καταγράφεται ως συμβάν της 18ης Νοεμβρίου λόγω της διαφοράς της ώρας, το πλήρωμα επικοινώνησε με το Anchorage Air Route Traffic Control Center και ρώτησε εάν υπήρχε άλλο αεροσκάφος στην περιοχή. Η απάντηση ήταν αρνητική. Το κέντρο ελέγχου δεν είχε καταγεγραμμένη κυκλοφορία που να δικαιολογεί όσα έβλεπαν οι πιλότοι. Λίγο αργότερα, το πλήρωμα ανέφερε ότι δεν παρατηρούσε απλώς ένα μακρινό φως, αλλά δύο φωτεινές παρουσίες μπροστά από το αεροσκάφος, σχεδόν στο ίδιο ύψος.

Εκείνη τη στιγμή, η υπόθεση έπαψε να αποτελεί απλή αναφορά ενός παράξενου φωτός και μετατράπηκε σε ενδεχόμενο πρόβλημα αεροπορικής ασφάλειας. Ένα άγνωστο αεροσκάφος χωρίς καταγεγραμμένο σχέδιο πτήσης, χωρίς ενεργό αναμεταδότη και χωρίς επικοινωνία με τον έλεγχο θα μπορούσε να δημιουργήσει άμεσο κίνδυνο. Οι ελεγκτές, επομένως, δεν είχαν την πολυτέλεια να απορρίψουν την αναφορά ως φαντασίωση ή ως ασήμαντη οπτική εντύπωση. Έπρεπε να την αντιμετωπίσουν επιχειρησιακά.

Σύμφωνα με τις μεταγενέστερες περιγραφές του κυβερνήτη Terauchi, τα δύο αντικείμενα πλησίασαν αρκετά ώστε να γίνει αντιληπτή μια εσωτερική ή περιμετρική διάταξη φωτεινών στοιχείων. Ο κυβερνήτης τα περιέγραψε ως κυλινδρικά σώματα που, ανάλογα με τη γωνία παρατήρησης, έδιναν την εντύπωση τετράγωνων σχημάτων. Γύρω τους υπήρχαν ορθογώνιες φωτεινές επιφάνειες, τις οποίες παρομοίασε με θυρίδες ή εξαγωγές, από όπου φαινόταν να εκπέμπεται έντονο λευκό ή κεχριμπαρένιο φως. Τα φωτεινά σημεία άναβαν και έσβηναν διαδοχικά, δημιουργώντας την εντύπωση περιστροφικής ή κυματοειδούς κίνησης.

Ο Terauchi ισχυρίστηκε ότι το φως ήταν τόσο έντονο ώστε φώτισε το πιλοτήριο και ότι αισθάνθηκε θερμότητα στο πρόσωπό του. Προσπάθησε να φωτογραφίσει τα αντικείμενα, αλλά, σύμφωνα με την αφήγησή του, η κάμερα παρουσίασε δυσκολίες στην εστίαση και στη λειτουργία του κλείστρου. Το γεγονός αυτό συχνά εμφανίζεται στις μεταγενέστερες αφηγήσεις ως ένδειξη ηλεκτρομαγνητικής επίδρασης. Δεν υπάρχει, ωστόσο, τεχνική τεκμηρίωση που να αποδεικνύει ότι η δυσλειτουργία της φωτογραφικής μηχανής οφειλόταν στα αντικείμενα. Θα μπορούσε να αποτελεί απλό πρόβλημα χειρισμού, χαμηλού φωτισμού ή εξοπλισμού.

Περισσότερη σημασία έχει ότι οι τρεις άνδρες δεν περιέγραψαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όσα έβλεπαν. Ο Terauchi έδωσε τις πιο αναλυτικές και εντυπωσιακές περιγραφές. Ο Tsukuba επιβεβαίωσε την ύπαρξη ισχυρών φωτεινών παρουσιών και μιας κυματοειδούς ή ασταθούς κίνησης, αλλά δεν ισχυρίστηκε ότι διέκρινε με την ίδια καθαρότητα το δομικό σχήμα. Ο Tamefuji, εξαιτίας της θέσης του στη δεξιά πλευρά του πιλοτηρίου και της γωνίας παρατήρησης, είχε ακόμη πιο περιορισμένη οπτική εικόνα.

Οι διαφορές αυτές δεν ακυρώνουν απαραίτητα την παρατήρηση. Είναι φυσιολογικό τρεις άνθρωποι που βρίσκονται σε διαφορετικές θέσεις, κοιτούν μέσα από διαφορετικά τμήματα του ανεμοθώρακα και ταυτόχρονα εκτελούν διαφορετικά καθήκοντα να αντιλαμβάνονται διαφορετικές λεπτομέρειες. Παράλληλα, όμως, μας προειδοποιούν ότι η πιο θεαματική εκδοχή της συνάντησης προέρχεται κυρίως από έναν άνθρωπο, τον κυβερνήτη Terauchi.

Τα δύο φωτεινά αντικείμενα φάνηκαν να διατηρούν για αρκετά λεπτά τη θέση τους σε σχέση με το αεροσκάφος, κάτι που δημιουργούσε την εντύπωση ότι κινούνταν με παρόμοια ταχύτητα. Στη συνέχεια μετακινήθηκαν προς την αριστερή πλευρά του αεροσκάφους και τελικά χάθηκαν από το άμεσο οπτικό πεδίο. Η αρχική αυτή φάση φαίνεται να διήρκεσε περίπου δέκα λεπτά, αν και οι χρονικές εκτιμήσεις διαφέρουν ανάμεσα στις πηγές και στις καταθέσεις.

Στο διάστημα αυτό αναφέρθηκαν και προβλήματα στις ραδιοεπικοινωνίες, με στατικό θόρυβο στη συχνότητα VHF. Η επικοινωνία βελτιώθηκε μετά την απομάκρυνση των φωτεινών αντικειμένων. Όπως και στην περίπτωση της φωτογραφικής μηχανής, όμως, η χρονική σύμπτωση δεν αποδεικνύει από μόνη της αιτιώδη σχέση. Οι παρεμβολές μπορούν να προκληθούν από πολλούς παράγοντες, ιδιαίτερα σε μια απομονωμένη αρκτική περιοχή με μεταβαλλόμενες ατμοσφαιρικές και ιονοσφαιρικές συνθήκες.

Το στοιχείο που διαφοροποιεί το περιστατικό της πτήσης JAL 1628 από εκατοντάδες άλλες αφηγήσεις πιλότων, είναι η παρουσία δεδομένων ραντάρ. Εδώ, όμως, χρειάζεται προσεκτική διάκριση ανάμεσα σε όσα αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια του περιστατικού και σε όσα κατέληξε η μεταγενέστερη τεχνική αξιολόγηση.

Ο Terauchi ρύθμισε το μετεωρολογικό ραντάρ του αεροσκάφους σε μικρότερη εμβέλεια και ανέφερε ότι εμφανίστηκε ένας μεγάλος στρογγυλός στόχος σε απόσταση περίπου επτά ή οκτώ μιλίων, στην ίδια γενική κατεύθυνση όπου το πλήρωμα παρατηρούσε το φως. Το μετεωρολογικό ραντάρ ενός αεροσκάφους δεν έχει σχεδιαστεί κυρίως για τον εντοπισμό άλλων αεροσκαφών. Χρησιμοποιείται για την ανίχνευση υγρασίας, νεφών και καταιγίδων και μπορεί να εμφανίσει ασυνήθιστες αντανακλάσεις από πυκνά σύννεφα, πάγο, έδαφος ή άλλα φαινόμενα. Παρ’ όλα αυτά, η χρονική και χωρική αντιστοιχία ανάμεσα στην οπτική παρατήρηση και στην ένδειξη του πληρώματος δεν μπορούσε να αγνοηθεί.

Το Anchorage Center επικοινώνησε επίσης με το στρατιωτικό Regional Operations Control Center του Elmendorf. Σύμφωνα με το επίσημο χρονολόγιο, το στρατιωτικό κέντρο ανέφερε σε μία φάση πρωτεύουσα επιστροφή ραντάρ περίπου οκτώ μίλια από την πτήση 1628. Αργότερα διαβιβάστηκε αναφορά για έναν διαλείποντα πρωτεύοντα στόχο πίσω από το αεροσκάφος. Οι πρωτεύοντες στόχοι προκύπτουν όταν το ραντάρ λαμβάνει επιστροφή από κάποιο φυσικό σώμα χωρίς τη βοήθεια αναμεταδότη. Δεν συνοδεύονται από ταυτότητα, αριθμό πτήσης ή αξιόπιστη ένδειξη ύψους και μπορούν να προκληθούν από αεροσκάφη, μετεωρολογικούς σχηματισμούς, σμήνη πτηνών, παρεμβολές ή τεχνικά φαινόμενα.

Σε ένα σημείο, ο ελεγκτής μετέφερε στο πλήρωμα ότι στρατιωτικό ραντάρ εμφάνιζε έναν στόχο πίσω από το αεροσκάφος. Συζητήθηκε ακόμη το ενδεχόμενο αποστολής στρατιωτικών αεροσκαφών για αναγνώριση. Ο Terauchi αρνήθηκε την πρόταση. Η απόφαση αυτή έχει ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους. Κάποιοι θεώρησαν ότι ο κυβερνήτης φοβόταν πιθανή επιθετική αντίδραση των άγνωστων αντικειμένων. Μια πιο πρακτική εξήγηση είναι ότι δεν επιθυμούσε την προσθήκη μαχητικών αεροσκαφών σε μια ήδη αβέβαιη και δυνητικά επικίνδυνη κατάσταση.

Η εμπλοκή του ραντάρ παρουσιάζεται συχνά σαν πλήρης τεχνική επιβεβαίωση της παρουσίας τριών άγνωστων σκαφών. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Κατά τη διάρκεια της πτήσης, υπήρξαν ορισμένες ενδείξεις που οι ελεγκτές αντιμετώπισαν ως πιθανές επιστροφές άγνωστης κυκλοφορίας. Όταν όμως εξετάστηκαν αργότερα οι καταγραφές, η FAA δήλωσε ότι τα δεδομένα του Anchorage Center δεν επιβεβαίωναν με βεβαιότητα την παρουσία της κυκλοφορίας που είχε αναφέρει το πλήρωμα. Σε τεχνικό επίπεδο, οι επιστροφές χαρακτηρίστηκαν ασυσχέτιστοι πρωτεύοντες στόχοι και ενδείξεις beacon που μπορούσαν να σχετίζονται με το ίδιο το αεροσκάφος ή με φαινόμενα διάσπασης και επανάληψης του σήματος.

Το συμπέρασμα αυτό δεν σημαίνει ότι το ραντάρ δεν είδε τίποτα. Σημαίνει ότι οι υπάρχουσες ενδείξεις δεν είχαν την ποιότητα, τη συνέχεια και την ακρίβεια που απαιτούνται για να πιστοποιηθεί ανεξάρτητος φυσικός στόχος. Η διάκριση είναι σημαντική. Η υπόθεση δεν διαθέτει αδιάσειστη πολυρανταρική επιβεβαίωση, διαθέτει όμως αρκετές διαλείπουσες ενδείξεις ώστε το περιστατικό να μην μπορεί να περιοριστεί εύκολα σε μια αποκλειστικά υποκειμενική οπτική εμπειρία.

Περίπου δεκαπέντε λεπτά μετά την πρώτη εμφάνιση, το πλήρωμα παρατήρησε ένα νέο, αχνότερο και οριζόντια επιμηκυμένο φως. Ο Terauchi περιέγραψε ότι πίσω από αυτό διακρινόταν η σκοτεινή σιλουέτα ενός τεράστιου αντικειμένου, με σχήμα που θύμιζε καρύδι και μια προεξοχή γύρω από το κεντρικό του τμήμα. Στις άκρες του βρίσκονταν δύο ανοιχτόχρωμες φωτεινές περιοχές, ενώ στο πάνω μέρος υπήρχαν ακανόνιστα ασημένια φώτα.

Η πιο διάσημη εκτίμηση του κυβερνήτη ήταν ότι το αντικείμενο είχε μήκος μιάμιση έως δύο φορές μεγαλύτερο από ένα αεροπλανοφόρο. Η σύγκριση αυτή δημιούργησε την εικόνα ενός γιγαντιαίου σκάφους που ακολουθούσε ένα αεροσκάφος Boeing 747 μέσα στη νύχτα. Πρόκειται όμως για εκτίμηση μεγέθους που έγινε χωρίς γνωστή απόσταση, χωρίς σαφή περίγραμμα, χωρίς επίγειο ή ουράνιο σημείο αναφοράς και σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού. Στην αεροπορία, το φαινόμενο της αυταπάτης μεγέθους και απόστασης είναι ιδιαίτερα ισχυρό όταν ένα φως παρατηρείται μπροστά από σκοτεινό υπόβαθρο. Ένα μικρό και σχετικά κοντινό φως μπορεί να μοιάζει τεράστιο και μακρινό, ενώ ένα φωτεινό ουράνιο σώμα μπορεί να δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεται στο ίδιο ύψος με το αεροσκάφος.

Ο Tsukuba δήλωσε ότι η παρουσία ήταν ασαφής και δύσκολο να διακριθεί. Ο Tamefuji δεν επιβεβαίωσε με την ίδια βεβαιότητα το τεράστιο σκοτεινό σώμα. Επομένως, το τεράστιο αντικείμενο αποτελεί το πιο αδύναμο τμήμα της υπόθεσης από αποδεικτική άποψη, μολονότι παραμένει το ισχυρότερο στη συλλογική φαντασία.

Ο Terauchi ζήτησε αλλαγή πορείας. Όταν το άγνωστο φως φάνηκε να παραμένει πίσω από το αεροσκάφος, το Anchorage Center του έδωσε οδηγία να ολοκληρώσει στροφή 360 μοιρών. Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να αλλάξει δραστικά τη γεωμετρία της παρατήρησης και να αποκαλύψει εάν το φως ήταν σταθερό ουράνιο σώμα ή επίγειο σημείο. Σύμφωνα με τον κυβερνήτη, το αντικείμενο παρέμεινε πίσω από το αεροσκάφος και μετά την ολοκλήρωση της στροφής.

Οι καταγραφές δείχνουν ότι περίπου την ίδια περίοδο αναφέρθηκε ένας διαλείπων πρωτεύων στόχος σε απόσταση λίγων μιλίων πίσω από την πτήση. Για ακόμη μία φορά, όμως, η μεταγενέστερη ανάλυση δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η ένδειξη προερχόταν από ανεξάρτητο αεροσκάφος. Το ραντάρ και η οπτική παρατήρηση φαίνονται να συμπίπτουν χρονικά, αλλά δεν ενώνονται σε μία αδιαμφισβήτητη τεχνική εικόνα.

Το Anchorage Center προσπάθησε να χρησιμοποιήσει άλλα αεροσκάφη ως ανεξάρτητους παρατηρητές. Μια επιβατική πτήση της United Airlines, η United 69, κατευθύνθηκε προς την περιοχή. Οι δύο πτήσεις απέκτησαν οπτική επαφή μεταξύ τους και αναγνώρισαν τα αμοιβαία φώτα προσγείωσης. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, όμως, ο Terauchi δήλωσε ότι το άγνωστο αντικείμενο είχε εξαφανιστεί. Η United δεν επιβεβαίωσε την παρουσία του. Παρόμοια ήταν η κατάσταση και με ένα στρατιωτικό C-130 που βρισκόταν στην ευρύτερη περιοχή, το πλήρωμά του εντόπισε το Boeing, αλλά όχι κάποιο τεράστιο συνοδευτικό αντικείμενο.

Η αποτυχία των άλλων αεροσκαφών να δουν το φαινόμενο αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα εναντίον της εντυπωσιακής εκδοχής της ιστορίας. Εάν ένα αντικείμενο μεγέθους αεροπλανοφόρου ακολουθούσε πραγματικά το Boeing σε σχετικά μικρή απόσταση, θα περίμενε κανείς να γίνει ορατό από διαφορετική γωνία ή να αφήσει ένα ισχυρό και συνεπές ίχνος στα ραντάρ. Δεν συνέβη κάτι τέτοιο.

Αυτό, όμως, δεν αποδεικνύει ότι το πλήρωμα δεν είχε δει τίποτα. Το άγνωστο φως μπορεί να είχε ήδη εξαφανιστεί, να ήταν ορατό μόνο από συγκεκριμένη γεωμετρική θέση ή να μην είχε ποτέ το μέγεθος και τη μορφή που εκτίμησε ο Terauchi. Η ανεξάρτητη επιβεβαίωση αποδυναμώνει σοβαρά την εικόνα του γιγαντιαίου σκάφους, χωρίς να εξαλείφει αυτομάτως την αρχική αναφορά αγνώστων φωτεινών παρουσιών.

Η πτήση 1628 προσγειώθηκε στο Anchorage στις 18:20 τοπική ώρα. Ο Terauchi υπολόγισε ότι η συνολική ακολουθία των παρατηρήσεων είχε διαρκέσει περίπου πενήντα λεπτά. Λίγο μετά την προσγείωση, το πλήρωμα εξετάστηκε από αξιωματούχους της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας “Federal Aviation Administration” (FAA). Οι πιλότοι ρωτήθηκαν για πιθανές αντανακλάσεις από τα φώτα του πιλοτηρίου και απάντησαν ότι ο εσωτερικός φωτισμός ήταν χαμηλωμένος ή απενεργοποιημένος. Δεν διαπιστώθηκε χρήση αλκοόλ ή ουσιών, ούτε κάποια εμφανής ψυχολογική ή επαγγελματική κατάσταση που θα μπορούσε να εξηγήσει την αναφορά ως σύγχυση ή σκόπιμη κατασκευή.

Κατά τη διάρκεια του περιστατικού, το σύστημα εναέριας κυκλοφορίας είχε συμπεριφερθεί όπως θα περίμενε κανείς απέναντι σε έναν πιθανό άγνωστο στόχο. Οι ελεγκτές αναζήτησαν κυκλοφορία, επικοινώνησαν με στρατιωτικές εγκαταστάσεις, εξέτασαν ενδείξεις ραντάρ, ενέκριναν αλλαγές πορείας και ύψους και ζήτησαν από άλλα αεροσκάφη να επιχειρήσουν οπτική επιβεβαίωση. Μετά την προσγείωση, όμως, το ερώτημα άλλαξε.

Δεν ήταν πλέον «υπάρχει κάτι κοντά στο Boeing;», αλλά «μπορούμε να αποδείξουμε τι ακριβώς ήταν;». Από τη στιγμή που δεν υπήρχε συνεχής καταγραφή ραντάρ, φωτογραφία, υλικό βίντεο ή ανεξάρτητη οπτική επιβεβαίωση, η θεσμική γλώσσα έγινε περισσότερο επιφυλακτική. Το περιστατικό άρχισε να περιγράφεται ως μη επιβεβαιωμένη αναφορά, ως πιθανή ασυσχέτιστη επιστροφή ή ως ζήτημα που δεν βρισκόταν μέσα στην επιστημονική αρμοδιότητα της FAA.

Αυτό το σημείο αποτελεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες διαστάσεις της υπόθεσης. Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε οργανωμένη συγκάλυψη για να παρατηρήσουμε ότι η γλώσσα ενός συστήματος αλλάζει ανάλογα με τον κίνδυνο που πρέπει να διαχειριστεί. Όσο η πτήση βρίσκεται στον αέρα, ακόμη και μια αβέβαιη ένδειξη πρέπει να αντιμετωπιστεί ως πιθανή απειλή. Μετά το τέλος του κινδύνου, η ίδια ένδειξη πρέπει να ανταποκριθεί σε υψηλότερο αποδεικτικό όριο, ιδιαίτερα εάν πρόκειται να ενταχθεί σε επίσημο πόρισμα.

Σε έγγραφο της 5ης Μαρτίου 1987, η FAA διευκρίνισε ότι δεν είχε ούτε τους πόρους ούτε τη θεσμική εντολή να διεξαγάγει επιστημονική έρευνα για UAP/UFO. Η εξέτασή της περιοριζόταν στα δεδομένα των δικών της συστημάτων, στην ασφάλεια της πτήσης, στην κατάσταση του αεροσκάφους και στην αξιοπιστία του πληρώματος. Δεν πραγματοποιήθηκε πλήρης επιστημονική ανάλυση της θέσης των πλανητών, των ατμοσφαιρικών συνθηκών, των οπτικών φαινομένων ή άλλων φυσικών αιτιών. Η επίσημη διαδικασία, επομένως, δεν κατέληξε στο τι είδε το πλήρωμα, αλλά κυρίως στο ότι δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει την ύπαρξη μη εξουσιοδοτημένης εναέριας κυκλοφορίας.

Στο σημείο αυτό εισέρχεται στην ιστορία ο John Callahan, επικεφαλής τότε του τμήματος Ατυχημάτων, Αξιολογήσης και Διερεύνησης “Accidents Evaluations and Investigations” της FAA στην Ουάσιγκτον. Σύμφωνα με τη μεταγενέστερη αφήγησή του, όταν η υπόθεση άρχισε να προσελκύει έντονο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, ζήτησε να συγκεντρωθεί όλο το διαθέσιμο υλικό στο FAA Technical Center στο Atlantic City. Εκεί, μηχανικοί προσπάθησαν να συγχρονίσουν τις καταγραφές ραντάρ, τις συνομιλίες με τους ελεγκτές και την πορεία του Boeing, δημιουργώντας μια οπτικοακουστική αναπαράσταση του περιστατικού.

Ο Callahan ισχυρίστηκε ότι η παρουσίαση προβλήθηκε αρχικά στον διοικητή της FAA, ναύαρχο Donald Engen, και αργότερα σε συνάντηση στην Ουάσιγκτον, στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι της CIA, μέλη της επιστημονικής ομάδας της κυβέρνησης Reagan και άλλοι αξιωματούχοι. Σύμφωνα με τον ίδιο, στο τέλος της ενημέρωσης ένας εκπρόσωπος της CIA δήλωσε ότι η συνάντηση και το περιστατικό «δεν συνέβησαν ποτέ» και ζήτησε από τους παρισταμένους να μη μιλήσουν δημοσίως. Ο Callahan υποστήριξε ακόμη ότι η δημοσιοποίηση απορρίφθηκε επειδή θα μπορούσε να προκαλέσει πανικό.

Η αφήγηση αυτή έγινε γνωστή κυρίως μετά τη συνταξιοδότησή του. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, ο Callahan συμμετείχε σε συνέδρια και δημόσιες εκδηλώσεις υπέρ της αποκάλυψης κυβερνητικών πληροφοριών για τα UFO/UAP, ενώ παρουσίασε την υπόθεση και στο βιβλίο της Leslie Kean, “UFOs: Generals, Pilots, and Government Officials Go on the Record” το 2010. 

Η μαρτυρία του Callahan είναι σημαντική, αλλά πρέπει να παρουσιαστεί με σαφή επιφύλαξη. Μέχρι σήμερα δεν έχει εντοπιστεί ανεξάρτητο επίσημο έγγραφο της CIA που να επιβεβαιώνει τη συγκεκριμένη συνάντηση, τη φράση που αποδίδεται στον εκπρόσωπό της ή μια οργανωμένη διαδικασία κατάσχεσης όλων των στοιχείων. Η ύπαρξη ενδιαφέροντος από υπηρεσίες πληροφοριών δεν θα ήταν παράλογη. Ένα άγνωστο αντικείμενο κοντά σε πολιτικό αεροσκάφος, σε περιοχή με σημαντικές Αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις και δίκτυα έγκαιρης προειδοποίησης, θα είχε αυτονόητη σημασία για την εθνική ασφάλεια, ανεξάρτητα από το εάν η πιθανότερη ερμηνεία ήταν Σοβιετικό αεροσκάφος, τεχνικό φαινόμενο ή λανθασμένη παρατήρηση.

Άλλο, όμως, η πιθανή ενημέρωση υπηρεσιών πληροφοριών και άλλο η τεκμηριωμένη απόδειξη συγκάλυψης εξωγήινης παρουσίας. Η πρώτη είναι εύλογη. Η δεύτερη παραμένει ισχυρισμός του Callahan.

Η αρχειακή ιστορία της πτήσης JAL 1628 είναι σχεδόν εξίσου ενδιαφέρουσα με την ίδια τη συνάντηση. Το 2001, ο John Greenewald Jr., δημιουργός του The Black Vault, υπέβαλε αίτημα μέσω του αμερικανικού Freedom of Information Act για έγγραφα της FAA σχετικά με περιστατικά UFO στην Αλάσκα, συμπεριλαμβανομένης της πτήσης 1628. Η υπηρεσία τον ενημέρωσε ότι υπήρχαν περίπου 107 σελίδες σχετικού υλικού, αλλά η διαδικασία συνδέθηκε με κόστος αναζήτησης και αντιγραφής. Σε μεταγενέστερη επικοινωνία, του αναφέρθηκε ότι τα έγγραφα είχαν προγραμματιστεί για καταστροφή ή ότι δεν ήταν πλέον διαθέσιμα.

* Περισσότερα για τον John Greenewald Jr. και το The Black Vault @ pneumapunk εδω -> Ο John Greenewald Jr. και το The Black Vault <-

 

Όταν επανήλθε με νέο αίτημα, η απάντηση ήταν ότι ο φάκελος δεν υπήρχε. Το 2018, όμως, ο Greenewald εντόπισε στα National Archives μια πολύ μεγαλύτερη συλλογή, περίπου 1.500 σελίδων, συνδεδεμένη με την υπόθεση. Περιλάμβανε συνεντεύξεις του πληρώματος, εσωτερικά υπομνήματα, τεχνικές εκτυπώσεις, δημοσιογραφική αλληλογραφία, αναφορές ελεγκτών, διαγράμματα και υλικό σχετικό με τις καταγραφές ραντάρ. Τα National Archives αναγνωρίζουν επίσημα ότι διαθέτουν σειρά αρχείων της FAA για την πτήση, συμπεριλαμβανομένων προσομοιωμένων εικόνων ραντάρ και δημοσιευμάτων της εποχής.

Η επανεμφάνιση των εγγράφων δεν αποδεικνύει αναγκαστικά σκόπιμη απόκρυψη. Στα τεράστια αρχειακά συστήματα της αμερικανικής διοίκησης, φάκελοι μεταφέρονται μεταξύ υπηρεσιών, αλλάζουν κατηγορίες, εντάσσονται σε διαφορετικές σειρές εγγράφων ή παύουν να είναι άμεσα αναζητήσιμοι από την υπηρεσία που τους δημιούργησε. Είναι πιθανό η FAA να μην είχε πλέον στην κατοχή της τα αντίγραφα, ενώ το υλικό είχε ήδη μεταφερθεί στα National Archives.

Παρά ταύτα, η ιστορία αποκαλύπτει πόσο εύκολα ένα σημαντικό περιστατικό μπορεί να θεωρηθεί «χαμένο» όχι επειδή εξαφανίστηκε μυστηριωδώς, αλλά επειδή κατακερματίστηκε μέσα στη διοικητική μνήμη. Ο Νόμος για την Ελευθερία της Πληροφόρησης “Freedom of Information Act” (FOIA) δεν λειτουργεί ως μαγικό κλειδί που ανοίγει αυτομάτως όλα τα κρατικά αρχεία. Εξαρτάται από το εάν η σωστή υπηρεσία γνωρίζει ότι ένα έγγραφο υπάρχει, από τον τρόπο με τον οποίο έχει ταξινομηθεί και από το εάν διατηρείται ακόμη σύμφωνα με το προβλεπόμενο πρόγραμμα αρχειοθέτησης.

Στην περίπτωση της πτήσης JAL 1628, η αρχειακή έρευνα του Greenewald κατέληξε σε μια πιο σύνθετη υπόθεση γεμάτη καταθέσεις, αντιφάσεις, τεχνικές επιφυλάξεις και θεσμικές διατυπώσεις.

Ο γνωστός σκεπτικιστής και αεροπορικός δημοσιογράφος Philip J. Klass πρότεινε ότι τουλάχιστον οι αρχικές φωτεινές παρουσίες μπορούσαν να εξηγηθούν ως λανθασμένη αναγνώριση του Δία και πιθανώς του Άρη. Ο Δίας ήταν ιδιαίτερα φωτεινός και βρισκόταν χαμηλά στον ουρανό, σε θέση που θα μπορούσε να τον κάνει να μοιάζει με φως αεροσκάφους. Όταν ένα αεροπλάνο αλλάζει κατεύθυνση, ένα πολύ μακρινό ουράνιο σώμα μεταβάλλει ελάχιστα τη σχετική του θέση, δημιουργώντας την εντύπωση ότι κινείται μαζί με τον παρατηρητή.

Ο Klass υποστήριξε επίσης ότι αντανακλάσεις του σεληνιακού ή πλανητικού φωτός σε σύννεφα παγοκρυστάλλων μπορούσαν να δημιουργήσουν πολλαπλά, παραμορφωμένα ή μεταβαλλόμενα φωτεινά σχήματα. Σε αρκτικές περιοχές, οι παγοκρύσταλλοι μπορούν να προκαλέσουν φωτοστέφανα, φωτεινούς πυλώνες, πολλαπλές εικόνες και φαινόμενα που μεταβάλλονται καθώς το αεροσκάφος κινείται ανάμεσα σε διαφορετικά στρώματα της ατμόσφαιρας.

Η υπόθεση του Δία είναι ισχυρή ως προς την εξήγηση ενός σταθερού φωτεινού σημείου χαμηλά στον ορίζοντα. Αντιμετωπίζει όμως δυσκολίες όταν προσπαθεί να εξηγήσει ολόκληρη την ακολουθία, δύο φώτα που εμφανίζονται να αλλάζουν μεταξύ οριζόντιας και κάθετης διάταξης, έντονα φωτεινά στοιχεία που περιγράφηκαν ως παλλόμενα, μετατόπιση από το εμπρός μέρος προς την αριστερή πλευρά του αεροσκάφους Boeing, αναφορές για παρεμβολές και την προσωρινή εμφάνιση ενδείξεων στο μετεωρολογικό και στα επίγεια ραντάρ.

Ο Terauchi δήλωσε ότι γνώριζε τη θέση του Δία και ότι τον είχε αναγνωρίσει κατά τη διάρκεια της πτήσης, επιμένοντας πως τα φώτα που παρατηρούσε ήταν διαφορετικά. Η διαβεβαίωση ενός έμπειρου πιλότου έχει σημασία, αλλά δεν αποτελεί αλάνθαστη απόδειξη. Η ιστορία της αεροπορίας περιλαμβάνει πολλές περιπτώσεις όπου πιλότοι με χιλιάδες ώρες πτήσης καταδίωξαν ή απέφυγαν φωτεινούς πλανήτες, θεωρώντας τους αεροσκάφη.

Μεταγενέστεροι σκεπτικιστές, όπως ο Robert Sheaffer, εστίασαν επίσης στο γεγονός ότι ο Terauchi είχε αναφέρει και άλλα UFO/UAP περιστατικά. Τον Ιανουάριο του 1987, λιγότερο από δύο μήνες μετά την πτήση 1628, ανέφερε ξανά ασυνήθιστα φώτα πάνω από την Αλάσκα, αλλά αργότερα αποδέχθηκε ότι πιθανότατα επρόκειτο για φώτα χωριών παραμορφωμένα από παγοκρυστάλλους. Για τους επικριτές του, αυτό υποδεικνύει τάση υπερερμηνείας ασαφών φωτεινών φαινομένων.

Η παρατήρηση είναι θεμιτή, αλλά δεν πρέπει να μετατραπεί σε προσωπική απαξίωση. Η προηγούμενη ή μεταγενέστερη αναφορά, δεν αποδεικνύει ότι ο Terauchi κατασκεύασε το περιστατικό. Υποδεικνύει απλώς ότι οι εκτιμήσεις του για το μέγεθος, την απόσταση και τη φύση του φαινομένου πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά. Ακόμη και εάν αφαιρεθεί ολόκληρη η αφήγηση του τεράστιου σκάφους, εξακολουθεί να απομένει μια πραγματική επιχειρησιακή ανωμαλία, ένα επαγγελματικό πλήρωμα ανέφερε άγνωστη κυκλοφορία, οι ελεγκτές αντέδρασαν, στρατιωτικό κέντρο ενεπλάκη και ορισμένες ασυνεπείς επιστροφές ραντάρ καταγράφηκαν.

Μετά τη δημοσιοποίηση της ιστορίας, ο Terauchi απομακρύνθηκε για ένα διάστημα από τις ενεργές πτήσεις και τοποθετήθηκε σε διοικητική θέση. Το γεγονός αυτό παρουσιάστηκε από ορισμένους ως τιμωρία για την απόφασή του να μιλήσει δημόσια. Η Japan Airlines υποστήριξε ότι επρόκειτο για συνηθισμένη υπηρεσιακή μετακίνηση και ότι αργότερα ο κυβερνήτης επέστρεψε στα πτητικά του καθήκοντα.

Ανεξάρτητα από τα πραγματικά κίνητρα της εταιρείας, η περίπτωση Terauchi ανέδειξε το γνωστό επαγγελματικό στίγμα που αντιμετώπιζαν οι πιλότοι όταν ανέφεραν UFO/UAP. Ένας χειριστής πολιτικού αεροσκάφους μπορεί να φοβάται ότι θα θεωρηθεί αναξιόπιστος, ψυχολογικά ασταθής ή ανίκανος να αναγνωρίσει συνηθισμένα φαινόμενα. Η κατάσταση αυτή είχε ως αποτέλεσμα πολλές παρατηρήσεις να μην καταγράφονται ποτέ επισήμως ή να συζητούνται μόνο ιδιωτικά μεταξύ πληρωμάτων.

Το πρόβλημα υπερβαίνει τη συζήτηση για εξωγήινους η πολυδιαστατικούς. Εάν οι πιλότοι φοβούνται ότι η αναφορά ενός άγνωστου φαινομένου θα βλάψει την καριέρα τους, μπορεί να παραλείψουν να αναφέρουν drones, στρατιωτικές δοκιμές, μετεωρολογικά φαινόμενα ή πραγματικά αγνώστου ταυτότητας αεροσκάφη. Η δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου οι αναφορές εξετάζονται χωρίς χλευασμό είναι απαραίτητη για την αεροπορική ασφάλεια, ακόμη και εάν η συντριπτική πλειονότητα των περιστατικών εξηγείται.

Η πτήση 1628 των Japan Airlines συχνά χαρακτηρίζεται ένα από τα καλύτερα τεκμηριωμένα UFO/UAP περιστατικά στην ιστορία. Ο χαρακτηρισμός είναι δικαιολογημένος μόνο εάν κατανοήσουμε τι ακριβώς σημαίνει τεκμηριωμένο. Δεν σημαίνει ότι διαθέτουμε μια αδιάσειστη απόδειξη ενός εξωγήινου η εξωδιαστατικού σκάφους. Δεν διαθέτουμε φωτογραφίες, συνεχές και ανεξάρτητο ίχνος ραντάρ, φυσικά κατάλοιπα ή οπτική επιβεβαίωση από τα άλλα αεροσκάφη που προσέγγισαν την περιοχή.

Σημαίνει ότι διαθέτουμε κάτι σπανιότερο από μια μεμονωμένη ανάμνηση, μια μακρά ακολουθία επικοινωνιών σε πραγματικό χρόνο, τρεις επαγγελματίες μάρτυρες, επιχειρησιακές αντιδράσεις από πολιτικούς και στρατιωτικούς ελεγκτές, αλλαγές πορείας και ύψους, καταθέσεις λίγο μετά την προσγείωση, τεχνικές εκτυπώσεις, εσωτερική αλληλογραφία και έναν εκτεταμένο διοικητικό φάκελο που διατηρήθηκε στα National Archives.

Η υπόθεση μπορεί να διαχωριστεί σε τρία επίπεδα. Στο πρώτο βρίσκεται το σχεδόν βέβαιο, το πλήρωμα είδε ασυνήθιστα φώτα και πίστεψε ότι υπήρχε άγνωστη κυκλοφορία κοντά στο αεροσκάφος Boeing. Στο δεύτερο βρίσκεται το πιθανό αλλά όχι οριστικό, ορισμένα συστήματα ραντάρ εμφάνισαν διαλείπουσες ενδείξεις που χρονικά και γεωμετρικά φαίνονταν να συνδέονται με την αναφορά. Στο τρίτο βρίσκεται το πλέον αβέβαιο, ένα γιγαντιαίο κατασκευασμένο αντικείμενο, μεγαλύτερο από αεροπλανοφόρο, ακολουθούσε συνειδητά την πτήση.

Η συγχώνευση αυτών των τριών επιπέδων δημιουργεί είτε μια εντυπωσιακή ιστορία, είτε μια απόρριψη ολόκληρου του περιστατικού ως θέαση του Δία. Η πραγματική υπόθεση βρίσκεται ανάμεσα στις δύο βεβαιότητες.

Είναι πιθανό ο Terauchi να παρατήρησε πραγματικά ασυνήθιστα ατμοσφαιρικά ή ουράνια φαινόμενα και, καθώς η συνάντηση συνεχιζόταν, να ερμήνευσε ασαφείς φωτεινές πληροφορίες ως δομημένα αντικείμενα. Είναι επίσης πιθανό ότι στην περιοχή υπήρξε κάποιος πραγματικός, μη αναγνωρισμένος στόχος, ο οποίος συνδυάστηκε στη συνείδηση του πληρώματος με πλανητικά φώτα, αντανακλάσεις ή σφάλματα ραντάρ. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την παρουσία άγνωστης τεχνολογίας, αλλά ούτε διαθέτουμε τα στοιχεία που απαιτούνται για να την επιβεβαιώσουμε.

Η σημαντικότερη κληρονομιά της πτήσης 1628 των Japan Airlines δεν είναι η εικόνα ενός τεράστιου σκάφους πάνω από την παγωμένη Αλάσκα. Είναι η στιγμή κατά την οποία κάτι που μπορεί να ήταν πλανήτης, ατμοσφαιρικό φαινόμενο, τεχνικό σφάλμα, άγνωστο αεροσκάφος ή συνδυασμός διαφορετικών παραγόντων εισήλθε ξαφνικά μέσα σε ένα οργανωμένο δίκτυο ανθρώπων και μηχανών.

Τρεις άνδρες κοίταξαν έξω από το πιλοτήριο και είδαν κάτι που δεν μπορούσαν να ταυτοποιήσουν. Ένας ελεγκτής έλεγξε τα συστήματα και δεν βρήκε γνωστή κυκλοφορία. Στρατιωτικά ραντάρ εμφάνισαν αβέβαιες επιστροφές. Το αεροσκάφος Boeing άλλαξε ύψος και πορεία. Άλλα αεροσκάφη κλήθηκαν να παρατηρήσουν. Έγγραφα γράφτηκαν, ηχογραφήσεις διατηρήθηκαν, τεχνικοί ανέλυσαν τις ενδείξεις και αξιωματούχοι προσπάθησαν να αποφασίσουν ποια διατύπωση μπορούσε να υποστηριχθεί.

Κάπου μέσα σε αυτή τη διαδικασία, το άγνωστο μεταμορφώθηκε. Στον αέρα ήταν πιθανή κυκλοφορία και πιθανός κίνδυνος. Στα έγγραφα έγινε ασυσχέτιστη επιστροφή, μη επιβεβαιωμένη παρατήρηση και ζήτημα εκτός αρμοδιότητας. Στον τύπο έγινε ενα άγνωστο σκάφος. Στους σκεπτικιστές έγινε Δίας και παγοκρύσταλλοι. Στην κοινότητα της UFO/UAP γνωσιολογίας έγινε απόδειξη κυβερνητικής συγκάλυψης.

Καθεμία από αυτές τις εκδοχές περιέχει ένα μέρος της ιστορίας, αλλά καμία δεν την εξαντλεί.

Η πτήση 1628 των Japan Airlines μάς υπενθυμίζει ότι η τεκμηρίωση δεν οδηγεί πάντοτε στη βεβαιότητα. Μερικές φορές δημιουργεί ένα πυκνότερο και πιο σύνθετο μυστήριο. Όσο περισσότερα έγγραφα εξετάζουμε, τόσο πιο καθαρά βλέπουμε όχι το αντικείμενο, αλλά τα όρια των συστημάτων που προσπάθησαν να το καταγράψουν. Τα μάτια των πιλότων είχαν περιορισμούς. Τα ραντάρ παρήγαγαν θόρυβο και αμφίσημες επιστροφές. Η γραφειοκρατία απαιτούσε συμπεράσματα που να μπορούν να υπερασπιστούν θεσμικά. Η δημόσια αφήγηση αναζητούσε ένα εντυπωσιακό σύμβολο.

Σχεδόν σαράντα χρόνια αργότερα, δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι συνάντησε η Japan Airlines Flight 1628. Γνωρίζουμε, όμως, ότι κάτι προκάλεσε αρκετή ανησυχία ώστε ένα ολόκληρο τεχνολογικό και διοικητικό σύστημα να στραφεί για λίγη ώρα προς τον σκοτεινό ουρανό της Αλάσκας.

Και ίσως αυτό είναι που διατηρεί την υπόθεση ζωντανή. Όχι η υπόσχεση ότι κάπου μέσα στον φάκελο κρύβεται η τελική απόδειξη μιας εξωγήινης η εξωδιαστακής παρουσίας, αλλά η επίγνωση ότι, ακόμη και όταν άνθρωποι, ραντάρ, καταγραφές και κυβερνητικές υπηρεσίες παρατηρούν το ίδιο γεγονός, η πραγματικότητα μπορεί να παραμένει ακριβώς έξω από την εμβέλεια της βεβαιότητάς τους.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…