Υπερδαιμονία (Hyperstition)


Υπερδαιμονία (Hyperstition): Όταν οι αφηγήσεις αρχίζουν να δημιουργούν την πραγματικότητα

 

Υπάρχουν έννοιες που περιγράφουν τον κόσμο όπως είναι και υπάρχουν έννοιες που επιχειρούν να περιγράψουν τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος μεταβάλλεται. Η υπερδαιμονία, γνωστή διεθνώς ως Hyperstition, δεν αποτελεί απλώς μια φιλοσοφική θεωρία, ούτε έναν ακόμη όρο της σύγχρονης πολιτισμικής ανάλυσης. Πρόκειται για μια ιδέα που επιχειρεί να απαντήσει σε ένα παράδοξο ερώτημα, τι συμβαίνει όταν οι ιστορίες, οι μύθοι, οι φανταστικές αφηγήσεις και οι ιδέες που γεννήθηκαν μέσα στη λογοτεχνία ή τη φαντασία αρχίζουν να παράγουν πραγματικές συνέπειες στον κόσμο; Τι συμβαίνει όταν η φαντασία παύει να αποτελεί απλώς αντανάκλαση της πραγματικότητας και μετατρέπεται σε μηχανισμό που τη διαμορφώνει;

Η έννοια της Hyperstition εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1990 μέσα από το Cybernetic Culture Research Unit, γνωστό ως CCRU, ένα ιδιόμορφο φιλοσοφικό και πολιτισμικό εργαστήριο που λειτούργησε στο Πανεπιστήμιο του Warwick στη Μεγάλη Βρετανία. Η ομάδα αυτή, με κεντρική μορφή τον φιλόσοφο Nick Land, βρέθηκε σε μια εποχή κατά την οποία το διαδίκτυο βρισκόταν ακόμη στα πρώτα του βήματα, το cyberpunk είχε ήδη διαμορφώσει μια νέα αισθητική του μέλλοντος και η παγκοσμιοποίηση άρχιζε να μετασχηματίζει την κοινωνία με τρόπους που λίγοι μπορούσαν να προβλέψουν. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον γεννήθηκε η λέξη Hyperstition, ένας συνδυασμός των όρων Hyper και Superstition. Κυριολεκτικά θα μπορούσε να αποδοθεί ως «υπέρ-δεισιδαιμονία», αν και αρκετοί ερευνητές προτιμούν την απόδοση «υπερδαιμονία», επειδή αποδίδει καλύτερα το ιδιαίτερο νόημα της έννοιας.

Η βασική ιδέα πίσω από την υπερδαιμονία είναι ταυτόχρονα απλή και ανατρεπτική. Συνήθως θεωρούμε ότι η πραγματικότητα προηγείται της αφήγησης. Πρώτα συμβαίνει ένα γεγονός και στη συνέχεια δημιουργούμε μια ιστορία για να το περιγράψουμε. Η υπερδαιμονία προτείνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η διαδικασία μπορεί να λειτουργήσει αντίστροφα. Πρώτα δημιουργείται η ιστορία και έπειτα η ιστορία επηρεάζει ανθρώπους, θεσμούς, τεχνολογίες και πολιτισμούς σε τέτοιο βαθμό ώστε να συμβάλει στην υλοποίηση αυτού που περιγράφει. Με άλλα λόγια, η αφήγηση δεν περιορίζεται στο να εξηγεί την πραγματικότητα. Αρχίζει να τη δημιουργεί.

Αυτή η ιδέα δεν είναι τόσο εξωτική όσο φαίνεται αρχικά. Αν εξετάσουμε την ανθρώπινη ιστορία, θα διαπιστώσουμε ότι ολόκληροι πολιτισμοί έχουν οικοδομηθεί πάνω σε αφηγήσεις που απέκτησαν δύναμη επειδή οι άνθρωποι επέλεξαν να τις πιστέψουν. Τα έθνη, οι θρησκείες, τα οικονομικά συστήματα, ακόμη και η έννοια του χρήματος, βασίζονται σε συλλογικές συμφωνίες για πράγματα που δεν υπάρχουν με φυσικό τρόπο στη φύση. Ένα χαρτονόμισμα έχει αξία επειδή εκατομμύρια άνθρωποι συμφωνούν ότι έχει αξία. Ένα κράτος υπάρχει επειδή οι πολίτες, οι θεσμοί και οι κυβερνήσεις συμπεριφέρονται σαν να υπάρχει. Από αυτή την οπτική, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνικής πραγματικότητας αποτελεί ήδη προϊόν συλλογικών αφηγήσεων.

Η υπερδαιμονία όμως προχωρά ένα βήμα παραπέρα. Δεν εξετάζει μόνο τις ιστορίες που έχουν ήδη εδραιωθεί. Εξετάζει τις ιστορίες που βρίσκονται ακόμη στη διαδικασία της δημιουργίας τους. Εστιάζει σε εκείνες τις ιδέες που ξεκινούν ως φαντασία, ως λογοτεχνία, ως μύθος ή ακόμη και ως αστείο, και καταλήγουν να αποκτούν πραγματική επιρροή στον κόσμο. Στην καρδιά της βρίσκεται το φαινόμενο της αυτοπραγματούμενης προφητείας, αλλά σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα. Η υπερδαιμονία δεν αφορά ένα μεμονωμένο γεγονός. Αφορά πολιτισμικά οικοσυστήματα ολόκληρα.

Ορισμένοι από τους θεωρητικούς που επηρέασαν βαθιά τη διαμόρφωση της έννοιας της Hyperstition δεν προέρχονταν από τη φιλοσοφία αλλά από τη λογοτεχνία. Ένας από αυτούς ήταν ο William S. Burroughs, ο οποίος διατύπωσε τη διάσημη φράση “Η γλώσσα είναι ενας ιός απο το διάστημα” (Language is a virus from outer space). Η πρόκληση της διατύπωσης δεν βρίσκεται στο αν η γλώσσα είναι κυριολεκτικά ένας εξωγήινος ιός, αλλά στην ιδέα ότι οι λέξεις λειτουργούν σαν αυτόνομα πρότυπα πληροφορίας που προσκολλώνται στην ανθρώπινη συνείδηση, αναπαράγονται μέσω της επικοινωνίας και μεταβάλλουν τη συμπεριφορά όσων τις υιοθετούν.

Όπως ένας βιολογικός ιός χρησιμοποιεί τον οργανισμό-ξενιστή για να αναπαραχθεί, έτσι και μια ισχυρή αφήγηση χρησιμοποιεί τους ανθρώπους για να εξαπλωθεί, να μετασχηματιστεί και να επηρεάσει τον κόσμο. Για τον Burroughs, η λογοτεχνία δεν αποτελούσε απλώς αισθητική δημιουργία. Ήταν ένας λειτουργικός μηχανισμός αλλαγής της πραγματικότητας. Με αυτή την έννοια, οι ιστορίες δεν περιγράφουν απλώς τον κόσμο· συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωσή του.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το Νεκρονομικόν (Necronomicon) του H. P. Lovecraft. Όταν ο Αμερικανός συγγραφέας δημιούργησε το περίφημο απαγορευμένο βιβλίο των ιστοριών του, δεν υπήρχε καμία πρόθεση να πείσει τους αναγνώστες ότι επρόκειτο για πραγματικό έργο. Το Νεκρονομικόν ήταν ένα λογοτεχνικό εύρημα. Ωστόσο, όσο περνούσαν τα χρόνια, χιλιάδες άνθρωποι άρχισαν να αναζητούν το βιβλίο. Εκδόθηκαν ψεύτικες εκδόσεις, δημιουργήθηκαν αποκρυφιστικές ερμηνείες, γράφτηκαν νέα κείμενα που ισχυρίζονταν ότι αποτελούσαν τμήμα της χαμένης παράδοσης του Νεκρονομικόν. Ένα φανταστικό βιβλίο απέκτησε πραγματική πολιτισμική ύπαρξη. Δεν έγινε ξαφνικά ιστορικό αντικείμενο. Έγινε όμως μια ιδέα με πραγματικές συνέπειες.

Η διάκριση ανάμεσα στη δεισιδαιμονία και την υπερδαιμονία είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο για να κατανοήσει κανείς την έννοια. Μια δεισιδαιμονία μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά μας, χωρίς όμως να αλλάζει η ίδια τον κόσμο που περιγράφει. Κάποιος μπορεί να αποφεύγει να περάσει κάτω από μια σκάλα επειδή πιστεύει ότι θα του φέρει κακοτυχία. Η πίστη αυτή ίσως τον κάνει πιο αγχωμένο ή πιο απρόσεκτο, όμως δεν μετατρέπει τη σκάλα σε αντικείμενο που φέρει πραγματικά κάποια υπερφυσική ιδιότητα.

Η υπερδαιμονία λειτουργεί διαφορετικά. Δεν αρκείται στο να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα. Επηρεάζει ανθρώπους, τεχνολογίες, πολιτισμούς και θεσμούς με τέτοιο τρόπο ώστε η ίδια η ιδέα να δημιουργεί σταδιακά τις προϋποθέσεις για την υλοποίησή της. Δεν πρόκειται απλώς για πίστη. Πρόκειται για μια αφήγηση που αποκτά πραγματική ιστορική αποτελεσματικότητα.

Παρόμοια περίπτωση αποτελεί και το έργο “The King in Yellow” του Robert W. Chambers. Μέσα στις σελίδες του μυθιστορήματος περιγράφεται ένα απαγορευμένο θεατρικό έργο που οδηγεί όσους το διαβάζουν στην παράνοια. Το ίδιο το θεατρικό έργο δεν υπάρχει. Παρ’ όλα αυτά, η ιδέα του εξακολούθησε να επηρεάζει συγγραφείς, καλλιτέχνες και δημιουργούς για περισσότερο από έναν αιώνα. Η φανταστική αφήγηση απέκτησε μια μορφή πολιτισμικής ζωής ανεξάρτητη από τον δημιουργό της.

Αυτό το φαινόμενο γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον όταν συναντά τον αποκρυφισμό. Εδώ η υπερδαιμονία αρχίζει να αγγίζει έννοιες όπως οι Εγρηγόρες. Σύμφωνα με διάφορες αποκρυφιστικές παραδόσεις, οι Εγρηγόρες είναι συλλογικές νοητικές οντότητες που δημιουργούνται από τη συγκέντρωση σκέψεων, συμβόλων και πεποιθήσεων πολλών ανθρώπων. Ένας κοινωνιολόγος θα περιέγραφε το ίδιο φαινόμενο ως συλλογική ψυχολογία ή κοινωνική δυναμική. Ένας αποκρυφιστής θα μιλούσε για αυτόνομες νοητικές μορφές. Η υπερδαιμονία βρίσκεται ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις. Δεν απαιτεί από τον ερευνητή να αποδεχθεί μεταφυσικές εξηγήσεις. Αρκείται στο να παρατηρήσει ότι ορισμένες ιδέες αποκτούν επιρροή δυσανάλογη προς την αρχική τους προέλευση.

Αν υπάρχει ένας συγγραφέας που ενσάρκωσε όσο λίγοι αυτή την έννοια, αυτός είναι ο Philip K. Dick. Πολύ πριν η εικονική πραγματικότητα, η τεχνητή νοημοσύνη και τα κοινωνικά δίκτυα γίνουν μέρος της καθημερινότητας, ο Dick έγραφε ιστορίες για ψεύτικες πραγματικότητες, κατασκευασμένες μνήμες, τεχνητές ταυτότητες και κόσμους στους οποίους οι άνθρωποι αδυνατούσαν να διακρίνουν το αληθινό από το κατασκευασμένο. Σήμερα, πολλές από αυτές τις ιδέες μοιάζουν λιγότερο με επιστημονική φαντασία και περισσότερο με περιγραφές της ψηφιακής εποχής. Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στο αν ο Dick «προέβλεψε» το μέλλον. Βρίσκεται στο γεγονός ότι οι ιδέες του επηρέασαν γενιές δημιουργών, μηχανικών και στοχαστών που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του μέλλοντος που εκείνος φαντάστηκε.

Το ίδιο ισχύει και για το Matrix. Όταν η ταινία κυκλοφόρησε το 1999, θεωρήθηκε μια πρωτοποριακή κινηματογραφική περιπέτεια με έντονες φιλοσοφικές αναφορές. Σήμερα η φράση «ζούμε μέσα στο Matrix» έχει αποκτήσει δική της ζωή. Χρησιμοποιείται από φιλοσόφους, πολιτικούς αναλυτές, ερευνητές της τεχνολογίας και ανθρώπους που προσπαθούν να περιγράψουν μια κοινωνία ολοένα πιο εξαρτημένη από τα ψηφιακά συστήματα. Η ταινία δεν απέδειξε ότι ο κόσμος είναι προσομοίωση. Δημιούργησε όμως ένα νέο πλαίσιο σκέψης μέσω του οποίου εκατομμύρια άνθρωποι αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα.

Ίσως όμως το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα υπερδαιμονίας να είναι το ίδιο το cyberpunk. Τη δεκαετία του 1980 συγγραφείς όπως ο William Gibson και ο Bruce Sterling περιέγραψαν έναν κόσμο παγκόσμιων δικτύων, πολυεθνικών εταιρειών που λειτουργούσαν ως κράτη, ψηφιακών ταυτοτήτων, αλγοριθμικού ελέγχου και εικονικών χώρων επικοινωνίας. Πολλές από αυτές τις ιδέες φάνταζαν εξωπραγματικές. Σήμερα αποτελούν κομμάτι της καθημερινότητας. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συγγραφείς προέβλεψαν το μέλλον με υπερφυσικό τρόπο. Σημαίνει ότι οι αφηγήσεις τους επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο οι επόμενες γενιές οραματίστηκαν και στη συνέχεια κατασκεύασαν το μέλλον.

Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή της υπερδαιμονίας να βρίσκεται σε αυτό που οι θεωρητικοί περιγράφουν ως βρόχους ανατροφοδότησης. Η επιστημονική φαντασία εμπνέει μηχανικούς, επιστήμονες και επιχειρηματίες. Εκείνοι δημιουργούν νέες τεχνολογίες, οι οποίες αλλάζουν την κοινωνία και με τη σειρά τους γεννούν νέες ιστορίες που επηρεάζουν την επόμενη γενιά δημιουργών. Η διαδικασία αυτή επαναλαμβάνεται συνεχώς. Το μέλλον δεν σχεδιάζεται αποκλειστικά μέσα στα εργαστήρια ή στα πανεπιστήμια.

Σχεδιάζεται επίσης στα μυθιστορήματα, στον κινηματογράφο, στα κόμικς και στα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Οι αφηγήσεις λειτουργούν σαν πρότυπα πιθανών πραγματικοτήτων. Άλλες εγκαταλείπονται, άλλες παραμένουν στη σφαίρα της φαντασίας και άλλες αποκτούν τόσο ισχυρή πολιτισμική δυναμική ώστε τελικά μετατρέπονται σε τεχνολογικούς και κοινωνικούς στόχους. Σε αυτό το σημείο η υπερδαιμονία παύει να μοιάζει με μια αφηρημένη φιλοσοφική ιδέα και αρχίζει να περιγράφει έναν πραγματικό μηχανισμό πολιτισμικής εξέλιξης.

Σε αυτό το σημείο η υπερδαιμονία συναντά αναπόφευκτα τις θεωρίες χαμένων πολιτισμών, τους αποκρυφιστικούς μύθους και τις σύγχρονες μυθολογίες. Η Ατλαντίδα αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ανεξάρτητα από το αν υπήρξε ποτέ ως ιστορικός τόπος, η ιδέα της έχει επηρεάσει τη λογοτεχνία, την αρχαιολογία, τη θεοσοφία, την ουφολογία και αμέτρητες θεωρίες για το παρελθόν της ανθρωπότητας. Με παρόμοιο τρόπο, οι Σμαραγδένιες πλάκες του Θωθ του Ατλάντιου (Emerald Tablets of Thoth the Atlantean) δεν χρειάζεται να είναι ιστορικά αυθεντικές για να αποκτήσουν πολιτισμική δύναμη. Η επίδρασή τους στις αντιλήψεις περί Ατλαντίδας, χαμένης γνώσης και μυστικών πολιτισμών είναι πραγματική ανεξάρτητα από την προέλευσή τους.

Η υπερδαιμονία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία στη σημερινή εποχή. Για πρώτη φορά στην ιστορία, οι αφηγήσεις μπορούν να διαδοθούν παγκοσμίως μέσα σε λίγες ώρες. Τα κοινωνικά δίκτυα, οι διαδικτυακές κοινότητες και τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης λειτουργούν ως επιταχυντές πολιτισμικών ιδεών. Μύθοι, θεωρίες, ιστορίες και φανταστικά σενάρια μπορούν να αποκτήσουν τεράστια απήχηση πριν ακόμη εξεταστεί η ακρίβειά τους. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η υπερδαιμονία παύει να είναι μια περιθωριακή φιλοσοφική έννοια. Μετατρέπεται σε εργαλείο κατανόησης του τρόπου με τον οποίο δημιουργούνται οι σύγχρονες πραγματικότητες.

Ίσως γι’ αυτό η Hyperstition να μην πρέπει να αντιμετωπίζεται ούτε ως επιστημονικό αξίωμα ούτε ως αποκρυφιστικό δόγμα. Αποτελεί περισσότερο έναν διαφορετικό τρόπο παρατήρησης της ιστορίας των ιδεών. Δεν επιχειρεί να αποδείξει ότι οι φανταστικές αφηγήσεις διαθέτουν μεταφυσική δύναμη. Υποδεικνύει όμως ότι, όταν οι ιδέες ενσωματώνονται στη γλώσσα, στην τεχνολογία, στην οικονομία, στην πολιτική και στη συλλογική φαντασία, παύουν να είναι απλές αφηγήσεις. Μετατρέπονται σε ενεργούς παράγοντες της ιστορικής εξέλιξης. Υπό αυτή την οπτική, η υπερδαιμονία λειτουργεί λιγότερο ως θεωρία του παραφυσικού και περισσότερο ως θεωρία της πολιτισμικής δημιουργίας.

Το σημαντικότερο στοιχείο της υπερδαιμονίας είναι ότι μας αναγκάζει να επανεξετάσουμε τη σχέση μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Μας υπενθυμίζει ότι οι ιστορίες δεν είναι απλώς διασκέδαση, ούτε απλά πολιτισμικά προϊόντα. Είναι μηχανισμοί που μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι σκέφτονται, οργανώνονται, δημιουργούν και δρουν. Από τους αρχαίους μύθους μέχρι το cyberpunk και από τον Lovecraft μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη, η ανθρώπινη ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα ιδεών που αρνήθηκαν να παραμείνουν φανταστικές.

Η υπερδαιμονία δεν μας ζητά να πιστέψουμε ότι οι μύθοι είναι αληθινοί. Μας ζητά να εξετάσουμε κάτι ίσως πιο παράξενο. Την πιθανότητα ότι οι μύθοι γίνονται σημαντικοί όχι επειδή είναι αληθινοί, αλλά επειδή επηρεάζουν τον κόσμο σαν να ήταν. Και ίσως εκεί, στο σημείο όπου η φαντασία αρχίζει να μεταμορφώνει την πραγματικότητα, να βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια του ανθρώπινου πολιτισμού.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…