Mothman: Από το 1966 και τις θεάσεις στο Point Pleasant, στην έρευνα και το βιβλίο του John Keel και στον κινηματογραφικό μύθο. Πώς ένα ανεξήγητο γεγονός μετατρέπεται σε μύθο και πώς ο μύθος επιστρέφει για να αλλάξει το ίδιο το γεγονός;


Mothman: Από το 1966 και τις θεάσεις στο Point Pleasant, στην έρευνα και το βιβλίο του John Keel και στον κινηματογραφικό μύθο. Πώς ένα ανεξήγητο γεγονός μετατρέπεται σε μύθο και πώς ο μύθος επιστρέφει για να αλλάξει το ίδιο το γεγονός;

 

Στη θεματολογία της κρυπτοζωολογίας, όπως και γενικότερα στο σύνολο της εναλλακτικής γνωσιολογίας, υπάρχουν ιστορίες που ξεκίνησαν ως θρύλοι και αργότερα αναζήτησαν ένα πραγματικό γεγονός στο οποίο θα μπορούσαν να προσκολληθούν. Υπάρχουν όμως και άλλες που ακολούθησαν την αντίστροφη πορεία, ξεκίνησαν από ανθρώπους, τόπους, ημερομηνίες και καταθέσεις και, όσο περνούσαν τα χρόνια, συσσώρευσαν επάνω τους τόσες ερμηνείες ώστε έγινε ολοένα δυσκολότερο να διακρίνει κανείς πού τελειώνει το αρχικό περιστατικό και πού αρχίζει ο μύθος. Η ιστορία του Mothman ανήκει κυρίως στη δεύτερη κατηγορία.

Σήμερα η εικόνα του είναι σχεδόν αυτονόητη. Ένα ψηλό, σκοτεινό ανθρωπόμορφο πλάσμα, μεγάλα φτερά, δύο έντονα κόκκινα μάτια και μια σχεδόν προφητική παρουσία που συνδέεται με επερχόμενες καταστροφές. Είναι μια από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της αμερικανικής κρυπτοζωολογίας και της σύγχρονης παραφυσικής μυθολογίας. Όμως τον Νοέμβριο του 1966, στο Point Pleasant της Δυτικής Βιρτζίνια, κανένας από τους πρώτους μάρτυρες δεν γνώριζε ότι έβλεπε τον Mothman. Στην πραγματικότητα, ακόμη και το όνομα με το οποίο θα έμενε στην ιστορία δεν υπήρχε ακόμη.

Το Point Pleasant ήταν μια μικρή πόλη στην ένωση των ποταμών Ohio και Kanawha. Λίγα χιλιόμετρα βορειότερα βρισκόταν το McClintic Wildlife Management Area, μια μεγάλη έκταση υγροτόπων και δασών που περιλάμβανε εγκαταλελειμμένες στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η περιοχή είχε χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή και αποθήκευση πυρομαχικών και στους κατοίκους ήταν γνωστή απλώς ως TNT area. Οι παλιοί δρόμοι, τα δάση και οι χαρακτηριστικοί θολωτοί αποθηκευτικοί χώροι δημιουργούσαν ήδη ένα παράξενο σκηνικό πολύ πριν ο τόπος αποκτήσει τον δικό του θρύλο.

Η ημερομηνία που συνήθως θεωρείται αφετηρία του φαινομένου είναι η 15η Νοεμβρίου 1966. Εκείνο το βράδυ δύο νεαρά ζευγάρια, ο Roger και η Linda Scarberry και ο Steve και η Mary Mallette, κινούνταν με αυτοκίνητο στην περιοχή του παλιού εργοστασίου. Κοντά σε μια εγκαταλελειμμένη κατασκευή παρατήρησαν δύο έντονα κόκκινα σημεία μέσα στο σκοτάδι. Όταν τα φώτα του αυτοκινήτου φώτισαν καλύτερα το σημείο, ισχυρίστηκαν ότι πίσω από αυτά διαγραφόταν ένα μεγάλο γκρίζο σώμα, περίπου ανθρώπινου ύψους ή μεγαλύτερο, με φτερά διπλωμένα πίσω από την πλάτη του.

Οι τέσσερις απομακρύνθηκαν με μεγάλη ταχύτητα, αλλά σύμφωνα με την αφήγησή τους το πλάσμα εμφανίστηκε ξανά στον δρόμο και στη συνέχεια σηκώθηκε στον αέρα, ακολουθώντας για ένα διάστημα το αυτοκίνητό τους. Οι μεταγενέστερες αναφορές για ταχύτητες που πλησίαζαν τα εκατό μίλια την ώρα πρέπει φυσικά να αντιμετωπίζονται ως εκτιμήσεις ανθρώπων σε κατάσταση φόβου και όχι ως πραγματικές μετρήσεις. Το σημαντικότερο στοιχείο βρίσκεται αλλού. Οι μάρτυρες δεν κράτησαν την εμπειρία για τον εαυτό τους. Κατευθύνθηκαν στο γραφείο του σερίφη και κατέθεσαν αυτό που θεωρούσαν ότι είχαν δει, ενώ ο Roger Scarberry σχεδίασε τη μορφή που θυμόταν.

Την επόμενη ημέρα, στις 16 Νοεμβρίου, η τοπική Point Pleasant Register δημοσίευσε το περιστατικό με έναν τίτλο που αποτύπωνε σχεδόν τέλεια την αμηχανία της στιγμής, «Couples See Man-Sized Bird…Creature…Something». Ακόμη και η εφημερίδα δυσκολευόταν να αποφασίσει σε ποια κατηγορία έπρεπε να τοποθετήσει αυτό που περιέγραφαν οι μάρτυρες.

Και αυτή η τελευταία λέξη, το “κάτι” (Something), ίσως είναι σημαντικότερη από όσο φαίνεται. Γιατί ο Mothman δεν ξεκίνησε ως Mothman. Ξεκίνησε ως ένα πρόβλημα ταξινόμησης.

Οι πρώτες περιγραφές παρέπεμπαν περισσότερο σε ένα τεράστιο πτηνό ή σε ένα παράξενο «ανθρωποειδές πτηνό» παρά σε σκώρο ή νυχτοπεταλούδα. Το όνομα «Mothman» εμφανίστηκε δημοσιογραφικά και επικράτησε γρήγορα, δημιουργώντας όμως ταυτόχρονα ένα από τα σημαντικότερα γνωσιολογικά προβλήματα της υπόθεσης. Από τη στιγμή που ένα άγνωστο αντικείμενο αποκτά όνομα, το όνομα αρχίζει να λειτουργεί και ως ερμηνεία. Το αταξινόμητο «κάτι» γίνεται Mothman. Και οι επόμενοι μάρτυρες δεν προσπαθούν πλέον να περιγράψουν ένα εντελώς άγνωστο φαινόμενο μέσα σε πολιτισμικό κενό. Γνωρίζουν ότι στην περιοχή υπάρχει ήδη η ιστορία ενός συγκεκριμένου πλάσματος. Η δημοσιογραφική καταγραφή παύει έτσι να αποτελεί απλώς έναν ουδέτερο καθρέφτη του γεγονότος και γίνεται, χωρίς απαραίτητα να το επιδιώκει, μέρος της εξέλιξής του.

Και οι αναφορές δεν σταμάτησαν. Τις επόμενες ημέρες και εβδομάδες εμφανίστηκαν και άλλοι άνθρωποι που ισχυρίστηκαν ότι είχαν συναντήσει ένα μεγάλο φτερωτό ον στην ευρύτερη περιοχή. Οι περιγραφές δεν ήταν απόλυτα ίδιες, όπως συχνά παρουσιάζονται στις μεταγενέστερες εξομαλυμένες εκδοχές, αλλά ορισμένα χαρακτηριστικά επανέρχονταν, μεγάλο ύψος, εντυπωσιακό άνοιγμα φτερών, γκρίζο ή σκοτεινό σώμα, δυσδιάκριτο πρόσωπο και κυρίως τα περίφημα κόκκινα μάτια. Ο John Keel θα υποστήριζε αργότερα ότι συγκέντρωσε περισσότερες από εκατό σχετικές μαρτυρίες κατά την περίοδο 1966–67, αριθμός όμως που προέρχεται από τη δική του έρευνα και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ανεξάρτητα επαληθευμένη απογραφή.

Το παράξενο ήταν ότι ορισμένα περιστατικά δεν ταίριαζαν απόλυτα στο ίδιο μοτίβο. Λίγο πριν από τη διάσημη αναφορά των δύο ζευγαριών υπήρχαν ήδη αφηγήσεις για ασυνήθιστα μεγάλα πτηνά ή έναν «ιπτάμενο άνθρωπο», ενώ στην ιστορία του Merle Partridge εμφανίζονται ηλεκτρομαγνητικές παρεμβολές στην τηλεόραση, η έντονη αντίδραση του σκύλου του και δύο κόκκινα φώτα έξω από το σπίτι. Ο ίδιος ο Partridge θα επέμενε αργότερα ότι αυτό που είχε παρατηρήσει του φαινόταν περισσότερο μηχανικό ή ηλεκτρικό παρά βιολογικό.

Κάπου εδώ η απλή υπόθεση ενός άγνωστου ζώου αρχίζει ήδη να δυσκολεύει. Αν επρόκειτο για ένα πλάσμα, γιατί κάποιες αφηγήσεις συνοδεύονταν από παράξενα φώτα ή ηλεκτρικές παρεμβολές; Αν επρόκειτο για λανθασμένες αναγνωρίσεις πτηνών, γιατί διαφορετικοί άνθρωποι απέδιδαν σε αυτό που είδαν ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά; Και αν το μεγαλύτερο μέρος του φαινομένου δημιουργήθηκε από τη δημοσιότητα και την κοινωνική μετάδοση μιας ιστορίας, τι κάνουμε με εκείνες τις αναφορές που φαίνεται να προηγούνται της μεγάλης δημοσιότητας;

Η φυσιοκρατική εξήγηση παραμένει ασφαλώς απαραίτητη. Από πολύ νωρίς προτάθηκε ο sandhill crane, ενα μεγάλο πτηνό-γερανός με σημαντικό άνοιγμα φτερών και χαρακτηριστική κόκκινη περιοχή γύρω από το κεφάλι, ενώ έχουν εξεταστεί επίσης μεγάλες κουκουβάγιες και το φαινόμενο του eyeshine, κατά το οποίο τα μάτια ενός ζώου αντανακλούν έντονα το φως μέσα στο σκοτάδι. Οι συνθήκες χαμηλού φωτισμού, η απόσταση, ο αιφνιδιασμός και ο φόβος μπορούν επίσης να αλλοιώσουν σημαντικά την εκτίμηση του μεγέθους, της απόστασης και της ταχύτητας ενός ζώου.

Μια καλή έρευνα, όμως, δεν χρειάζεται να εγκλωβιστεί από την αρχή ανάμεσα στο «άγνωστο τέρας» και στο «ήταν απλώς ένα πουλί». Θα μπορούσαν διαφορετικοί άνθρωποι να έχουν δει διαφορετικά πράγματα που αργότερα συγχωνεύθηκαν σε μία κοινή μορφή; Πόσο επηρεάζει η προσδοκία την αντίληψη; Πόσο αλλάζει μια μνήμη όταν επαναλαμβάνεται επί χρόνια, συναντά τις αφηγήσεις άλλων ανθρώπων και τελικά έρχεται αντιμέτωπη με την εικόνα που ο πολιτισμός αποφάσισε ότι είχε το πλάσμα;

Άλλωστε, οι μεταγενέστερες διαστάσεις που αποδίδονται συχνά στον Mothman δημιουργούν σοβαρά βιολογικά και αεροδυναμικά προβλήματα εάν υποθέσουμε ότι επρόκειτο για έναν πραγματικό, βαριά δομημένο ανθρωπόμορφο οργανισμό. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι οι μάρτυρες ψεύδονταν. Μας αναγκάζει όμως να εγκαταλείψουμε ένα ακόμη απλουστευτικό δίλημμα, είτε κάποιος περιγράφει με απόλυτη ακρίβεια ένα αντικειμενικό φαινόμενο είτε κατασκευάζει συνειδητά μια ιστορία.

Ανάμεσα στα δύο βρίσκεται σχεδόν ολόκληρη η ανθρώπινη εμπειρία, αντίληψη, φόβος, μνήμη, προσδοκία, περιορισμένες συνθήκες παρατήρησης, κοινωνική επιρροή και η βαθιά ανάγκη του ανθρώπινου νου να δώσει μορφή και όνομα σε αυτό που δεν μπορεί να ταξινομήσει. Ίσως λοιπόν ο πρώτος πραγματικός πυρήνας του Mothman να μη βρίσκεται ούτε στα κόκκινα μάτια ούτε στα μεγάλα φτερά του, αλλά στην τελευταία λέξη εκείνου του πρώτου δημοσιεύματος, “κάτι” (Something).

Τον Νοέμβριο του 1966 οι κάτοικοι του Point Pleasant δεν είχαν ακόμη μπροστά τους ένα από τα διασημότερα κρυπτίδια του κόσμου, έναν προάγγελο καταστροφών ή έναν κινηματογραφικό μύθο. Είχαν τέσσερις τρομαγμένους ανθρώπους, μερικές ακόμη παράξενες μαρτυρίες και μια περιοχή όπου κανείς δεν μπορούσε να συμφωνήσει ακριβώς για το τι είχε εμφανιστεί.

Σύντομα, όμως, στο Point Pleasant θα έφτανε ένας ερευνητής που δεν ενδιαφερόταν μόνο για το εάν υπήρχε ένα άγνωστο πτηνό στα δάση. Ο John Keel θα άρχιζε να παρατηρεί ότι γύρω από τον Mothman εμφανίζονταν ufo/uap, παράξενα τηλεφωνήματα, αλλόκοτοι επισκέπτες, men in black, προαισθήματα και άνθρωποι που ισχυρίζονταν ότι επικοινωνούσαν με κάτι που δεν μπορούσαν να προσδιορίσουν.

Και από εκείνη τη στιγμή, η ιστορία του Mothman θα έπαυε να είναι απλώς μια υπόθεση κρυπτοζωολογίας. Θα γινόταν κάτι πολύ πιο παράξενο.

Μέχρι τις τελευταίες εβδομάδες του 1966, η ιστορία που εξελισσόταν γύρω από το Point Pleasant μπορούσε ακόμη να περιγραφεί με τους σχετικά ασφαλείς όρους μιας κρυπτοζωολογικής υπόθεσης. Κάτοικοι μιας μικρής αμερικανικής πόλης ανέφεραν ότι είχαν δει ένα μεγάλο άγνωστο φτερωτό ον, οι εφημερίδες δημοσίευαν τις αφηγήσεις τους, η αστυνομία είχε ακούσει ορισμένους από τους μάρτυρες και οι σκεπτικιστές αναζητούσαν γνωστά πτηνά που θα μπορούσαν να εξηγήσουν τις παρατηρήσεις. Όταν όμως έφτασε στην περιοχή ο John Keel, η ιστορία άρχισε σταδιακά να αρνείται να παραμείνει μέσα στα όρια της κρυπτοζωολογίας.

Ο Keel δεν ήταν ζωολόγος ούτε ακαδημαϊκός ερευνητής. Ήταν δημοσιογράφος, συγγραφέας και ένας άνθρωπος με μακροχρόνιο ενδιαφέρον για την εναλλακτική γνωσιολογία και για όσα βρίσκονταν στα περιθώρια της συμβατικής εξήγησης. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 είχε στραφεί έντονα προς το φαινόμενο των ufo/uap, όμως η προσέγγισή του ήδη απομακρυνόταν από την απλή υπόθεση ότι κάθε παράξενο αντικείμενο στον ουρανό έπρεπε να είναι ένα διαστημόπλοιο που είχε φτάσει στη Γη από κάποιον μακρινό πλανήτη. Όταν βρέθηκε στην κοιλάδα του Ohio τον Δεκέμβριο του 1966, δεν συνάντησε μόνο ανθρώπους που μιλούσαν για ένα φτερωτό πλάσμα. Βρέθηκε μέσα σε ένα πολύ ευρύτερο δίκτυο αφηγήσεων, παράξενα φώτα και ufo/uap, ανεξήγητα τηλεφωνήματα, αλλόκοτοι επισκέπτες, άνθρωποι που πίστευαν ότι παρακολουθούνταν και, αργότερα, ισχυρισμούς για προαισθήματα και προβλέψεις.

Περισσότερα για τον John A. Keel @ pneumapunk εδώ -> Ο John A. Keel και η πολυ-διαστατική ερμηνεία του UFO φαινομένου. Η θεωρητική του σύγκλιση με τον Jacques Vallée και τον J. Allen Hynek. <-

Όσο ο Keel συνέχιζε να συγκεντρώνει τέτοιες ιστορίες, τόσο περισσότερο άρχισε να υποψιάζεται ότι το λάθος ίσως βρισκόταν στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο οι ερευνητές ταξινομούσαν το ανεξήγητο. Ένα ufo τοποθετούνταν στην ufo γνωσιολογία, ένα άγνωστο πλάσμα στην κρυπτοζωολογία, μια προφητική εμπειρία στην παραψυχολογία και ένας παράξενος επισκέπτης στις ιστορίες των men in black. Τι θα συνέβαινε όμως εάν όλα αυτά εμφανίζονταν στον ίδιο τόπο, μέσα στην ίδια περίοδο και, μερικές φορές, γύρω από τους ίδιους ανθρώπους; Αυτό ήταν το ερώτημα που άρχισε να απασχολεί τον Keel.

Κεντρικό πρόσωπο στην καταγραφή όσων συνέβαιναν ήταν η Mary Hyre, δημοσιογράφος του Athens Messenger στο Point Pleasant. Η Hyre άρχισε να συγκεντρώνει αναφορές από κατοίκους της περιοχής και αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες επαφές τόσο του Keel όσο και άλλων ερευνητών που επισκέφθηκαν την πόλη. Στα τέλη Νοεμβρίου είχε φτάσει στην περιοχή και ο Gray Barker, ήδη γνωστός στον χώρο της ufo γνωσιολογίας και των οριακών φαινομένων, ενώ ο Keel ακολούθησε τον Δεκέμβριο. Ο ρόλος της Hyre είναι σημαντικός επειδή μας θυμίζει ότι η ιστορία του Mothman δεν δημιουργήθηκε αποκλειστικά από έναν διάσημο συγγραφέα που εμφανίστηκε αργότερα και ανακατασκεύασε τα γεγονότα. Υπήρχε ήδη ένα τοπικό δίκτυο δημοσιογράφων, αστυνομικών και κατοίκων που κατέγραφε όσα οι άνθρωποι πίστευαν ότι είχαν δει. Ταυτόχρονα όμως δημιουργούνταν ένας αναπόφευκτος βρόχος, όσο περισσότερο δημοσιοποιούνταν το φαινόμενο, τόσο περισσότεροι άνθρωποι γνώριζαν τι συνέβαινε και επομένως διέθεταν ήδη ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούσαν να ερμηνεύσουν τη δική τους παράξενη εμπειρία.

Σύμφωνα με την έρευνα του Keel, η κοιλάδα του Ohio παρουσίαζε την ίδια περίοδο και έντονη δραστηριότητα αναφορών ufo/uap, με τοπικές εφημερίδες και δημοσιογραφικές ομάδες να δέχονται πολυάριθμες σχετικές μαρτυρίες. Η διάκριση εδώ είναι απαραίτητη, η καταγραφή μιας αναφοράς ufo/uap αποτελεί τεκμήριο ότι κάποιος ανέφερε ένα άγνωστο αντικείμενο, όχι απόδειξη ότι αυτό ήταν εξωγήινης η εξωδιαστατικής προέλευσης ή ακόμη και αντικειμενικά ανεξήγητο. Για τον Keel, ωστόσο, το ενδιαφέρον μετατοπιζόταν σταδιακά από κάθε μεμονωμένη αναφορά προς το μοτίβο που πίστευε ότι αναδυόταν όταν τις εξέταζε όλες μαζί.

Και σε αυτό το περιβάλλον εμφανίζεται ένα από τα πιο παράξενα πρόσωπα ολόκληρης της ιστορίας. Στις 2 Νοεμβρίου 1966, πριν ακόμη από τη διάσημη συνάντηση των Scarberry και Mallette, ο Woodrow Derenberger οδηγούσε κοντά στο Parkersburg της Δυτικής Βιρτζίνια όταν, σύμφωνα με την αφήγησή του, ένα ασυνήθιστο όχημα τον ανάγκασε να σταματήσει. Από αυτό εμφανίστηκε ένας άνδρας με παράξενη εμφάνιση και επίμονο χαμόγελο. Ο Derenberger ισχυρίστηκε ότι η επικοινωνία τους πραγματοποιήθηκε τηλεπαθητικά και ότι ο άγνωστος συστήθηκε ως Indrid Cold. Η ιστορία θα εξελισσόταν αργότερα πολύ περισσότερο, καθώς ο Derenberger μίλησε για νέες επικοινωνίες και ανέπτυξε μια ευρύτερη αφήγηση γύρω από την προέλευση του Cold. Από ιστορική άποψη, όμως, πρέπει να διαχωρίζουμε την αρχική αναφορά από τις μεταγενέστερες προσθήκες.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι ο Indrid Cold δεν ήταν ο Mothman. Δεν υπάρχει λόγος να θεωρήσουμε εξαρχής ότι επρόκειτο για δύο εκδηλώσεις της ίδιας υποτιθέμενης οντότητας. Η σύνδεσή τους προέκυψε επειδή οι ιστορίες εμφανίστηκαν μέσα στο ίδιο ευρύτερο κύμα παράξενων περιστατικών και αργότερα ενσωματώθηκαν στο ερμηνευτικό πλαίσιο του Keel. Αυτό ακριβώς έκανε το Point Pleasant τόσο διαφορετικό από μια συνηθισμένη υπόθεση κρυπτίδιου, αντί για ένα μοναδικό φαινόμενο, άρχιζε να σχηματίζεται ένα ολόκληρο οικοσύστημα φαινομένων.

Σύντομα στις αφηγήσεις προστέθηκαν και παράξενοι επισκέπτες. Μάρτυρες περιέγραφαν άνδρες με ασυνήθιστη εμφάνιση, περίεργα ρούχα ή συμπεριφορά που έμοιαζε εκτός τόπου. Η Mary Hyre ανέφερε επισκέψεις ανδρών που τη ρώτησαν τι θα έκανε εάν κάποιος της ζητούσε να σταματήσει να γράφει για ufo/uap, ενώ η Linda Scarberry φέρεται επίσης να δέχθηκε έναν παράξενο επισκέπτη που ενδιαφερόταν για τη σχέση ανάμεσα στον Keel και τη Hyre. Ο ίδιος ο Keel ισχυρίστηκε ότι αντιμετώπισε προβλήματα με αλληλογραφία που δεν έφθανε κανονικά, φακέλους που έμοιαζαν να έχουν ανοιχτεί και περίεργες τηλεφωνικές επικοινωνίες που τον έκαναν να υποψιάζεται ότι παρακολουθούνταν.

Σήμερα είναι εύκολο να τοποθετήσουμε όλους αυτούς τους μυστηριώδεις επισκέπτες ως man in black, όμως η έννοια υπήρχε ήδη στην ufo γνωσιολογία πριν από τα γεγονότα του Point Pleasant και ο Gray Barker είχε συμβάλει σημαντικά στη διάδοσή της. Επομένως, κάθε παράξενος άνθρωπος που εμφανίζεται στις αφηγήσεις δεν μπορεί αυτομάτως να θεωρηθεί ανεξάρτητη επιβεβαίωση μιας μυστηριώδους οργάνωσης. Επανεμφανίζεται έτσι το ίδιο πρόβλημα που συναντήσαμε με το όνομα Mothman, περιγράφει η κατηγορία το φαινόμενο ή αρχίζει το φαινόμενο να προσαρμόζεται στην κατηγορία;

Για τον Keel, ωστόσο, τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο προσωπικά. Όσο περισσότερο ερευνούσε τις αναφορές, τόσο περισσότερο άρχισε να αισθάνεται ότι δεν βρισκόταν πλέον έξω από το φαινόμενο παρατηρώντας το, αλλά ότι είχε αρχίσει ο ίδιος να αποτελεί μέρος του. Παράξενα τηλεφωνήματα, μηνύματα, πληροφορίες που φαίνονταν να σχετίζονται με τις κινήσεις του, άνθρωποι που ισχυρίζονταν ότι επικοινωνούσαν με μη ανθρώπινες νοημοσύνες και προβλέψεις για γεγονότα που επρόκειτο να συμβούν άρχισαν να ενσωματώνονται στη δική του εμπειρία. Όσο περισσότερο προσπαθούσε να μελετήσει το φαινόμενο αντικειμενικά, τόσο περισσότερο αισθανόταν ότι εκείνο τον επιρρέαζε προσωπικά, μετατρέποντας την έρευνα από εξωτερική παρατήρηση σε προσωπική εμπειρία.

Εδώ βρίσκεται και η ουσία αυτού που στην ufo γνωσιολογία και στις μελέτες παραφυσικών φαινομένων περιγράφεται ως “high strangeness”, περιστατικά στα οποία συσσωρεύονται τόσο παράξενα, αλληλοεπικαλυπτόμενα και συχνά αντιφατικά στοιχεία ώστε μια απλή συμβατική εξήγηση φαίνεται να γίνεται ολοένα δυσκολότερη. Το Point Pleasant έμοιαζε να προσφέρει ακριβώς ένα τέτοιο περιβάλλον. Το αρχικό ερώτημα «τι ήταν το φτερωτό πλάσμα;» είχε πλέον περικυκλωθεί από τόσα διαφορετικά φαινόμενα ώστε ο Keel άρχισε να αναρωτιέται μήπως το λάθος βρισκόταν στην προσπάθεια να τα εξετάσουμε όλα ως ανεξάρτητα μεταξύ τους.

Η εμπειρία αυτή συνέβαλε αποφασιστικά στη μεταγενέστερη σκέψη του, και σε αυτό που έγινε γνωστό ως υπεργήινη υπόθεση (ultraterrestrial hypothesis). Ο Keel απομακρύνθηκε από την κλασική εξωγήινη ερμηνεία και άρχισε να εξετάζει την πιθανότητα διαφορετικές κατηγορίες παράξενων φαινομένων να αποτελούν διαφορετικές εκδηλώσεις ενός κοινού, άγνωστου μηχανισμού ή μιας μορφής νοημοσύνης. Οι νεράιδες και οι δαίμονες παλαιότερων εποχών, τα μυστηριώδη αερόπλοια του 19ου αιώνα, τα UFO του 20ού, οι men in black και ορισμένες παράξενες οντότητες μπορούσαν, στη συλλογιστική του, να αποτελούν διαφορετικές πολιτισμικές εκφράσεις ενός φαινομένου που προσαρμοζόταν στις προσδοκίες κάθε εποχής. Δεν χρειαζόταν επομένως να προέρχεται από τον Άρη ή από κάποιο μακρινό άστρο, θα μπορούσε, κατά τον Keel, να βρίσκεται με κάποιον τρόπο ήδη εδώ, παράλληλα με εμάς.

Η υπόθεση αυτή δεν αποτελεί επιστημονικά τεκμηριωμένη θεωρία. Δεν διαθέτει έναν ελέγξιμο μηχανισμό που να επιτρέπει την επιβεβαίωση ή διάψευσή της με τον τρόπο που απαιτεί η επιστημονική μέθοδος. Ως γνωσιολογική πρόταση, όμως, παρουσιάζει ενδιαφέρον επειδή αμφισβητεί κάτι που κάνουμε σχεδόν αυτόματα, χωρίζουμε το παράξενο σε κατηγορίες πριν ακόμη γνωρίζουμε τη φύση του. Ο Keel δεν ήταν άλλωστε ο μόνος που αμφισβητούσε την απλή εξίσωση “ufo/uap = εξωγήινο διαστημόπλοιο”. Ο Jacques Vallée, από διαφορετική αφετηρία και με διαφορετική μεθοδολογία, αμφισβητούσε επίσης την απλή εξίσωση “ufo/uap = εξωγήινο διαστημόπλοιο”, εξετάζοντας τις ομοιότητες ανάμεσα στις σύγχρονες αφηγήσεις και παλαιότερες παραδόσεις παράξενων οντοτήτων.

Ακριβώς εδώ όμως βρίσκεται ταυτόχρονα η δύναμη και η αδυναμία της προσέγγισης του Keel. Η άρνησή του να απορρίψει ένα στοιχείο απλώς επειδή δεν ταίριαζε σε μια υπάρχουσα κατηγορία τού επέτρεπε να παρατηρεί πιθανές σχέσεις που άλλοι ερευνητές ίσως δεν θα εξέταζαν. Όμως, αν επιτρέψουμε σε όλα να μπορούν να συνδέονται με όλα, πώς αποδεικνύουμε ότι μια σύνδεση είναι πραγματική; Ένα ufo/uap εμφανίζεται την ίδια περίοδο με το Mothman, ένας μάρτυρας δέχεται ένα παράξενο τηλεφώνημα και ένας άλλος συναντά έναν περίεργο επισκέπτη. Πρόκειται για κομμάτια του ίδιου παζλ ή για ανεξάρτητα περιστατικά που εμείς τοποθετούμε στο ίδιο πλαίσιο επειδή αναζητούμε ένα μοτίβο;

Κάπου ανάμεσα στην υπερβολική απόρριψη και στην υπερβολική σύνδεση βρίσκεται μια πρόκληση της εναλλακτικής γνωσιολογίας. Ο σκεπτικισμός μπορεί να κάνει το λάθος να απορρίψει ένα πραγματικό ανώμαλο γεγονός επειδή δεν ταιριάζει σε όσα ήδη γνωρίζουμε, ενώ η ανεξέλεγκτη αποδοχή μπορεί να κάνει το αντίθετο λάθος και να δημιουργήσει ένα τεράστιο μοτίβο από γεγονότα που στην πραγματικότητα δεν συνδέονται. Ο Keel περπάτησε ακριβώς επάνω σε αυτή τη λεπτή γραμμή και, παρά τις θεωρίες που ανέπτυξε, δεν ισχυρίστηκε τελικά ότι είχε λύσει το μυστήριο του Mothman. Άνθρωποι που ασχολήθηκαν με την έρευνά του θυμούνται ότι, όταν τον ρωτούσαν τι πραγματικά ήταν το πλάσμα, η απάντησή του παρέμενε ουσιαστικά η ίδια, δεν ήξερε.

Ίσως αυτή να είναι και η πιο ενδιαφέρουσα κληρονομιά του. Ο άνθρωπος που συνέδεσε το Mothman με UFO, Men in Black, παράξενες επικοινωνίες και πιθανές υπεργήινες νοημοσύνες δεν κατέληξε σε μια βολική αποκάλυψη αλλά στην αβεβαιότητα. Και τότε, μέσα σε αυτή την ήδη φορτισμένη ατμόσφαιρα, άρχισε να εμφανίζεται κάτι ακόμη πιο δύσκολο για κάθε προσπάθεια αντικειμενικής έρευνας, οι προβλέψεις. Τηλεφωνικές επαφές και άνθρωποι που ισχυρίζονταν ότι επικοινωνούσαν με μη ανθρώπινες νοημοσύνες άρχισαν, σύμφωνα με τον Keel, να μεταφέρουν πληροφορίες για γεγονότα που επρόκειτο να συμβούν.

Στις 15 Δεκεμβρίου 1967, το Point Pleasant δεν χρειαζόταν πλέον ιστορίες για παράξενα πλάσματα, ufo/uap ή μυστηριώδεις τηλεφωνικές επικοινωνίες για να αισθανθεί ότι κάτι τρομακτικό είχε συμβεί. Λίγο πριν από τις πέντε το απόγευμα, μέσα στην αυξημένη κίνηση των ημερών πριν από τα Χριστούγεννα, η Silver Bridge, που ένωνε το Point Pleasant της Δυτικής Βιρτζίνια με το Gallipolis του Ohio, κατέρρευσε. Δεκάδες οχήματα παρασύρθηκαν και 46 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Σε αντίθεση με όλα όσα είχαν προηγηθεί και παρέμεναν στον χώρο της μαρτυρίας, της ερμηνείας και του ανεξήγητου, αυτή ήταν μια πραγματική και αδιαμφισβήτητη καταστροφή.

Και ακριβώς γι’ αυτό η Silver Bridge αποτελεί το σημείο όπου η ιστορία του Mothman γίνεται ταυτόχρονα ισχυρότερη και πολύ πιο επικίνδυνη γνωσιολογικά. Όταν μια μικρή κοινότητα έχει περάσει περισσότερο από έναν χρόνο ακούγοντας ιστορίες για ένα παράξενο φτερωτό ον, ufo/uap, αλλόκοτους επισκέπτες, τηλεφωνήματα και προαισθήματα και στο τέλος αυτής της περιόδου συμβαίνει μια πραγματική τραγωδία, η ανθρώπινη ανάγκη να κοιτάξει προς τα πίσω και να αναζητήσει σημάδια μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτη. Το ερώτημα πλέον δεν ήταν μόνο τι είχαν δει οι άνθρωποι του Point Pleasant. Ήταν εάν όσα είχαν δει σήμαιναν κάτι.

Η χρονική σύμπτωση ήταν εντυπωσιακή. Η κατάρρευση συνέβη ακριβώς δεκατρείς μήνες μετά τη διάσημη αναφορά της 15ης Νοεμβρίου 1966, ενώ στη μεταγενέστερη παράδοση η καταστροφή θεωρήθηκε ουσιαστικά το τέλος του αρχικού κύματος θεάσεων. Έτσι άρχισε να διαμορφώνεται η εικόνα που σήμερα είναι σχεδόν αδύνατο να διαχωριστεί από τον Mothman, το πλάσμα δεν ήταν απλώς ένα κρυπτίδιο αλλά ένας προάγγελος επερχόμενης καταστροφής. Ωστόσο, αυτή η σύνδεση φαίνεται να απέκτησε το πραγματικό της βάρος κυρίως μετά την τραγωδία. Μεταγενέστερες αφηγήσεις κατοίκων και ερευνητών υπογραμμίζουν ότι όταν κατέρρευσε η γέφυρα, ο κόσμος ήταν πρωτίστως συγκλονισμένος από τους νεκρούς και όχι απασχολημένος με την ιδέα ότι είχε μόλις εκπληρωθεί κάποια προφητεία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πριν από τις 15 Δεκεμβρίου δεν υπήρχαν ιστορίες για προαισθήματα ή προβλέψεις. Στο υλικό που συγκέντρωνε ο John Keel εμφανίζονταν ήδη άνθρωποι που ισχυρίζονταν ότι είχαν λάβει πληροφορίες για μελλοντικά γεγονότα, συχνά μέσω των παράξενων τηλεφωνικών επαφών και των υποτιθέμενων μη ανθρώπινων νοημοσυνών που είχαν αρχίσει να καταλαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος της έρευνάς του. Το πρόβλημα είναι ότι η ύπαρξη πολλών προβλέψεων δεν ισοδυναμεί με μια σαφή πρόβλεψη της κατάρρευσης της Silver Bridge. Όσο περισσότερες αόριστες ημερομηνίες, τοποθεσίες και μελλοντικές συμφορές παράγει ένα σύστημα προβλέψεων, τόσο ευκολότερο γίνεται κάποιο πραγματικό γεγονός να αντιστοιχηθεί εκ των υστέρων σε μία από αυτές.

Στην ιστορία εντάχθηκαν επίσης αφηγήσεις για προφητικά όνειρα. Ιδιαίτερα γνωστή έγινε εκείνη που αποδόθηκε στη Mary Hyre, με ανθρώπους που πνίγονταν και χριστουγεννιάτικα δώρα να επιπλέουν στο νερό. Μετά την κατάρρευση μιας γέφυρας μέσα στον Ohio River, μόλις δέκα ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα, η εικόνα μοιάζει ανατριχιαστικά σχετική. Το κρίσιμο ερώτημα όμως δεν είναι πόσο εντυπωσιακή φαίνεται μετά το γεγονός, αλλά πόσο συγκεκριμένη ήταν η αρχική καταγραφή, πότε ακριβώς έγινε και πόσα από τα στοιχεία που σήμερα αντιλαμβανόμαστε ως προφητικά απέκτησαν αυτή τη σημασία όταν γνωρίζαμε ήδη τι είχε συμβεί.

Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη διάκριση ολόκληρης της υπόθεσης. Άλλο είναι να υπάρχει πριν από ένα γεγονός μια σαφής, καταγεγραμμένη και αρκετά συγκεκριμένη πρόβλεψη ώστε να μπορεί ακόμη και να αποτύχει, και άλλο να αναζητούμε μετά το γεγονός προηγούμενες εμπειρίες που μπορούν να ερμηνευθούν ως προειδοποιήσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι κατασκευάζουν συνειδητά ψεύτικες αναμνήσεις. Ένα τραυματικό γεγονός μπορεί να αναδιοργανώσει τον τρόπο με τον οποίο θυμόμαστε όσα είχαν προηγηθεί και να μετατρέψει μια παλιά, ασαφή εμπειρία σε κάτι που τώρα φαίνεται να οδηγούσε αναπόφευκτα προς το αποτέλεσμα.

Η ίδια η κατάρρευση της Silver Bridge, πάντως, δεν αποτελεί μηχανικό μυστήριο. Η επίσημη έρευνα εντόπισε την αρχική αστοχία σε ένα από τα σημεία της βόρειας αλυσίδας ανάρτησης. Μια μικρή ατέλεια είχε εξελιχθεί σταδιακά μέσα στις δεκαετίες υπό την επίδραση διάβρωσης και κόπωσης του μετάλλου και, όταν το συγκεκριμένο εξάρτημα αστόχησε, η κατασκευή δεν διέθετε την πλεονάζουσα αντοχή που θα μπορούσε να εμποδίσει την αλυσιδωτή κατάρρευση. Το ιδιαίτερα τραγικό στοιχείο ήταν ότι το πρόβλημα βρισκόταν σε σημείο εξαιρετικά δύσκολο να εντοπιστεί με τις τότε διαθέσιμες μεθόδους επιθεώρησης.

Αυτή η τεχνική εξήγηση δεν χρειάζεται ούτε να καταρρίψει τον Mothman ούτε να ανταγωνιστεί τις μαρτυρίες του Point Pleasant. Απαντά απλώς σε ένα διαφορετικό ερώτημα. Μας εξηγεί γιατί κατέρρευσε η γέφυρα. Δεν μας λέει τι είδαν οι Scarberry και Mallette έναν χρόνο νωρίτερα ή τι προκάλεσε τις υπόλοιπες παράξενες αναφορές. Αντίστοιχα, όμως, η ύπαρξη ανεξήγητων εμπειριών δεν αποτελεί ένδειξη ότι κάποια οντότητα προκάλεσε την κατάρρευση. Η χρονική και γεωγραφική εγγύτητα δύο γεγονότων δεν αρκεί για να δημιουργήσει μεταξύ τους αιτιότητα.

Στην ιστορία της μηχανικής, η καταστροφή έγινε ένα κρίσιμο μάθημα για την ασφάλεια των γεφυρών και συνέβαλε στην αλλαγή των αμερικανικών πρακτικών επιθεώρησης. Στην πολιτισμική μνήμη του Point Pleasant, όμως, έγινε το γεγονός που έδωσε σε δεκατρείς μήνες αναζητήσεων και έρευνας μια αρχή, ένα τέλος και ίσως, έναν σκοπό.

Και κάπου εδώ γεννιέται ουσιαστικά ο Mothman που γνωρίζουμε σήμερα. Πριν από τη Silver Bridge μπορούμε ακόμη να ρωτήσουμε εάν οι άνθρωποι έβλεπαν ένα άγνωστο ζώο, ένα πτηνό sandhill crane, μια μεγάλη κουκουβάγια, διαφορετικά πτηνά που συγχωνεύθηκαν στην ίδια αφήγηση ή κάτι πραγματικά αταξινόμητο. Μετά τη Silver Bridge, το πλάσμα αποκτά λειτουργία. Δεν εμφανίζεται απλώς, προειδοποιεί. Δεν παρατηρείται απλώς, σημαίνει κάτι. Τα κόκκινα μάτια του μετατρέπονται από παράξενο μορφολογικό χαρακτηριστικό σε προμήνυμα και η φαινομενική υποχώρηση των αναφορών μετά την καταστροφή μοιάζει, μέσα στη λογική του μύθου, σαν ολοκλήρωση μιας αποστολής.

Αυτή η μεταμόρφωση είναι σημαντικότερη από το εάν πιστεύουμε προσωπικά στην ύπαρξη του Mothman. Μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε σχεδόν σε πραγματικό χρόνο τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να γεννηθεί ένας σύγχρονος μύθος. Δεν χρειάζεται να δημιουργηθεί από το μηδέν. Μπορεί να ξεκινήσει από πραγματικούς ανθρώπους που πραγματικά δήλωσαν ότι είδαν κάτι, να συναντήσει άλλες ανεξήγητες εμπειρίες, να περάσει μέσα από εφημερίδες και ερευνητές και, όταν συμβεί ένα πραγματικό τραυματικό γεγονός, να αναδιοργανωθεί γύρω από αυτό. Η καταστροφή προσφέρει τότε κάτι που προηγουμένως έλειπε από την ιστορία, ένα τέλος που μοιάζει να εξηγεί την αρχή.

Από αυτή την άποψη το Point Pleasant θυμίζει, με διαφορετικό τρόπο, μεταγενέστερες περιπτώσεις όπως τα Phoenix Lights. Όχι επειδή τα δύο φαινόμενα ήταν ίδια, αλλά επειδή το ανεξήγητο έπαψε να αποτελεί αποκλειστικά την εμπειρία ενός μεμονωμένου μάρτυρα και έγινε εμπειρία μιας κοινότητας. Οι άνθρωποι ακούν ο ένας τον άλλον, συγκρίνουν όσα είδαν, μαθαίνουν τι ανέφεραν οι γείτονές τους και σταδιακά δημιουργούν ένα κοινό λεξιλόγιο για κάτι που αρχικά δεν μπορούσαν να ονομάσουν. Αυτό δεν σημαίνει ότι «μια ολόκληρη πόλη φαντάστηκε κάτι». Διαφορετικοί άνθρωποι μπορούν να έχουν πραγματικές εμπειρίες διαφορετικής προέλευσης, οι οποίες αργότερα οργανώνονται γύρω από μία κοινή αφήγηση. Στο Point Pleasant, το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία μιας συλλογικής πραγματικότητας γύρω από ένα άγνωστο αρχικό ερέθισμα.

Και εδώ επιστρέφουμε στον Keel. Για εκείνον, η Silver Bridge έγινε το γεγονός γύρω από το οποίο μπορούσαν να επανεξεταστούν οι προβλέψεις, τα τηλεφωνήματα, τα ufo/uap και οι αλλόκοτες εμπειρίες που είχε συγκεντρώσει. Χρόνια αργότερα, όταν δημοσίευσε το βιβλίο του “The Mothman Prophecies” το 1975, η Silver Bridge θα αποτελούσε πλέον αναπόσπαστο μέρος αυτής της αφήγησης. Το βιβλίο του συνέδεσε τις έρευνές του γύρω από το φτερωτό πλάσμα με ufo και άλλα παράξενα φαινόμενα, καταλήγοντας στην καταστροφή της γέφυρας.

Όμως το «προηγήθηκαν παράξενα γεγονότα και μετά κατέρρευσε μια γέφυρα» δεν είναι λογικά ισοδύναμο με το «τα παράξενα γεγονότα προειδοποιούσαν ότι θα καταρρεύσει η γέφυρα». Ανάμεσα στις δύο προτάσεις βρίσκεται ολόκληρο το πρόβλημα της αιτιότητας, της σύμπτωσης και της ανθρώπινης αναζήτησης νοήματος. Για να μετακινηθούμε από την πρώτη στη δεύτερη χρειαζόμαστε κάτι περισσότερο από χρονική ακολουθία, μια πληροφορία αρκετά συγκεκριμένη και καταγεγραμμένη πριν από την καταστροφή ώστε να δείχνει πραγματικά προς τη Silver Bridge και όχι απλώς προς κάποια αόριστη μελλοντική συμφορά.

Και εδώ εμφανίζεται ίσως το βαθύτερο παράδοξο της ιστορίας του Mothman, τι αξία έχει μια προφητεία που γίνεται σαφής μόνο μετά την εκπλήρωσή της;

Αν ένα μήνυμα μπορεί να αποκωδικοποιηθεί μόνο όταν γνωρίζουμε ήδη την απάντηση, γίνεται εξαιρετικά δύσκολο να ξεχωρίσουμε την προειδοποίηση από τη σύμπτωση. Ίσως λοιπόν η Silver Bridge να μην αποτελεί την απόδειξη του Mothman, αλλά τον καθρέφτη μέσα στον οποίο άλλαξε για πάντα η εικόνα του. Πριν από τις 15 Δεκεμβρίου 1967 ήταν ένα άγνωστο φτερωτό πλάσμα ανάμεσα σε πολλά παράξενα περιστατικά. Μετά την καταστροφή έγινε προάγγελος. Η ιστορία είχε πλέον περάσει από τη μαρτυρία στον μύθο.

Όταν ο John Keel δημοσίευσε το “The Mothman Prophecies” το 1975, είχαν περάσει σχεδόν οκτώ χρόνια από την κατάρρευση της Silver Bridge. Το Point Pleasant είχε επιστρέψει στην καθημερινότητά του, η μεγάλη έξαρση των αναφορών είχε υποχωρήσει και η Αμερική είχε ήδη περάσει σε μια διαφορετική εποχή. Όσα όμως είχαν συμβεί στην κοιλάδα του Ohio μεταξύ 1966 και 1967 δεν είχαν εγκαταλείψει τον Keel. Στο βιβλίο του δεν επιχείρησε απλώς να καταγράψει την ιστορία ενός άγνωστου φτερωτού πλάσματος, αλλά συγκέντρωσε το Mothman, τα ufo/uap, τους παράξενους επισκέπτες, τις τηλεφωνικές επικοινωνίες, τους men in black, τις υποτιθέμενες προβλέψεις και τελικά την τραγωδία της Silver Bridge μέσα σε μία ευρύτερη αφήγηση.

Αυτή η επιλογή είναι ίσως ένας από τους σημαντικότερους λόγους για τους οποίους η υπόθεση απέκτησε τη μορφή με την οποία τη γνωρίζουμε σήμερα, καθώς ο Keel δεν έγραψε ένα βιβλίο κρυπτοζωολογίας με την κλασική έννοια. Το πλάσμα λειτουργούσε περισσότερο ως είσοδος σε μια πολύ μεγαλύτερη υπόθεση, στην πιθανότητα ότι διαφορετικές κατηγορίες ανεξήγητων εμπειριών μπορεί να αποτελούν εκδηλώσεις ενός κοινού φαινομένου, ότι οι διαφορετικές κατηγορίες ανεξήγητων εμπειριών ίσως δεν είναι τόσο ανεξάρτητες μεταξύ τους όσο υποθέτουμε.

Το Point Pleasant μετατράπηκε έτσι σε ένα είδος εργαστηρίου του λεγόμενου High strangeness, όπου το παράξενο δεν εμφανιζόταν με μία σταθερή μορφή και όπου ακόμη και ο ίδιος ο ερευνητής αισθανόταν ότι είχε γίνει μέρος εκείνου που προσπαθούσε να παρατηρήσει. Ο όρος «High strangeness» χρησιμοποιείται στις μελέτες παραφυσικών φαινομένων για να περιγράψει περιστατικά που είναι βαθιά παράξενα, παράλογα και φαινομενικά αδύνατο να εξηγηθούν μέσω της συμβατικής επιστήμης. Ο όρος αποδίδεται στον αστρονόμο Dr. J. Allen Hynek και χρησιμοποιείται για να εκφράσει τη συσσώρευση αλλόκοτων, αλληλοεπικαλυπτόμενων και συχνά αντιφατικών λεπτομερειών μέσα σε ένα ανεξήγητο περιστατικό.

Το “The Mothman Prophecies”, ωστόσο, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν ένα απολύτως ουδέτερο ιστορικό αρχείο. Είναι το έργο ενός συγκεκριμένου ερευνητή, γραμμένο μέσα από τη δική του εμπειρία και το δικό του θεωρητικό πλαίσιο. Υπάρχει το Point Pleasant του 1966–67, όπως μπορούμε να το προσεγγίσουμε μέσα από σύγχρονες καταγραφές και μαρτυρίες, και υπάρχει το Point Pleasant που προκύπτει μέσα από την ερμηνεία του Keel. Τα δύο επικαλύπτονται, αλλά δεν είναι ταυτόσημα. Μεταγενέστεροι ερευνητές, όπως ο Jeff Wamsley, επέστρεψαν στους αρχικούς μάρτυρες και κατέγραψαν εκ νέου τις εμπειρίες τους, αναδεικνύοντας και αποκλίσεις από λεπτομέρειες που στο μεταξύ είχαν καθιερωθεί μέσα από τη μεταγενέστερη αφήγηση.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, επειδή κάθε νέα αφήγηση ενός γεγονότος δεν αποτελεί απλώς αντίγραφο της προηγούμενης. Επιλέγει στοιχεία, δημιουργεί σχέσεις και προσφέρει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να γίνουν κατανοητά. Ο Keel πήρε ένα σύνολο κατακερματισμένων εμπειριών και αναζήτησε το μοτίβο που θεωρούσε ότι τις συνέδεε, ενώ το βιβλίο του έγινε στη συνέχεια μία από τις σημαντικότερες πηγές μέσα από τις οποίες οι επόμενες γενιές γνώρισαν τα περιστατικά. Η ερμηνεία άρχισε έτσι να επιστρέφει προς το ίδιο το γεγονός και, για πολύ κόσμο, το Mothman δεν ήταν πλέον μόνο αυτό που είχαν περιγράψει οι μάρτυρες τον Νοέμβριο του 1966, αλλά και αυτό που είχε γράψει ο John Keel για όλα όσα συνέβαιναν γύρω τους.

Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, αυτή η διαδικασία θα επαναλαμβανόταν σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα. Το 2002 κυκλοφόρησε η κινηματογραφική ταινία “The Mothman Prophecies”, σε σκηνοθεσία Mark Pellington, με τον Richard Gere στον κεντρικό ρόλο. Η ταινία δεν αποτελεί ιστορική αναπαράσταση των γεγονότων του 1966–67 και ο χαρακτήρας του Gere δεν είναι ο πραγματικός John Keel. Η ιστορία μεταφέρεται στη σύγχρονη εποχή, πρόσωπα και περιστατικά συνδυάζονται ή μεταβάλλονται και δημιουργείται ο φανταστικός δημοσιογράφος John Klein, μέσα από τον οποίο ο θεατής εισέρχεται σταδιακά στον κόσμο του Point Pleasant.

Η απόκλιση αυτή από την πραγματική ιστορία δεν αποτελεί απλώς κινηματογραφική αυθαιρεσία, καθώς η ταινία επιχειρεί να διατηρήσει περισσότερο την αίσθηση του έργου του Keel παρά τη χρονολογική ακρίβεια των γεγονότων. Ο στόχος δεν ήταν να δημιουργηθεί ακόμη μία ιστορία στην οποία ο πρωταγωνιστής συναντά το παραφυσικό, συγκεντρώνει τα στοιχεία και τελικά λύνει το μυστήριο, αλλά να βιώσει κάτι που δεν μπορεί να εξηγήσει και να εξέλθει από την εμπειρία χωρίς τη λύτρωση μιας οριστικής απάντησης. Σύμφωνα με την ίδια μαρτυρία, ο Keel είχε αντιδράσει θετικά όταν αντιλήφθηκε ότι το σενάριο είχε συλλάβει αυτή τη βαθύτερη πλευρά του βιβλίου του.

Αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί το “The Mothman Prophecies” λειτουργεί τόσο αποτελεσματικά ως κινηματογραφικό φίλμ χωρίς να χρειάζεται να μας δείχνει συνεχώς ένα τέρας. Η πραγματική απειλή βρίσκεται στην αδυναμία του πρωταγωνιστή να κατανοήσει τους κανόνες του φαινομένου. Κάτι φαίνεται να γνωρίζει περισσότερα από όσα θα έπρεπε, να επικοινωνεί χωρίς να εξηγεί τον εαυτό του και να προσφέρει πληροφορίες που βρίσκονται στο όριο ανάμεσα στην πρόβλεψη και στη χειραγώγηση. Με αυτόν τον τρόπο η ταινία πλησιάζει κινηματογραφικά ένα από τα βασικά προβλήματα που απασχολούσαν τον Keel, ακόμη και εάν υποθέσουμε ότι υπάρχει κάποια νοημοσύνη πίσω από ένα ανεξήγητο φαινόμενο, δεν υπάρχει κανένας αυτονόητος λόγος να θεωρήσουμε ότι οι πληροφορίες που μας δίνει είναι αληθινές, κατανοητές ή καλοπροαίρετες.

Ο Indrid Cold αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο αυτή η κινηματογραφική επεξεργασία επηρέασε τη μεταγενέστερη αντίληψη της ιστορίας. Στις αρχικές αφηγήσεις προέρχεται από τη διαφορετική εμπειρία του Woodrow Derenberger και δεν υπάρχει λόγος να ταυτίζεται με το Mothman. Η κινηματογραφική γλώσσα, όμως, μπορεί να συμπτύξει διαφορετικές πτυχές της υπόθεσης σε μία ενιαία αίσθηση παρουσίας. Το αποτέλεσμα λειτουργεί εξαιρετικά ως μυθοπλασία, δημιουργεί όμως ακόμη ένα στρώμα ανάμεσα στα γεγονότα και στη μνήμη τους, καθώς όποιος γνωρίζει πρώτα την ταινία και αργότερα αναζητά την πραγματική ιστορία μπορεί εύκολα να θεωρήσει ότι σχέσεις που δημιουργήθηκαν δραματουργικά υπήρχαν με την ίδια σαφήνεια και το 1966.

Έχουμε επομένως μια ολόκληρη αλυσίδα μετασχηματισμών, οι μάρτυρες περιέγραψαν τις εμπειρίες τους, οι δημοσιογράφοι τις μετέτρεψαν σε ειδήσεις, ο Keel συγκέντρωσε τις ειδήσεις και τις μαρτυρίες και τις ενσωμάτωσε σε ένα ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο, το βιβλίο μετέτρεψε αυτό το πλαίσιο σε αφήγηση και ο κινηματογράφος μετέτρεψε την αφήγηση σε εικόνες. Στη συνέχεια, αυτές οι εικόνες επέστρεψαν στον πολιτισμό και άρχισαν να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο νέοι άνθρωποι φαντάζονταν το Mothman. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο κύκλος δεν σταμάτησε εκεί. Το Point Pleasant αποδέχθηκε σταδιακά το πλάσμα ως μέρος της ίδιας του της ταυτότητας. Ο Jeff Wamsley συνέχισε να συγκεντρώνει μαρτυρίες και αντικείμενα σχετικά με την υπόθεση και το 2005 δημιουργήθηκε το Mothman Museum, ενώ φεστιβάλ, αγάλματα, αναμνηστικά και χιλιάδες επισκέπτες μετέτρεψαν ένα επεισόδιο φόβου της δεκαετίας του 1960 σε πολιτισμική κληρονομιά και τουριστικό φαινόμενο. Παράλληλα εμφανίστηκαν νεότερες αναφορές για μεγάλα φτερωτά πλάσματα, ακόμη και γύρω από την παλιά TNT area.

Αυτή η εξέλιξη δημιουργεί ένα ακόμη γνωσιολογικό πρόβλημα. Ένας άνθρωπος που βλέπει σήμερα μια μεγάλη σκοτεινή μορφή πάνω από έναν δρόμο της Δυτικής Βιρτζίνια δεν βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με τους πρώτους μάρτυρες του 1966. Γνωρίζει, ή μπορεί εύκολα να μάθει, ότι υπάρχει κάτι που ονομάζεται Mothman. Έχει πιθανώς δει την καθιερωμένη μορφή με τα κόκκινα μάτια, μπορεί να γνωρίζει την ταινία ή να έχει συναντήσει αμέτρητες απεικονίσεις του στο διαδίκτυο. Αυτό δεν σημαίνει ότι ψεύδεται εάν αναφέρει κάτι παράξενο, αλλά ότι το πολιτισμικό λεξιλόγιο με το οποίο θα προσπαθήσει να ερμηνεύσει την εμπειρία του υπάρχει ήδη.

Το 1966 οι πρώτοι μάρτυρες έπρεπε να βρουν ένα όνομα για το «κάτι». Σήμερα το όνομα υπάρχει πριν εμφανιστεί το «κάτι». Ο ίδιος ο Keel πρόλαβε πριν από τον θάνατό του το 2009 να δει σε μεγάλο βαθμό αυτή τη μεταμόρφωση και, σύμφωνα με ανθρώπους που τον γνώριζαν, είχε αντιληφθεί ότι παρακολουθούσε κάτι περισσότερο από μια σειρά παράξενων αναφορών, μια λαογραφία που γεννιόταν σε πραγματικό χρόνο.

Ίσως αυτή να είναι μία από τις ακριβέστερες περιγραφές του Mothman, όχι επειδή η λέξη λαογραφία σημαίνει ότι τίποτα δεν συνέβη, αλλά επειδή η λαογραφία δεν χρειάζεται να γεννιέται από το ψέμα. Μπορεί να ξεκινήσει από πραγματικές εμπειρίες των οποίων η αρχική αιτία παραμένει άγνωστη και στη συνέχεια να τις μεταμορφώσει καθώς περνούν από άνθρωπο σε άνθρωπο και από γενιά σε γενιά. Στην περίπτωση του Mothman μπορούμε να παρακολουθήσουμε αυτή τη διαδικασία σχεδόν βήμα προς βήμα, πρώτα εμφανίζεται το άγνωστο «κάτι», έπειτα αποκτά όνομα, συνδέεται με άλλες ανωμαλίες και αργότερα με μια πραγματική τραγωδία, ενσωματώνεται σε μια θεωρία και ένα βιβλίο και τελικά αποκτά μια κινηματογραφική εικόνα που επιστρέφει στον τόπο από τον οποίο ξεκίνησαν όλα. Όταν στη συνέχεια εμφανίζονται νέοι μάρτυρες, δεν είναι πλέον εύκολο να αποφασίσουμε εάν ο κύκλος έχει κλείσει ή εάν, με έναν παράξενο τρόπο, έχει μόλις αρχίσει ξανά.

Περισσότερο από μισό αιώνα μετά τα γεγονότα του Point Pleasant, η απλούστερη ερώτηση παραμένει αναπάντητη, τι είδαν οι άνθρωποι εκείνο το φθινόπωρο του 1966; Δεν διαθέτουμε σώμα, οστά, DNA ή άλλο βιολογικό υλικό που να αποδεικνύει την ύπαρξη ενός άγνωστου μεγάλου φτερωτού οργανισμού, ούτε υπάρχει φωτογραφία από το αρχικό κύμα θεάσεων που να επιτρέπει ασφαλή ζωολογική ταυτοποίηση. Οι φυσιοκρατικές εξηγήσεις με μεγάλα πτηνά, κουκουβάγιες, λανθασμένες εκτιμήσεις μεγέθους και αντίληψη υπό συνθήκες φόβου παραμένουν εύλογες, χωρίς όμως να μπορούμε περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα να ανακατασκευάσουμε με βεβαιότητα κάθε επιμέρους περιστατικό.

Αυτό είναι το σημείο όπου μια σοβαρή προσέγγιση στην κρυπτοζωολογία οφείλει να αντέξει την αβεβαιότητα. Δεν χρειάζεται να μετατρέψουμε την απουσία οριστικής εξήγησης σε απόδειξη ενός άγνωστου πλάσματος, αλλά ούτε και την ύπαρξη πιθανών συμβατικών εξηγήσεων σε βεβαιότητα ότι γνωρίζουμε τι είδε κάθε μάρτυρας. Οι προτάσεις «δεν έχουμε αποδείξει ότι υπήρξε Mothman» και «δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι προκάλεσε όλες τις αναφορές» μπορούν να είναι ταυτόχρονα αληθινές.

Αν η ιστορία σταματούσε εκεί, το Mothman θα ήταν απλώς μία ακόμη ενδιαφέρουσα υπόθεση κρυπτοζωολογίας. Αυτό που την έκανε μοναδική ήταν όσα συγκεντρώθηκαν γύρω της, το ufo/uap κύμα της περιοχής, ο Woodrow Derenberger και ο Indrid Cold, οι man in black, η Mary Hyre, τα παράξενα τηλεφωνήματα και οι προβλέψεις, η έρευνα του John Keel και τελικά η κατάρρευση της Silver Bridge. Ακριβώς εκεί η υπόθεση πέρασε από την κρυπτοζωολογία στην εναλλακτική γνωσιολογία, επειδή το σημαντικότερο ερώτημα έπαψε πλέον να είναι μόνο «τι ήταν το Mothman;» και έγινε ταυτόχρονα «πώς γνωρίζουμε όσα πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε για το Mothman;»

Οι πληροφορίες μας προέρχονται από τις καταθέσεις ανθρώπων που ισχυρίστηκαν ότι το είδαν, από δημοσιεύματα εφημερίδων, από τις σημειώσεις και την ερμηνεία του Keel, από αναμνήσεις μαρτύρων που επέστρεψαν στις εμπειρίες τους δεκαετίες αργότερα και, για μεγάλο μέρος του σύγχρονου κοινού, από μια κινηματογραφική ταινία του 2002 που συμπύκνωσε όλα αυτά σε μια δραματουργικά αποτελεσματικότερη ιστορία. Κάθε στρώμα μάς προσφέρει πληροφορίες και ταυτόχρονα μας απομακρύνει ακόμη ένα βήμα από εκείνη τη νύχτα του Νοεμβρίου του 1966.

Γι’ αυτό η υπόθεση του Mothman μπορεί να αντιμετωπιστεί σχεδόν σαν ένα φυσικό πείραμα πάνω στον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζεται η γνώση γύρω από το ανεξήγητο. Μπορούμε να παρακολουθήσουμε ένα φαινόμενο να περνά από την αντίληψη στη μαρτυρία, από τη μαρτυρία στη δημοσιογραφία, από τη δημοσιογραφία στην έρευνα, από την έρευνα στη θεωρία, από τη θεωρία στη λαογραφία και από τη λαογραφία στη μαζική κουλτούρα. Σε κάθε μετάβαση κάτι διατηρείται, κάτι αλλάζει και κάτι καινούργιο προστίθεται.

Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση του John Keel. Η δύναμή του ήταν ότι αρνήθηκε να απορρίψει όσα δεν χωρούσαν στις υπάρχουσες κατηγορίες, ενώ η αδυναμία της προσέγγισής του ήταν ότι, όταν σχεδόν τα πάντα μπορούν να συνδεθούν, γίνεται εξαιρετικά δύσκολο να αποδειχθεί ποια πράγματα συνδέονται πραγματικά. Ίσως όμως η πιο έντιμη πλευρά της κληρονομιάς του να είναι ότι, έπειτα από όλη αυτή την έρευνα, δεν μας παρέδωσε τελικά το Mothman μέσα σε ένα καθαρό κουτί με μια ετικέτα που έγραφε τι ήταν. Άνθρωποι που γνώριζαν το έργο του θυμούνται ότι, όταν ερωτούνταν για την τελική φύση του φαινομένου, ο Keel παραδεχόταν ουσιαστικά ότι δεν γνώριζε.

Η εναλλακτική γνωσιολογία δεν αποκτά αξία όταν αντικαθιστά μια συμβατική άποψη με μια άλλη. Αν απορρίψουμε αυτομάτως κάθε παράξενη μαρτυρία επειδή δεν συμβαδίζει με όσα ήδη γνωρίζουμε, δεν ερευνούμε. Αν όμως βαφτίσουμε κάθε ανεξήγητο φως ως ufo, κάθε μεγάλο πτηνό ως κρυπτίδιο, κάθε σύμπτωση ως συγχρονικότητα και κάθε αόριστο προαίσθημα ως προφητεία, πάλι δεν ερευνούμε. Απλώς έχουμε μετακινηθεί από μια βεβαιότητα σε μια διαφορετική βεβαιότητα.

Ίσως οι πρώτοι μάρτυρες είδαν ένα μεγάλο πτηνό κάτω από εξαιρετικά ασυνήθιστες συνθήκες. Ίσως διαφορετικές παρατηρήσεις διαφορετικών πραγμάτων συγχωνεύθηκαν σταδιακά σε μία κοινή μορφή ή η δημοσιότητα δημιούργησε έναν κύκλο στον οποίο κάθε νέα αναφορά ενίσχυε την προηγούμενη. Ίσως ο Keel συνέδεσε μεταξύ τους περιστατικά που δεν είχαν αντικειμενική σχέση. Ίσως πάλι, μέσα σε όλο αυτό το υλικό, υπάρχει ένας μικρός πυρήνας πραγματικού ανεξήγητου που χάθηκε κάτω από τις δεκαετίες αφήγησης που ακολούθησαν. Δεν διαθέτουμε τρόπο να αποφασίσουμε οριστικά ανάμεσα σε όλες αυτές τις δυνατότητες, μπορούμε όμως να αποφασίσουμε κάτι άλλο, να μην επιτρέψουμε στον μύθο να αντικαταστήσει τη μαρτυρία, ούτε στη μαρτυρία να μετατραπεί αυθαίρετα σε απόδειξη.

Ίσως τελικά η σημαντικότερη λέξη σε ολόκληρη την ιστορία να μην είναι ούτε Mothman, ούτε ultraterrestrial, ούτε προφητεία, αλλά να βρίσκεται στον αμήχανο τίτλο εκείνης της τοπικής εφημερίδας του Νοεμβρίου του 1966, όταν κανείς δεν είχε ακόμη προλάβει να δημιουργήσει τον θρύλο, η λέξη “κάτι” (Something). Τέσσερις άνθρωποι δήλωσαν ότι είδαν κάτι και ακολούθησαν και άλλοι. Ένας δημοσιογράφος προσπάθησε να το ερευνήσει και ανακάλυψε γύρω του έναν ολόκληρο κόσμο ακόμη πιο παράξενων ιστοριών.

Μια πόλη πέρασε περισσότερο από έναν χρόνο προσπαθώντας να καταλάβει τι συνέβαινε. Μια γέφυρα κατέρρευσε για πραγματικούς και τεχνικά εξηγήσιμους λόγους, σκοτώνοντας 46 ανθρώπους, και η τραγωδία άλλαξε αναδρομικά το νόημα όσων είχαν προηγηθεί. Ένα βιβλίο ένωσε τα κομμάτια, μια ταινία τα αναδιαμόρφωσε και, δεκαετίες αργότερα, το Point Pleasant εξακολουθεί να ζει μαζί με το πλάσμα που κάποτε φοβόταν.

Ίσως λοιπόν να μην έχει τόσο ενδιαφέρον να αποφασίσουμε εάν ο Mothman ήταν ένα τερατώδες ανθρωποειδές πτηνό, ψυχολογικό φαινόμενο, πολιτισμική κατασκευή ή κάτι που δεν έχουμε ακόμη τρόπο να ταξινομήσουμε. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον ίσως έχει να παρατηρήσουμε τι συνέβη όταν μια μικρή πόλη συνάντησε κάτι που δεν μπορούσε να ονομάσει και στη συνέχεια πέρασε περισσότερα από πενήντα χρόνια προσπαθώντας να του δώσει νόημα. Γιατί κάποιες φορές το πραγματικό μυστήριο δεν βρίσκεται σε αυτό που εμφανίζεται μέσα στο σκοτάδι, αλλά σε όλα όσα κάνουμε εμείς όταν ανάψουν ξανά τα φώτα.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…