Mount Elbrus 1990: Οι ομοιότητες και οι διαφορές με το Dyatlov Pass του 1959 και το Khamar-Daban του 1993. Πού τελειώνει η εξήγηση και πού αρχίζει το μυστήριο;

Mount Elbrus 1990: Οι ομοιότητες και οι διαφορές με το Dyatlov Pass του 1959 και το Khamar-Daban του 1993. Πού τελειώνει η εξήγηση και πού αρχίζει το μυστήριο;
Υπάρχουν ορεινές τραγωδίες που παραμένουν στη συλλογική μνήμη επειδή κανείς δεν επέζησε για να διηγηθεί τι πραγματικά συνέβη. Σε κάποιες αλλες περιπτώσεις, ένας επιζών επιστρέφει, αλλά ακόμη και η μαρτυρία του δεν αρκεί για να γεμίσει όλα τα κενά. Και υπάρχουν και εκείνες οι περιπτώσεις όπου, όσο περισσότερο προσπαθεί κανείς να αποκαταστήσει την αλληλουχία των γεγονότων, τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί ότι το μυστήριο δεν βρίσκεται απαραίτητα σε κάποια άγνωστη εξωτερική δύναμη, αλλά στα ίδια τα όρια του ανθρώπινου οργανισμού και της αντίληψής του.
Στις 2 Μαΐου 1990, μια ομάδα έμπειρων Σοβιετικών ορειβατών ξεκίνησε από το περίφημο Shelter Eleven στις πλαγιές του Mount Elbrus για μια φαινομενικά συνηθισμένη διαδρομή εγκλιματισμού. Λίγες ημέρες αργότερα, οι περισσότεροι από αυτούς θα ήταν νεκροί. Κάποιοι θα βρίσκονταν έξω από μια χιονοσπηλιά με περίεργη κατάσταση ένδυσης, άλλοι αναίσθητοι μέσα σε αυτήν, ένας Ιάπωνας ορειβάτης θα εντοπιζόταν νεκρός σε σχισμή του παγετώνα και μόνο δύο άνθρωποι θα επέστρεφαν ζωντανοί. Η επίσημη ιατροδικαστική εξήγηση ήταν η υποθερμία. Αλλά γύρω από το περιστατικό άρχισαν σχεδόν αμέσως να εμφανίζονται ερωτήματα για χαμένο εξοπλισμό, έναν κατεστραμμένο ασύρματο, αλλόκοτη συμπεριφορά, πιθανή δηλητηρίαση μέσα στη χιονοσπηλιά και ακόμη πιο παράξενες λεπτομέρειες, των οποίων όμως η πραγματική τεκμηρίωση αποδεικνύεται πολύ πιο αβέβαιη από όσο υπονοούν οι σύγχρονες διαδικτυακές αφηγήσεις.
Για όποιον γνωρίζει τις περιπτώσεις του Dyatlov Pass του 1959 και του Khamar-Daban του 1993, η σύγκριση μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτη. Και στις τρεις ιστορίες υπάρχει ένα ακραίο ορεινό περιβάλλον, άνθρωποι που δεν ήταν άπειροι, μια ξαφνική κατάρρευση της κανονικότητας και συμπεριφορές οι οποίες, όταν παρατηρούνται εκ των υστέρων από την ασφάλεια ενός γραφείου, μοιάζουν δύσκολο να εξηγηθούν. Όμως η υπόθεση του Mount Elbrus έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Εδώ μπορούμε να παρακολουθήσουμε μεγάλο μέρος της καταστροφής καθώς αυτή εξελίσσεται. Υπάρχουν ασύρματες επικοινωνίες, άνθρωποι που γνώριζαν τα θύματα, διασώστες που προσπάθησαν να τους προσεγγίσουν και ένας επιζών από την αρχική σοβιετική ομάδα. Αυτό μετατρέπει το Elbrus σε κάτι περισσότερο από ακόμη ένα ορεινό μυστήριο. Το καθιστά ίσως ένα από τα καλύτερα παραδείγματα για να εξετάσουμε πώς μια απολύτως πραγματική τραγωδία μπορεί να μετατραπεί, μέσα από τα κενά της πληροφορίας, σε ένα περιστατικό που αγγίζει και τα όρια της εναλλακτικής γνωσιολογίας.
Περισσότερα για τις περιπτώσεις του Dyatlov Pass του 1959 και του Khamar-Daban του 1993 @ εδώ:
-> Οι θάνατοι στο Khamar-Daban: Οι ομοιότητες με το Dyatlov Pass και μία σημαντική διαφορά <-
Το Mount Elbrus δεσπόζει στον Καύκασο και, με δυτική κορυφή στα 5.642 μέτρα, θεωρείται συνήθως το υψηλότερο βουνό της Ευρώπης. Πρόκειται για ανενεργό στρωματοηφαίστειο, καλυμμένο σε μεγάλο βαθμό από παγετώνες, ένα βουνό στο οποίο η μορφολογία της συνηθέστερης διαδρομής μπορεί εύκολα να δημιουργήσει μια παραπλανητική αίσθηση ασφάλειας. Δεν διαθέτει παντού την τεχνική δυσκολία άλλων μεγάλων κορυφών, αλλά το υψόμετρο, οι τεράστιες εκτεθειμένες πλαγιές, οι σχισμές των παγετώνων και ιδιαίτερα η ταχύτητα με την οποία μπορεί να αλλάξει ο καιρός το καθιστούν κάθε άλλο παρά ακίνδυνο. Το 1990, όταν ακόμη δεν υπήρχαν GPS, δορυφορικά τηλέφωνα, σύγχρονα weather apps και ελαφρύς τεχνικός εξοπλισμός όπως σήμερα, η απώλεια ορατότητας μπορούσε μέσα σε λίγα λεπτά να αλλάξει εντελώς τις πιθανότητες μιας ομάδας.
Η ομάδα του Sergei Levin δεν αποτελούνταν από ενθουσιώδεις ερασιτέχνες. Ο Evgeny Buyanov, ορειβάτης που γνώριζε προσωπικά τον Levin και τον γιατρό Sergei Farbstein και ερεύνησε αργότερα σε βάθος την τραγωδία, τόνισε ότι οι δύο άνδρες είχαν συμμετάσχει σε δύσκολες ορεινές διαδρομές και επιχειρήσεις διάσωσης στον Καύκασο και στο Tian Shan. Ο Levin ήταν ο αρχηγός της ομάδας, ενώ ο Farbstein συνδύαζε την ορειβατική εμπειρία με την επαγγελματική του ιδιότητα ως γιατρού. Η ομάδα, στην οποία περιλαμβάνονταν επίσης οι Oleg Buldakov, Valery Odintsov, Oleg Voronin και Vladislav Lazarev, ήταν τόσο αξιόπιστη ώστε στο πλαίσιο της συγκέντρωσης ορειβατών στο Elbrus προβλεπόταν να λειτουργήσει, εφόσον χρειαζόταν, ως ομάδα διάσωσης για τους υπόλοιπους συμμετέχοντες.
Υπήρχε και ένας δεύτερος στόχος. Η παραμονή στο Elbrus λειτουργούσε ως προπαρασκευή για μια μελλοντική αποστολή στα Pamirs, όπου κάποιοι από αυτούς σχεδίαζαν να αναζητήσουν ίχνη της ομάδας του P. Klochkov, η οποία είχε εξαφανιστεί την προηγούμενη χρονιά. Το γεγονός αυτό προσθέτει μια παράξενη ειρωνεία στην ιστορία, άνθρωποι που προετοιμάζονταν να αναζητήσουν μια χαμένη ομάδα θα κατέληγαν οι ίδιοι πρωταγωνιστές μιας από τις πιο αινιγματικές σοβιετικές ορειβατικές τραγωδίες της εποχής τους. Ο Buyanov θεωρούσε ότι η επιθυμία του Levin να χρησιμοποιήσει την ανάβαση ως εκπαιδευτική άσκηση ίσως επηρέασε μια κρίσιμη απόφαση που ακολούθησε.
Στις 2 Μαΐου η ομάδα ξεκίνησε από το Shelter Eleven για μια διαδρομή εγκλιματισμού. Περίπου στις 14:30 συνάντησε άλλη ομάδα η οποία κατέβαινε. Αντί να επιστρέψει αμέσως, ο Levin αποφάσισε να συνεχίσει για ακόμη έναν έως ενάμιση κύκλο πορείας. Η απόφαση δεν φαινόταν παράλογη. Βρίσκονταν περίπου στα 4.500 μέτρα, ο Farbstein είχε ήδη ανέβει δύο φορές στο Elbrus και ο Levin είχε κινηθεί στα Pamirs κοντά στα 6.000 μέτρα. Έπειτα από περίπου σαράντα λεπτά σταμάτησαν για φαγητό. Τότε ο καιρός άλλαξε απότομα. Η ορατότητα μειώθηκε, ο άνεμος ενισχύθηκε και ολόκληρη η πλαγιά άρχισε να εξαφανίζεται μέσα σε ομίχλη και μεταφερόμενο χιόνι.
Η ομάδα εγκατέλειψε την περαιτέρω άνοδο και επιχείρησε να κινηθεί προς τα κάτω. Ο Levin όμως αποφάσισε ότι μια κάθοδος χωρίς ορατότητα ήταν περισσότερο επικίνδυνη από την παραμονή στο βουνό. Έδωσε εντολή να κατασκευαστεί χιονοσπηλιά. Από την άποψη της ορειβατικής επιβίωσης, η απόφαση δεν ήταν εκ πρώτης όψεως παράλογη. Μια σωστά κατασκευασμένη χιονοσπηλιά μπορεί να προστατεύσει αποτελεσματικά από τον άνεμο και να προσφέρει θερμική μόνωση πολύ μεγαλύτερη από την παραμονή εκτεθειμένου ανθρώπου πάνω σε παγωμένη πλαγιά. Το πρόβλημα δεν ήταν τόσο η ίδια η επιλογή όσο το τι συνέβη στη συνέχεια, μια προσωρινή λύση άρχισε να μετατρέπεται σε μόνιμη παραμονή, ενώ οι φυσιολογικές και τεχνικές συνθήκες μέσα στο καταφύγιο χειροτέρευαν ώρα με την ώρα.
Η πρώτη νύχτα, από τις 2 προς τις 3 Μαΐου, πέρασε χωρίς καταστροφή. Η ομάδα είχε ενημερώσει μέσω ασυρμάτου το Shelter Eleven και περίμενε τη βελτίωση του καιρού. Εκείνη όμως δεν ήρθε. Ο Buyanov αναφέρει ανέμους που έφθαναν περίπου τα 30 μέτρα ανά δευτερόλεπτο, θερμοκρασίες κοντά στους 0 έως -5 °C και υψηλή υγρασία. Η θερμοκρασία από μόνη της δεν μοιάζει εντυπωσιακά χαμηλή για ένα μεγάλο βουνό. Αυτό είναι όμως παραπλανητικό. Το ανθρώπινο σώμα δεν αντιμετωπίζει απλώς μια ένδειξη θερμομέτρου. Αντιμετωπίζει τον άνεμο, την υγρασία, την απώλεια θερμότητας, την κόπωση, τον χρόνο έκθεσης, το βρεγμένο ρουχισμό και, στην προκειμένη περίπτωση, την υποξία λόγω υψομέτρου.
Το πρωί της 3ης Μαΐου έγινε απόπειρα κατάβασης. Ο Farbstein άρχισε να παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα. Έπεσε τουλάχιστον δύο φορές και, σύμφωνα με μεταγενέστερες μαρτυρίες που επικαλείται ο Buyanov, η περιορισμένη όρασή του επιδεινωνόταν δραματικά από το χιόνι, την ομίχλη και την υγρασία. Η ομάδα επέστρεψε στη χιονοσπηλιά. Κατά τη διαδικασία ένα τμήμα της κατασκευής υπέστη ζημιά και μια μικρότερη δεύτερη κοιλότητα δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιηθεί. Και εκεί ακριβώς εμφανίστηκαν δύο Ιάπωνες ορειβάτες οι οποίοι επίσης δεν μπορούσαν να συνεχίσουν την κάθοδο. Η ομάδα του Levin τους δέχθηκε μέσα. Έξι άνθρωποι έγιναν οκτώ σε έναν χώρο ο οποίος είχε ήδη συρρικνωθεί.
Μια πράξη αλληλεγγύης είχε μόλις αυξήσει δραματικά τον πληθυσμό ενός καταφυγίου που εξαρτιόταν από ελάχιστο εξαερισμό.
Το σημείο στο οποίο η ιστορία του Elbrus γίνεται πραγματικά ενδιαφέρουσα δεν είναι όταν εμφανίζεται κάποιο ανεξήγητο φαινόμενο. Είναι όταν αρχίζει να συσσωρεύεται ένας αριθμός απολύτως κατανοητών προβλημάτων που, το καθένα μόνο του, ίσως να μην ήταν θανατηφόρο. Μαζί όμως δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η φυσιολογική ανθρώπινη κρίση αρχίζει να καταρρέει.
Η ομάδα δεν είχε ακόμη ολοκληρώσει ουσιαστικό εγκλιματισμό. Οι σύγχρονες οδηγίες της Wilderness Medical Society θεωρούν ότι ήδη πάνω από τα 2.500 μέτρα υπάρχει κίνδυνος οξείας νόσου του υψομέτρου για μη εγκλιματισμένα άτομα. Στα περίπου 4.500 μέτρα όπου βρισκόταν η ομάδα Levin, η μειωμένη μερική πίεση οξυγόνου επιβαρύνει σημαντικά τον οργανισμό ακόμη και όταν δεν εμφανίζεται πλήρες σύνδρομο σοβαρής νόσου του υψομέτρου. Ο Buyanov θεωρούσε την ανεπαρκή προσαρμογή στο υψόμετρο έναν από τους βασικούς παράγοντες της τραγωδίας και υποστήριζε ότι η υποξία μείωσε την αντοχή των ανθρώπων στο ψύχος.
Την ίδια στιγμή, τα ρούχα τους άρχιζαν να βρέχονται. Τα πουπουλένια μπουφάν μονώνουν εξαιρετικά όταν είναι στεγνά, πολύ λιγότερο όταν το υλικό κορεστεί με υγρασία. Μέσα στη χιονοσπηλιά υπήρχαν οκτώ άνθρωποι που ανέπνεαν, έλιωναν χιόνι γύρω τους, ίδρωναν, έμπαιναν και έβγαιναν σε συνθήκες υγρού χιονιού και χρησιμοποιούσαν καμινέτο. Ο Buyanov επισημαίνει ότι ο Odintsov κατέβηκε τελικά με το μπουφάν του εντελώς βρεγμένο και ότι επίσης βρεγμένος ήταν ο ρουχισμός του Farbstein.
Υπήρχε όμως ένα ακόμη πιο ύπουλο πρόβλημα, ο αέρας.
Η σπηλιά είχε πλέον μικρότερο όγκο, οκτώ ανθρώπους, μία κύρια έξοδο η οποία καλυπτόταν από χιόνι και μία συσκευή καύσης, το καμινέτο. Ο Buyanov πρότεινε ότι, πέρα από τη φυσική εξάντληση του διαθέσιμου οξυγόνου λόγω της αναπνοής, ίσως συσσωρεύονταν διοξείδιο του άνθρακα, μονοξείδιο του άνθρακα, ατμοί καυσίμου και άλλα προϊόντα καύσης. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αναδρομικά τις πραγματικές συγκεντρώσεις αερίων μέσα στη συγκεκριμένη σπηλιά, δεν υπάρχουν οι μετρήσεις που θα επέτρεπαν μια τέτοια βεβαιότητα. Το ενδεχόμενο όμως δεν είναι καθόλου φανταστικό. Οι οργανισμοί υγείας προειδοποιούν ότι συσκευές καύσης μπορούν να παράγουν μονοξείδιο του άνθρακα και ότι η χρήση φορητών μαγειρικών συσκευών σε κλειστούς χώρους μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνη συσσώρευσή του. Η δηλητηρίαση από CO μπορεί να προκαλέσει πονοκέφαλο, ζάλη, αδυναμία, ναυτία, σύγχυση, απώλεια συνείδησης και θάνατο.
Το κρίσιμο εδώ είναι ότι όλα αυτά τα συμπτώματα δεν εμφανίζονται σε ένα εργαστήριο όπου ένας γιατρός εξετάζει τον ασθενή και καταγράφει μεταβλητές. Εμφανίζονται σε ανθρώπους ήδη κουρασμένους, βρεγμένους και παγωμένους, σε μεγάλο υψόμετρο, μέσα σε σκοτάδι, με περιορισμένη επικοινωνία και με την πεποίθηση ότι πρέπει απλώς να αντέξουν μέχρι το πρωί. Σε αυτή την κατάσταση, η διάκριση ανάμεσα στην υποξία του υψομέτρου, την υποθερμία, την εξάντληση και την πιθανή επίδραση προϊόντων καύσης γίνεται πρακτικά αδύνατη.
Υπάρχει ακόμη μία παράμετρος, η ψυχολογία της εμπειρίας. Η ομάδα του Levin υποτίθεται ότι ήταν η ομάδα που θα έσωζε τους άλλους. Υπάρχουν αποτελέσματα ερευνών για την υπόθεση που υπογραμμίζουν ότι ο Levin για σημαντικό διάστημα καθησύχαζε την ηγεσία της ομάδας υποστήριξης μέσω ασυρμάτου, πριν τελικά πει ότι «υπολογίζουν την ομάδα υποστήριξης». Ο Buyanov επίσης αναφέρει ότι οι άνθρωποι στο Shelter Eleven δεν είχαν αρχικά αντιληφθεί πόσο επικίνδυνη είχε γίνει η κατάσταση, ενώ ο Leonid Ebril ήταν από τους πρώτους που επιχείρησαν να προσεγγίσουν τη χιονοσπηλιά. Η ομίχλη όμως έκανε την αναζήτηση αδύνατη και η ομάδα διάσωσης αναγκάστηκε να επιστρέψει.
Δεν χρειάζεται να αποδώσουμε αυτή την καθυστέρηση απλώς σε «υπερηφάνεια». Είναι ένα πιο περίπλοκο φαινόμενο. Όταν ένας ειδικός έχει αναλάβει τον ρόλο εκείνου που ελέγχει μια κατάσταση, η στιγμή κατά την οποία πρέπει να παραδεχθεί ότι ο ίδιος χρειάζεται διάσωση είναι ψυχολογικά δύσκολη. Προσθέστε σε αυτό την εμπειρία προηγούμενων επιτυχημένων αναβάσεων, την αντίληψη ότι το Shelter Eleven βρισκόταν σχετικά κοντά και την ελπίδα ότι ο καιρός θα βελτιωνόταν. Καμία μεμονωμένη απόφαση δεν φαίνεται εντελώς παράλογη τη στιγμή που λαμβάνεται. Μόνο όταν τις δούμε εκ των υστέρων αντιλαμβανόμαστε ότι σχηματίζουν μια αλυσίδα χωρίς εύκολη έξοδο.
Το βράδυ της 3ης προς την 4η Μαΐου η είσοδος της σπηλιάς άρχισε και πάλι να καλύπτεται από χιόνι. Η αναπνοή έγινε δύσκολη. Ο Levin, ο Lazarev και ο Voronin βγήκαν έξω για να καθαρίσουν το άνοιγμα. Ο καιρός είχε πλέον παρουσιάσει κάποια βελτίωση και, σύμφωνα με την ανακατασκευή του Buyanov, το Shelter Eleven μπορούσε να διακριθεί. Το πρόβλημα ήταν ότι η ομάδα δεν ήταν πλέον η ίδια ομάδα που είχε ανέβει δύο ημέρες νωρίτερα. Ο Farbstein ήταν εξαντλημένος και ανίκανος να κινηθεί μόνος του. Ο Buldakov βρισκόταν σε παράξενη κατάσταση νευρικής διέγερσης. Ο Levin δεν έστειλε ένα μέρος των υπολοίπων προς το καταφύγιο και αποφάσισε να περιμένουν μέχρι το πρωί.
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη γνωσιολογική παγίδα ολόκληρης της υπόθεσης. Εμείς γνωρίζουμε ότι το Shelter Eleven ήταν ορατό. Ξέρουμε επίσης ποιοι θα πεθάνουν. Άρα η απόφαση μοιάζει εξωφρενική. Οι ίδιοι όμως δεν γνώριζαν το μέλλον, ενώ είχαν ήδη περάσει σχεδόν δύο ημέρες σε υποξία, υγρασία, περιορισμένη διατροφή, εξάντληση και κρύο. Το ερώτημα δεν είναι γιατί δεν σκέφτηκαν όπως θα σκεφτόμασταν εμείς. Είναι αν μπορούσαν πλέον να σκεφτούν όπως θα σκεφτόμασταν εμείς.
Περίπου στις επτά το πρωί ο Valery Odintsov ανέκτησε τις αισθήσεις του μέσα στη σχεδόν θαμμένη χιονοσπηλιά. Χρειάστηκε περίπου μία ώρα για να ανοίξει δίοδο προς τα έξω. Κοντά στην είσοδο βρήκε νεκρούς τον Levin, τον Lazarev και τον Voronin. Μέσα βρίσκονταν αναίσθητοι ο Farbstein και ο Buldakov. Ο ένας από τους Ιάπωνες είχε εξαφανιστεί, ενώ ο άλλος ήταν ακόμη ζωντανός. Ο Odintsov άρχισε να κατεβαίνει και συνάντησε διασώστες που αναζητούσαν τους Ιάπωνες, στους οποίους υπέδειξε τη θέση της σπηλιάς. Ο Buldakov πέθανε κατά την προσπάθεια μεταφοράς του. Ο Farbstein μεταφέρθηκε στο Shelter Eleven αλλά επίσης πέθανε, χωρίς να ανακτήσει τις αισθήσεις του. Ο εξαφανισμένος Ιάπωνας εντοπίστηκε αργότερα νεκρός σε σχισμή του παγετώνα. Ο Odintsov και ο δεύτερος Ιάπωνας ήταν οι μόνοι που επέζησαν.
Η ιατροδικαστική εξέταση απέδωσε τους θανάτους των μελών της ομάδας Levin σε γενική υποθερμία. Ο Buyanov, αφού συνομίλησε με ανθρώπους που είχαν εμπλακεί στα γεγονότα και μελέτησε έγγραφα και εξειδικευμένη βιβλιογραφία, θεωρούσε αυτό το συμπέρασμα το ασφαλέστερο σημείο εκκίνησης της υπόθεσης. Για εκείνον η τραγωδία ήταν προϊόν συνδυασμού κακοκαιρίας, ανεπαρκούς εγκλιματισμού, υποξίας, μακράς παραμονής στη σπηλιά, υψηλής υγρασίας, βρεγμένου ρουχισμού, ανεπαρκούς εξαερισμού, χαμηλής κινητικότητας και σταδιακής εξάντλησης απο το ψύχος (cold fatigue), μιας κατάστασης όπου το σώμα χάνει προοδευτικά την ικανότητά του να αντιστέκεται στο ψύχος.
Ο Buyanov αναφέρει ότι τα σώματα έξω από τη σπηλιά δεν βρίσκονταν σε κατάσταση που θα περίμενε ένας απλός παρατηρητής. Κάποιος δεν φορούσε μπότα, κάποιος άλλος δεν είχε το πουπουλένιο εξωτερικό του ένδυμα, ενώ σε άλλον τα παντελόνια ήταν κατεβασμένα. Αναφέρει επίσης σχηματισμούς πάγου κοντά στα πρόσωπα, οι οποίοι υποδήλωναν ότι οι άνθρωποι είχαν παραμείνει ζωντανοί πάνω στο χιόνι για κάποιο χρονικό διάστημα.
Η εικόνα αμέσως θυμίζει Dyatlov. Όμως η υποθερμία μπορεί να προκαλέσει έντονη σύγχυση, αποδιοργάνωση και στα τελικά της στάδια παράλογες συμπεριφορές. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε περίπτωση αφαίρεσης ρουχισμού οφείλεται αναγκαστικά στο γνωστό φαινόμενο της παράδοξης απογύμνωσης (paradoxical undressing). Σημαίνει όμως ότι η κατάσταση ένδυσης ενός ανθρώπου που πεθαίνει από υποθερμία δεν μπορεί να ερμηνεύεται σαν να επρόκειτο για έναν άνθρωπο με καθαρή σκέψη που ντύνεται στο σπίτι του. Ο Buyanov θεωρούσε ότι οι τρεις άνδρες που βγήκαν από τη σπηλιά είχαν ήδη σημαντικά κατασταλμένη σωματική και ψυχική λειτουργία και ότι οι κινήσεις τους πιθανότατα έγιναν όλο και πιο ασυντόνιστες μέχρι να ξαπλώσουν στο χιόνι και να χάσουν τις αισθήσεις τους.
Άλλες λεπτομέρειες είναι περισσότερο αμφιλεγόμενες. Μεταγενέστερες αφηγήσεις μιλούν για έναν ασύρματο που είχε καταστραφεί σκόπιμα, για χαμένο εξοπλισμό, για 52 γάντζους για πάγο, που υποτίθεται ότι ήταν υπερβολικά πολλοι για μια απλή διαδρομή εγκλιματισμού, για αίμα μέσα στη σπηλιά, ακόμη και για ανθρώπινες τρίχες στο στομάχι ενός από τα θύματα. Κάποιες θεωρίες αναπαράγουν αυτές τις λεπτομέρειες και τις χρησιμοποιούν ως βάση για διάφορα ερωτήματα. Άλλες θεωρίες όμως, είναι πολύ πιο επιφυλακτικές, επισημαίνουν ότι ο ακριβής αριθμός των γάντζων μπορεί να έχει διογκωθεί, ότι τα αντικείμενα θα μπορούσαν να προορίζονται για ανταλλαγή με δυτικό ορειβατικό εξοπλισμό, ότι η περιγραφή μιας λίμνης αίματος, μπορεί να αποτελεί μεταγενέστερη υπερβολή και ότι η ιστορία με τις τρίχες στο στομάχι ενός από τα θύματα, μοιάζει ιδιαίτερα δύσκολο να επιβεβαιωθεί.
Ακόμη και ο Buyanov, πάντως, επιβεβαιώνει ότι υπήρχε σπασμένος ασύρματος, χωρίς να θεωρεί ξεκάθαρο αν είχε καταστραφεί συνειδητά ή ως αποτέλεσμα αποδιοργανωμένων ενεργειών. Αυτό είναι μια μικρή αλλά πολύ σημαντική διάκριση. «Βρέθηκε σπασμένος ασύρματος» και «κάποιος κατέστρεψε επίτηδες τον ασύρματο» είναι δύο διαφορετικές προτάσεις. Αν ανάμεσά τους χαθεί η αβεβαιότητα, γεννιέται αμέσως μια νέα ιστορία, ποιος τον κατέστρεψε; Γιατί ήθελε να εμποδίσει την επικοινωνία; Υπήρξε σύγκρουση; Τι προσπαθούσε να κρύψει; Και μέσα σε τρεις ή τέσσερις διαδοχικές αναπαραγωγές, η υπόθεση αποκτά ένα μυστήριο που ίσως δεν υπήρξε ποτέ στην αρχική πληροφορία.
Ανάλογη προσοχή χρειάζεται και με μια άλλη διάσταση της υπόθεσης. Κυκλοφόρησε η θεωρία ότι ο Farbstein, ως γιατρός, μπορεί να είχε χρησιμοποιήσει κάποιο πειραματικό φάρμακο, adaptogen ή ουσία που υποτίθεται ότι θα βοηθούσε στην αντοχή στο υψόμετρο και ότι η ουσία αυτή προκάλεσε ακραίες αντιδράσεις. Ο Buyanov καταγράφει ότι τέτοια θεωρία πράγματι συζητήθηκε μεταξύ ανθρώπων που σχετίζονταν με την υπόθεση, αλλά δεν παρουσιάζει αποδεικτικά στοιχεία ότι συνέβη κάτι τέτοιο. Το ίδιο ισχύει για τις εκδοχές περί μυστικής αποστολής, κρατικής δραστηριότητας ή κάποιας άλλης επέμβασης. Είναι στοιχεία της ιστορίας του μυστηρίου, όχι ισότιμα αποδεδειγμένες αιτίες.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η πληροφορία για μια ιδιωτική συνομιλία μεταξύ του Odintsov και του Leonid Ebril μετά τη διάσωση. Σύμφωνα με τον Buyanov, ορισμένοι από τους παρόντες είχαν την εντύπωση ότι μετά από αυτή τη συνομιλία ο Odintsov διαφοροποίησε κάπως την αφήγησή του. Το περιεχόμενο της συζήτησης δεν είναι γνωστό. Ο ίδιος ο Buyanov όμως δεν το μετατρέπει σε απόδειξη συγκάλυψης. Θεωρεί πιθανότερο ότι, εάν πράγματι αποκρύφθηκαν λεπτομέρειες, αυτές αφορούσαν την ήδη αποδιοργανωμένη συμπεριφορά των ανθρώπων στις τελευταίες ώρες και όχι κάποιο κρυφό αίτιο της τραγωδίας.
Αυτό είναι ίσως το πιο ώριμο σημείο ολόκληρης της έρευνας. Ένα κενό δεν αποτελεί απόδειξη της θεωρίας που επιλέγουμε να βάλουμε μέσα σε αυτό.
Το Dyatlov Pass έγινε παγκόσμιο μυστήριο επειδή οι εννέα άνθρωποι που βρέθηκαν εκεί, δεν εξηγήθηκε ποτέ το γιατί εγκατέλειψαν τη σκηνή τους μέσα στη νύχτα και περπάτησαν στο χιόνι. Το Khamar-Daban έγινε εξίσου γοητευτικό επειδή η μοναδική επιζήσασα περιέγραψε μια ξαφνική και τρομακτική κατάρρευση της ομάδας. Το Mount Elbrus βρίσκεται ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις. Έχει νεκρούς, έχει επιζώντες, έχει επικοινωνίες, αλλά δεν έχει πλήρη καταγραφή των τελευταίων ωρών.
Και αυτό μας επιτρέπει να εξετάσουμε μια υπόθεση που είναι λιγότερο θεαματική αλλά πολύ περισσότερο ανησυχητική, ίσως ορισμένες συμπεριφορές που αργότερα μοιάζουν ανεξήγητες είναι απολύτως συμβατές με έναν άνθρωπο που δεν βρίσκεται πλέον σε φυσιολογική νευρολογική και σωματική κατάσταση.
Η υποξία δεν είναι απλώς «λίγο λιγότερο οξυγόνο». Η οξεία νόσος υψομέτρου μπορεί να εξελιχθεί σε υψηλού υψομέτρου εγκεφαλικό οίδημα, όπου σύγχυση, διαταραχή συντονισμού και μεταβολή της νοητικής κατάστασης αποτελούν κρίσιμες ενδείξεις. Οι σύγχρονες οδηγίες της Wilderness Medical Society αντιμετωπίζουν την ταχεία κάθοδο ως κεντρική θεραπευτική παρέμβαση σε σοβαρή νόσο του υψομέτρου. Δεν μπορούμε να διαγνώσουμε αναδρομικά HACE σε συγκεκριμένο μέλος της ομάδας Levin. Μπορούμε όμως να πούμε ότι το περιβάλλον στο οποίο βρίσκονταν ήταν ικανό να επηρεάσει αισθητά τη γνωστική λειτουργία.
Η υποθερμία προσθέτει έναν δεύτερο μηχανισμό αποδιοργάνωσης. Το σώμα προσπαθεί αρχικά να διατηρήσει τη θερμοκρασία του μέσω αγγειοσύσπασης και ρίγους. Καθώς όμως η θερμοκρασία πυρήνα μειώνεται, η κινητικότητα, η κρίση και η ικανότητα λήψης αποφάσεων μπορούν να υποβαθμιστούν. Το άτομο που πεθαίνει από κρύο δεν είναι απαραίτητα ένας καθαρά σκεπτόμενος άνθρωπος που απλώς αισθάνεται περισσότερο κρύο. Είναι ένας οργανισμός του οποίου οι νευρολογικές λειτουργίες αποδιοργανώνονται μαζί με τις υπόλοιπες.
Αν προστεθεί πιθανή έκθεση σε μονοξείδιο του άνθρακα ή άλλη υποβάθμιση του αέρα, τα όρια μεταξύ των διαφορετικών αιτίων θολώνουν ακόμη περισσότερο. Ζάλη, αδυναμία, ναυτία, σύγχυση και απώλεια συνείδησης είναι γνωστά συμπτώματα δηλητηρίασης από CO. Φανταστείτε τώρα έναν άνθρωπο που βιώνει κάποια από αυτά τα συμπτώματα, χωρίς να γνωρίζει γιατί, σε μια σκοτεινή σπηλιά από χιόνι, σε υψόμετρο περίπου 4.500 μέτρων, μετά από δύο νύχτες κακού ύπνου και με βρεγμένα ρούχα. Το γεγονός ότι μπορεί να σπάσει έναν ασύρματο, να αφαιρέσει κάποιο ένδυμα, να τραυματιστεί, να πανικοβληθεί ή να λάβει μια φαινομενικά παράλογη απόφαση δεν αποτελεί πλέον τόσο ακατανόητο μυστήριο.
Και εδώ βρίσκεται η ουσιαστική σύνδεση με την εναλλακτική γνωσιολογία. Η ανθρώπινη σκέψη έχει μια φυσική τάση να υποθέτει ότι μια παράξενη συνέπεια προϋποθέτει μια εξίσου παράξενη αιτία. Αν βρούμε ανθρώπους ελλιπώς ντυμένους στο χιόνι, αναζητούμε κάτι που τους ανάγκασε να γδυθούν. Αν βρούμε έναν σπασμένο ασύρματο, υποθέτουμε ότι κάποιος ήθελε να σταματήσει την επικοινωνία. Αν ένας έμπειρος ορειβάτης δεν κατεβαίνει προς ένα καταφύγιο που φαίνεται κοντά, αναζητούμε έναν άγνωστο λόγο που τον εμπόδισε.
Όμως υπάρχει και μια διαφορετική δυνατότητα. Ίσως προσπαθούμε να αποδώσουμε λογική συνέπεια στις πράξεις ενός οργανισμού που βρισκόταν σε διαδικασία φυσιολογικής κατάρρευσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι λεπτομέρειες γύρω απο το συμβάν του Elbrus έχουν εξηγηθεί. Ούτε σημαίνει ότι κάθε θεωρία πέρα από την επίσημη εκδοχή πρέπει να απορρίπτεται αυτόματα. Σημαίνει ότι η κλίμακα των εξηγήσεων πρέπει να ακολουθεί την κλίμακα των στοιχείων. Η απλή αναφορά μιας φήμης περί ανθρώπινων τριχών στο στομάχι κάποιου δεν ισοδυναμεί με ιατροδικαστικό εύρημα. Η παρουσία των πολλών γάντζων δεν αποτελεί απόδειξη μυστικής αποστολής. Ένας κατεστραμμένος ασύρματος δεν αποδεικνύει σαμποτάζ. Μια άγνωστη ιδιωτική συνομιλία δεν αποτελεί απόδειξη συγκάλυψης. Αλλά όλα αυτά, ενωμένα μεταξύ τους και αποκομμένα από τον βαθμό αβεβαιότητάς τους, μπορούν πολύ εύκολα να δημιουργήσουν έναν θρύλο.
Ο ίδιος ο Buyanov, ο οποίος γνώριζε προσωπικά δύο από τους νεκρούς, κατέληξε ύστερα από χρόνια μελέτης σε μια εξαιρετικά λιτή αλλά ίσως πολύ πιο τρομακτική εικόνα, η τραγωδία ήταν αποτέλεσμα ενός συστήματος αλληλεπιδρώντων παραγόντων. Κακοκαιρία, υψόμετρο, υγρασία, βρεγμένος εξοπλισμός, κακή κατάσταση του καταφυγίου, περιορισμένος εξαερισμός, κόπωση και καθυστέρηση στην υποχώρηση. Κανένας δεν είναι τόσο εντυπωσιακός όσο μια άγνωστη δύναμη. Όλοι μαζί όμως μπορούν να σκοτώσουν μια ομάδα ανθρώπων που γνωρίζουν πολύ καλά τα βουνά.
Ίσως εδώ βρίσκεται και μία από τις σημαντικότερες διαφορές ανάμεσα στους θανάτους στο Elbrus, το Dyatlov Pass και το Khamar-Daban, όχι τόσο σε όσα συνέβησαν στα τρία βουνά, όσο σε όσα απέμειναν για να τα αφηγηθούν. Στο Dyatlov Pass του 1959 η απουσία οποιουδήποτε επιζώντα από την ομάδα άφησε πίσω της μόνο τα ίχνη του γεγονότος, τη σκηνή, τις σορούς, τα τραύματα, τα αντικείμενα, τις φωτογραφίες και τα πορίσματα της έρευνας. Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει τι ακριβώς συνέβη στις κρίσιμες τελευταίες ώρες και, μέσα σε αυτό το κενό, αναπτύχθηκε επί δεκαετίες ένας σχεδόν απεριόριστος χώρος θεωριών.
Στο Khamar-Daban του 1993, αντίθετα, υπήρξε μία επιζήσασα, η Valentina Utochenko, και επομένως υπάρχει ανθρώπινη μαρτυρία για την ξαφνική κατάρρευση της ομάδας. Όμως η ίδια η φύση όσων περιέγραψε, η ταχύτητα με την οποία εξελίχθηκαν τα γεγονότα, η αποδιοργάνωση της ομάδας και η παράξενη συμπεριφορά ορισμένων μελών της μέσα σε ακραίες συνθήκες δεν έκλεισε το μυστήριο, σε μεγάλο βαθμό το μετέφερε από το ερώτημα «τι βρέθηκε;» στο ακόμη δυσκολότερο «πώς πρέπει να ερμηνεύσουμε αυτό που είδε η μοναδική επιζήσασα;».
Το Elbrus του 1990 βρίσκεται ακόμη πιο μακριά από το απόλυτο πληροφοριακό κενό του Dyatlov, επειδή διαθέτουμε επιζώντες, άμεσες μαρτυρίες και ανθρώπους που συμμετείχαν στη διάσωση, γεγονός που περιορίζει σημαντικά τον χώρο μέσα στον οποίο μπορούν να αναπτυχθούν ανεξέλεγκτα οι υποθέσεις. Και όμως ούτε αυτό αποδείχθηκε αρκετό για να εμποδίσει τη δημιουργία ενός δεύτερου επιπέδου αφήγησης γύρω από την τραγωδία, μυστικές κρατικές επιχειρήσεις, πειραματικά φάρμακα και απόκρυψη στοιχείων προστέθηκαν με τον χρόνο στις περισσότερο συμβατικές εξηγήσεις.
Έτσι τα τρία περιστατικά σχηματίζουν σχεδόν μια κλίμακα μαρτυρίας, στο Dyatlov δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να μας πει τι συνέβη, στο Khamar-Daban υπάρχει μία επιζήσασα που μας λέει τι είδε χωρίς αυτό να αρκεί για να εξαφανίσει όλα τα ερωτήματα, ενώ στο Elbrus υπάρχουν περισσότερες άμεσες μαρτυρίες που επιτρέπουν πολύ στενότερη ανακατασκευή των γεγονότων. Αν στο Elbrus δεν είχε επιζήσει κανείς, είναι πολύ πιθανό ότι σήμερα η υπόθεση θα είχε αποκτήσει ακόμη περισσότερα από τα χαρακτηριστικά ενός «δεύτερου Dyatlov».
Το ενδιαφέρον συμπέρασμα, επομένως, είναι ότι το μυστήριο δεν γεννιέται μόνο από την απουσία πληροφοριών. Μπορεί να επιβιώσει ακόμη και όταν υπάρχουν μάρτυρες όπως δείχνει το Khamar-Daban, ή ακόμη και όταν η αλληλουχία των γεγονότων μπορεί σε σημαντικό βαθμό να ανασυντεθεί, όπως συμβαίνει στο Elbrus.
Προκύπτει μια ενδιαφέρουσα ερώτηση, με βάση τις παραπάνω συγκρίσεις.
Τι θα πιστεύαμε για το Elbrus αν ο Odintsov δεν είχε ξυπνήσει εκείνο το πρωί ;
Θα ξέραμε για τη χιονοσπηλιά, αλλά όχι απαραίτητα γιατί έμειναν σε αυτήν. Θα βλέπαμε τρεις άνδρες έξω από το καταφύγιο με παράξενη κατάσταση ρουχισμού. Θα βρίσκαμε έναν άλλο νεκρό σε σχισμή μακριά από τους υπόλοιπους. Θα υπήρχε ένας σπασμένος ασύρματος. Θα έλειπε εξοπλισμός. Θα γνωρίζαμε ότι επρόκειτο για πολύ έμπειρους ορειβάτες. Και πιθανότατα θα ρωτούσαμε τι άγνωστο γεγονός τους έκανε να συμπεριφερθούν τόσο παράλογα.
Η απάντηση ίσως να ήταν μπροστά μας από την αρχή.
Κρύο. Υψόμετρο. Εξάντληση. Κακός αέρας. Και χρόνος.
Το περιστατικό των θανάτων στο Mount Elbrus του 1990 δεν χρειάζεται μυστικά στρατιωτικά πειράματα ή άγνωστες αιτίες για να είναι μια εξαιρετικά παράξενη ιστορία. Η αληθινή της δύναμη βρίσκεται ακριβώς στο αντίθετο, ότι πιθανότατα μπορούμε να εξηγήσουμε σχεδόν ολόκληρο τον μηχανισμό της τραγωδίας και παρ’ όλα αυτά να μην μπορούμε ποτέ να ανασυνθέσουμε πλήρως εκείνη την τελευταία νύχτα.
Ξέρουμε ότι ο καιρός επιδεινώθηκε. Ξέρουμε ότι η ομάδα εγκλωβίστηκε σε μεγάλο υψόμετρο. Ξέρουμε ότι η χιονοσπηλιά έγινε μικρότερη, πιο υγρή και χειρότερα αεριζόμενη. Ξέρουμε ότι τουλάχιστον ορισμένοι άνθρωποι άρχισαν να παρουσιάζουν σοβαρή σωματική και πιθανότατα νοητική επιδείνωση. Ξέρουμε ότι η βοήθεια ζητήθηκε καθυστερημένα και ότι μια προσπάθεια προσέγγισης απέτυχε λόγω του καιρού. Ξέρουμε ότι τρεις άνδρες βγήκαν τη νύχτα για να ανοίξουν τη θαμμένη είσοδο και ότι το επόμενο πρωί ήταν νεκροί. Και ξέρουμε ότι η επίσημη ιατροδικαστική αιτία ήταν η υποθερμία.
Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι η ακριβής ακολουθία των πράξεων όταν η κατάσταση πέρασε το σημείο από το οποίο δεν υπήρχε επιστροφή.
Ποιος αντιλήφθηκε πρώτος ότι δεν μπορούσε πλέον να αναπνεύσει σωστά; Ποιος πανικοβλήθηκε; Γιατί ο ασύρματος βρέθηκε κατεστραμμένος; Τι ακριβώς έκανε ο Buldakov όταν περιγράφεται ως νευρικά διεγερμένος; Γιατί οι τρεις άνδρες που βγήκαν έξω δεν κατάφεραν να συνεχίσουν προς το ορατό καταφύγιο; Πόσο καθαρή ήταν τότε η σκέψη τους; Τι θυμόταν πραγματικά ο Odintsov και τι είχε συμβεί ενώ ο ίδιος ήταν ημιλιπόθυμος ή αναίσθητος;
Σε αυτά τα ερωτήματα πιθανότατα δεν θα υπάρξει ποτέ πλήρης απάντηση.
Και σε αυτό το σημείο βρίσκεται το νόημα. Η εναλλακτική γνωσιολογία δεν αρχίζει υποχρεωτικά τη στιγμή που απορρίπτουμε μια φυσική εξήγηση. Μπορεί να αρχίζει τη στιγμή που εξετάζουμε πώς γνωρίζουμε αυτό που πιστεύουμε ότι συνέβη, ποιες πηγές διαθέτουμε, ποια στοιχεία χάθηκαν και πώς μετατρέπεται μια πληροφορία σε αφήγηση και η αφήγηση σε θρύλο.
Στο Dyatlov Pass οι νεκροί δεν μπορούσαν να εξηγήσουν γιατί εγκατέλειψαν τη σκηνή τους.
Στο Khamar-Daban μια επιζήσασα επέστρεψε με μια ιστορία τόσο ακραία ώστε εξακολουθεί να γεννά ερωτήματα.
Στο Mount Elbrus, αντίθετα, έχουμε αρκετές πληροφορίες ώστε να βλέπουμε πιθανότατα την ίδια τη διαδικασία με την οποία μια ομάδα ανθρώπων μπορεί να περάσει από την ασφάλεια στον κίνδυνο, από τον κίνδυνο στη φυσιολογική εξάντληση και από εκεί στην αποδιοργάνωση.
Και ίσως γι’ αυτό η συγκεκριμένη υπόθεση είναι τελικά τόσο ανησυχητική.
Διότι δεν χρειάζεται να δεχθούμε ότι κάτι ανεξήγητο εμφανίστηκε εκείνη τη νύχτα στις πλαγιές του Elbrus, αρκεί να δεχθούμε ότι, υπό ορισμένες συνθήκες, το ανεξήγητο μπορεί να αρχίσει μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο.