SCP Foundation: Από το SCP-173 και το 4chan στη συλλογική συγγραφή ενός τεράστιου internet lore. Τι συμβαίνει όταν ένας μύθος δεν κληρονομείται από το παρελθόν αλλά δημιουργείται συλλογικά σε πραγματικό χρόνο;

SCP Foundation: Από το SCP-173 και το 4chan στη συλλογική συγγραφή ενός τεράστιου internet lore. Τι συμβαίνει όταν ένας μύθος δεν κληρονομείται από το παρελθόν αλλά δημιουργείται συλλογικά σε πραγματικό χρόνο;
Υπάρχει κάτι παράξενο στον τρόπο με τον οποίο γνωρίζουμε τις μυθολογίες του παρελθόντος. Τις συναντάμε όταν έχουν ήδη δημιουργηθεί. Οι θεοί, τα τέρατα, οι ήρωες και οι απαγορευμένοι τόποι τους φτάνουν σε εμάς μέσα από κείμενα, προφορικές παραδόσεις, αρχαιολογικά κατάλοιπα και αφηγήσεις που έχουν ήδη περάσει από αμέτρητες επαναλήψεις. Γνωρίζουμε ότι κάποτε κάποιος πρέπει να διηγήθηκε μια πρώτη εκδοχή μιας ιστορίας, αλλά συνήθως δεν γνωρίζουμε ποιος ήταν. Δεν έχουμε ημερομηνία δημοσίευσης, αρχικό αρχείο, ιστορικό αλλαγών ή δυνατότητα να συγκρίνουμε την πρώτη εκδοχή ενός μύθου με τις εκατοντάδες παραλλαγές που εμφανίστηκαν αργότερα. Η μυθολογία μοιάζει σχεδόν να έρχεται προς εμάς από ένα συλλογικό παρελθόν, ήδη μεγαλύτερη από οποιονδήποτε συγκεκριμένο δημιουργό της.
Το διαδίκτυο άλλαξε αυτή τη σχέση. Για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, μια αφήγηση μπορεί να γεννηθεί μπροστά σε εκατομμύρια ανθρώπους, να αντιγραφεί, να τροποποιηθεί, να αποκτήσει παραλλαγές, εικόνες, κανόνες και δευτερεύουσες ιστορίες μέσα σε λίγα χρόνια, αφήνοντας πίσω της ψηφιακά ίχνη της ίδιας της εξέλιξής της. Και ίσως κανένα διαδικτυακό φαινόμενο δεν αποκαλύπτει αυτή τη διαδικασία τόσο εντυπωσιακά όσο ο οργανισμός SCP Foundation.
Το SCP Foundation είναι γνωστά και συνειδητά ένα συλλογικό έργο μυθοπλασίας. Ο οργανισμός που περιγράφει δεν υπάρχει, τα χιλιάδες παράξενα αντικείμενα και πλάσματα που καταγράφει ανήκουν στη φαντασία και οι συγγραφείς της δεν επιχειρούν να αποδείξουν το αντίθετο. Κι όμως, μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες, γύρω από αυτή την απλή παραδοχή δημιουργήθηκε ένα τεράστιο σύμπαν από αντικείμενα, μυστικές εγκαταστάσεις, ερευνητές, στρατιωτικές ομάδες, ανταγωνιστικές οργανώσεις, καταστροφικά περιστατικά, εναλλακτικές ιστορίες και διαφορετικές εκδοχές ακόμη και της ίδιας της προέλευσης του οργανισμού. Μια μυθοπλασία τόσο μεγάλη ώστε κανένας μεμονωμένος συγγραφέας δεν το δημιούργησε και ίσως κανένας αναγνώστης δεν μπορεί πλέον να το γνωρίζει ολόκληρο.
Και όλα άρχισαν με κάτι πολύ μικρότερο. Μια εικόνα, ένα σύντομο κείμενο, ένα post στο 4chan και ένα αντικείμενο με τον αριθμό 173.
Το 2007, στο /x/, το paranormal board του 4chan, εμφανίστηκε ένα κείμενο που παρουσίαζε αυτό που σήμερα γνωρίζουμε ως SCP-173. Η αρχική ιδέα δεν ήταν ιδιαίτερα περίπλοκη, ένα παράξενο ανθρωπόμορφο αντικείμενο έπρεπε να βρίσκεται συνεχώς υπό παρατήρηση, επειδή μπορούσε να κινηθεί όταν κανείς δεν το κοιτούσε και αποτελούσε άμεσο κίνδυνο για όσους βρίσκονταν κοντά του. Εκείνο όμως που αποδείχθηκε σημαντικότερο από το ίδιο το πλάσμα ήταν ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκε. Το SCP-173 δεν γράφτηκε σαν παραδοσιακό διήγημα τρόμου. Δεν υπήρχε ένας αφηγητής που θα περιέγραφε πώς συνάντησε ένα τέρας. Το κείμενο έμοιαζε περισσότερο με υπηρεσιακό έγγραφο ενός οργανισμού που είχε ήδη συναντήσει το αντικείμενο, το είχε μελετήσει και τώρα ενημέρωνε το προσωπικό του για τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να το διαχειρίζεται.
Αυτή η διαφορά αποδείχθηκε θεμελιώδης. Η μορφή που αργότερα καθιερώθηκε στα SCP files οργανώθηκε γύρω από συγκεκριμένα πεδία, Item Number, Object Class, Special Containment Procedures, Description, και όπου απαιτούνταν επιπλέον reports, logs και addenda. Πρόκειται για ένα είδος constrained writing, ο συγγραφέας δεν καλείται απλώς να επινοήσει κάτι παράξενο, αλλά να το παρουσιάσει μέσα στους περιορισμούς ενός ψυχρού τεχνικού εγγράφου. Ακόμη και τα γνωστότερα Object Classes, όπως Safe, Euclid και Keter, δεν αποτελούν απλώς μια κλίμακα του πόσο τρομακτικό είναι ένα SCP. Αναφέρονται πρωτίστως στη δυνατότητα και τη δυσκολία ασφαλούς περιορισμού του.
Έτσι γεννήθηκε ένας ιδιαίτερος τύπος τρόμου. Θα μπορούσαμε να τον αποκαλέσουμε γραφειοκρατικό τρόμο. Το αντικείμενο αποκτά αριθμό. Ο κίνδυνος μετατρέπεται σε πρωτόκολλο. Το αδύνατο καταγράφεται σε βάση δεδομένων. Και ακριβώς επειδή το κείμενο αντιμετωπίζει κάτι παράλογο σαν να αποτελεί ένα συνηθισμένο υπηρεσιακό πρόβλημα, δημιουργείται η εντύπωση ενός πολύ μεγαλύτερου κόσμου πίσω από αυτό. Αν κάποιος έχει γράψει Special Containment Procedures, σημαίνει ότι προηγήθηκαν περιστατικά που έδειξαν γιατί αυτές είναι απαραίτητες.
Αν απαιτείται συγκεκριμένο security clearance, υπάρχει μια ιεραρχία ανθρώπων που γνωρίζουν περισσότερα από εμάς. Αν ορισμένες παράγραφοι εμφανίζονται ως [REDACTED] ή [DATA EXPUNGED], τότε η απουσία πληροφορίας αποκτά μεγαλύτερο βάρος από την πληροφορία που μας δίνεται. Οι απαιτήσεις αυτές επισημαίνουν ακριβώς αυτή τη λειτουργία των περιορισμών, η απόκρυψη αφήνει τον αναγνώστη να κατασκευάσει νοητικά αυτό που δεν του επιτρέπεται να δει.
Το αποτέλεσμα θυμίζει περισσότερο ένα αρχείο που δεν έπρεπε να έχουμε διαβάσει παρά μια ιστορία που κάποιος ήθελε να μας αφηγηθεί. Και ίσως εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη επιτυχία της SCP αισθητικής. Ο αναγνώστης γνωρίζει ότι το κείμενο είναι φανταστικό, αλλά για όσο διαρκεί η ανάγνωση καλείται να παίξει έναν διαφορετικό ρόλο, όχι εκείνον του ανθρώπου που ακούει μια ιστορία, αλλά εκείνον του ανθρώπου που απέκτησε πρόσβαση σε ένα έγγραφο.
Οι πρώτες μιμήσεις και παραλλαγές του αρχικού concept άρχισαν να πολλαπλασιάζονται και το υλικό τελικά μετακινήθηκε προς πιο οργανωμένες πλατφόρμες, οδηγώντας στην ανάπτυξη του SCP Wiki και μιας κοινότητας που μπορούσε πλέον να γράφει, να αξιολογεί, να διορθώνει και να επεκτείνει το κοινό σύμπαν. Κάπου εκεί συνέβη κάτι σημαντικότερο από τη δημιουργία περισσότερων τεράτων. Η κοινότητα απέκτησε κοινή αφηγηματική γλώσσα.
Και αυτό ίσως είναι το πρώτο κλειδί για να καταλάβουμε πώς γεννήθηκε το μυθολογικό ιστορικό υπόβαθρο του SCP. Ο οργανισμός δεν απέκτησε πρώτα έναν ολοκληρωμένο φανταστικό κόσμο και μετά μια φόρμα με την οποία θα τον περιέγραφε. Σε μεγάλο βαθμό συνέβη το αντίστροφο. Δημιουργήθηκε πρώτα ένας τρόπος γραφής και μέσα από την επανάληψη αυτού του τρόπου άρχισε σταδιακά να εμφανίζεται ο κόσμος που θα μπορούσε να παράγει τέτοια έγγραφα.
Αν υπάρχει ένα anomalous object, κάποιος πρέπει να το φυλάει. Αν κάποιος το φυλάει, χρειάζεται εγκατάσταση. Η εγκατάσταση χρειάζεται προσωπικό. Το προσωπικό χρειάζεται ιεραρχία, διαδικασίες, διοίκηση, ομάδες ασφαλείας και ερευνητές. Και αν υπάρχουν εκατοντάδες ή χιλιάδες anomalies, τότε πίσω από αυτά πρέπει να υπάρχει ένας ολόκληρος αόρατος μηχανισμός.
Το SCP-173 δεν δημιούργησε μόνο μια σειρά από παρόμοια αντικείμενα. Άνοιξε ένα κενό γύρω του και χιλιάδες άνθρωποι άρχισαν να γράφουν τον κόσμο που χρειαζόταν για να το γεμίσει.
Όσο περισσότερα SCP αρχεία δημιουργούνταν, τόσο περισσότερο ο οργανισμός αποκτούσε υπόσταση. Εμφανίστηκαν ερευνητές και τεχνικοί περιορισμού, εγκαταστάσεις , υπεύθυνοι εγκαταστάσεων, υπεύθυνοι πεδίου, κινητές μονάδες, προσωπικό διαφόρων ειδικοτήτων και στην κορυφή μιας ασαφούς διοικητικής πυραμίδας, το μυστηριώδες O5 Council. Και σταδικά από την ανάγκη περιγραφής ενός anomalous object, δημιουργείται σταδιακά ένα ολόκληρο διοικητικό και επιχειρησιακό σύστημα γύρω του.
Αλλά ακόμη και αυτό δεν ήταν αρκετό. Το SCP Foundation, γιατί να είναι ο μοναδικός οργανισμός που γνωρίζει; Έτσι το σύμπαν άρχισε να αποκτά Groups of Interest. Η Global Occult Coalition, η Serpent’s Hand, η Chaos Insurgency, η Church of the Broken God, η Marshall, Carter and Dark και πολλές άλλες οργανώσεις που δεν υπάρχουν απλώς ως διαφορετικά ονόματα μέσα σε μια βάση δεδομένων. Αντιπροσωπεύουν διαφορετικούς τρόπους αντιμετώπισης του παράξενου. Εκεί όπου το SCP Foundation επιδιώκει τον περιορισμό και τη διατήρηση μιας φαινομενικά φυσιολογικής πραγματικότητας, άλλες οργανώσεις μπορεί να επιδιώκουν την καταστροφή των anomalies, την απελευθέρωσή τους, τη λατρεία τους, την εμπορική εκμετάλλευσή τους ή κάτι εντελώς διαφορετικό. Ορισμένες απέκτησαν ακόμη και δικές τους μορφές αρχειοθέτησης, σαν να παρατηρούσαμε τον ίδιο φανταστικό κόσμο μέσα από τα αρχεία διαφορετικών θεσμών.
Σε αυτό το σημείο το SCP Foundation παύει πλέον να είναι απλώς μια συλλογή από αυτόνομα horror concepts. Έχει αρχίσει να αποκτά κοσμολογία, πολιτική, θεσμούς και ιστορία.
Και εδώ εμφανίζεται η ιδιαιτερότητα που τη διαφοροποιεί από τα περισσότερα μεγάλα φανταστικά δημιουργήματα. Δεν υπάρχει ένας μοναδικός δημιουργός που γνωρίζει τι είναι πραγματικά το SCP Foundation. Δεν υπάρχει ένας συγγραφέας που μπορεί να ανοίξει τα σημειωματάρια του και να αποφασίσει ποια είναι η οριστική ιστορία αυτού του κόσμου. Η κοινότητα γράφει συλλογικά. Κάποιος δημιουργεί ένα SCP. Ένας δεύτερος συγγραφέας μπορεί χρόνια αργότερα να αναφερθεί σε αυτό. Ένας τρίτος δημιουργεί μια οργάνωση που ενδιαφέρεται για το ίδιο αντικείμενο. Ένας τέταρτος γράφει μια ιστορία που συνδέει τις προηγούμενες ιδέες. Η ιστορία παύει να ανήκει αποκλειστικά στον άνθρωπο που έκανε την αρχική σύλληψη και γίνεται μέρος ενός κοινού λεξιλογίου.
Οι ιστορίες έπαιξαν σημαντικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη, επειδή επέτρεψαν στους δημιουργούς να εγκαταλείψουν όταν το επιθυμούσαν την αυστηρή μορφή της SCP Foundation αναφοράς και να γράψουν πιο συμβατικές αφηγήσεις, αναπτύσσοντας χαρακτήρες, γεγονότα και σχέσεις. Οι κανόνες, από την άλλη πλευρά, επέτρεψαν τη δημιουργία διαφορετικών συνεκτικών εκδοχών του ίδιου κόσμου. Και οι συνεργατικές σελίδες ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο τη λογική της κοινής δημιουργίας. Όμως, η συλλογική συγγραφή δεν σημαίνει συγγραφή χωρίς κανόνες. Υπάρχουν περιορισμοί, ανατροφοδότηση, αξιολόγηση, διορθώσεις και μηχανισμοί μέσα από τους οποίους ένα κείμενο μπορεί να γίνει αποδεκτό ή να απορριφθεί.
Αυτό δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα μορφή πολιτισμικής επιλογής. Οι ιδέες εισέρχονται στο οικοσύστημα, δοκιμάζονται από την κοινότητα, επαναχρησιμοποιούνται ή ξεχνιούνται. Ορισμένα SCPs αποκτούν τεράστια αναγνωρισιμότητα. Άλλα παραμένουν γνωστά σε μικρότερο αριθμό αναγνωστών. Κάποιοι χαρακτήρες και οργανώσεις επανέρχονται ξανά και ξανά μέχρι να αποκτήσουν σχεδόν αρχετυπικό χαρακτήρα. Το συλλογικό έργο της μυθοπλασίας δεν σχεδιάζεται ολόκληρο από πάνω προς τα κάτω. Αναδύεται.
Και αυτή η αναδυόμενη φύση εξηγεί ένα από τα πιο παράξενα χαρακτηριστικά του SCP Foundation, την απουσία ενός μοναδικού, απολύτως δεσμευτικού κανόνα. Διαφορετικές ιστορίες μπορούν να παρουσιάζουν διαφορετικές εκδοχές του SCP Foundation, διαφορετικά γεγονότα, διαφορετικές σχέσεις μεταξύ χαρακτήρων και ακόμη και διαφορετικές ιστορίες για την προέλευσή της. Υπάρχουν διάφορες αφηγήσεις για το πώς δημιουργήθηκε ο οργανισμός. Δεν πρέπει να συγχέονται με την πραγματική ιστορία της διαδικτυακής κοινότητας, είναι κομμάτια της μυθοπλασίας. Ακριβώς γι’ αυτό όμως είναι τόσο ενδιαφέρουσες.
Το SCP Foundation έχει φτάσει στο σημείο να δημιουργεί ακόμη και μύθους γύρω από τη δική του γένεση, και ίσως κανένα παράδειγμα δεν εκφράζει καλύτερα αυτή τη λογική από το SCP-001. Αντί ο αριθμός «001» να αποκαλύπτει οριστικά ποιο υπήρξε το πρώτο, σημαντικότερο ή θεμελιώδες SCP, η κοινότητα έχει δημιουργήσει πολλαπλά SCP-001, διαφορετικές αφηγήσεις, συχνά ασύμβατες μεταξύ τους, καθεμία από τις οποίες μπορεί να λειτουργήσει ως πιθανή αλήθεια μέσα σε μια διαφορετική εκδοχή του κόσμου του οργανισμού.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα ευφυή αφηγηματική λύση, επειδή ακόμη και όταν ο αναγνώστης φτάνει υποτίθεται στην αρχή του αρχείου, εκεί όπου θα περίμενε να συναντήσει μια οριστική ιστορία προέλευσης, δεν βρίσκει μία μοναδική Γένεση αλλά ένα σύνολο διαφορετικών παραδόσεων που συνυπάρχουν χωρίς να είναι απαραίτητο να συμφωνούν μεταξύ τους. Και κάπου ακριβώς σε αυτή την αδυναμία ύπαρξης μιας μοναδικής, επίσημης αρχής, η συλλογική φαντασία του SCP Foundation αρχίζει να θυμίζει κάτι πολύ παλαιότερο από το ίδιο το διαδίκτυο, τον τρόπο με τον οποίο οι μύθοι αποκτούν διαφορετικές εκδοχές, γενεαλογίες και παραδόσεις καθώς περνούν από τη μία κοινότητα αφηγητών στην επόμενη.
Οι παραδοσιακές μυθολογίες δεν αποτελούν συνήθως απολύτως συνεκτικά συστήματα. Οι ίδιοι θεοί μπορούν να εμφανίζονται με διαφορετικές γενεαλογίες, το ίδιο γεγονός να διαθέτει περισσότερες από μία εκδοχές και οι τοπικές παραδόσεις να μεταβάλλουν ουσιαστικά στοιχεία μιας ιστορίας. Αυτό δεν μας εμποδίζει να αναγνωρίζουμε ότι όλες αυτές οι αφηγήσεις ανήκουν στην ίδια ευρύτερη μυθολογική οικογένεια. Αντίθετα, οι αντιφάσεις αποτελούν συχνά ένα από τα ίχνη που μας επιτρέπουν να αντιληφθούμε ότι η μυθολογία υπήρξε κάποτε ζωντανή, ότι πέρασε από πολλούς αφηγητές και ότι δεν σχεδιάστηκε εξαρχής ως ένα ολοκληρωμένο και απολύτως συνεκτικό σύστημα από έναν μοναδικό δημιουργό.
Το SCP Foundation παρουσιάζει μια παράξενα παρόμοια ιδιότητα σε ψηφιακή μορφή. Διαθέτει διαφορετικούς κανόνες, αντικρουόμενες αφηγήσεις και πολλαπλές εκδοχές ακόμη και του ίδιου του οργανισμού. Το στοιχείο που συνδέει αυτό το τεράστιο σύμπαν δεν είναι μια απολύτως ενιαία χρονογραμμή, αλλά ένα σύνολο αναγνωρίσιμων συμβόλων, εννοιών και αφηγηματικών κανόνων, ο οργανισμός, οι εγκαταστάσεις περιορισμού, τα κέντρα ελέγχου, οι αρχειοθέτηση, τα objects , οι διαφορετικοί οργανισμοί εκτός του SCP Foundation, οι περιορισμοί, το O5 συμβούλιο και, πάνω απ’ όλα, η διαρκής υπόνοια ότι πίσω από τον συνηθισμένο κόσμο υπάρχει ένα τεράστιο στρώμα πραγματικότητας το οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι αγνοούν. Κάπως έτσι, το συλλογικό έργο της μυθοπλασίας αρχίζει σταδιακά να αποκτά τα χαρακτηριστικά ενός πραγματικού κόσμου.
Δεν είναι φυσικά το μοναδικό παράδειγμα. Το διαδίκτυο έχει δημιουργήσει μια ολόκληρη οικογένεια νέων αφηγηματικών φαινομένων, τα creepypastas, τον Slender Man, ARGs, analog horror, liminal spaces, τα backrooms και πολλές ακόμη μορφές στις οποίες τα όρια ανάμεσα στην ιστορία, την εικόνα, το παιχνίδι, την κοινότητα και τη συμμετοχή γίνονται όλο και λιγότερο σαφή. Αυτό που διαφοροποιεί όμως την ψηφιακή κουλτούρα από την παραδοσιακή διάδοση μιας ιστορίας είναι πρωτίστως η ταχύτητα της μετάλλαξής της.
Κάποτε μια παράξενη ιστορία μπορούσε να περάσει από οικογένεια σε οικογένεια, από χωριό σε χωριό και από γενιά σε γενιά, με κάθε αφηγητή να αφαιρεί κάτι, να προσθέτει κάτι διαφορετικό και να προσαρμόζει την αφήγηση στο κοινό που την άκουγε. Στο διαδίκτυο η ίδια διαδικασία μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα σε ώρες ή ημέρες, μια ανάρτηση μπορεί να οδηγήσει σε μια εικόνα, η εικόνα σε μια διαφορετική εκδοχή της ιστορίας, εκείνη σε ένα video, σε fan art, σε ένα παιχνίδι, σε ένα wiki και τελικά σε μια ολόκληρη κοινότητα, μέχρι το σημείο όπου ο αρχικός δημιουργός δεν διαθέτει πλέον ουσιαστικό έλεγχο πάνω στο τι σημαίνει η ιδέα που κάποτε ξεκίνησε.
Υπάρχει, ωστόσο, μια θεμελιώδης διαφορά, αυτή τη φορά η μετάλλαξη αφήνει πίσω της αρχεία. Υπάρχουν timestamps, revisions, discussions και παλαιότερες εκδοχές, επιτρέποντάς μας να πραγματοποιήσουμε σχεδόν μια μορφή ψηφιακής αρχαιολογίας πάνω σε έναν μύθο που δημιουργήθηκε στην εποχή μας. Μπορούμε να εντοπίσουμε πότε εμφανίστηκε ένας όρος, πότε άλλαξε μια ιστορία, ποια στοιχεία εγκαταλείφθηκαν και πώς μια μικρή ιδέα μετατράπηκε σταδιακά σε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Αν οι μελετητές του μέλλοντος θελήσουν να μελετήσουν τις μυθολογικές κατασκευές των αρχών του 21ου αιώνα, θα διαθέτουν κάτι που οι μελετητές της αρχαιότητας σπάνια έχουν στη διάθεσή τους, το ιστορικό επεξεργασίας του ίδιου του μύθου.
Το SCP-3008 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο μακριά μπορεί να ταξιδέψει η αρχική φόρμα. Η βασική ιδέα είναι σχεδόν κωμικά καθημερινή, ένα φαινομενικά συνηθισμένο κατάστημα IKEA, του οποίου όμως το εσωτερικό εκτείνεται σε αδύνατες διαστάσεις. Όποιος χαθεί εκεί μπορεί να ανακαλύψει ότι η έξοδος δεν βρίσκεται πλέον εκεί όπου θα έπρεπε και ότι το εσωτερικό του χώρου μοιάζει να συνεχίζεται πέρα από τα φυσικά όρια του κτιρίου. Η ιστορία όμως δεν περιορίζεται στην ιδέα ενός στοιχειωμένου καταστήματος. Οι παγιδευμένοι άνθρωποι δημιουργούν οικισμούς χρησιμοποιώντας τα υλικά που βρίσκουν γύρω τους και η ανωμαλία του χώρου μετατρέπεται σε σκηνικό για επιβίωση, κοινωνικές δομές και μικρές ανθρώπινες ιστορίες ανθρώπων που προσπαθούν να δημιουργήσουν μια μορφή κανονικότητας μέσα σε έναν αδύνατο χώρο.
Εδώ γίνεται εμφανής η απόσταση που έχει διανύσει το SCP από το 173. Η βασική φόρμα εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά μπορεί πλέον να λειτουργήσει ως αφετηρία για επιστημονική φαντασία, λογοτεχνία τρόμου, φανταστικό, της λογοτεχνίας του παραλόγου, κοσμικό τρόμο, φιλοσοφία, κοινωνικό σχολιασμό ή ακόμη και χιούμορ. Η κοινή γλώσσα του SCP δεν περιορίζει πλέον το είδος, αντίθετα, του προσφέρει μια βάση πάνω στην οποία μπορεί διαρκώς να μεταλλάσσεται. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο εμφανίζεται ένα πολύ ευρύτερο ερώτημα, πότε κάτι μπορεί πραγματικά να θεωρηθεί λαογραφία; Χρειάζεται απαραίτητα να είναι παλιό και να έχει μεταδοθεί προφορικά ή μήπως τα ουσιαστικότερα χαρακτηριστικά της λαογραφίας βρίσκονται στο γεγονός ότι ανήκει σε μια κοινότητα, μεταδίδεται, μεταβάλλεται, επαναχρησιμοποιείται και αποκτά παραλλαγές που δεν ελέγχονται πλέον από έναν μοναδικό δημιουργό; Αν δεχθούμε τη δεύτερη εκδοχή, τότε ίσως το διαδίκτυο να μην αποτελεί τον τόπο όπου πέθανε η παραδοσιακή λαογραφία, αλλά έναν από τους τόπους όπου γεννιέται η επόμενη μορφή της.
Υπάρχει όμως ακόμη ένα ερώτημα που αφορά την ίδια την αφηγηματική αποτελεσματικότητα του SCP Foundation. Γιατί η ιδέα του απόρρητου εγγράφου διαθέτει τέτοια δύναμη, παρότι ο αναγνώστης γνωρίζει ότι αυτό που διαβάζει είναι μυθοπλασία; Μια πιθανή απάντηση βρίσκεται στο γεγονός ότι το SCP Foundation δεν δανείζεται απλώς τη γλώσσα του τρόμου και του φανταστικού, αλλά και τη γλώσσα της θεσμικής αυθεντίας. Μια παραδοσιακή ιστορία παραφυσικού τρόμου μπορεί να αρχίζει με έναν άνθρωπο που ισχυρίζεται ότι είδε κάτι και, επομένως, η αξιοπιστία ολόκληρης της ιστορίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον ίδιο τον αφηγητή. Το SCP foundation λειτουργεί διαφορετικά, το παράξενο γεγονός έχει ήδη γίνει αποδεκτό από έναν ολόκληρο θεσμό. Έχει ταξινομηθεί και μετρηθεί, υπάρχουν προηγούμενα περιστατικά, προσωπικό που έχει τραυματιστεί ή σκοτωθεί, πρωτόκολλα που αναθεωρήθηκαν όταν οι προηγούμενες διαδικασίες απέτυχαν και πληροφορίες τις οποίες εμείς, ως αναγνώστες, υποτίθεται ότι δεν διαθέτουμε την κατάλληλη διαβάθμιση για να γνωρίζουμε.
Με αυτόν τον τρόπο η ίδια η γραφειοκρατία μετατρέπεται σε μηχανισμό δημιουργίας του συλλογικού έργου της μυθοπλασίας. Αν υπάρχει ένας αριθμός φακέλου, υπονοείται ότι υπάρχει αρχείο, αν υπάρχει διαβάθμιση ασφάλειας, πρέπει να υπάρχει διοικητική ιεραρχία, αν εμφανίζεται ένα λογοκριμένο αρχείο, κάποιος υποτίθεται ότι γνωρίζει τι βρίσκεται πίσω από αυτό, και αν υπάρχουν διαδικασίες περιορισμού, τότε κάποιος χρειάστηκε προηγουμένως να μάθει γιατί αυτές είναι απαραίτητες. Ακόμη και η ονομασία SCP-173 δημιουργεί, μόνο μέσω του αριθμού της, την εντύπωση ότι αυτό που βλέπουμε αποτελεί ένα μικρό κομμάτι μιας πραγματικότητας πολύ μεγαλύτερης από το συγκεκριμένο αντικείμενο.
Αυτός ο τρόπος παρουσίασης αντλεί τη δύναμή του από μια αισθητική που ο σύγχρονος άνθρωπος αναγνωρίζει ήδη. Διαβαθμισμένα στρατιωτικά έγγραφα, φάκελοι υπηρεσιών πληροφοριών, λογοκριμένες σελίδες, κυβερνητικά αρχεία, η μυστικότητα του ψυχρού πολύμου, τα black projects και οι ufo/uap γνωσιολογία έχουν δημιουργήσει ένα ολόκληρο πολιτισμικό λεξιλόγιο μέσα στο οποίο ένα μαύρο πλαίσιο πάνω σε μια πρόταση σημαίνει σχεδόν αυτόματα ότι υπάρχει μια πληροφορία την οποία κάποιος δεν θέλει να γνωρίζουμε. Το SCP Foundation παίρνει αυτή τη γραμματική και τη μεταφέρει στο αδύνατο. Δεν μας ζητά απλώς να φανταστούμε ότι το παραφυσικό υπάρχει, αλλά ότι έχει ήδη ταξινομηθεί και ενταχθεί σε έναν θεσμικό μηχανισμό διαχείρισης, με την ανάλογη γραφειοκρατία.
Αυτή είναι ίσως μια πολύ πιο ανησυχητική ιδέα από την απλή ύπαρξη ενός παραφυσικού φαινομένου. Ένα φάντασμα μπορεί να αποτελεί εξαίρεση, ένα άγνωστο πλάσμα ένα μοναδικό περιστατικό και ένα παράξενο αντικείμενο κάτι που κανείς δεν έχει συναντήσει ξανά. Όταν όμως όλα αυτά διαθέτουν αριθμούς, κατηγορίες, εγκαταστάσεις, διαδικασίες και υπαλλήλους που εργάζονται σε βάρδιες για να τα διαχειριστούν, τότε οι οποιαδήποτε ανωμαλία παύει να αποτελεί εξαίρεση και μετατρέπεται σε σύστημα.
Το SCP Foundation ωστόσο, δεν περιορίζει μόνο αντικείμενα και οντότητες. Μέσα στη μυθοπλασία του καλείται συχνά να περιορίσει και την ίδια την πληροφορία γύρω από αυτά, προστατεύοντας την ύπαρξη του αντικειμένου του από τη δημόσια γνώση. Σε αυτό το σημείο η έννοια του περιορισμού αποκτά πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις, κάτι δεν περιορίζεται μόνο μέσα σε ένα δωμάτιο ή σε μια εγκατάσταση, αλλά μπορεί να περιορίζεται μέσα σε ένα αρχείο, μέσα από τον έλεγχο του ποιος γνωρίζει, τι γνωρίζει και ποια εκδοχή ενός γεγονότος επιτρέπεται τελικά να φτάσει στον υπόλοιπο κόσμο.
Η ιδέα αυτή αποκτά μια ενδιαφέρουσα σχέση στην σύγχρονη διαδικτυακή πραγματικότητα. Ζούμε μέσα σε ένα πληροφοριακό περιβάλλον γεμάτο υλικό χωρίς συμφραζόμενα, υποτιθέμενες διαρροές , αποσπάσματα εγγράφων, εικόνες που αναπαράγονται μακριά από την αρχική πηγή τους και, πλέον, περιεχόμενο που μπορεί να δημιουργηθεί ή να μεταβληθεί από συστήματα τεχνητής νοημοσύνης. Η αισθητική του αρχείου δεν εγγυάται την αλήθεια του περιεχομένου, μπορεί όμως να δημιουργήσει την αίσθηση της τεκμηρίωσης.
Το SCP Foundation χρησιμοποιεί ακριβώς αυτή τη δυνατότητα ως αφηγηματικό παιχνίδι, χωρίς η κοινότητά της να χρειάζεται να ισχυριστεί ότι υπάρχει πραγματικά. Η δύναμη του εγχειρήματος βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι συγγραφέας και αναγνώστης γνωρίζουν τη μεταξύ τους συμφωνία, για λίγα λεπτά συμπεριφέρονται σαν το έγγραφο να είναι πραγματικό, αποδέχονται την γραφειοκρατία, την ταξινόμιση και τις διαδικασίες περιορισμού και επιτρέπουν στο αρχείο να τους παρουσιάσει έναν κόσμο που δεν υπάρχει.
Πρόκειται ουσιαστικά για μια μορφή συνειδητής αναστολής της δυσπιστίας, η οποία δεν επιτυγχάνεται μέσω της παραδοσιακής αφήγησης αλλά μέσω μιας προσομοίωσης τεκμηρίωσης. Ίσως γι’ αυτό ένα SCP μπορεί ορισμένες φορές να αποδειχθεί περισσότερο ανησυχητικό από μια πολύ πιο περίτεχνη ιστορία τρόμου, το τέρας δεν χρειάζεται να μας μιλήσει, επειδή στη θέση του μιλά ο άνθρωπος που έχει ήδη ανακαλύψει πώς πρέπει να το κρατά κλειδωμένο.
Το SCP Foundation δημιουργεί τελικά ένα παράδοξο που δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει με τον ίδιο τρόπο πριν από το διαδίκτυο. Είναι μια μυθολογία της οποίας γνωρίζουμε ότι το περιεχόμενο είναι κατασκευασμένο. Μπορούμε να αναζητήσουμε παλαιότερες εκδοχές των κειμένων της, να παρακολουθήσουμε συζητήσεις δημιουργών, να δούμε ποιος άλλαξε τι και να γνωρίζουμε ότι πίσω από κάθε διαβαθμισμένο έγγραφο δεν βρίσκεται ένας πραγματικός μυστικός οργανισμός, αλλά άνθρωποι που γράφουν ιστορίες. Κι όμως, η μυθολογία λειτουργεί και αποκτά μια αυτονομία που υπερβαίνει σταδιακά κάθε μεμονωμένο δημιουργό.
Αποκτά χαρακτήρες που αναγνωρίζονται ακόμη και από ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν διαβάσει ποτέ το αρχικό κείμενο, οργανώσεις, σύμβολα, κανόνες και εσωτερικές παραδόσεις. Δημιουργεί διαφορετικές εκδοχές της ίδιας ιστορίας, ενώ οι νεότεροι δημιουργοί παραλαμβάνουν ιδέες από παλαιότερους και τα μετασχηματίζουν. Μερικές ιδέες εξαφανίζονται, ενώ άλλες γίνονται τόσο σημαντικές ώστε οι επόμενοι συγγραφείς χρειάζεται να γνωρίζουν το νόημά τους για να μπορέσουν να κινηθούν αποτελεσματικά μέσα στον ίδιο κόσμο.
Η ομοιότητα με τις παλιές μυθολογίες δεν είναι απόλυτη και δεν χρειάζεται να είναι. Η αρχαία μυθολογία συνδεόταν με τη θρησκεία, την τελετουργία, την πολιτική, την κοινωνική ταυτότητα και πραγματικές αντιλήψεις για τη φύση του κόσμου, ενώ το SCP Foundation παραμένει ένα συνειδητό έργο μυθοπλασίας του διαδικτύου. Η σύγκριση αποκτά αξία όχι όταν προσπαθούμε να ισχυριστούμε ότι πρόκειται για το ίδιο πράγμα, αλλά όταν αναγνωρίζουμε ορισμένους κοινούς μηχανισμούς συλλογικής αφήγησης.
Ο παλιός μύθος συνήθως δεν διαθέτει έναν δημιουργό τον οποίο μπορούμε να εντοπίσουμε, ενώ το SCP Foundation διαθέτει χιλιάδες. Ο παλιός κλασσικός μύθος μεταβάλλεται από αφηγητή σε αφηγητή, ενώ το SCP αλλάζει από συγγραφέα σε συγγραφέα, από αναθεώρηση σε αναθεώρηση και από κανόνα σε κανόνα. Ο παλιός κλασσικός μύθος αποκτά διαφορετικές παραδόσεις, ενώ το SCP δημιουργεί διαφορετικές εκδοχές ακόμη και της δικής της προέλευσης. Το σημαντικότερο, όμως, βρίσκεται στο γεγονός ότι ο μύθος ανήκει τελικά στην κοινότητα που εξακολουθεί να τον αφηγείται. Υπό αυτή την έννοια, το SCP Foundation δεν είναι απλώς κάτι που καταναλώνεται από μια κοινότητα, είναι κάτι που η ίδια η κοινότητα συνεχίζει να γράφει.
Ίσως λοιπόν η μεγαλύτερη πολιτισμική σημασία του, να μη βρίσκεται σε κανένα συγκεκριμένο SCP, ούτε στο 173, ούτε στο 096, ούτε στο 3008, ούτε σε κάποιες από τις αμέτρητες SCP-001 εκδοχές. Βρίσκεται στο γεγονός ότι μια μικρή διαδικτυακή ιδέα απέκτησε κοινή γλώσσα, η κοινή γλώσσα δημιούργησε κοινότητα, η κοινότητα δημιούργησε έναν κόσμο και αυτός ο κόσμος απέκτησε τόσες ιστορίες, ώστε κανείς δεν χρειάζεται πλέον να γνωρίζει ολόκληρη την αρχιτεκτονική του για να προσθέσει ακόμη μία. Κάπως έτσι δημιουργείται το συλλογικό έργο της μυθοπλασίας, και ίσως κάπως έτσι δημιουργούνταν πάντοτε οι μύθοι, με μία καθοριστική διαφορά, αυτή τη φορά μπορούμε να παρακολουθούμε τη διαδικασία ενώ συμβαίνει.
Το διαδίκτυο δεν χρειάζεται αιώνες για να μεταμορφώσει μια ιστορία. Δεν χρειάζεται πλέον η αφήγηση να περάσει από στόμα σε στόμα, καθώς μπορεί να μετακινηθεί από ανάρτηση σε ανάρτηση, από wiki σε video, από εικόνα σε παιχνίδι και από συγγραφέα σε κοινότητα. Αντί μάλιστα, η προέλευσή της να χαθεί αναγκαστικά μέσα στον χρόνο, μπορεί να παραμένει κάπου αποθηκευμένη ακόμη και όταν αυτό που δημιουργήθηκε γύρω της έχει γίνει ασύγκριτα μεγαλύτερο. Με αυτη την λογική, το διαδίκτυο δεν κατέστρεψε τη μυθολογία όπως θα μπορούσε κανείς να υποθέσει για έναν κόσμο στον οποίο κάθε πληροφορία καταγράφεται, ελέγχεται και αναζητείται μέσα σε δευτερόλεπτα. Ίσως απλώς έκανε περισσότερο ορατό τον μηχανισμό με τον οποίο μια μυθολογία δημιουργείται.
Το SCP Foundation πέρα από μια τεράστια συλλογή διαδικτυακών ιστοριών τρόμου, μετατρέπεται σε ένα εντυπωσιακό πολιτισμικό πείραμα συλλογικής αφήγησης, έναν φανταστικό κόσμο τον οποίο κανένας άνθρωπος δεν σχεδίασε ολόκληρο, αλλά χιλιάδες άνθρωποι έμαθαν να αναγνωρίζουν, να επεκτείνουν και να μεταμορφώνουν. Για τις παλιές μυθολογίες μπορούμε μόνο να επιχειρήσουμε να ανακατασκευάσουμε αυτή τη διαδικασία κοιτάζοντας προς τα πίσω, μέσα από αποσπασματικές πηγές, διαφορετικές παραδόσεις και κείμενα που επέζησαν στον χρόνο. Στην περίπτωση του SCP Foundation, αντίθετα, μπορούμε να την παρακολουθήσουμε ενώ εξακολουθεί να συμβαίνει.
Τι συμβαίνει λοιπόν όταν ένας μύθος δεν κληρονομείται από το παρελθόν, αλλά δημιουργείται συλλογικά σε πραγματικό χρόνο; Πιθανότατα αυτό που συμβαίνει λοιπόν, είναι το ότι παρακολουθούμε μια κοινότητα να μετατρέπει τη μυθοπλασία σε ιστορικό υπόβαθρο και το ιστορικό υπόβαθρο σε μια μορφή ψηφιακής λαογραφίας, όχι επειδή πιστεύει ότι οι ιστορίες της είναι πραγματικές, αλλά επειδή συνεχίζει να τις αφηγείται σαν να ανήκουν σε έναν κόσμο μεγαλύτερο από οποιονδήποτε από τους ανθρώπους που τον γράφουν.