The Great Amherst Mystery: Το poltergeist της Esther Cox. Πνεύματα, ψυχικό τραύμα ή ένα οριακό φαινόμενο Επαναλαμβανόμενης Αυθόρμητης Ψυχοκίνησης (RSPK) ;

The Great Amherst Mystery: Το poltergeist της Esther Cox. Πνεύματα, ψυχικό τραύμα ή ένα οριακό φαινόμενο Επαναλαμβανόμενης Αυθόρμητης Ψυχοκίνησης (RSPK) ;

 

Τι ακριβώς εννοούμε όταν λέμε ότι ένας τόπος είναι στοιχειωμένος; Η ερώτηση μοιάζει απλή όσο υποθέτουμε ότι το ανεξήγητο παραμένει δεμένο με ένα συγκεκριμένο σπίτι, δωμάτιο ή σημείο. Γίνεται όμως πολύ δυσκολότερη όταν τα φαινόμενα φαίνεται να μετακινούνται μαζί με έναν άνθρωπο. Αυτό ακριβώς κάνει τόσο ιδιαίτερη την περίπτωση της Esther Cox, της δεκαοκτάχρονης κοπέλας που βρέθηκε το 1878 στο επίκεντρο μιας σειράς παράξενων περιστατικών στο Amherst της Nova Scotia και έδωσε το όνομά της σε μία από τις διασημότερες ιστορικές υποθέσεις poltergeist της Βόρειας Αμερικής.

Μέσα στους επόμενους μήνες θα αναφέρονταν χτυπήματα χωρίς ορατή πηγή, αντικείμενα που κινούνταν ή εκτοξεύονταν, κλινοσκεπάσματα που τραβιούνταν, μυστηριώδεις φωτιές, φωνές, απειλητικά μηνύματα και ακόμη και σωματικές επιθέσεις. Σταδιακά, οι ανεξήγητοι θόρυβοι άρχισαν να ερμηνεύονται ως ένας τρόπος επικοινωνίας και αυτό που αρχικά παρουσιαζόταν ως μια απρόσωπη δύναμη απέκτησε ονόματα, χαρακτήρα και προθέσεις.

Μέλη της οικογένειας, γείτονες, ένας γιατρός, επισκέπτες και αργότερα ο ηθοποιός Walter Hubbell υποστήριξαν ότι έγιναν μάρτυρες τουλάχιστον ορισμένων από αυτά τα περιστατικά. Οι εφημερίδες ενδιαφέρθηκαν, η ιστορία εξαπλώθηκε πέρα από τα όρια του Amherst και ο Hubbell δημοσίευσε ήδη το 1879 μια πρώτη εκδοχή της υπόθεσης με τίτλο “The Haunted House: A True Ghost Story”. Έτσι γεννήθηκε αυτό που έμεινε γνωστό ως “The Great Amherst Mystery”.

Πίσω όμως από την ιστορία του υποτιθέμενου στοιχειώματος υπήρχε ένα δεύτερο γεγονός, πολύ πιο ανθρώπινο και πιθανώς πολύ σημαντικότερο για την κατανόηση όσων ακολούθησαν. Λίγες ημέρες πριν από την έναρξη των φαινομένων, η Esther είχε βιώσει ένα σοβαρό τραυματικό περιστατικό με έναν άνδρα που γνώριζε. Η χρονική εγγύτητα των δύο γεγονότων δημιούργησε αργότερα μια εντελώς διαφορετική δυνατότητα ερμηνείας.

Ίσως το σημαντικότερο ερώτημα του Amherst Mystery να μην είναι αν ένα σπίτι μπορεί να στοιχειωθεί από τους νεκρούς, αλλά αν ένα ακραίο ψυχικό τραύμα μπορεί να βρεθεί στο κέντρο φαινομένων που οι άνθρωποι γύρω από το άτομο αντιλαμβάνονται ως εξωτερικά και ανεξήγητα. Από αυτή την άποψη, η υπόθεση της Esther Cox βρίσκεται σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον σημείο συνάντησης της λαογραφίας του poltergeist, της ιστορίας της ψυχολογίας και της παραψυχολογικής υπόθεσης που πολύ αργότερα θα γινόταν γνωστή ως Επαναλαμβανόμενη Αυθόρμητη Ψυχοκίνηση (Recurrent Spontaneous Psychokinesis, ή RSPK).

Το Amherst του 1878 ήταν μια μικρή κοινότητα της Nova Scotia και η Esther Cox ζούσε στην Princess Street, στο σπίτι της μεγαλύτερης αδελφής της Olive και του συζύγου της, Daniel Teed. Το νοικοκυριό ήταν πολυπληθές, καθώς μαζί τους βρίσκονταν και άλλα μέλη των οικογενειών Cox και Teed, όμως τίποτε στην ιστορία του σπιτιού δεν φαίνεται να προμήνυε όσα επρόκειτο να ακολουθήσουν. Η Esther ήταν δεκαοκτώ ετών και, σύμφωνα με τις μεταγενέστερες περιγραφές, δεν αποτελούσε μέχρι τότε κάποια ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη παρουσία στην κοινότητα. Αυτό άρχισε να αλλάζει στα τέλη του καλοκαιριού του 1878, όταν επέστρεψε μια βραδιά στο σπίτι αναστατωμένη και βρεγμένη από τη βροχή, ύστερα από μια έξοδο με έναν άνδρα που ονομαζόταν Bob McNeal.

Η σημασία εκείνης της νύχτας έγινε γνωστή μόνο αργότερα. Σύμφωνα με την αφήγηση που καταγράφηκε για την υπόθεση, ο McNeal είχε οδηγήσει την Esther με άμαξα σε μια περισσότερο απομονωμένη περιοχή έξω από την πόλη και, κάποια στιγμή, κατέβηκε από αυτήν, έβγαλε ένα περίστροφο και την απείλησε, απαιτώντας να τον ακολουθήσει. Η Esther αρνήθηκε και η κατάσταση φαίνεται ότι διακόπηκε μόνο επειδή μια άλλη άμαξα πλησίαζε στον δρόμο. Ο McNeal επέστρεψε βιαστικά στη θέση του και την οδήγησε πίσω στο Amherst.

Όταν η Esther έφτασε στο σπίτι, δεν θέλησε να εξηγήσει τι είχε συμβεί, απομονώθηκε και για τις επόμενες ημέρες ήταν εμφανώς αναστατωμένη. Στην αφήγηση της υπόθεσης, η αδελφή της την άκουγε να κλαίει κατά τη διάρκεια της νύχτας, ενώ η ίδια απέφευγε να μιλήσει για όσα είχαν προηγηθεί. Το περιστατικό αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό επειδή συνέβη λίγο πριν από την έναρξη των υποτιθέμενων παραφυσικών εκδηλώσεων και επειδή ο τοπικός γιατρός θα μιλούσε αργότερα για έναν σοβαρό κλονισμό που πίστευε ότι είχε προηγηθεί της κατάστασής της.

Οι πρώτες παράξενες εμπειρίες ήταν σχετικά απλές. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, ενώ η Esther κοιμόταν στο ίδιο κρεβάτι με την αδελφή της Jennie, αισθάνθηκε ότι κάτι κινούνταν μέσα σε αυτό. Οι δύο κοπέλες θεώρησαν αρχικά ότι επρόκειτο για ποντίκι, όμως την επόμενη νύχτα το περιστατικό επαναλήφθηκε και ένα κουτί που βρισκόταν κάτω από το κρεβάτι φέρεται να ανυψώθηκε από το πάτωμα και να έπεσε ξανά. Μέσα στις επόμενες ημέρες η κατάσταση έγινε περισσότερο ανησυχητική, καθώς η Esther άρχισε να παρουσιάζει περίεργες σωματικές κρίσεις.

Το πρόσωπό της περιγράφηκε ως έντονα κοκκινισμένο, το σώμα της ήταν πολύ ζεστό και τα χέρια και τα πόδια της φαίνονταν πρησμένα, ενώ η ίδια έλεγε ότι αισθανόταν σαν να επρόκειτο να «σκάσει». Στη συνέχεια ακούγονταν δυνατοί κρότοι και, όταν οι θόρυβοι σταματούσαν, η κατάσταση της Esther φαινόταν να υποχωρεί απότομα.

Η οικογένεια, ανίκανη πλέον να αντιμετωπίσει τα επεισόδια ως απλές συμπτώσεις ή προϊόν της φαντασίας δύο νεαρών κοριτσιών, κάλεσε τον τοπικό γιατρό, Dr. Carritte. Η παρουσία του έχει ιδιαίτερη σημασία στην ιστορία επειδή δεν φαίνεται να αντιμετώπισε αρχικά την κατάσταση ως υπερφυσική. Η πρώτη του εκτίμηση ήταν ότι η Esther είχε υποστεί κάποιο σοβαρό ψυχικό σόκ και περιέγραψε την κατάστασή της με την ορολογία της εποχής ως νευρική διέγερση (nervous excitement).

Στις μεταγενέστερες αφηγήσεις όμως εμφανίζεται να παρακολουθεί ο ίδιος φαινόμενα που δυσκολευόταν να εξηγήσει. Ένα μαξιλάρι φαινόταν να τραβιέται από κάποια αόρατη δύναμη, δυνατοί κρότοι ακούγονταν μέσα στο δωμάτιο χωρίς εμφανή πηγή και αντικείμενα υποτίθεται ότι μετακινούνταν χωρίς να τα αγγίζει κανείς. Σε μία από τις δραματικότερες περιγραφές της υπόθεσης, ένας ήχος σαν ξύσιμο ακούστηκε στον τοίχο και εμφανίστηκε ένα απειλητικό μήνυμα που ανέφερε την Esther ονομαστικά και δήλωνε ότι επρόκειτο να σκοτωθεί.

Από εκείνο το σημείο και μετά το φαινόμενο άρχισε να ξεφεύγει από τα όρια της οικογένειας. Οι θόρυβοι αναφέρονταν πλέον και κατά τη διάρκεια της ημέρας, άνθρωποι που περνούσαν από την περιοχή σταματούσαν για να καταλάβουν τι συνέβαινε και οι πρώτες δημοσιογραφικές αναφορές έφεραν ακόμη περισσότερους επισκέπτες στο σπίτι. Η ύπαρξη της υπόθεσης ως πραγματικού κοινωνικού γεγονότος δεν αμφισβητείται, οι εφημερίδες της περιόδου ασχολήθηκαν με την Esther και η ιστορία έγινε γνωστή πέρα από το Amherst.

Αυτό όμως δημιουργεί ένα από τα βασικά προβλήματα που θα μας ακολουθούν σε ολόκληρη την έρευνα. Η δημόσια προσοχή μπορεί να αυξήσει τον αριθμό των μαρτύρων, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει την προσδοκία, τη διάδοση φημών, την πιθανότητα υπερβολής και την ανάγκη κάθε νέας αφήγησης να είναι περισσότερο εντυπωσιακή από την προηγούμενη. Το Amherst Mystery είχε πλέον πάψει να εξελίσσεται αποκλειστικά μέσα στο σπίτι των Teed και είχε αρχίσει να εξελίσσεται και μέσα στη συλλογική φαντασία μιας ολόκληρης κοινότητας.

Καθώς περνούσαν οι εβδομάδες, τα αναφερόμενα φαινόμενα όχι μόνο πολλαπλασιάζονταν αλλά αποκτούσαν ολοένα πιο σύνθετη μορφή. Αντικείμενα φέρονταν να μετακινούνται ή να εκτοξεύονται, κλινοσκεπάσματα να τραβιούνται από τα κρεβάτια, σπίρτα να εμφανίζονται αναμμένα και μικρές φωτιές να ξεσπούν σε διαφορετικά σημεία. Η τελευταία εξέλιξη ήταν ιδιαίτερα σοβαρή, επειδή μετέτρεπε ένα μέχρι τότε παράξενο και τρομακτικό φαινόμενο σε πραγματικό κίνδυνο για την οικογένεια και το σπίτι.

Σε κάποια στιγμή οι άνθρωποι που βρίσκονταν γύρω από την Esther άρχισαν επίσης να αντιλαμβάνονται ότι οι μυστηριώδεις κρότοι μπορούσαν, τουλάχιστον φαινομενικά, να ανταποκριθούν σε ερωτήσεις. Αναπτύχθηκε έτσι ένα απλό σύστημα επικοινωνίας στο οποίο διαφορετικός αριθμός χτυπημάτων αντιστοιχούσε σε διαφορετικές απαντήσεις, και το φαινόμενο που αρχικά δεν διέθετε κανένα εμφανές νόημα άρχισε να αποκτά τα χαρακτηριστικά κάποιας μορφής νοημοσύνης.

Η εξέλιξη αυτή είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ανεξάρτητα από την ερμηνεία που θα επιλέξει κανείς. Το υποτιθέμενο φαινόμενο ξεκίνησε ως κάτι ακαθόριστο μέσα στο σκοτάδι ενός υπνοδωματίου, εξελίχθηκε σε θορύβους και σωματικές κρίσεις, απέκτησε στη συνέχεια τη δυνατότητα να απαντά και τελικά απέκτησε ονόματα, χαρακτήρες και προθέσεις.

Στις μεταγενέστερες αφηγήσεις εμφανίζεται μια ολόκληρη ομάδα υποτιθέμενων πνευμάτων, μεταξύ των οποίων οι Maggie και Mary Fisher, Peter Teed, Jane Nickle, Eliza McNeal και κυρίως ο Bob Nickle, ο οποίος παρουσιάστηκε ως η πιο βίαιη από τις οντότητες. Σε αυτόν αποδόθηκαν ορισμένοι από τους δυνατότερους κρότους, οι φωτιές και αρκετές από τις υποτιθέμενες επιθέσεις εναντίον της Esther.

Παρά το γεγονός ότι η ιστορία άρχισε σταδιακά να παίρνει τη μορφή κλασικού στοιχειώματος, ορισμένοι από τους ανθρώπους που την παρακολουθούσαν προσπάθησαν να αναζητήσουν μια διαφορετική εξήγηση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η θεωρία ότι τα φαινόμενα μπορούσαν να σχετίζονται με τον ηλεκτρισμό και το νευρικό σύστημα της Esther. Ο γιατρός και άλλοι παρατηρητές της εποχής φαίνεται ότι αντιμετώπισαν σοβαρά την πιθανότητα το σώμα της να λειτουργούσε περίπου σαν μια βιολογική μπαταρία, απελευθερώνοντας κάποια μορφή ενέργειας ικανή να προκαλέσει τους κρότους και τις μετακινήσεις αντικειμένων.

Με τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα δεν υπάρχει λόγος να δεχθούμε έναν τέτοιο μηχανισμό, όμως η θεωρία έχει ιδιαίτερη ιστορική σημασία. Ο 19ος αιώνας ήταν μια εποχή κατά την οποία ο ηλεκτρισμός και ο ηλεκτρομαγνητισμός είχαν αποκαλύψει την ύπαρξη αόρατων φυσικών δυνάμεων, και η υπόθεση ότι μπορεί να υπήρχαν και άλλες άγνωστες δυνάμεις συνδεδεμένες με τον ανθρώπινο οργανισμό δεν ακουγόταν τόσο παράδοξη όσο ακούγεται σήμερα.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό ενίσχυσε την ιδέα ότι το πραγματικό επίκεντρο του φαινομένου ήταν η Esther και όχι το σπίτι. Όταν αρρώστησε από διφθερίτιδα, η δραστηριότητα φέρεται να σταμάτησε προσωρινά, ενώ όταν απομακρυνόταν από το σπίτι των Teed οι εκδηλώσεις συχνά υποχωρούσαν εκεί και εμφανίζονταν αργότερα σε άλλους χώρους στους οποίους έμενε. Αυτό μπορεί να διαβαστεί με δύο εντελώς αντίθετους τρόπους. Για κάποιον που θεωρεί πραγματικό το παραφυσικό στοιχείο, σημαίνει ότι μια οντότητα ή δύναμη ακολουθούσε την Esther. Για έναν σκεπτικιστή αποτελεί ένδειξη ότι η ίδια ήταν η ανθρώπινη πηγή των περιστατικών. Και για την παραψυχολογική προσέγγιση που θα εμφανιζόταν πολύ αργότερα, θα αποτελούσε ακριβώς το είδος της παρατήρησης που μετατοπίζει την έρευνα από έναν «στοιχειωμένο τόπο» προς έναν συγκεκριμένο ζωντανό άνθρωπο.

Την άνοιξη του 1879 εμφανίστηκε στην ιστορία ο Walter Hubbell, ο άνθρωπος που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο θα καθόριζε τον τρόπο με τον οποίο γνωρίζουμε σήμερα το Great Amherst Mystery. Ο Hubbell ήταν ηθοποιός και είχε αναπτύξει προσωπικό ενδιαφέρον για τις ιστορίες γύρω από mediums και ψυχικά φαινόμενα.

Σύμφωνα με τη δική του αφήγηση, είχε αποκτήσει σκεπτικιστική στάση επειδή είχε δει ανθρώπους να εκμεταλλεύονται το πένθος άλλων ισχυριζόμενοι ότι μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τους νεκρούς. Όταν πληροφορήθηκε την περίπτωση της Esther, πίστεψε ότι θα μπορούσε να αποκαλύψει τι πραγματικά συνέβαινε. Η παραμονή του στο Amherst όμως, τουλάχιστον σύμφωνα με όσα έγραψε αργότερα, είχε το αντίθετο αποτέλεσμα. Ο Hubbell υποστήριξε ότι είδε αντικείμενα να κινούνται, άκουσε τους μυστηριώδεις κρότους, επικοινώνησε μαζί τους μέσω ερωτήσεων και παρακολούθησε περιστατικά τα οποία θεωρούσε αδύνατο να εξηγήσει ως απλά τεχνάσματα.

Η παρουσία του όμως δημιουργεί και ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα αξιοπιστίας της υπόθεσης. Ο Hubbell δεν ήταν ένας ανεξάρτητος επιστήμονας που πραγματοποιούσε ελεγχόμενη παρατήρηση. Πολύ σύντομα αντιλήφθηκε ότι η ιστορία είχε εμπορική αξία και επιχείρησε ακόμη και να οργανώσει δημόσιες εμφανίσεις με την Esther, παρουσιάζοντας την υπόθεση σε κοινό. Η περιοδεία δεν εξελίχθηκε όπως σχεδιαζόταν, όμως η ίδια η προσπάθεια αποκαλύπτει πόσο δύσκολο είναι να διαχωρίσουμε στην ιστορία του Amherst την έρευνα από το θέαμα και την παρατήρηση από το οικονομικό συμφέρον. Όταν ο Hubbell δημοσίευσε την ιστορία, είχε ήδη μετατραπεί από εξωτερικό παρατηρητή σε έναν από τους βασικούς πρωταγωνιστές της.

Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι επινόησε όσα περιέγραψε. Σημαίνει όμως ότι κάθε ισχυρισμός του πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ισχυρισμός μιας ιστορικής πηγής και όχι ως εργαστηριακά επιβεβαιωμένο γεγονός. Αυτή η διάκριση είναι καθοριστική, επειδή όσο περισσότερο προχωρά κανείς στην υπόθεση τόσο πιο εντυπωσιακές γίνονται οι αφηγήσεις, αντικείμενα που εμφανίζονται από το πουθενά, αιχμηρά αντικείμενα που εκτοξεύονται προς την Esther, ανεξήγητες φωτιές, ήχοι που φαίνονται να ακολουθούν τους ανθρώπους και «οντότητες» που υποτίθεται ότι γνωρίζουν πληροφορίες τις οποίες δεν θα έπρεπε να γνωρίζουν.

Αν όλα αυτά συνέβησαν ακριβώς όπως καταγράφηκαν, το Amherst αποτελεί πράγματι μια εξαιρετικά δύσκολη περίπτωση. Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι δεν έχουμε τρόπο να γνωρίζουμε πόσο πιστά η μεταγενέστερη αφήγηση αναπαράγει όσα πραγματικά συνέβησαν.

Η λέξη poltergeist προέρχεται από τα γερμανικά και αποδίδει περίπου την έννοια του «θορυβώδους πνεύματος». Παραδοσιακά χρησιμοποιήθηκε για υποθέσεις στις οποίες αναφέρονται χτυπήματα, μετακινήσεις αντικειμένων, σπασίματα, ανεξήγητοι ήχοι και άλλες φυσικές διαταραχές. Αν ακολουθήσουμε την κλασική πνευματιστική ερμηνεία, το Amherst ταιριάζει εύκολα σε αυτή την κατηγορία, κάποια εξωτερική οντότητα ή ομάδα οντοτήτων φαίνεται να παρενοχλεί έναν ζωντανό άνθρωπο. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα όμως, ορισμένοι ερευνητές της παραψυχολογίας άρχισαν να εξετάζουν μια πολύ διαφορετική πιθανότητα. Ίσως, υποστήριξαν, σε ορισμένες περιπτώσεις το poltergeist να μην έχει καμία σχέση με τους νεκρούς.

* Για μια ευρύτερη προσέγγιση του φαινομένου του θορυβώδους πνεύματος (poltergeist), μπορείτε να παρακολουθήσετε επίσης τις σχετικές αναλύσεις του συγγραφέα και ερευνητή της εναλλακτικής γνωσιολογίας Θανάση Βέμπου:

-> Υπηρέτριες, poltergeist και σεξουαλική καταπίεση <-

-> Η Δύναμη της Υλοποίησης: “Θαύματα”, Πόλτεργκαϊστ και Ψυχικοί Χειρουργοί <-


* Για μια ακόμη προσέγγιση του ίδιου θέματος, προτείνουμε επίσης το σχετικό βίντεο-podcast της ομάδας The Afterdark Project :

-> The AfterDark Podcast No 68 | poltergeists <-


Μία από τις σημαντικότερες έννοιες που προέκυψαν από αυτή την προσέγγιση ήταν η Επαναλαμβανόμενη Αυθόρμητη Ψυχοκίνηση (Recurrent Spontaneous Psychokinesis ή RSPK), όρος που συνδέθηκε ιδιαίτερα με το έργο του παραψυχολόγου William G. Roll. Η βασική υπόθεση είναι ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ένας ζωντανός άνθρωπος, συχνά το άτομο γύρω από το οποίο συγκεντρώνονται τα περιστατικά, μπορεί να αποτελεί τον «agent» μιας υποτιθέμενης αυθόρμητης ψυχοκινητικής δραστηριότητας. Ο άνθρωπος αυτός δεν χρειάζεται, σύμφωνα με την υπόθεση, να γνωρίζει ότι προκαλεί τα φαινόμενα ούτε να διαθέτει συνειδητό έλεγχο επάνω τους. Η ψυχολογική ένταση, το stress ή άλλες συναισθηματικές συγκρούσεις έχουν συχνά συζητηθεί μέσα σε αυτή την παραψυχολογική βιβλιογραφία ως πιθανοί παράγοντες.

Χρειάζεται εδώ να είμαστε απολύτως σαφείς ως προς τα όρια αυτής της ερμηνείας. Η RSPK αποτελεί παραψυχολογική υπόθεση και όχι επιστημονικά καθιερωμένο μηχανισμό. Η ύπαρξη της ψυχοκίνησης δεν έχει εδραιωθεί ως αποδεδειγμένο φυσικό φαινόμενο και επομένως δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την RSPK σαν μια γνωστή επιστημονική εξήγηση του Amherst. Η αξία της για τη συγκεκριμένη ιστορία βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι αλλάζει ριζικά το ερώτημα που θέτουμε. Αντί να αναζητούμε ποιος νεκρός υποτίθεται ότι στοίχειωνε το σπίτι, αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε γιατί σχεδόν ολόκληρη η δραστηριότητα οργανωνόταν γύρω από την Esther.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο το περιστατικό με τον Bob McNeal αποκτά πολύ μεγαλύτερη σημασία. Η χρονική ακολουθία είναι δύσκολο να αγνοηθεί, μια δεκαοκτάχρονη γυναίκα βιώνει ένα εξαιρετικά τρομακτικό γεγονός, επιστρέφει στο σπίτι αναστατωμένη, απομονώνεται, κλαίει και αποφεύγει να εξηγήσει τι συνέβη, ενώ λίγες ημέρες αργότερα εμφανίζονται οι πρώτες παράξενες εμπειρίες.

Ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι η ισχυρότερη εχθρική προσωπικότητα που αναδύθηκε αργότερα μέσα στην αφήγηση του υποτιθέμενου στοιχειώματος ονομαζόταν επίσης Bob. Η παρατήρηση αυτή δεν αποδεικνύει την ύπαρξη κάποιας ασυνείδητης ψυχοκινητικής δύναμης. Θα μπορούσε, αντίθετα, να θεωρηθεί πολύ πιο συμβατό στοιχείο με μια ψυχολογική ερμηνεία, στην οποία η τρομακτική εμπειρία μετασχηματίζεται σε μια εξωτερική απειλητική παρουσία.

Εδώ όμως υπάρχει ένας σημαντικός κίνδυνος, επειδή οι υπερφυσικές εξηγήσεις δεν είναι αποδεδειγμένες, δεν σημαίνει ότι δικαιούμαστε να κάνουμε αναδρομικά μια συγκεκριμένη ψυχιατρική διάγνωση στην Esther Cox. Διαθέτουμε περιγραφές που γράφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, από ανθρώπους με διαφορετικά κίνητρα, μέσα σε ένα εντελώς διαφορετικό κοινωνικό και ιατρικό πλαίσιο. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι το τραυματικό γεγονός προηγείται χρονικά της έναρξης των φαινομένων και ότι ακόμη και ο γιατρός της εποχής θεώρησε σημαντικό το προηγούμενο σόκ, αλλά δεν μπορούμε να μετατρέψουμε αυτή την παρατήρηση σε βέβαιη διάγνωση ενάμιση αιώνα αργότερα.

Εντυπωσιακό είναι επίσης ότι δεκαετίες πριν η θεωρία της RSPK αποκτήσει τη μεταγενέστερη μορφή της, ο Walter Franklin Prince της Αμερικανικής Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών (American Society for Psychical Research) επανεξέτασε την υπόθεση και αναζήτησε μια περισσότερο ψυχολογική εξήγηση. Στη μεγάλη κριτική μελέτη του το 1919 αντιμετώπισε με ιδιαίτερη επιφύλαξη την αφήγηση του Hubbell και εξέτασε την πιθανότητα η ίδια η Esther να ήταν υπεύθυνη για πολλά από τα περιστατικά, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι όλες οι ενέργειές της ήταν αποτέλεσμα συνειδητής και προσχεδιασμένης εξαπάτησης.

Η ορολογία και οι ψυχολογικές θεωρίες εκείνης της περιόδου δεν ταυτίζονται με τις σημερινές και επομένως χρειάζεται προσοχή όταν τις μεταφέρουμε αυτούσιες στο παρόν, όμως η βασική μετατόπιση είναι σημαντική. ήδη από τότε το ερώτημα είχε αρχίσει να μεταφέρεται από τα πνεύματα προς την ίδια την Esther.

Έτσι προκύπτουν τρεις διαφορετικές ερμηνείες που, παρά τις τεράστιες διαφορές τους, έχουν ένα κοινό σημείο. Στην πνευματιστική ανάγνωση, η Esther είναι το θύμα εξωτερικών οντοτήτων. Στην ψυχολογική ανάγνωση, η Esther βρίσκεται στο κέντρο μιας σειράς συμπεριφορών και εμπειριών που σχετίζονται με το τραύμα και την ψυχική της κατάσταση. Στην παραψυχολογική υπόθεση της RSPK, η ίδια θα μπορούσε θεωρητικά να αποτελεί την ασυνείδητη πηγή πραγματικών ανώμαλων φυσικών φαινομένων. Καμία από αυτές τις εκδοχές δεν μπορεί σήμερα να αποδειχθεί για την ιστορική περίπτωση της Esther Cox. Το ενδιαφέρον είναι ότι όλες καταλήγουν στο ίδιο σημείο, το πραγματικό κέντρο του Great Amherst Mystery δεν φαίνεται να ήταν ποτέ το σπίτι της Princess Street, αλλά ο άνθρωπος γύρω από τον οποίο συνέβαιναν όλα.

Κάθε έρευνα μιας ιστορικής παραφυσικής υπόθεσης αντιμετωπίζει κάποια στιγμή το ίδιο δύσκολο πρόβλημα. Είναι σχετικά εύκολο να ανακατασκευάσουμε την ιστορία που αφηγούνται οι πηγές, αλλά πολύ δυσκολότερο να αποδείξουμε ότι τα γεγονότα συνέβησαν ακριβώς όπως περιγράφονται. Στην περίπτωση του Amherst η διάκριση αυτή είναι απολύτως απαραίτητη.

Γνωρίζουμε ότι υπήρξε πραγματική Esther Cox, ότι η υπόθεσή της προκάλεσε σημαντικό ενδιαφέρον στην περιοχή, ότι οι εφημερίδες της εποχής ασχολήθηκαν με αυτή και ότι ο Walter Hubbell δημοσίευσε το βιβλίο του ήδη από το 1879. Επομένως το Great Amherst Mystery δεν είναι ένας σύγχρονος διαδικτυακός θρύλος που δημιουργήθηκε αναδρομικά. Υπήρξε ως πραγματικό κοινωνικό και ιστορικό φαινόμενο. Αυτό όμως είναι πολύ διαφορετικό από το να πούμε ότι έχει αποδειχθεί πως αντικείμενα κινούνταν χωρίς φυσική αιτία ή ότι αόρατες οντότητες επικοινωνούσαν μέσω χτυπημάτων.

Η βασική δυσκολία βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο μεταδόθηκαν οι πληροφορίες. Οι εφημερίδες του 19ου αιώνα είχαν κάθε λόγο να ενδιαφέρονται για μια εντυπωσιακή ιστορία, ενώ μεγάλο μέρος των λεπτομερειών που γνωρίζουμε σήμερα προέρχεται από τον Hubbell. Ο τελευταίος δεν ήταν μόνο παρατηρητής αλλά και συγγραφέας, δημόσιος αφηγητής και άνθρωπος που είχε επιχειρήσει να αξιοποιήσει εμπορικά την υπόθεση. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι ψευδόταν, δημιουργεί όμως μια προφανή σύγκρουση ανάμεσα στον ρόλο του ως ερευνητή και στον ρόλο του ως ανθρώπου που είχε συμφέρον να παραμένει η ιστορία ενδιαφέρουσα.

Η μεταγενέστερη έρευνα του Walter Franklin Prince για την American Society for Psychical Research αντιμετώπισε ακριβώς αυτό το πρόβλημα, επισημαίνοντας ότι παρά τον μεγάλο αριθμό ανθρώπων που λέγεται ότι είχαν δει τα φαινόμενα, οι πραγματικά ανεξάρτητες και επαρκώς καταγεγραμμένες μαρτυρίες ήταν πολύ λιγότερες.

Αυτή η παρατήρηση είναι κρίσιμη. Σε πολλές ιστορικές παραφυσικές υποθέσεις συναντάμε την έκφραση «το είδαν δεκάδες» ή «το είδαν εκατοντάδες άνθρωποι», όμως όταν αναζητούμε τις πραγματικές πρωτογενείς καταθέσεις ανακαλύπτουμε ότι αρκετές από αυτές δεν έχουν διασωθεί, άλλες προέρχονται από δεύτερο χέρι και πολλές καταλήγουν τελικά στην ίδια αρχική πηγή. Ο αριθμός των ανθρώπων που αναφέρονται μέσα σε μια αφήγηση δεν είναι το ίδιο πράγμα με τον αριθμό των ανεξάρτητων τεκμηριωμένων μαρτυριών. Στην περίπτωση του Amherst αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό επειδή όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από τα πρώτα σχετικά απλά περιστατικά τόσο περισσότερο η ιστορία αποκτά εντυπωσιακά χαρακτηριστικά, από αντικείμενα που εκτοξεύονται μέχρι επιθέσεις και ανεξήγητες φωτιές.

Υπάρχουν επίσης στοιχεία που επιτρέπουν πολύ πιο συμβατικές ερμηνείες. Τα φαινόμενα ακολουθούν την Esther, σταματούν όταν εκείνη απουσιάζει από συγκεκριμένους χώρους και επανεμφανίζονται όταν επιστρέφει ή μετακινείται αλλού. Η σύνδεση αυτή είναι ακριβώς εκείνο που ένας υποστηρικτής του παραφυσικού (paranormal) μπορεί να χρησιμοποιήσει ως επιχείρημα ότι μια οντότητα την ακολουθούσε, αλλά αποτελεί ταυτόχρονα ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα της σκεπτικιστικής προσέγγισης, αν ένας συγκεκριμένος άνθρωπος βρίσκεται πάντοτε στο επίκεντρο, τότε αυτός ο άνθρωπος πρέπει να εξεταστεί ως πιθανή φυσική πηγή των περιστατικών.

Ακόμη πιο προβληματική είναι η περίπτωση των πυρκαγιών. Σε μεταγενέστερη φάση της ζωής της στο Amherst, ένας αχυρώνας στο αγρόκτημα όπου έμενε κάηκε και η Esther κατηγορήθηκε για εμπρησμό. Καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αν και τελικά εξέτισε μόνο μέρος της ποινής. Το γεγονός αυτό δεν αποδεικνύει αναδρομικά ότι είχε προκαλέσει όλες τις προηγούμενες φωτιές και ασφαλώς δεν αποδεικνύει ότι είχε κατασκευάσει κάθε περιστατικό που της αποδόθηκε. Δείχνει όμως γιατί η υπόθεση της ανθρώπινης παρέμβασης δεν μπορεί να απορριφθεί απλώς επειδή οι άνθρωποι της εποχής πίστευαν ότι είχαν απέναντί τους κάτι υπερφυσικό.

Από την άλλη πλευρά, η υπόθεση δεν εξαφανίζεται τόσο εύκολα αν δεχθούμε ότι ορισμένες από τις μαρτυρίες είναι ουσιαστικά ακριβείς. Αρκετά περιστατικά περιγράφονται ως γεγονότα που συνέβησαν παρουσία άλλων ανθρώπων, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και όταν η Esther φαινόταν να παρακολουθείται. Αυτό είναι το στοιχείο που επέτρεψε στο Great Amherst Mystery να επιβιώσει για σχεδόν ενάμιση αιώνα ως παραψυχολογικό αίνιγμα.

Το πρόβλημα είναι ότι το αν οι μαρτυρίες είναι ακριβείς, αποτελεί μια τεράστια προϋπόθεση. Δεν διαθέτουμε οπτικοακουστικό υλικό, ελεγχόμενα πειράματα, ανεξάρτητες μετρήσεις ή τα πρωτόκολλα που θα απαιτούσαμε σήμερα για έναν τόσο εξαιρετικό ισχυρισμό. Διαθέτουμε ιστορικές αφηγήσεις, δημοσιεύματα, μεταγενέστερες αναμνήσεις και το έργο ενός ανθρώπου που ξεκίνησε, κατά τη δική του περιγραφή, ως σκεπτικιστής και κατέληξε πεπεισμένος ότι είχε παρακολουθήσει κάτι πραγματικά ανεξήγητο.

Αυτό δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα ισορροπία. Η διαπίστωση ότι επρόκειτο για πνεύματα απαιτεί την αποδοχή ενός μη αποδεδειγμένου υπερφυσικού μηχανισμού. Η RSPK απαιτεί επίσης την αποδοχή ενός μη αποδεδειγμένου παραψυχολογικού μηχανισμού. Από την άλλη πλευρά, η βεβαιότητα ότι «όλα ήταν απάτη» απαιτεί να γνωρίζουμε περισσότερα για κάθε μεμονωμένο περιστατικό από όσα μας επιτρέπουν οι σωζόμενες πηγές.

Η ιστορικά ασφαλέστερη θέση βρίσκεται επομένως ένα βήμα πιο πίσω, μπορούμε να πούμε με αρκετή βεβαιότητα ότι γύρω από την Esther Cox δημιουργήθηκε ένα πραγματικό και εκτεταμένο κύμα αναφορών για ασυνήθιστα φαινόμενα, αλλά δεν μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ότι η υπερφυσική ή παραψυχολογική ερμηνεία αυτών των αναφορών ανταποκρινόταν σε αυτό που πραγματικά συνέβαινε.

Σχεδόν ενάμιση αιώνα αργότερα, το Great Amherst Mystery εξακολουθεί να αντιστέκεται στην εύκολη ερμηνεία ακριβώς επειδή διαφορετικά επίπεδα της ιστορίας οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα. Αν το αντιμετωπίσουμε αποκλειστικά ως ιστορία στοιχειώματος, διαθέτει σχεδόν όλα τα κλασικά χαρακτηριστικά του είδους, ανεξήγητους κρότους, αντικείμενα που κινούνται, φωτιές, απειλές, φωνές και υποτιθέμενες οντότητες που φαίνεται να ανταποκρίνονται στις ερωτήσεις των ζωντανών. Αν το εξετάσουμε ως πιθανή ιστορία εξαπάτησης ή συλλογικής υπερβολής, διαθέτουμε επίσης αρκετά στοιχεία που δικαιολογούν την επιφύλαξη, ανεπαρκείς ελέγχους, ένα συγκεκριμένο άτομο γύρω από το οποίο συγκεντρώνονται τα περιστατικά, έναν Τύπο πρόθυμο να εκμεταλλευτεί μια εντυπωσιακή ιστορία και έναν βασικό αφηγητή που είχε οικονομικό ενδιαφέρον από τη δημοτικότητά της.

Η υπόθεση γίνεται όμως πολύ πιο ενδιαφέρουσα όταν τη δούμε μέσα από την ιστορία της παραψυχολογίας. Τότε παρατηρούμε ότι η αφήγηση δεν ξεκινά πραγματικά με έναν νεκρό ή με ένα στοιχειωμένο σπίτι, αλλά με έναν ζωντανό άνθρωπο που είχε μόλις βιώσει ένα σοβαρό κλονισμό. Ακολουθούν σωματικές κρίσεις, ανεξήγητοι θόρυβοι και μετακινήσεις αντικειμένων, ενώ στη συνέχεια το φαινόμενο αποκτά γλώσσα, προσωπικότητα και τελικά ένα όνομα που παραπέμπει παράξενα στο όνομα του ανθρώπου που συνδεόταν με το αρχικό τραυματικό γεγονός. Αυτή η ακολουθία μπορεί να αποτελεί απλώς το αποτέλεσμα μιας ιστορίας που γινόταν περισσότερο σύνθετη και δραματική όσο επαναλαμβανόταν. Μπορεί επίσης να αντανακλά μια πολύπλοκη αλληλεπίδραση τραύματος, ψυχολογικής κατάστασης, οικογενειακής δυναμικής, κοινωνικής προσδοκίας και δημόσιας προσοχής.

Η παραψυχολογία πρόσθεσε αργότερα μια τρίτη και πολύ πιο ριζοσπαστική δυνατότητα, την υπόθεση ότι σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις ένας ζωντανός άνθρωπος μπορεί να προκαλεί ασυνείδητα φυσικές επιδράσεις στο περιβάλλον του, αυτό που θα ονομαζόταν Επαναλαμβανόμενη Αυθόρμητη Ψυχοκίνηση (Recurrent Spontaneous Psychokinesis ή RSPK). Δεν έχουμε σήμερα επαρκή επιστημονικά στοιχεία για να χρησιμοποιήσουμε αυτή την υπόθεση ως εξήγηση του Amherst, αλλά η ύπαρξή της δείχνει πόσο πολύ άλλαξε μέσα στον 20ό αιώνα η ίδια η έννοια του poltergeist. Το ερώτημα έπαψε να είναι αποκλειστικά αν οι νεκροί μπορούν να επιστρέψουν και μετατράπηκε, τουλάχιστον για ένα μέρος της παραψυχολογικής έρευνας, σε ερώτημα σχετικά με το αν υπάρχουν ακόμη άγνωστες όψεις της σχέσης ανάμεσα στην ανθρώπινη συνείδηση και τον φυσικό κόσμο.

Ίσως γι’ αυτό η Esther Cox εξακολουθεί να αποτελεί τόσο ενδιαφέρουσα περίπτωση. Έζησε σε μια εποχή που δεν διέθετε τη σημερινή γλώσσα και γνώση για το ψυχικό τραύμα, αλλά ταυτόχρονα σε έναν αιώνα κατά τον οποίο η επιστήμη αποκάλυπτε συνεχώς αόρατες φυσικές δυνάμεις που προηγουμένως οι άνθρωποι αγνοούσαν. Οι άνθρωποι γύρω της προσπάθησαν έτσι να εξηγήσουν όσα πίστευαν ότι παρακολουθούσαν με τα εργαλεία που διέθεταν, πνεύματα, ηλεκτρισμό, νευρική ενέργεια, ψυχολογική διαταραχή και, δεκαετίες αργότερα, παραψυχολογικές έννοιες. Καμία από αυτές τις ερμηνείες δεν μας επιτρέπει σήμερα να επιστρέψουμε στο Amherst του 1878 και να γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι συνέβαινε μέσα στο σπίτι της Princess Street.

Αυτό όμως δεν αφαιρεί αναγκαστικά κάτι από το μυστήριο. Αντίθετα, το μεταφέρει σε ένα βαθύτερο επίπεδο. Η αξία μιας πραγματικά ενδιαφέρουσας ανεξήγητης υπόθεσης δεν βρίσκεται στο ότι μας αναγκάζει να αποδεχθούμε το απίστευτο, αλλά στο ότι μας υποχρεώνει να διαχωρίσουμε όσα γνωρίζουμε από όσα πιστεύουμε, όσα καταγράφηκαν από όσα ερμηνεύτηκαν και όσα μπορούν να αποδειχθούν από όσα παραμένουν ανοιχτά.

Το Great Amherst Mystery μπορεί τελικά να μην ήταν ποτέ πραγματικά η ιστορία ενός στοιχειωμένου σπιτιού. Ίσως ήταν πρωτίστως η ιστορία ενός «στοιχειωμένου» ανθρώπου, είτε χρησιμοποιήσουμε τη λέξη με ψυχολογική σημασία είτε αφήσουμε ανοιχτό το πολύ πιο αμφιλεγόμενο παραψυχολογικό ενδεχόμενο.

Και ίσως γι’ αυτό, περισσότερο από έναν αιώνα μετά τον τελευταίο μυστηριώδη κρότο, η περίπτωση της Esther Cox εξακολουθεί να βρίσκεται ακριβώς εκεί όπου συναντώνται η ανθρώπινη εμπειρία, το ανεξήγητο και η διαρκής ανάγκη μας να καταλάβουμε τι ακριβώς βρίσκεται πίσω από αυτά που αποκαλούμε παραφυσικά.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…