Η σκιά του αύριο. Γιατί το μέλλον φαντάζει σχεδόν πάντα δυστοπικό;

Η σκιά του αύριο. Γιατί το μέλλον φαντάζει σχεδόν πάντα δυστοπικό;

Αν σταθείς μπροστά σε μια βιτρίνα βιβλιοπωλείου ή χαζέψεις μια streaming πλατφόρμα, θα το καταλάβεις αμέσως, οι περισσότερες ιστορίες που μιλούν για το μέλλον το παρουσιάζουν σκοτεινό. Σπάνια θα δεις μια αφήγηση όπου η ανθρωπότητα ζει σε ισορροπία, με τεχνολογίες που λύνουν προβλήματα και κοινωνίες που προοδεύουν συλλογικά. Αντίθετα, οι δημιουργοί σχεδόν πάντα φαντάζονται αυταρχικά καθεστώτα, πανίσχυρες ολιγαρχίες, και τεχνολογίες που αντί να απελευθερώνουν, καταπιέζουν. Και σχεδόν πάντα, μέσα σε αυτό το σκοτεινό σκηνικό, ξεπηδά ένας ήρωας ή μια μικρή ομάδα που προσπαθεί να αντισταθεί.

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Γιατί η φαντασία μας, όταν κοιτά μπροστά, δεν σχεδιάζει ουτοπίες αλλά εφιάλτες; Αυτή είναι η ερώτηση που θα προσπαθήσουμε να ξεδιπλώσουμε. Απο πού προέρχεται η εμμονή μας με τη δυστοπία, ποιες είναι οι ιστορικές και ψυχολογικές της ρίζες, και τι λέει τελικά για εμάς τους ίδιους.
Αν μιλάμε για τις ρίζες της σύγχρονης δυστοπίας, δύο συγγραφείς ξεχωρίζουν, ο George Orwell και ο Aldous Huxley. Ο πρώτος, στο «1984», παρουσίασε έναν κόσμο απόλυτης επιτήρησης. Ο «Μεγάλος Αδελφός» δεν είναι απλώς ένας ηγέτης, αλλά η προσωποποίηση ενός καθεστώτος που εισβάλλει σε κάθε πτυχή της ζωής. Η γλώσσα παραποιείται, η ιστορία ξαναγράφεται, και οι άνθρωποι μαθαίνουν να σκέφτονται μόνο μέσα στα όρια που τους επιτρέπει το Κόμμα.

Από την άλλη, ο Huxley, στο «Brave New World», περιέγραψε έναν διαφορετικό εφιάλτη. Εκεί δεν υπάρχει τρόμος και καταστολή, αλλά υπερβολική ευχαρίστηση. Η κοινωνία του είναι ναρκωμένη από καταναλωτικά αγαθά, ψευδοευτυχία και τεχνητά υποκατάστατα. Οι άνθρωποι δεν αμφισβητούν την εξουσία, γιατί δεν αισθάνονται ότι τους λείπει κάτι.

Δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εικόνες, αλλά και οι δύο μεταφέρουν το ίδιο μήνυμα, το μέλλον μπορεί να στραβώσει, είτε μέσα από τον φόβο είτε μέσα από την παραπλανητική ευτυχία.

Λίγο πριν τον Huxley, ο Ρώσος συγγραφέας Yevgeny Zamyatin είχε ήδη περιγράψει μια παρόμοια αγωνία στο «We». Σε αυτό το βιβλίο, οι άνθρωποι δεν έχουν ονόματα αλλά αριθμούς, η κοινωνία λειτουργεί σαν μηχανή και η ατομικότητα έχει εξαλειφθεί. Το έργο του επηρέασε καθοριστικά τόσο τον Orwell όσο και τον Huxley. Δεν είναι τυχαίο. Ο Zamyatin είχε ζήσει την ατμόσφαιρα μιας Ρωσίας που περνούσε μέσα από επανάσταση, ολοκληρωτισμό και κοινωνικές αναταράξεις. Η δυστοπία του δεν ήταν απλώς προϊόν φαντασίας, αλλά απάντηση σε πραγματικούς φόβους και τραύματα της εποχής.

Η δυστοπία δεν έμεινε στη λογοτεχνία, αλλά πέρασε γρήγορα στη μεγάλη οθόνη. Στη «Metropolis» του Fritz Lang, από το 1927, βλέπουμε μια πόλη-τέρας, όπου οι ελίτ ζουν στην πολυτέλεια και οι εργάτες σκλαβωμένοι κάτω από τη γη. Το έργο αυτό έμεινε κλασικό ως εικόνα της κοινωνικής ανισότητας.

Δεκαετίες αργότερα, το «THX 1138» του George Lucas παρουσίασε έναν κόσμο χωρίς προσωπικότητα, όπου οι πολίτες υπακούν τυφλά σε έναν αόρατο μηχανισμό. Και το 1982, το «Blade Runner» έφερε τη δυστοπία στον χώρο του cyberpunk, βροχερές μεγαλουπόλεις, εταιρείες πανίσχυρες και μια τεχνολογία που θολώνει το όριο ανάμεσα στο ανθρώπινο και το μηχανικό.  Από εκεί και πέρα, η κινηματογραφική δυστοπία έγινε παράδοση. Ταινίες όπως το «Children of Men» ή το «The Hunger Games» συνέχισαν την ίδια πορεία, δείχνοντας το μέλλον σαν κάτι που μας προκαλεί περισσότερο τρόμο παρά ελπίδα.

Στον χώρο των comics και των anime, η δυστοπία απέκτησε νέα μορφή. Στο «Judge Dredd» βλέπουμε μια Μεγαπόλη όπου οι δικαστές έχουν απόλυτη εξουσία. Στο «V for Vendetta» του Alan Moore, ένας μοναχικός αντάρτης σηκώνει κεφάλι ενάντια σε ένα φασιστικό καθεστώς, αφήνοντας ως παρακαταθήκη το σύμβολο της μάσκας του Guy Fawkes. Στο anime, το «Akira» παρουσίασε ένα Τόκιο που καταρρέει από τη διαφθορά και την τεχνολογική ύβρη, ενώ το «Ghost in the Shell» έφερε στο προσκήνιο ζητήματα όπως η τεχνητή νοημοσύνη, ο κυβερνοχώρος και ο μετανθρωπισμός. Μέσα από την εικόνα και το animation, οι δυστοπικές ιστορίες έγιναν ακόμη πιο έντονες και συγκινητικές.

Αν παρατηρήσεις τις περισσότερες δυστοπίες, θα δεις ότι ακολουθούν κοινά μοτίβα. Υπάρχει πάντα μια ελίτ που συγκεντρώνει την εξουσία, οι μάζες που υπακούν είτε από φόβο είτε από αδιαφορία, και μια τεχνολογία που λειτουργεί ως όπλο ελέγχου. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Η δυστοπία λειτουργεί σαν μεγεθυντικός φακός πάνω σε πραγματικές ανησυχίες. Αντανακλά τον φόβο ότι η εξουσία μπορεί να ξεφύγει, ότι η ανισότητα μεγαλώνει και ότι η τεχνολογική πρόοδος απειλεί να καταπιεί την ίδια μας την υπόσταση.

Ο μετανθρωπισμός, δηλαδή η ιδέα ότι μπορούμε να ξεπεράσουμε τα ανθρώπινα όρια με τη βοήθεια της τεχνολογίας, συχνά παρουσιάζεται ως κάτι τρομακτικό. Στην πραγματικότητα, εκφράζει τον φόβο να χάσουμε τον εαυτό μας μέσα σε όσα δημιουργούμε. Μέσα σε κάθε δυστοπία υπάρχει σχεδόν πάντα ένας ήρωας. Είναι εκείνος που αντιστέκεται, που σηκώνει κεφάλι απέναντι σε ένα πανίσχυρο καθεστώς. Μπορεί να αποτύχει ή να θυσιαστεί, αλλά η παρουσία του είναι καταλυτική.

Ο Winston στο «1984», ο V στο «V for Vendetta», ο Neo στο «Matrix» – όλοι τους είναι φωνές αντίστασης. Ακόμη και αν το τέλος τους δεν είναι νικηφόρο, η πράξη τους μας θυμίζει ότι η δυστοπία δεν είναι αναπόφευκτη. Και ίσως αυτή η σπίθα ελπίδας είναι που κάνει αυτές τις ιστορίες τόσο γοητευτικές.

Γιατί όμως οι συγγραφείς και οι δημιουργοί επιστρέφουν ξανά και ξανά στα ίδια μοτίβα;

Μια εξήγηση είναι ιστορική, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, οι πόλεμοι, οι γενοκτονίες άφησαν ανεξίτηλα τραύματα στον 20ό αιώνα.

Μια άλλη εξήγηση είναι ψυχολογική, κάθε εποχή προβάλλει τους φόβους της πάνω στο μέλλον. Στον Ψυχρό Πόλεμο, η λογοτεχνία και το σινεμά μιλούσαν για πυρηνικό όλεθρο. Σήμερα, οι ίδιες ιστορίες μιλούν για παρακολούθηση, big data, κοινωνικά δίκτυα και τεχνητή νοημοσύνη.

Και ίσως στο τέλος υπάρχει μια πιο σκληρή αλήθεια. Ότι η ανθρωπότητα έχει την τάση να επαναλαμβάνει τα λάθη της, και η δυστοπία μάς το θυμίζει.

Το σημαντικότερο είναι να μην ξεχνάμε ότι η δυστοπία δεν γράφεται για να μας τρομάξει απλώς. Γράφεται για να μας προειδοποιήσει. Ο Orwell δεν ήθελε να μας πει ότι το 1984 θα συμβεί οπωσδήποτε, αλλά ότι μπορεί να συμβεί αν αφεθούμε στην αδιαφορία. Ο Huxley δεν περιέγραψε έναν κόσμο όπου θα καταδικαστούμε να ζούμε για πάντα, αλλά έναν καθρέφτη που δείχνει πώς η υπερκατανάλωση μπορεί να μας κοιμίσει. Η δυστοπία είναι στην πραγματικότητα η ελπίδα μεταμφιεσμένη σε εφιάλτη. Αν δούμε καθαρά πού μπορεί να οδηγηθεί η κοινωνία, ίσως βρούμε και τον τρόπο να αποφύγουμε τον γκρεμό.

Υπάρχει όμως και μια πιο απλή εξήγηση για την έλξη που νιώθουμε. Μας αρέσει να διαβάζουμε δυστοπίες γιατί μας βάζουν σε μια ασφαλή συνθήκη να εξερευνήσουμε τους μεγαλύτερους φόβους μας. Όπως απολαμβάνουμε μια ταινία τρόμου γνωρίζοντας ότι είμαστε ασφαλείς στον καναπέ μας, έτσι και η δυστοπία μας αφήνει να «παίξουμε» με την ιδέα της κατάρρευσης χωρίς να τη ζούμε πραγματικά.Το μέλλον δεν είναι προδιαγεγραμμένο. Οι δυστοπίες δεν είναι μαντείες, είναι καθρέφτες. Μας δείχνουν τι μπορεί να συμβεί αν αφήσουμε την απληστία, τον φόβο και την αδιαφορία να κυριαρχήσουν.

Ίσως, λοιπόν, ο λόγος που το μέλλον μοιάζει πάντα δυστοπικό είναι επειδή αυτές οι ιστορίες δεν μιλούν πραγματικά για το αύριο, αλλά για το σήμερα. Μιλούν για τις αγωνίες μας, για τις κοινωνικές ανισότητες και για τον τρόπο που η τεχνολογία επηρεάζει τη ζωή μας.

Και μέσα σε όλα αυτά, η δυστοπία κρατά κι ένα δώρο, την υπενθύμιση ότι υπάρχει πάντα χώρος για αντίσταση, ότι πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα πει «όχι». Και μέσα από αυτό το «όχι» μπορεί να γεννηθεί ξανά η ελπίδα.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…