Το εργαστήριο ονείρων στο ιατρικό κέντρο Μαϊμονίδη (Maimonides Medical Center) : Όταν οι επιστήμονες προσπάθησαν να μεταδώσουν εικόνες μέσα στα όνειρα. Μπορεί η ανθρώπινη συνείδηση να επικοινωνεί πέρα από τα όρια των αισθήσεων;


Το εργαστήριο ονείρων στο ιατρικό κέντρο Μαϊμονίδη (Maimonides Medical Center) : Όταν οι επιστήμονες προσπάθησαν να μεταδώσουν εικόνες μέσα στα όνειρα. Μπορεί η ανθρώπινη συνείδηση να επικοινωνεί πέρα από τα όρια των αισθήσεων;

 

Υπάρχουν ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά ακόμη και όταν η επιστήμη έχει αποκτήσει τα μέσα να εξετάσει με λεπτομέρεια τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Τι ακριβώς συμβαίνει όταν ονειρευόμαστε; Γιατί ο νους δημιουργεί εικόνες, πρόσωπα και καταστάσεις που μοιάζουν πραγματικές, ενώ το σώμα βρίσκεται σε κατάσταση ύπνου; Και είναι δυνατόν ορισμένες από αυτές τις εικόνες να σχετίζονται με πληροφορίες που δεν αποκτήσαμε ποτέ μέσω των γνωστών αισθήσεων; Για αιώνες, τα όνειρα συνδέθηκαν με προφητείες, θρησκευτικές εμπειρίες, κρυμμένες επιθυμίες και υποτιθέμενες επικοινωνίες μεταξύ ανθρώπων. Στα μέσα όμως του εικοστού αιώνα, μια ομάδα ερευνητών αποφάσισε να εξετάσει μία από τις πιο αμφιλεγόμενες αυτές ιδέες με τα εργαλεία της πειραματικής επιστήμης.

Στο Ιατρικό Κέντρο Μαϊμονίδη (Maimonides Medical Center), στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, ο ψυχίατρος Μόνταγκιου Ούλμαν (Montague Ullman) και ο ψυχολόγος Στάνλεϊ Κρίπνερ (Stanley Krippner) ανέπτυξαν ένα πρόγραμμα έρευνας που έμεινε γνωστό ως “Εργαστήριο Ονείρων του Μαϊμονίδη” (Maimonides Dream Laboratory). Η ιδέα ήταν ασυνήθιστη, ένας άνθρωπος θα κοιμόταν υπό εργαστηριακή παρακολούθηση, ενώ ένας άλλος, απομονωμένος από αυτόν, θα προσπαθούσε να του μεταδώσει νοητικά μια εικόνα. Οι ερευνητές θα κατέγραφαν τα όνειρα του κοιμώμενου και θα εξέταζαν εάν παρουσίαζαν μεγαλύτερη ομοιότητα με την επιλεγμένη εικόνα από όση θα αναμενόταν τυχαία.

Τα αποτελέσματα προκάλεσαν ενδιαφέρον, αλλά και έντονες αντιπαραθέσεις. Ορισμένες μελέτες ανέφεραν εντυπωσιακές αντιστοιχίες και στατιστικά σημαντικές αποκλίσεις, ενώ άλλες δεν κατάφεραν να αναπαραγάγουν τα ευρήματα. Η ιστορία του εργαστηρίου δεν αποτελεί επομένως μια αποδεδειγμένη περίπτωση τηλεπάθειας, αλλά μια πραγματική ερευνητική προσπάθεια που ανέδειξε τόσο τις δυνατότητες όσο και τα όρια της επιστημονικής διερεύνησης της ανθρώπινης συνείδησης.

Η ιστορία του εργαστηρίου συνδέεται με μια καθοριστική εξέλιξη στην επιστημονική μελέτη του ύπνου. Το 1953, οι Γιουτζίν Ασερίνσκι (Eugene Aserinsky) και Ναθάνιελ Κλάιτμαν (Nathaniel Kleitman) δημοσίευσαν την ανακάλυψη της σχέσης ανάμεσα στις ταχείες οφθαλμικές κινήσεις και την ονειρική δραστηριότητα. Η αναγνώριση του ύπνου ταχέων οφθαλμικών κινήσεων (Rapid Eye Movement – REM) επέτρεψε στους επιστήμονες να εντοπίζουν περιόδους κατά τις οποίες οι συμμετέχοντες ήταν ιδιαίτερα πιθανό να βιώνουν ζωντανά όνειρα. Αντί να βασίζονται αποκλειστικά στις αναμνήσεις του επόμενου πρωινού, μπορούσαν πλέον να ξυπνούν τους κοιμώμενους σε συγκεκριμένες στιγμές και να καταγράφουν αμέσως τις εμπειρίες τους.

Η δυνατότητα αυτή άνοιξε νέους δρόμους για την ψυχολογία και τη νευροεπιστήμη. Τα όνειρα, τα οποία μέχρι τότε εξετάζονταν κυρίως μέσα από προσωπικές αφηγήσεις και ψυχαναλυτικές ερμηνείες, μπορούσαν πλέον να μελετηθούν σε συνδυασμό με αντικειμενικές φυσιολογικές μετρήσεις. Για τον Ούλμαν, η εξέλιξη αυτή δημιουργούσε και μια ιδιαίτερη ευκαιρία. Εάν οι ιστορίες για τηλεπαθητικά όνειρα περιείχαν κάποιο πραγματικό φαινόμενο, ίσως μπορούσε να εξεταστεί μέσα σε ένα εργαστήριο, όπου η επιλογή των στόχων, ο χρόνος καταγραφής και η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων θα ήταν ελεγχόμενα.

Ο Ούλμαν ενδιαφερόταν ήδη από τη δεκαετία του 1950 για τις ασυνήθιστες εμπειρίες συνείδησης και την υποτιθέμενη τηλεπαθητική επικοινωνία. Είχε συμμετάσχει σε προκαταρκτικές προσπάθειες καταγραφής και σύγκρισης ονείρων, μεταξύ άλλων σε συνεργασία με τη Λόρα Ντέιλ (Laura Dale), η οποία συνδεόταν με την Αμερικανική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών (American Society for Psychical Research). Οι πρώτες αυτές δοκιμές είχαν σημαντικούς περιορισμούς. Η αναζήτηση ομοιοτήτων ανάμεσα σε πολλές προσωπικές αφηγήσεις μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε επιλεκτική αναγνώριση συμπτώσεων, ιδιαίτερα όταν οι ερευνητές γνωρίζουν εκ των προτέρων τα γεγονότα με τα οποία προσπαθούν να συνδέσουν ένα όνειρο.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, οι ερευνητικές προσπάθειες συνδέθηκαν επίσης με την Άιλιν Γκάρετ (Eileen J. Garrett), γνωστή για τη δραστηριότητά της στον χώρο της παραψυχολογίας και για την ίδρυση του Ιδρύματος Παραψυχολογίας (Parapsychology Foundation). Η Γκάρετ υποστήριξε οικονομικά σχετικές έρευνες και συμμετείχε σε προκαταρκτικές δοκιμές. Η ενθάρρυνση που προέκυψε από αυτές τις πρώτες προσπάθειες συνέβαλε στη συνέχιση του προγράμματος, χωρίς ωστόσο να αποτελεί ανεξάρτητη επιβεβαίωση της τηλεπάθειας.

Το Εργαστήριο Ονείρων του Μαϊμονίδη άρχισε να λειτουργεί το 1962. Δύο χρόνια αργότερα, το 1964, εντάχθηκε στην ερευνητική ομάδα ο Στάνλεϊ Κρίπνερ, ο οποίος ενδιαφερόταν για τα όνειρα, τη δημιουργικότητα, τις μεταβαλλόμενες καταστάσεις συνείδησης και τις εμπειρίες που θεωρούνταν ανεξήγητες. Η συνεργασία του με τον Ούλμαν συνέπεσε με μια εποχή έντονων πολιτισμικών και επιστημονικών αναζητήσεων. Η ψυχολογία διερευνούσε νέες προσεγγίσεις της ανθρώπινης εμπειρίας, ενώ η παραψυχολογία επιχειρούσε να αποκτήσει μεγαλύτερη αξιοπιστία μέσω ελεγχόμενων πειραμάτων, στατιστικών αναλύσεων και επιστημονικών δημοσιεύσεων.

Η βασική υπόθεση των δύο ερευνητών ήταν ότι ο ύπνος θα μπορούσε να διευκολύνει μια υποτιθέμενη μορφή εξωαισθητηριακής αντίληψης (Extrasensory Perception – ESP). Κατά την εγρήγορση, η προσοχή κατευθύνεται διαρκώς προς πληροφορίες του περιβάλλοντος. Στον ύπνο, αντίθετα, η συνειδητή επεξεργασία των εξωτερικών ερεθισμάτων μεταβάλλεται και ο νους παράγει αυθόρμητα εικόνες, συναισθήματα και αφηγηματικές ακολουθίες. Οι Ούλμαν και Κρίπνερ αναρωτήθηκαν εάν αυτή η κατάσταση θα μπορούσε να επιτρέψει την πρόσληψη πληροφοριών μέσω κάποιου άγνωστου μηχανισμού. Η υπόθεση δεν βασιζόταν σε αποδεδειγμένη νευροφυσιολογική λειτουργία, αλλά αποτελούσε ακριβώς το αντικείμενο που επιθυμούσαν να ελέγξουν.

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της προσέγγισής τους ήταν ότι δεν περιορίζονταν στην ερμηνεία ονείρων μετά την εμφάνιση κάποιου γεγονότος. Αντίθετα, επέλεγαν εκ των προτέρων συγκεκριμένες εικόνες, κατέγραφαν τα όνειρα πριν αποκαλυφθεί ο στόχος και επιχειρούσαν να συγκρίνουν τις πραγματικές αντιστοιχίες με εκείνες που θα προέκυπταν τυχαία. Με αυτόν τον τρόπο, μια ασαφής ιδέα μετατρεπόταν σε ερευνητική υπόθεση με μετρήσιμα αποτελέσματα.

Η καθημερινή λειτουργία του εργαστηρίου διέφερε σημαντικά από τις δημοφιλείς αναπαραστάσεις παραφυσικών ερευνών. Δεν υπήρχαν τελετουργίες, αντικείμενα πνευματισμού ή προσπάθειες επικοινωνίας με υπερφυσικές οντότητες. Υπήρχαν ηλεκτρόδια, συσκευές καταγραφής της εγκεφαλικής δραστηριότητας, ειδικά διαμορφωμένα δωμάτια, σφραγισμένοι φάκελοι, εικόνες έργων τέχνης και ερευνητές που παρακολουθούσαν την εξέλιξη του ύπνου. Το περιβάλλον είχε σχεδιαστεί ώστε να περιορίζει τις γνωστές μορφές επικοινωνίας μεταξύ των συμμετεχόντων και να επιτρέπει τη συστηματική καταγραφή των αποτελεσμάτων. Αν και τα πρωτόκολλα τροποποιήθηκαν αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του εργαστηρίου, η κεντρική τους λογική παρέμεινε σταθερή, η σύγκριση ενός άγνωστου οπτικού στόχου με το περιεχόμενο των ονείρων ενός ανθρώπου που δεν είχε δει την εικόνα.

Ο κοιμώμενος συμμετέχων, γνωστός ως δέκτης (receiver), τοποθετούνταν σε ειδικά εξοπλισμένο δωμάτιο. Στο κεφάλι και κοντά στα μάτια του προσαρμόζονταν ηλεκτρόδια, τα οποία επέτρεπαν την καταγραφή της ηλεκτρικής δραστηριότητας του εγκεφάλου μέσω ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος (Electroencephalogram – EEG) και των οφθαλμικών κινήσεων μέσω ηλεκτροοφθαλμογραφήματος (Electrooculogram – EOG). Οι συσκευές βοηθούσαν τους ερευνητές να αναγνωρίζουν τις περιόδους ύπνου REM, κατά τις οποίες η ανάκληση ζωντανών ονείρων είναι ιδιαίτερα συχνή. Ο κοιμώμενος δεν γνώριζε ποια εικόνα θα χρησιμοποιούνταν ως στόχος και δεν είχε πρόσβαση στο υλικό που θα παρατηρούσε ο δεύτερος συμμετέχων.

Σε διαφορετικό χώρο βρισκόταν ο αποστολέας (sender), ο άνθρωπος που θα επιχειρούσε να μεταδώσει νοητικά την εικόνα. Οι στόχοι επιλέγονταν τυχαία από συλλογές εικόνων, συχνά αναπαραγωγών έργων τέχνης, με έντονα χρώματα, χαρακτηριστικά σχήματα και συναισθηματικό περιεχόμενο. Οι ερευνητές θεωρούσαν ότι τέτοια στοιχεία θα μπορούσαν να αναγνωριστούν ευκολότερα μέσα σε μια ονειρική αφήγηση. Οι εικόνες φυλάσσονταν σε αδιαφανείς φακέλους και η επιλογή τους πραγματοποιούνταν σύμφωνα με διαδικασίες τυχαιοποίησης. Σε ορισμένα πρωτόκολλα ο αποστολέας βρισκόταν σε άλλο δωμάτιο του ίδιου κτιρίου, απομονωμένος από τον δέκτη. Το ζητούμενο ήταν να αποκλειστεί οποιαδήποτε συμβατική μεταφορά πληροφοριών.

Η χρονική οργάνωση δεν ήταν ίδια σε όλες τις μελέτες. Σε ορισμένες δοκιμές ο αποστολέας συγκεντρωνόταν στην εικόνα για μεγάλο μέρος της νύχτας, ενώ σε άλλες ειδοποιούνταν όταν ο κοιμώμενος εισερχόταν σε φάση REM. Τότε παρατηρούσε προσεκτικά την εικόνα και προσπαθούσε να σχηματίσει μια έντονη νοητική αναπαράσταση, με την πρόθεση να τη μεταδώσει στον δέκτη. Δεν υπήρχε κάποιος αποδεδειγμένος φυσικός μηχανισμός μέσω του οποίου αυτή η προσπάθεια θα μπορούσε να επηρεάσει τα όνειρα ενός άλλου ανθρώπου. Η διαδικασία βασιζόταν ακριβώς στην υπόθεση που οι ερευνητές ήθελαν να εξετάσουν, ότι ενδεχομένως υπήρχε μια άγνωστη μορφή επικοινωνίας.

Όταν οι καταγραφές έδειχναν ότι ο κοιμώμενος είχε ολοκληρώσει μια περίοδο REM, ένας ερευνητής τον ξυπνούσε και του ζητούσε να περιγράψει όσα θυμόταν. Οι αφηγήσεις μπορούσαν να περιλαμβάνουν πρόσωπα, τοπία, αντικείμενα, κινήσεις, χρώματα ή έντονα συναισθήματα. Συχνά ήταν αποσπασματικές, όπως συμβαίνει με τις περισσότερες ονειρικές αναμνήσεις. Οι περιγραφές καταγράφονταν σε μαγνητοταινίες και στη συνέχεια απομαγνητοφωνούνταν, ώστε να μπορούν να εξεταστούν ανεξάρτητα από τη ζωντανή διαδικασία του πειράματος. Σε ορισμένες μελέτες ζητούνταν επίσης από τους συμμετέχοντες να αναφέρουν συνειρμούς που τους προκαλούσε το περιεχόμενο των ονείρων τους.

Η τελική αξιολόγηση αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα στάδια. Ανεξάρτητοι κριτές λάμβαναν τις καταγεγραμμένες περιγραφές και μια σειρά πιθανών εικόνων, χωρίς να γνωρίζουν ποια είχε πραγματικά χρησιμοποιηθεί. Στη συνέχεια καλούνταν να εκτιμήσουν τον βαθμό ομοιότητας ανάμεσα σε κάθε όνειρο και κάθε εικόνα. Η μέθοδος αυτή, γνωστή ως τυφλή αξιολόγηση (blind judging), αποσκοπούσε στον περιορισμό της επιρροής που θα μπορούσε να προκύψει εάν οι κριτές γνώριζαν εκ των προτέρων τη σωστή απάντηση. Σε διαφορετικά πειράματα χρησιμοποιήθηκαν αριθμητικές κλίμακες, κατατάξεις εικόνων και άλλες διαδικασίες σύγκρισης.

Η ανάγκη αυτών των ελέγχων γίνεται κατανοητή εάν σκεφτούμε πόσο εύκολα μπορούμε να αναγνωρίσουμε ομοιότητες ανάμεσα σε δύο σύνθετες αφηγήσεις. Ένα όνειρο που περιλαμβάνει ανθρώπους να κινούνται σε έναν μεγάλο χώρο θα μπορούσε να συσχετιστεί με μια θεατρική παράσταση, έναν χορό, έναν σιδηροδρομικό σταθμό ή μια δημόσια συγκέντρωση. Όσο περισσότερα στοιχεία περιλαμβάνει μια αφήγηση, τόσο περισσότερες πιθανές συνδέσεις μπορούν να αναγνωριστούν. Οι ερευνητές επιχείρησαν να αντιμετωπίσουν αυτό το πρόβλημα συγκρίνοντας τις πραγματικές αντιστοιχίες με λανθασμένες, αλλά η αξιοπιστία των αποτελεσμάτων εξαρτιόταν από την ποιότητα της τυχαιοποίησης, την ανεξαρτησία των κριτών και την αποφυγή διαρροής πληροφοριών.

Μια χαρακτηριστική μελέτη δημοσιεύθηκε το 1969 στο επιστημονικό περιοδικό Perceptual and Motor Skills, με τίτλο «Telepathic Perception in the Dream State: Confirmatory Study Using EEG-EOG Monitoring Techniques». Ένας συμμετέχων που είχε επιλεγεί λόγω προηγούμενων ενθαρρυντικών αποτελεσμάτων παρέμεινε στο εργαστήριο για οκτώ νύχτες. Κάθε νύχτα χρησιμοποιήθηκε μια τυχαία επιλεγμένη εικόνα-στόχος, ενώ τρεις ανεξάρτητοι κριτές αξιολόγησαν τις αντιστοιχίες των οκτώ εικόνων με τις οκτώ καταγραφές ονείρων. Οι κριτές εξέτασαν τόσο τις πραγματικές όσο και τις λανθασμένες αντιστοιχίες, χρησιμοποιώντας αριθμητική κλίμακα. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, η στατιστική ανάλυση έδειξε σημαντική διαφορά υπέρ των πραγματικών στόχων, με τιμή p μικρότερη από 0,001.

Τον Μάρτιο του 1970, οι Ούλμαν και Κρίπνερ δημοσίευσαν στο American Journal of Psychiatry την εργασία «An Experimental Approach to Dreams and Telepathy: II. Report of Three Studies». Σε αυτήν παρουσίασαν τρεις μελέτες στις οποίες οι πραγματικές αντιστοιχίες μεταξύ εικόνων και ονείρων είχαν, σύμφωνα με την ανάλυσή τους, υψηλότερες βαθμολογίες από τις λανθασμένες. Η δημοσίευση σε καθιερωμένο επιστημονικό περιοδικό συνέβαλε στην προβολή του προγράμματος, αλλά δεν αποτελούσε από μόνη της απόδειξη της τηλεπάθειας. Τα ευρήματα έπρεπε να εξεταστούν σε συνδυασμό με την ποιότητα των πειραματικών ελέγχων και τη δυνατότητα ανεξάρτητης αναπαραγωγής τους.

Παρότι η ιστορική σημασία του εργαστηρίου συνδέεται κυρίως με τη μεθοδολογία του, ορισμένες από τις γνωστότερες περιπτώσεις προέρχονται από συγκεκριμένα όνειρα που φάνηκαν να παρουσιάζουν αξιοσημείωτες ομοιότητες με τις εικόνες-στόχους. Αυτές οι περιπτώσεις έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς στην παραψυχολογική βιβλιογραφία, επειδή προσέφεραν κάτι που οι στατιστικοί πίνακες δεν μπορούσαν να αποδώσουν με την ίδια αμεσότητα, μια ανθρώπινη αφήγηση στην οποία το περιεχόμενο ενός ονείρου φαινόταν να συνδέεται με μια εικόνα που ο κοιμώμενος δεν είχε δει. Ωστόσο, οι πιο εντυπωσιακές αντιστοιχίες αποτελούν επιλεγμένα παραδείγματα και δεν μπορούν να αντιπροσωπεύσουν το σύνολο των πειραμάτων.

Μία από τις γνωστότερες περιπτώσεις αφορούσε τον Γουίλιαμ Έρβιν (William Erwin), ψυχαναλυτή που συμμετείχε σε δύο σειρές δοκιμών. Σε μια νυχτερινή καταγραφή, ο Έρβιν περιέγραψε ένα όνειρο με ανθρώπους σε χώρο που του θύμιζε σχολική αίθουσα. Ανέφερε επίσης ένα μικρό κορίτσι που προσπαθούσε να χορέψει μαζί του. Η εικόνα-στόχος εκείνης της νύχτας ήταν η «Σχολή Χορού» (École de Danse) του Εντγκάρ Ντεγκά (Edgar Degas), στην οποία απεικονίζονται νεαρές χορεύτριες σε αίθουσα εκπαίδευσης μπαλέτου. Για τους ερευνητές, η συνύπαρξη των στοιχείων της σχολικής αίθουσας, των κοριτσιών και του χορού αποτελούσε αξιοσημείωτη αντιστοιχία.

Η συγκεκριμένη ιστορία είναι ενδιαφέρουσα επειδή επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες. Από τη μία πλευρά, η συνάντηση πολλών συναφών στοιχείων μπορεί να φαίνεται ασυνήθιστη, ιδιαίτερα όταν η εικόνα έχει επιλεγεί τυχαία και ο συμμετέχων δεν γνωρίζει το περιεχόμενό της. Από την άλλη, οι εικόνες των ονείρων είναι συχνά ασαφείς και μπορούν να συσχετιστούν με περισσότερα από ένα θέματα. Η αξιολόγηση επομένως δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην εντύπωση που δημιουργείται όταν γνωρίζουμε ήδη τη σωστή εικόνα. Χρειάζεται να εξεταστεί πώς βαθμολογήθηκε η αντιστοιχία σε σχέση με τους υπόλοιπους στόχους και πόσο συχνά εμφανίζονταν αντίστοιχες συμπτώσεις σε άλλες δοκιμές.

Μια δεύτερη γνωστή περίπτωση αφορούσε ένα όνειρο με αναφορές σε στύλους, γωνιώδη σχήματα, κίνηση και έναν αγώνα πυγμαχίας. Ο συμμετέχων περιέγραψε συνειρμούς σχετικούς με το Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν (Madison Square Garden), έναν χώρο συνδεδεμένο με μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις. Η εικόνα-στόχος ήταν το έργο «Ντέμπσι και Φίρπο» (Dempsey and Firpo) του Τζορτζ Μπέλοους (George Bellows), το οποίο απεικόνιζε μια διάσημη αναμέτρηση πυγμαχίας του 1923. Η αντιστοιχία θεωρήθηκε εντυπωσιακή λόγω της συγκεκριμένης αναφοράς στο άθλημα. Υπήρχε, ωστόσο, και μια ανακρίβεια, ο πραγματικός αγώνας είχε πραγματοποιηθεί στο Πόλο Γκράουντς (Polo Grounds) της Νέας Υόρκης και όχι στο Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν.

Οι δύο αυτές περιπτώσεις αναδεικνύουν την κεντρική δυσκολία της αξιολόγησης. Τα όνειρα δεν αποτελούν συνήθως πιστές αναπαραγωγές εικόνων, αλλά σύνθετες ακολουθίες συνειρμών, στις οποίες μπορεί να συνυπάρχουν σχετικά και άσχετα στοιχεία. Επιπλέον, οι εικόνες που επέλεγαν οι ερευνητές ήταν συχνά έργα τέχνης με πλούσιο περιεχόμενο και πολλαπλά ερμηνευτικά επίπεδα. Μια σκηνή σύγκρουσης μπορεί να συνδεθεί με φόβο, επιθετικότητα ή ανταγωνισμό, ακόμη και όταν τα πρόσωπα και τα αντικείμενα διαφέρουν. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αντιστοιχία είναι άνευ σημασίας, αλλά ότι απαιτείται προσεκτική αξιολόγηση πριν αποδοθεί σε άγνωστο μηχανισμό επικοινωνίας.

Η έρευνα δεν περιορίστηκε στις δοκιμές με έναν αποστολέα και έναν κοιμώμενο δέκτη. Το 1970 πραγματοποιήθηκαν πειράματα που συνέδεσαν το εργαστήριο με τη μουσική αντικουλτούρα της εποχής και ειδικότερα με συναυλίες των Grateful Dead. Οι ερευνητές θέλησαν να εξετάσουν εάν ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων, συγκεντρωμένων στον ίδιο χώρο, θα μπορούσε να επηρεάσει τα όνειρα ενός απομακρυσμένου συμμετέχοντα. Κατά τη διάρκεια συναυλιών, εικόνες προβάλλονταν στο κοινό, το οποίο καλούνταν να συγκεντρωθεί σε αυτές και να επιχειρήσει να τις μεταδώσει νοητικά στον Μάλκολμ Μπέσεντ (Malcolm Bessent), που κοιμόταν στο εργαστήριο του Μαϊμονίδη, σε απόσταση περίπου 72 χιλιομέτρων.

Στις δοκιμές συμμετείχε επίσης ως δέκτης ελέγχου η Φελίσια Παρίζ (Felicia Parise), η οποία κοιμόταν στο σπίτι της και ξυπνούσε περιοδικά για να καταγράψει τις εμπειρίες της. Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα αποτελέσματα του Μπέσεντ ήταν στατιστικά σημαντικά, ενώ εκείνα της Παρίζ δεν ήταν. Δεν προέκυψε, ωστόσο, σαφής ένδειξη ότι η συμμετοχή πολλών αποστολέων ενίσχυε το υποτιθέμενο φαινόμενο σε σύγκριση με τις συνηθισμένες δοκιμές. Η συνεργασία ενός νοσοκομειακού εργαστηρίου με μια μεγάλη συναυλιακή εκδήλωση αντανακλούσε το κλίμα μιας εποχής κατά την οποία η μελέτη της συνείδησης συνδεόταν με τη μουσική, την ψυχεδελική κουλτούρα και την αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων αντίληψης της πραγματικότητας.

Οι αφηγήσεις αυτές συνέβαλαν στη φήμη του εργαστηρίου. Για τους υποστηρικτές της παραψυχολογίας, αποτελούσαν ενδείξεις ότι τα όνειρα ίσως μπορούσαν να περιέχουν πληροφορίες που δεν είχαν αποκτηθεί με συμβατικό τρόπο. Για τους επικριτές, αναδείκνυαν τους κινδύνους της επιλεκτικής παρουσίασης των πιο εντυπωσιακών αποτελεσμάτων. Ανάμεσα σε αυτές τις ερμηνείες βρισκόταν το ουσιαστικό επιστημονικό ερώτημα, μπορούσαν οι υποτιθέμενες επιτυχίες να εμφανιστούν επανειλημμένα, υπό αυστηρότερες συνθήκες και από ανεξάρτητους ερευνητές;

Καθώς τα πειράματα του Μαϊμονίδη αποκτούσαν δημοσιότητα, το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε σταδιακά από τις μεμονωμένες εντυπωσιακές περιπτώσεις προς την αξιολόγηση του συνολικού ερευνητικού προγράμματος. Το βασικό ζήτημα δεν ήταν πλέον εάν κάποιος είχε ονειρευτεί μια εικόνα που έμοιαζε με έναν κρυμμένο στόχο, αλλά εάν οι πραγματικές αντιστοιχίες εμφανίζονταν συστηματικά συχνότερα από τις τυχαίες. Οι Ούλμαν και Κρίπνερ υποστήριξαν ότι τα αποτελέσματά τους παρείχαν ενδείξεις για την ύπαρξη ενός ασυνήθιστου φαινομένου. Η ερμηνεία αυτή συνάντησε αντιρρήσεις από ερευνητές που θεωρούσαν ότι η πολυπλοκότητα των διαδικασιών, η επιλογή των συμμετεχόντων και οι δυσκολίες της στατιστικής αξιολόγησης δεν επέτρεπαν ασφαλή συμπεράσματα για την ύπαρξη τηλεπάθειας.

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα ήταν η διαφοροποίηση των πειραματικών πρωτοκόλλων. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του εργαστηρίου χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικοί συμμετέχοντες, διαφορετικές διαδικασίες επιλογής εικόνων και διαφορετικοί τρόποι αξιολόγησης των ονείρων. Ορισμένες μελέτες περιλάμβαναν ανθρώπους που είχαν επιλεγεί λόγω προηγούμενων ενθαρρυντικών αποτελεσμάτων, ενώ άλλες βασίζονταν σε εθελοντές χωρίς αντίστοιχο ιστορικό. Σε ορισμένες δοκιμές εξεταζόταν η τηλεπάθεια, ενώ σε άλλες η διόραση (clairvoyance) ή η πρόγνωση μελλοντικών γεγονότων (precognition). Αυτή η ποικιλία επέτρεπε τη διερεύνηση διαφορετικών υποθέσεων, αλλά δυσκόλευε τη συνολική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.

Το πρόβλημα της αναπαραγωγής εμφανίστηκε ήδη κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του εργαστηρίου. Το 1971, οι Ε. Μπελβεντέρε (E. Belvedere) και Ντέιβιντ Φούλκς (David Foulkes) δημοσίευσαν στο περιοδικό Perceptual and Motor Skills την εργασία «Telepathy and Dreams: A Failure to Replicate». Η προσπάθειά τους δεν επιβεβαίωσε τα προηγούμενα θετικά αποτελέσματα. Το γεγονός αυτό είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ανεξάρτητη αναπαραγωγή αποτελεί βασικό κριτήριο επιστημονικής αξιοπιστίας. Ένα αποτέλεσμα μπορεί να είναι εντυπωσιακό, αλλά εάν εμφανίζεται μόνο υπό συγκεκριμένες συνθήκες ή σε ένα συγκεκριμένο εργαστήριο, η γενικότητά του παραμένει αβέβαιη.

Η αποτυχία αναπαραγωγής τροφοδότησε περαιτέρω αντιπαραθέσεις. Ο Βρετανός ψυχολόγος και επικριτής της παραψυχολογίας Σ. Ε. Μ. Χάνσελ (C. E. M. Hansel) εξέφρασε επιφυλάξεις σχετικά με την επάρκεια των ελέγχων σε ορισμένες επιτυχημένες σειρές πειραμάτων. Από την άλλη πλευρά, υποστηρικτές των αρχικών ερευνών αντέτειναν ότι κάποιες κριτικές βασίζονταν σε ανακριβείς περιγραφές των πρωτοκόλλων. Η διαφωνία δεν αφορούσε μόνο την ερμηνεία των αποτελεσμάτων, αλλά και το εάν οι μεταγενέστερες δοκιμές ήταν πραγματικά συγκρίσιμες με εκείνες του Μαϊμονίδη.

Το 2003, οι Σάιμον Σέργουντ (Simon Sherwood) και Κρις Ρόου (Chris Roe) επανεξέτασαν τη σχετική βιβλιογραφία. Εντόπισαν έξι μελέτες άλλων εργαστηρίων, της ίδιας περίπου περιόδου, που χρησιμοποιούσαν παρακολούθηση του ύπνου και αφυπνίσεις κατά τη φάση REM. Μόνο μία είχε παρουσιάσει στατιστικά σημαντικό αποτέλεσμα. Οι συγγραφείς επισήμαναν, ωστόσο, ότι οι μεθοδολογικές διαφορές περιόριζαν τη δυνατότητα άμεσης σύγκρισης. Για τους επικριτές, η απουσία συνεπούς ανεξάρτητης επιβεβαίωσης παρέμενε σοβαρό πρόβλημα. Για τους υποστηρικτές, η δυσκολία αναπαραγωγής ενός σύνθετου και δαπανηρού εργαστηριακού περιβάλλοντος αποτελούσε έναν παράγοντα που έπρεπε επίσης να ληφθεί υπόψη.

Η συζήτηση συνεχίστηκε μέσα από μεταγενέστερες συγκεντρωτικές αναλύσεις. Σε ενημερωμένη ανασκόπηση του 2013, οι Σέργουντ και Ρόου ανέφεραν μέγεθος επίδρασης (effect size) r = 0,33 για τις μελέτες του Μαϊμονίδη και r = 0,14 για τις μεταγενέστερες. Σύμφωνα με την ερμηνεία τους, τα δεδομένα παρουσίαζαν στατιστικές αποκλίσεις από την τυχαία προσδοκία. Ωστόσο, η διαφορά ανάμεσα στις δύο ομάδες μελετών, οι μεταβολές των πρωτοκόλλων και οι μεθοδολογικοί περιορισμοί εξακολουθούσαν να δυσκολεύουν την εξαγωγή οριστικών συμπερασμάτων.

Η διάκριση μεταξύ στατιστικής συσχέτισης και αιτιώδους εξήγησης βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της ιστορίας. Ένα στατιστικά σημαντικό αποτέλεσμα υποδηλώνει ότι τα παρατηρούμενα δεδομένα θα ήταν σχετικά ασυνήθιστα υπό ένα συγκεκριμένο στατιστικό μοντέλο και τις παραδοχές του. Δεν σημαίνει ότι έχει αποδειχθεί η εναλλακτική υπόθεση, ούτε ότι έχουν αποκλειστεί όλες οι πιθανές πηγές σφάλματος. Στην περίπτωση του Μαϊμονίδη, η διαφορά ανάμεσα στο συμπέρασμα ότι «οι περιγραφές των ονείρων αξιολογήθηκαν ως περισσότερο συναφείς με τους πραγματικούς στόχους» και στο συμπέρασμα ότι «οι άνθρωποι επικοινωνούν τηλεπαθητικά κατά τη διάρκεια του ύπνου» είναι ουσιαστική.

Το Εργαστήριο Ονείρων του Μαϊμονίδη έκλεισε το 1978, όταν εξαντλήθηκε η χρηματοδότησή του. Η παύση της λειτουργίας του δεν σήμαινε ότι οι επιστημονικές διαφωνίες είχαν επιλυθεί. Αντίθετα, τα αποτελέσματα συνέχισαν να επανεξετάζονται και να χρησιμοποιούνται ως σημείο αναφοράς στις συζητήσεις γύρω από την πειραματική παραψυχολογία. Η πολυπλοκότητα και το κόστος της εργαστηριακής παρακολούθησης του ύπνου συνέβαλαν στη στροφή ορισμένων ερευνητών προς απλούστερες μεθόδους, όπως τα πειράματα Γκάντσφελντ (Ganzfeld Experiments), τα οποία εξέτασαν συναφή ερωτήματα για την υποτιθέμενη εξωαισθητηριακή αντίληψη υπό συνθήκες αισθητηριακής ομογενοποίησης.

Περισσότερα για τα Ganzfeld Experiments εδώ -> Ganzfeld Experiments: Μπορεί ένας άνθρωπος να μεταδώσει πληροφορίες σε έναν άλλο χωρίς τη μεσολάβηση των γνωστών αισθήσεων; <-

Η ιστορική κληρονομιά του εργαστηρίου είναι επομένως σύνθετη. Δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως επιτυχημένη απόδειξη της τηλεπάθειας, αλλά ούτε και να περιοριστεί σε μια απλή συλλογή παράξενων ιστοριών. Αποτέλεσε μια πραγματική ερευνητική προσπάθεια, με συγκεκριμένα πρωτόκολλα, καταγεγραμμένα αποτελέσματα, επιστημονικές δημοσιεύσεις και ουσιαστική κριτική. Παράλληλα, ανέδειξε τις δυσκολίες που εμφανίζονται όταν επιχειρούμε να μετατρέψουμε μια βαθιά υποκειμενική εμπειρία σε αντικείμενο αντικειμενικής μέτρησης.

Περισσότερο από μισό αιώνα μετά τα πρώτα πειράματα του Μαϊμονίδη, η ιστορία του εργαστηρίου εξακολουθεί να προκαλεί ενδιαφέρον επειδή βρίσκεται ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς τρόπους κατανόησης της ανθρώπινης εμπειρίας. Από τη μία πλευρά υπάρχει η προσωπική αίσθηση ότι ορισμένα όνειρα περιέχουν κάτι περισσότερο από τυχαίες εικόνες και αναμνήσεις. Από την άλλη βρίσκεται η επιστημονική απαίτηση κάθε ισχυρισμός να μπορεί να εξεταστεί με σαφείς διαδικασίες, ανεξάρτητους ελέγχους και επαναλήψιμα αποτελέσματα. Η προσωπική εμπειρία μπορεί να αποτελέσει αφετηρία ενός ερευνητικού ερωτήματος, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να καθορίσει την απάντηση.

Οι Ούλμαν και Κρίπνερ προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια γέφυρα ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους. Χρησιμοποίησαν τα διαθέσιμα εργαλεία της εποχής τους για να καταγράψουν τον ύπνο, να απομονώσουν τους συμμετέχοντες, να επιλέξουν τυχαίους στόχους και να αξιολογήσουν τις ονειρικές αφηγήσεις. Ορισμένα αποτελέσματα υπήρξαν αρκετά ενδιαφέροντα ώστε να οδηγήσουν σε επιστημονικές δημοσιεύσεις και μεταγενέστερες αναλύσεις. Ωστόσο, η απουσία σταθερής ανεξάρτητης αναπαραγωγής και οι συνεχιζόμενες μεθοδολογικές διαφωνίες δεν επιτρέπουν να θεωρήσουμε ότι η τηλεπάθεια των ονείρων έχει αποδειχθεί.

Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο να είναι ότι τα ίδια τα όνειρα εξακολουθούν να αποτελούν ένα εξαιρετικά σύνθετο πεδίο έρευνας. Γνωρίζουμε ότι σχετίζονται με τη μνήμη, τα συναισθήματα, την επεξεργασία εμπειριών και τη λειτουργία του εγκεφάλου κατά τη διάρκεια του ύπνου. Εξακολουθούν, όμως, να υπάρχουν ερωτήματα για τον ακριβή ρόλο τους και για τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται οι συχνά παράξενες αφηγηματικές τους δομές. Η ύπαρξη αυτών των ανοιχτών ερωτημάτων δεν αποτελεί ένδειξη ότι τα όνειρα διαθέτουν παραφυσικές ιδιότητες. Υπενθυμίζει, όμως, ότι η επιστημονική κατανόηση της ανθρώπινης συνείδησης συνεχίζει να εξελίσσεται.

Το Εργαστήριο Ονείρων του Μαϊμονίδη άφησε πίσω του μια ιδιαίτερη ιστορική παρακαταθήκη: την προσπάθεια να εξεταστεί μια εξαιρετικά αμφιλεγόμενη υπόθεση με τα εργαλεία της πειραματικής έρευνας. Ανάμεσα στις εικόνες των έργων τέχνης, τις καταγραφές των ηλεκτροεγκεφαλογραφημάτων και τις αποσπασματικές αφηγήσεις των κοιμώμενων συμμετεχόντων, οι ερευνητές αναζήτησαν ένα πιθανό ίχνος επικοινωνίας πέρα από τις γνωστές αισθήσεις. Δεν κατάφεραν να προσφέρουν μια οριστική και ευρέως αποδεκτή απόδειξη. Κατάφεραν, ωστόσο, να δημιουργήσουν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά επεισόδια στην ιστορία της πειραματικής παραψυχολογίας.

Και ίσως εδώ βρίσκεται το βαθύτερο ερώτημα που αφήνει ανοιχτό αυτή η ιστορία, όταν δύο άγνωστες μεταξύ τους εικόνες φαίνεται να συναντιούνται μέσα σε ένα ανθρώπινο όνειρο, παρατηρούμε μια ασυνήθιστη μορφή επικοινωνίας ή την εκπληκτική ικανότητα του ανθρώπινου νου να ανακαλύπτει συνδέσεις ακόμη και μέσα στην τυχαιότητα;

Η απάντηση δεν βρίσκεται στην εντύπωση που δημιουργεί μια μεμονωμένη σύμπτωση, αλλά στην υπομονετική, αυστηρή και επαναλαμβανόμενη εξέταση των στοιχείων. Και αυτή ακριβώς είναι η διαφορά ανάμεσα σε ένα ανεξήγητο περιστατικό και σε ένα επιστημονικό πρόβλημα που εξακολουθεί να αξίζει την προσοχή μας.

 



Βασικές πηγές και βιβλιογραφία

Ίσως σας ενδιαφέρουν…