Ποιος έβαλε την Μπέλα στη φτελιά; Ένας ανεξιχνίαστος θάνατος, ένα μυστηριώδες μήνυμα και μια άγνωστη γυναίκα. Ποια αλήθεια κρύβεται πίσω από τον θρύλο;

Ποιος έβαλε την Μπέλα στη φτελιά; Ένας ανεξιχνίαστος θάνατος, ένα μυστηριώδες μήνυμα και μια άγνωστη γυναίκα. Ποια αλήθεια κρύβεται πίσω από τον θρύλο;
Στις 18 Απριλίου 1943, τέσσερα αγόρια ανακάλυψαν ένα ανθρώπινο κρανίο μέσα σε μια κοίλη φτελιά, στο δάσος Χάγκλεϊ της Αγγλίας. Η αστυνομία εντόπισε τα λείψανα μιας άγνωστης γυναίκας, αλλά δεν κατάφερε να ανακαλύψει ποια ήταν. Έναν χρόνο αργότερα, ένα ανώνυμο μήνυμα εμφανίστηκε στους τοίχους της περιοχής, θέτοντας μια ερώτηση που εξακολουθεί να απασχολεί ερευνητές και ιστορικούς, «Ποιος έβαλε την Μπέλα στη φτελιά;».
Από τις σκιές της κατασκοπείας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τις θεωρίες περί αποκρυφιστικών τελετουργιών, η υπόθεση εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο παράξενα ανεξιχνίαστα εγκλήματα της βρετανικής ιστορίας. Πίσω όμως από τις θεωρίες, τα συνθήματα και τις μεταγενέστερες αφηγήσεις, παραμένει το σημαντικότερο ερώτημα, ποια ήταν πραγματικά η γυναίκα που ο κόσμος έμαθε να αποκαλεί Μπέλα;
Την άνοιξη του 1943, η Μεγάλη Βρετανία βρισκόταν σε μια από τις πιο κρίσιμες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας της. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε ήδη μεταβάλει βαθιά την καθημερινότητα των κατοίκων, ιδιαίτερα στις βιομηχανικές περιοχές της κεντρικής Αγγλίας. Οι πόλεις των Δυτικών Μίντλαντς (West Midlands) αποτελούσαν σημαντικά κέντρα παραγωγής στρατιωτικού εξοπλισμού, μηχανημάτων και αεροπορικών εξαρτημάτων, ενώ η παρουσία στρατιωτών, εργατών, προσφύγων και ανθρώπων που μετακινούνταν υπό έκτακτες συνθήκες είχε δημιουργήσει μια κοινωνία διαφορετική από εκείνη των προηγούμενων δεκαετιών. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η εξαφάνιση ενός ανθρώπου μπορούσε να χαθεί ανάμεσα σε χιλιάδες μετακινήσεις, ανεπαρκώς καταγεγραμμένες αλλαγές κατοικίας και οικογένειες που είχαν χωριστεί εξαιτίας του πολέμου.
Λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη Στάουρμπριτζ (Stourbridge), στο Γούστερσιρ (Worcestershire), βρισκόταν το δάσος Χάγκλεϊ (Hagley Wood), μια περιοχή με πυκνή βλάστηση, μονοπάτια και παλαιά δέντρα. Το δάσος ανήκε στην ιδιωτική έκταση του Χάγκλεϊ Χολ (Hagley Hall), όμως αυτό δεν εμπόδιζε ορισμένους κατοίκους των γειτονικών περιοχών, ιδιαίτερα νεαρά παιδιά, να περιπλανώνται στα όριά του.
Στις 18 Απριλίου 1943, τέσσερα αγόρια μπήκαν στην περιοχή αναζητώντας φωλιές πουλιών. Οι αφηγήσεις της υπόθεσης αναφέρουν τα ονόματα Μπομπ Φάρμερ (Bob Farmer), Ρόμπερτ Χαρτ (Robert Hart), Τόμας Γουίλετς (Thomas Willetts) και Φρεντ Πέιν (Fred Payne), αν και ορισμένες λεπτομέρειες των μεταγενέστερων περιγραφών παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις. Εκείνο που παραμένει σταθερό στις ιστορικές καταγραφές είναι ότι η ανακάλυψή τους υπήρξε εντελώς απροσδόκητη.
Κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής τους, τα παιδιά πλησίασαν μια μεγάλη ορεινή φτελιά (wych elm), της οποίας ο κορμός παρουσίαζε μια βαθιά κοιλότητα. Η συγκεκριμένη ποικιλία δέντρου, γνωστή επιστημονικά ως Ulmus glabra, μπορεί να αναπτύξει μεγάλες διαστάσεις και, όταν ο εσωτερικός κορμός υποστεί φθορά, να δημιουργήσει κενά που δεν είναι πάντοτε ορατά από απόσταση.Ένα από τα αγόρια προσπάθησε να εξετάσει την κοιλότητα, πιθανότατα θεωρώντας ότι αποτελούσε κατάλληλο σημείο για φωλιά. Αντί όμως να ανακαλύψει αυγά ή κάποιο μικρό ζώο, αντίκρισε ένα ανθρώπινο κρανίο, με υπολείμματα μαλλιών και δόντια που καθιστούσαν σαφές ότι δεν επρόκειτο για συνηθισμένα ζωικά οστά.
Η αντίδραση των παιδιών ήταν αρχικά η φυγή. Γνώριζαν ότι βρίσκονταν σε ιδιωτική έκταση χωρίς άδεια και φοβήθηκαν τις συνέπειες της παρουσίας τους εκεί. Σύμφωνα με τις γνωστότερες αφηγήσεις, το κρανίο τοποθετήθηκε ξανά στο εσωτερικό του δέντρου και τα αγόρια επέστρεψαν στα σπίτια τους, συμφωνώντας να μη μιλήσουν για όσα είχαν δει. Ωστόσο, η ανακάλυψη ήταν πολύ σοβαρή για να παραμείνει μυστική. Ένα από τα παιδιά ενημέρωσε τελικά την οικογένειά του, με αποτέλεσμα να ειδοποιηθεί η αστυνομία και να ξεκινήσει η έρευνα που θα έκανε το δάσος Χάγκλεϊ γνωστό σε ολόκληρη τη χώρα.
Όταν οι αστυνομικοί έφτασαν στο σημείο, διαπίστωσαν ότι το κρανίο αποτελούσε μέρος ενός σχεδόν πλήρους ανθρώπινου σκελετού. Τα λείψανα βρίσκονταν μέσα στον κοίλο κορμό, μαζί με υπολείμματα γυναικείων ενδυμάτων, ένα δαχτυλίδι και παπούτσια. Η αναζήτηση στην ευρύτερη περιοχή οδήγησε στον εντοπισμό επιπλέον οστών, μεταξύ των οποίων οστά από ένα χέρι. Το σώμα δεν είχε απλώς βρεθεί κοντά σε ένα δέντρο, όπως θα μπορούσε να συμβεί σε μια τυχαία κατάρρευση ή σε έναν θάνατο από φυσικά αίτια κατά τη διάρκεια μιας περιπλάνησης. Είχε τοποθετηθεί μέσα στον κορμό, σε μια θέση που έμοιαζε να έχει επιλεγεί για να παραμείνει κρυμμένο.
Αυτή η λεπτομέρεια δημιούργησε από την αρχή ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα της υπόθεσης. Ποιος γνώριζε την ύπαρξη της κοιλότητας; Ήταν το δέντρο μια τυχαία επιλογή ή αποτελούσε προσεκτικά επιλεγμένη κρυψώνα; Η ορατότητα της κοιλότητας δεν ήταν τέτοια ώστε να μπορεί κανείς να υποθέσει με βεβαιότητα ότι ένας περαστικός θα την εντόπιζε εύκολα. Επομένως, οι ερευνητές εξέτασαν την πιθανότητα ο άνθρωπος που έκρυψε το σώμα να γνώριζε την περιοχή. Η υπόθεση αυτή δεν αποδείχθηκε ποτέ, αλλά προσέφερε μια πρώτη ένδειξη ότι η μεταφορά και η απόκρυψη του θύματος ίσως δεν ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας απόφασης.
Υπήρχε και μια ακόμη πληροφορία, καταγεγραμμένη στην ιστορική παρουσίαση των αρχείων του Γούστερσιρ, η οποία προσέθετε ένα παράξενο στοιχείο στο χρονικό. Το 1941 είχαν αναφερθεί κραυγές από την περιοχή του δάσους. Είχε πραγματοποιηθεί έρευνα, χωρίς όμως να εντοπιστεί κάτι ύποπτο, και οι ήχοι είχαν αποδοθεί σε αλεπούδες.
Όταν δύο χρόνια αργότερα βρέθηκε το σώμα της άγνωστης γυναίκας, ορισμένοι αναρωτήθηκαν αν οι κραυγές συνδέονταν με τον θάνατό της. Καμία τέτοια σύνδεση δεν τεκμηριώθηκε. Η χρονική σύμπτωση, ωστόσο, ενίσχυσε την αίσθηση ότι το δάσος ίσως είχε υπάρξει τόπος ενός εγκλήματος το οποίο κανείς δεν είχε αναγνωρίσει τη στιγμή που συνέβαινε.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν ήταν τελικά η ανακάλυψη των οστών, αλλά η συνειδητοποίηση ότι το θύμα μπορούσε να βρίσκεται εκεί επί μήνες ή και χρόνια χωρίς να το έχει αναζητήσει κανείς με τρόπο που να οδηγήσει στην αναγνώρισή του. Μια γυναίκα είχε εξαφανιστεί από τον κόσμο των ζωντανών, είχε τοποθετηθεί μέσα σε ένα δέντρο και είχε παραμείνει άγνωστη μέχρι τη στιγμή που τέσσερα παιδιά αποφάσισαν να εξετάσουν μια κοιλότητα. Η τύχη είχε αποκαλύψει την ύπαρξη του σώματος, αλλά δεν είχε αποκαλύψει ούτε την ταυτότητα ούτε την ιστορία του ανθρώπου που βρισκόταν μέσα σε αυτό.
Την εξέταση των λειψάνων ανέλαβε ο καθηγητής Τζέιμς Γουέμπστερ (James Webster), ο οποίος εργαζόταν στο πλαίσιο της ιατροδικαστικής υπηρεσίας του Μπέρμιγχαμ (Birmingham). Η έρευνα είχε να αντιμετωπίσει ένα δύσκολο πρόβλημα, το σώμα βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο αποσύνθεσης και τα στοιχεία που μπορούσαν να αξιοποιηθούν ήταν περιορισμένα. Παρά τα εμπόδια, η ιατροδικαστική εξέταση επέτρεψε τη δημιουργία ενός βασικού ανθρωπολογικού προφίλ.
Το θύμα ήταν γυναίκα, πιθανότατα περίπου 35 ετών, με ύψος κοντά στα 152 εκατοστά, καστανά μαλλιά και χαρακτηριστικές ανωμαλίες στη διάταξη των κάτω δοντιών. Υπήρχαν επίσης ενδείξεις ότι ενδεχομένως είχε γεννήσει στο παρελθόν, αν και η συγκεκριμένη εκτίμηση δεν ήταν απολύτως ασφαλής.
Η χρονική τοποθέτηση του θανάτου αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της εξέτασης. Ο Γουέμπστερ εκτίμησε ότι η γυναίκα είχε πεθάνει περίπου δεκαοκτώ μήνες έως δύο χρόνια πριν από την ανακάλυψη των λειψάνων. Αυτό οδηγούσε την έρευνα προς το 1941, μια περίοδο κατά την οποία η Βρετανία βρισκόταν υπό συνεχή πολεμική πίεση. Η εκτίμηση δεν μπορούσε να προσδιορίσει συγκεκριμένη ημέρα ή μήνα, όμως περιόριζε σημαντικά το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο οι αστυνομικοί έπρεπε να αναζητήσουν πιθανές εξαφανίσεις.
Η ενδυμασία της γυναίκας αποτέλεσε ιδιαίτερο αντικείμενο εξέτασης. Τα σωζόμενα στοιχεία περιέγραφαν μια μουσταρδί φούστα, μια μπλε και κίτρινη ριγέ ζακέτα, μια ανοιχτόχρωμη μπλε ζώνη, ένα ροδακινί μεσοφόρι από ταφτά και μπλε παπούτσια με σόλες από κρεπ. Βρέθηκε επίσης ένα δαχτυλίδι που έμοιαζε με βέρα. Η παρουσία του τελευταίου μπορούσε να υποδηλώνει ότι η γυναίκα ήταν παντρεμένη, αλλά δεν αποτελούσε απόδειξη οικογενειακής κατάστασης. Θα μπορούσε να είναι προσωπικό κόσμημα, αντικείμενο συναισθηματικής αξίας ή ακόμη και κάτι που δεν της ανήκε αρχικά. Κανένα από τα αντικείμενα δεν περιείχε πληροφορίες ικανές να οδηγήσουν σε άμεση ταυτοποίηση.
Οι αστυνομικοί έδωσαν ιδιαίτερη προσοχή στην οδοντοστοιχία, επειδή η διάταξη των δοντιών παρουσίαζε χαρακτηριστικά που ενδεχομένως θα μπορούσε να αναγνωρίσει κάποιος οδοντίατρος. Πληροφορίες διανεμήθηκαν σε αστυνομικές υπηρεσίες και δημοσιεύθηκαν ανακοινώσεις σε οδοντιατρικά περιοδικά της εποχής. Παράλληλα, οι ερευνητές δημιούργησαν ένα ομοίωμα με περούκα και αντίγραφα των ενδυμάτων της νεκρής, προσπαθώντας να αναπαραστήσουν την εμφάνισή της και να προκαλέσουν την αναγνώρισή της από κάποιον συγγενή, γνωστό ή συνάδελφο. Η μέθοδος μπορεί σήμερα να φαίνεται πρωτόγονη, αλλά στις αρχές της δεκαετίας του 1940 αποτελούσε μια από τις λίγες πρακτικές δυνατότητες που διέθεταν οι αρχές για την αναγνώριση ενός αγνώστου σώματος.
Η έρευνα στράφηκε επίσης προς καταλόγους εξαφανισμένων γυναικών. Εξετάστηκαν αναφορές από την περιοχή και από άλλα μέρη της χώρας, όμως καμία δεν ταίριαξε με ασφάλεια στα ευρήματα. Το γεγονός αυτό ήταν εξαιρετικά δύσκολο να ερμηνευτεί. Θα μπορούσε να σημαίνει ότι η γυναίκα δεν είχε δηλωθεί ποτέ ως αγνοούμενη, ότι είχε χρησιμοποιήσει διαφορετικό όνομα, ότι προερχόταν από άλλη περιοχή ή ακόμη ότι οι άνθρωποι που γνώριζαν την εξαφάνισή της είχαν αποδεχτεί κάποια άλλη εξήγηση για την απουσία της. Μέσα στις συνθήκες του πολέμου, καθεμία από αυτές τις πιθανότητες ήταν νοητή, αλλά καμία δεν μπορούσε να επιβεβαιωθεί.
Το πιο σημαντικό ιατροδικαστικό εύρημα αφορούσε ένα κομμάτι υφάσματος που είχε εντοπιστεί μέσα στο στόμα της γυναίκας. Σύμφωνα με την αρχική ερμηνεία, το ύφασμα μπορούσε να έχει χρησιμοποιηθεί για να τη φιμώσει και ενδεχομένως να είχε προκαλέσει ασφυξία. Η πιθανότητα ανθρωποκτονίας ενισχυόταν από τη θέση του σώματος μέσα στο δέντρο, η οποία δεν συμβάδιζε εύκολα με κάποιο τυχαίο περιστατικό.
Ωστόσο, η ερμηνεία του υφάσματος δεν είναι απολύτως απαλλαγμένη από αμφιβολίες. Σε μεταγενέστερες αφηγήσεις αναφέρεται ότι τα παιδιά που ανακάλυψαν το κρανίο ίσως είχαν χρησιμοποιήσει ύφασμα και ένα ξύλο όταν το επανατοποθέτησαν στην κοιλότητα. Εφόσον αυτή η λεπτομέρεια είναι ακριβής, δημιουργεί ένα πρόβλημα σχετικά με την αρχική θέση ορισμένων ευρημάτων και τον τρόπο με τον οποίο αυτά αξιολογήθηκαν.
Η παρατήρηση αυτή δεν αναιρεί το ενδεχόμενο της ανθρωποκτονίας. Υπογραμμίζει όμως τη δυσκολία της αναδρομικής εξέτασης μιας υπόθεσης όταν τα πρωτογενή στοιχεία δεν είναι πλέον πλήρως διαθέσιμα. Η σημερινή ιστορική έρευνα βασίζεται σε αρχειακές αναφορές, δημοσιεύματα και μεταγενέστερες μαρτυρίες ανθρώπων που είχαν συμμετάσχει στην αρχική εξέταση. Η διάκριση ανάμεσα σε ένα τεκμηριωμένο εύρημα και στην ερμηνεία του είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή ακριβώς τέτοιες λεπτομέρειες μπορούν να μετατραπούν, μέσα από διαδοχικές αναπαραγωγές, σε φαινομενικά αδιαμφισβήτητα στοιχεία.
Ένα άλλο συμπέρασμα των ιατροδικαστών ήταν ότι το σώμα είχε τοποθετηθεί μέσα στον κορμό σχετικά σύντομα μετά τον θάνατο. Ο στενός χώρος και η θέση των λειψάνων υποδήλωναν ότι η μεταφορά είχε πραγματοποιηθεί πριν από την πλήρη εμφάνιση της νεκρικής ακαμψίας. Η εκτίμηση αυτή είχε σημαντικές συνέπειες για την ανασύνθεση των γεγονότων.
Αν ήταν σωστή, ο άνθρωπος που έκρυψε τη γυναίκα είχε ενεργήσει μέσα σε περιορισμένο χρονικό διάστημα. Ενδεχομένως είχε πρόσβαση σε μέσο μεταφοράς, γνώριζε την περιοχή ή είχε ήδη αποφασίσει πού θα τοποθετούσε το σώμα. Καμία από αυτές τις δυνατότητες δεν μπορούσε να αποδειχθεί ανεξάρτητα, αλλά όλες έδειχναν προς ένα γεγονός που δύσκολα μπορούσε να θεωρηθεί τυχαίο.
Ο δρ Τζον Λαντ (John Lund), ο οποίος συμμετείχε στην αρχική εξέταση, αναφέρθηκε στην υπόθεση πολλές δεκαετίες αργότερα. Το 2014, σε ηλικία 101 ετών, περιέγραψε τη φτελιά ως εξαιρετικά αποτελεσματική κρυψώνα και επανέλαβε την εκτίμηση ότι το σώμα είχε τοποθετηθεί εκεί πριν από την εμφάνιση της νεκρικής ακαμψίας. Η μαρτυρία του είχε ιδιαίτερη αξία επειδή προερχόταν από έναν από τους τελευταίους ανθρώπους που είχαν εξετάσει άμεσα τα λείψανα. Ταυτόχρονα, η χρονική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα και στη συνέντευξη καθιστά απαραίτητη την προσεκτική αντιπαραβολή της με τα σωζόμενα ιστορικά έγγραφα.
Παρά την προσπάθεια των αρχών, η γυναίκα παρέμεινε άγνωστη. Δεν βρέθηκε κανένα επιβεβαιωμένο οικογενειακό στοιχείο, κανένα έγγραφο ταυτότητας και κανένα πρόσωπο που να μπορεί να αποδείξει ότι τη γνώριζε. Η αστυνομία είχε πλέον μπροστά της μια υπόθεση με πιθανή ανθρωποκτονία, έναν ασυνήθιστο τόπο απόκρυψης και ένα θύμα του οποίου η ζωή ήταν σχεδόν εντελώς αόρατη. Και ενώ η έρευνα έμοιαζε να οδηγείται σε αδιέξοδο, ένα νέο στοιχείο επρόκειτο να μετατρέψει την ιστορία σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα ανεξιχνίαστο έγκλημα.
Το 1944, περίπου έναν χρόνο μετά την ανακάλυψη των λειψάνων, εμφανίστηκαν σε τοίχους των Δυτικών Μίντλαντς παράξενα συνθήματα που αναφέρονταν στη γυναίκα του δάσους Χάγκλεϊ. Η διατύπωση παρουσίαζε παραλλαγές, με ορισμένες από τις πρώτες αναφορές να περιλαμβάνουν το όνομα «Λουμπέλα» (Luebella) και άλλες το συντομότερο «Μπέλα» (Bella). Η πιο γνωστή εκδοχή της ερώτησης ήταν «Who put Bella down the wych elm?», δηλαδή «Ποιος έβαλε την Μπέλα μέσα στη φτελιά;». Η εμφάνιση αυτών των μηνυμάτων προσέθεσε στην υπόθεση ένα στοιχείο που δεν υπήρχε στην αρχική αστυνομική έρευνα, ένα όνομα.
Η σημασία αυτής της εξέλιξης ήταν πολύ μεγαλύτερη από ό,τι θα μπορούσε αρχικά να υποθέσει κανείς. Μέχρι τότε, οι αστυνομικοί αναζητούσαν μια άγνωστη γυναίκα, προσπαθώντας να συνδέσουν τα φυσικά χαρακτηριστικά και τα προσωπικά αντικείμενά της με κάποια δήλωση εξαφάνισης. Τώρα, ένας ανώνυμος συντάκτης φαινόταν να υποδεικνύει ότι το θύμα ονομαζόταν Μπέλα.
Εάν το όνομα ήταν πραγματικό, θα μπορούσε να αποτελέσει καθοριστικό στοιχείο. Εάν όμως ήταν επινοημένο, η αστυνομία κινδύνευε να αναζητά μια γυναίκα που δεν υπήρξε ποτέ με αυτή την ταυτότητα. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν υπήρχε τρόπος να διαπιστωθεί ποια από τις δύο εκδοχές ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα.
Οι αρχές εξέτασαν τις επιγραφές και αναζήτησαν πιθανές γυναίκες με το όνομα Μπέλα ή παρόμοιες παραλλαγές, χωρίς να καταλήξουν σε ασφαλή ταυτοποίηση. Η παρουσία των μηνυμάτων σε διαφορετικά σημεία δημιουργούσε επίσης ερωτήματα για τον ίδιο τον συντάκτη. Ήταν ένας άνθρωπος που γνώριζε τη νεκρή; Κάποιος που είχε πληροφορηθεί τις συνθήκες του εγκλήματος από τρίτο πρόσωπο; Ένας μάρτυρας που φοβόταν να παρουσιαστεί στην αστυνομία; Ή απλώς ένας άγνωστος που είχε γοητευτεί από τη δημοσιότητα της υπόθεσης και αποφάσισε να τη μετατρέψει σε δημόσιο αίνιγμα; Καμία από αυτές τις δυνατότητες δεν αποδείχθηκε.
Το παράδοξο ήταν ότι το όνομα τελικά επικράτησε. Η άγνωστη γυναίκα έγινε γνωστή ως Μπέλα, παρότι κανείς δεν είχε εξακριβώσει ότι αυτό ήταν πράγματι το όνομά της. Η αστυνομική υπόθεση απέκτησε έναν τίτλο που δεν προήλθε από τα στοιχεία του θύματος, αλλά από ένα ανώνυμο μήνυμα. Η ίδια η κοινωνική μνήμη είχε δημιουργήσει μια ταυτότητα εκεί όπου η επίσημη έρευνα δεν μπορούσε να βρει καμία.
Με το πέρασμα των χρόνων, η φράση επανεμφανίστηκε σε διαφορετικές μορφές, ιδιαίτερα στον οβελίσκο του Γουίτσμπερι (Wychbury Obelisk), κοντά στην περιοχή της αρχικής ανακάλυψης. Το μνημείο μετατράπηκε σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σημεία της υπόθεσης, παρότι δεν αποτελούσε τον τόπο όπου είχε βρεθεί το σώμα.
Η επανάληψη του συνθήματος διατήρησε ζωντανό το μυστήριο, ενώ η χρήση της λέξης «witch» σε ορισμένες μεταγενέστερες εκδοχές δημιούργησε μια ενδιαφέρουσα γλωσσική μετατόπιση. Η αρχική λέξη «wych» αναφέρεται στην ορεινή φτελιά και δεν αποτελεί ένδειξη μαγείας. Ωστόσο, η ομοιότητά της με την αγγλική λέξη για τη μάγισσα συνέβαλε στην ανάπτυξη μιας αποκρυφιστικής διάστασης που δεν προέκυπτε απαραίτητα από τα πραγματικά γεγονότα.
Οι θεωρίες περί αποκρυφισμού συνδέθηκαν ιδιαίτερα με την ανακάλυψη οστών από ένα χέρι σε διαφορετικό σημείο από το υπόλοιπο σώμα. Ορισμένοι ερμήνευσαν το εύρημα ως πιθανή ένδειξη τελετουργικού διαμελισμού, ενώ άλλοι το συνέδεσαν με το λεγόμενο «χέρι της δόξας» (Hand of Glory), ένα αντικείμενο της ευρωπαϊκής λαογραφίας που σχετιζόταν με μαγικές πρακτικές και δεισιδαιμονίες. Η ανθρωπολόγος Μάργκαρετ Μάρεϊ (Margaret Murray), γνωστή για τις αμφιλεγόμενες θεωρίες της σχετικά με την επιβίωση αρχαίων λατρειών και τη μαγεία, συνέβαλε στην ανάπτυξη αυτής της ερμηνείας.
Ωστόσο, η ύπαρξη ενός χεριού σε διαφορετική θέση δεν αποδεικνύει τελετουργική δραστηριότητα. Τα ζώα, η φυσική αποσύνθεση και οι μεταβολές του περιβάλλοντος μπορούν να προκαλέσουν τη μετακίνηση οστών, ιδιαίτερα όταν ένα σώμα παραμένει εκτεθειμένο για μεγάλο χρονικό διάστημα σε φυσικούς παράγοντες. Δεν υπήρχαν επιβεβαιωμένα τελετουργικά αντικείμενα, σύμβολα ή άλλα ευρήματα που να συνδέουν με ασφάλεια τον θάνατο της γυναίκας με κάποια αποκρυφιστική ομάδα. Η συγκεκριμένη θεωρία έχει ενδιαφέρον ως μέρος της ιστορίας του μυστηρίου, όχι όμως ως αποδεδειγμένη εξήγηση του εγκλήματος.
Ακόμη μεγαλύτερη απήχηση απέκτησε η υπόθεση της κατασκοπείας. Η χρονική περίοδος του θανάτου, το γεγονός ότι η γυναίκα παρέμενε άγνωστη και η γεωγραφική εγγύτητα του δάσους με σημαντικές βιομηχανικές εγκαταστάσεις της πολεμικής οικονομίας δημιούργησαν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η πιθανότητα εμπλοκής μυστικών υπηρεσιών φαινόταν σε ορισμένους ιδιαίτερα ελκυστική. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γερμανία είχε πράγματι επιχειρήσει να εγκαταστήσει κατασκοπευτικά δίκτυα στη Βρετανία, ενώ η βρετανική αντικατασκοπεία παρακολουθούσε και εξάρθρωνε τέτοιες δραστηριότητες. Το ιστορικό περιβάλλον ήταν επομένως πραγματικό. Το ερώτημα ήταν αν η άγνωστη γυναίκα είχε οποιαδήποτε σχέση με αυτό.
Το 1953, η υπόθεση επανήλθε στη δημοσιότητα μέσα από δημοσιεύματα του δημοσιογράφου Γουίλφρεντ Μπάιφορντ-Τζόουνς (Wilfred Byford-Jones), ο οποίος έγραφε στην εφημερίδα Express and Star με το ψευδώνυμο «Quaestor». Η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος οδήγησε στην αποστολή επιστολών από αναγνώστες, μεταξύ των οποίων ξεχώρισε εκείνη μιας γυναίκας που υπέγραφε ως «Άννα» (Anna) από το Κλάβερλι (Claverley). Η επιστολή της υποστήριζε ότι ο άνθρωπος που ευθυνόταν για τον θάνατο είχε πεθάνει το 1942 και ότι η νεκρή ήταν Ολλανδή, η οποία είχε εισέλθει παράνομα στη Βρετανία περίπου το 1941.
Η «Άννα» δήλωνε επίσης ότι η υπόθεση δεν είχε καμία σχέση με μάγισσες, μαύρη μαγεία ή νυχτερινές τελετουργίες. Η διατύπωσή της ήταν αξιοσημείωτη, επειδή έμοιαζε να απαντά ευθέως στις θεωρίες που είχαν αναπτυχθεί γύρω από το έγκλημα. Παράλληλα, υποστήριζε ότι ο άνθρωπος που μπορούσε να δώσει την οριστική απάντηση δεν βρισκόταν πλέον στη ζωή. Η επιστολή ήταν αρκετά συγκεκριμένη ώστε να προκαλέσει νέο ενδιαφέρον από την αστυνομία, η οποία επιδίωξε να έρθει σε επαφή με τη συντάκτριά της.
Η γυναίκα αυτή, η οποία συνδέθηκε αργότερα με το όνομα Ούνα Μόσοπ (Una Mossop), περιέγραψε μια ιστορία που περιλάμβανε φιλογερμανούς συνεργάτες και τη μεταφορά πληροφοριών σχετικά με στρατιωτικές εγκαταστάσεις και εργοστάσια των Δυτικών Μίντλαντς. Σύμφωνα με την αφήγησή της, ο πρώην σύζυγός της, Τζακ Μόσοπ (Jack Mossop), είχε σχέσεις με έναν Ολλανδό που αναφερόταν ως Βαν Ραλτ (Van Ralt), ο οποίος φερόταν να συνδέεται με τον θάνατο της γυναίκας. Η «Άννα» υποστήριξε ακόμη ότι ο πρώην σύζυγός της ήταν παρών όταν το σώμα τοποθετήθηκε στο δέντρο και ότι το γεγονός τον είχε στοιχειώσει.
Η ιστορία ήταν αρκετά εντυπωσιακή ώστε να προσφέρει μια φαινομενικά συνεκτική εξήγηση για πολλά από τα παράξενα στοιχεία της υπόθεσης. Μια γυναίκα με ασαφή ταυτότητα, μια μυστική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια του πολέμου, ένας θάνατος που έπρεπε να αποκρυφθεί και ένας άνθρωπος που ενδεχομένως γνώριζε την αλήθεια αλλά δεν μπορούσε πλέον να καταθέσει. Το πρόβλημα ήταν ότι η αφήγηση προερχόταν από μεταγενέστερη μαρτυρία, περισσότερο από μία δεκαετία μετά τα γεγονότα, και δεν συνοδευόταν από ανεξάρτητα φυσικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν την εμπλοκή των προσώπων που αναφέρονταν.
Μια άλλη θεωρία συνδέθηκε με τον Γερμανό πράκτορα Γιόζεφ Γιάκομπς (Josef Jakobs), ο οποίος είχε συλληφθεί στη Βρετανία το 1941. Στην κατοχή του είχε βρεθεί φωτογραφία της Γερμανίδας τραγουδίστριας και ηθοποιού Κλάρα Μπάουερλε (Clara Bauerle). Ο Γιάκομπς είχε αναφέρει ότι η Μπάουερλε ενδεχομένως θα συμμετείχε σε αποστολή προς τη Βρετανία, γεγονός που οδήγησε μεταγενέστερους ερευνητές να εξετάσουν την πιθανότητα η γυναίκα του δέντρου να ήταν εκείνη. Η ομοιότητα του ονόματος «Κλάρα» με το «Μπέλα», σε συνδυασμό με το ιστορικό πλαίσιο, ενίσχυσε τη δημοτικότητα της θεωρίας.
Όμως η συγκεκριμένη εκδοχή αντιμετώπισε ένα καθοριστικό πρόβλημα. Το 2016, η ερευνήτρια Ζιζέλ Γιάκομπς (Giselle Jakobs) εντόπισε καταχώριση θανάτου της Κλάρα Μπάουερλε, σύμφωνα με την οποία η τραγουδίστρια είχε πεθάνει στις 16 Δεκεμβρίου 1942 σε νοσοκομείο του Βερολίνου από δηλητηρίαση με βερονάλη. Το Αρχείο του Γούστερσιρ δημοσίευσε την πληροφορία, σημειώνοντας ότι η ανακάλυψη ουσιαστικά απέκλειε την ταύτιση της Μπάουερλε με τη γυναίκα του δάσους Χάγκλεϊ. Πρόκειται για χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας θεωρίας που έμοιαζε εντυπωσιακή, αλλά αποδυναμώθηκε όταν εμφανίστηκε ένα συγκεκριμένο ιστορικό τεκμήριο.
Η σημασία αυτής της εξέλιξης είναι ευρύτερη. Δείχνει ότι μια υπόθεση μπορεί να παραμένει ανεξιχνίαστη χωρίς όλες οι θεωρίες γύρω από αυτή να έχουν την ίδια αξία. Ορισμένες ερμηνείες είναι ιστορικά πιθανές, άλλες αποτελούν εικασίες και κάποιες μπορούν να αποκλειστούν από νέα στοιχεία. Το γεγονός ότι δεν γνωρίζουμε ποια ήταν η Μπέλα δεν σημαίνει ότι κάθε εξήγηση είναι εξίσου πιθανή. Η πραγματική έρευνα προχωρά ακριβώς μέσα από αυτή τη διαδικασία, διαχωρίζοντας όσα γνωρίζουμε από όσα απλώς υποθέτουμε.
Καθώς περνούσαν οι δεκαετίες, η υπόθεση της Μπέλα δεν ξεχάστηκε. Αντίθετα, η ιδιαιτερότητα της ανακάλυψης, οι ανώνυμες επιγραφές και οι διαφορετικές θεωρίες συνέβαλαν στη διατήρηση του ενδιαφέροντος. Βιβλία, δημοσιογραφικά αφιερώματα, ραδιοφωνικές εκπομπές και τηλεοπτικές παραγωγές επέστρεφαν επανειλημμένα στο ερώτημα της ταυτότητας της γυναίκας.
Ωστόσο, παρά την αυξανόμενη δημοσιότητα, οι πραγματικές δυνατότητες εξιχνίασης παρέμεναν περιορισμένες. Οι άνθρωποι που είχαν ζήσει στην περιοχή κατά τη διάρκεια του πολέμου γερνούσαν ή πέθαιναν, οι μνήμες εξασθενούσαν και τα φυσικά τεκμήρια της αρχικής έρευνας γίνονταν ολοένα δυσκολότερο να εντοπιστούν.
Το σημαντικότερο πρόβλημα αφορά τα ίδια τα λείψανα. Σύμφωνα με μεταγενέστερες μαρτυρίες, ο σκελετός είχε παραμείνει για ένα διάστημα σε αστυνομική ή εκπαιδευτική συλλογή, όμως η ακριβής μεταγενέστερη διαδρομή του δεν έχει αποσαφηνιστεί. Ο Τζον Λαντ ανέφερε ότι τα οστά είχαν παραδοθεί σε πανεπιστημιακό φορέα και στη συνέχεια χάθηκαν από τα διαθέσιμα αρχεία.
Η εξαφάνιση αυτή δεν αποδεικνύει κάποια σκόπιμη συγκάλυψη, όπως έχουν υποστηρίξει ορισμένοι, αλλά αποτελεί ένα πραγματικό εμπόδιο για τη σύγχρονη έρευνα. Χωρίς τα οστά, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή γενετικών εξετάσεων που θα μπορούσαν ενδεχομένως να οδηγήσουν σε συγγενικές ταυτοποιήσεις.
Η απουσία των λειψάνων δημιουργεί μια παράξενη αντιστροφή. Το 1943, οι αστυνομικοί διέθεταν το σώμα αλλά όχι τις τεχνολογίες που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν την ταυτότητά του. Σήμερα, οι τεχνολογίες υπάρχουν, όμως το σώμα δεν είναι διαθέσιμο. Η γενετική γενεαλογία, η ανάλυση αρχαίου ή υποβαθμισμένου DNA και οι σύγχρονες τεχνικές ανθρωπολογικής εξέτασης έχουν επιτρέψει την ταυτοποίηση ανθρώπων που παρέμεναν άγνωστοι επί δεκαετίες. Στην περίπτωση της Μπέλα, όμως, η απουσία των βασικών φυσικών τεκμηρίων περιορίζει δραματικά τις δυνατότητες εφαρμογής αυτών των μεθόδων.
Το 2023, το BBC επανέφερε το ζήτημα μέσα από την ερευνητική σειρά “Το σώμα στο δέντρο” (The Body in the Tree), απευθύνοντας έκκληση προς μουσεία και συλλογές που ενδεχομένως θα μπορούσαν να διαθέτουν τα λείψανα. Η προσπάθεια είχε ως στόχο να εντοπιστεί υλικό κατάλληλο για ανάλυση DNA, ώστε να εξεταστεί η πιθανότητα σύγχρονης ταυτοποίησης.
Η έκκληση υπογράμμισε ότι η υπόθεση δεν αποτελεί μόνο ιστορικό μυστήριο, αλλά και ένα πρόβλημα διαχείρισης αποδεικτικών στοιχείων. Όταν ένα αντικείμενο ή ένα ανθρώπινο λείψανο χάνεται από την αλυσίδα φύλαξης, η επιστήμη μπορεί να στερηθεί οριστικά τη δυνατότητα να απαντήσει σε ερωτήματα που παλαιότερα ήταν αδύνατο να εξεταστούν.
Παρά την απώλεια των φυσικών στοιχείων, σημαντικό μέρος του αρχειακού υλικού διατηρείται. Το αρχείο και η αρχαιολογική υπηρεσία του Γούστερσιρ (Worcestershire Archive & Archaeology Service) φυλάσσει έγγραφα της αστυνομικής έρευνας, τα οποία επιτρέπουν στους ιστορικούς να ανασυνθέσουν την πορεία της υπόθεσης, τις μαρτυρίες που εξετάστηκαν και τις διαφορετικές θεωρίες που αναπτύχθηκαν.
Το 2005, η αστυνομία της δυτικής Μερκίας (West Mercia Police), διάδοχος της παλαιότερης αστυνομικής υπηρεσίας της περιοχής, επανεξέτασε τα διαθέσιμα στοιχεία και κατέληξε ότι δεν υπήρχαν σαφείς νέες ερευνητικές κατευθύνσεις που να δικαιολογούν τη συνέχιση ενεργής έρευνας. Η σύσταση για διοικητικό κλείσιμο της υπόθεσης δεν ισοδυναμούσε με εξιχνίαση. Ούτε η ταυτότητα της γυναίκας ούτε εκείνη του υπευθύνου είχαν εξακριβωθεί.
Η ιστορία της Μπέλα παρουσιάζει και μια δεύτερη, περισσότερο φιλοσοφική διάσταση. Σε πολλές ανεξιχνίαστες υποθέσεις, η ταυτότητα του θύματος είναι γνωστή και το ερώτημα αφορά τον δράστη ή το κίνητρο. Εδώ συμβαίνει το αντίθετο, η ίδια η ύπαρξη του θύματος ως συγκεκριμένου προσώπου παραμένει σχεδόν άγνωστη. Δεν γνωρίζουμε πού γεννήθηκε, ποια γλώσσα μιλούσε, ποια ήταν η οικογένειά της, αν είχε παιδιά ή ποιοι ήταν οι άνθρωποι που την είδαν τελευταία φορά. Η γυναίκα υπάρχει στην ιστορία κυρίως μέσα από την περιγραφή των λειψάνων της και ένα όνομα που εμφανίστηκε σε ανώνυμο σύνθημα.
Αυτή η απουσία προσωπικής ταυτότητας επέτρεψε στο μυστήριο να αποκτήσει διαφορετικές μορφές. Για όσους ενδιαφέρονταν για την κατασκοπεία, η Μπέλα μπορούσε να είναι μια πράκτορας που δολοφονήθηκε επειδή γνώριζε υπερβολικά πολλά. Για όσους αναζητούσαν αποκρυφιστικές συνδέσεις, μπορούσε να είναι θύμα κάποιας σκοτεινής τελετουργίας. Για άλλους, ήταν απλώς μια γυναίκα που δολοφονήθηκε από κάποιον του προσωπικού της περιβάλλοντος και της οποίας η εξαφάνιση δεν συνδέθηκε ποτέ με τα λείψανα. Κάθε αφήγηση προσπαθούσε να καλύψει το ίδιο κενό, την απουσία μιας εξακριβωμένης ανθρώπινης ιστορίας.
Το πρόβλημα με αυτή τη διαδικασία είναι ότι ο θρύλος μπορεί σταδιακά να αντικαταστήσει το πραγματικό πρόσωπο. Όσο περισσότερο επαναλαμβάνονται οι θεωρίες περί μυστικών υπηρεσιών, μαγείας και σκοτεινών τελετουργιών, τόσο ευκολότερο γίνεται να ξεχάσουμε ότι η γυναίκα του δέντρου δεν ήταν ένας χαρακτήρας μυθοπλασίας.
Ήταν ένας πραγματικός άνθρωπος που έζησε, δημιούργησε σχέσεις, είχε καθημερινές συνήθειες και κάποια στιγμή βρέθηκε σε συνθήκες που οδήγησαν στον θάνατό της. Το γεγονός ότι δεν γνωρίζουμε τίποτε σχεδόν για τη ζωή της δεν καθιστά την ανθρώπινη διάσταση λιγότερο σημαντική. Αντίθετα, την καθιστά κεντρικό στοιχείο της υπόθεσης.
Υπάρχει τέλος και το ζήτημα της συλλογικής μνήμης. Οι επιγραφές που επανεμφανίζονται επί δεκαετίες λειτουργούν σαν μια παράξενη μορφή ανεπίσημου μνημείου. Δεν αποκαλύπτουν την αλήθεια, δεν αποδεικνύουν ότι ο συντάκτης γνώριζε το θύμα και δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την αστυνομική έρευνα.
Διατηρούν όμως ζωντανή μια ερώτηση που διαφορετικά θα μπορούσε να έχει χαθεί μαζί με τα αρχεία και τις μνήμες των ανθρώπων της εποχής. Η Μπέλα δεν απέκτησε ποτέ εξακριβωμένο όνομα, αλλά απέκτησε μια θέση στη συλλογική ιστορία της περιοχής, ακριβώς επειδή κάποιος επέλεξε να επαναλαμβάνει δημόσια την απουσία της απάντησης.
Περισσότερα από ογδόντα χρόνια μετά την ανακάλυψη των λειψάνων στο δάσος Χάγκλεϊ, η υπόθεση παραμένει ανεξιχνίαστη. Η αστυνομική έρευνα δεν κατάφερε να εξακριβώσει ποια ήταν η γυναίκα, ποιος ευθυνόταν για τον θάνατό της ή γιατί το σώμα της τοποθετήθηκε μέσα σε μια κοίλη φτελιά. Οι μεταγενέστερες θεωρίες περί κατασκοπείας και αποκρυφισμού δημιούργησαν εντυπωσιακές αφηγήσεις, αλλά καμία δεν απέκτησε την αποδεικτική ισχύ που θα επέτρεπε να θεωρηθεί οριστική εξήγηση. Ορισμένες πιθανές ταυτίσεις, όπως εκείνη με την Κλάρα Μπάουερλε, αποδυναμώθηκαν ή αποκλείστηκαν από νεότερα ιστορικά στοιχεία. Άλλες παραμένουν ανεπιβεβαίωτες, εγκλωβισμένες ανάμεσα στις μαρτυρίες, στις υποθέσεις και στις απώλειες των αρχικών τεκμηρίων.
Το πιο παράξενο στοιχείο της ιστορίας δεν είναι ίσως η φτελιά, ούτε το ανώνυμο σύνθημα, ούτε οι σκοτεινές θεωρίες που αναπτύχθηκαν γύρω από το έγκλημα. Είναι το γεγονός ότι μια γυναίκα απέκτησε ιστορική παρουσία μέσα από τον θάνατό της, χωρίς να αναγνωριστεί ποτέ η ζωή της. Το όνομα «Μπέλα» δεν προήλθε από ένα πιστοποιητικό, μια οικογενειακή μαρτυρία ή κάποιο προσωπικό αντικείμενο. Προήλθε από έναν άγνωστο άνθρωπο που έγραψε μια ερώτηση σε έναν τοίχο. Έτσι, η κοινωνία έδωσε στο θύμα μια ταυτότητα που μπορεί να μην είχε καμία σχέση με την πραγματική του ύπαρξη.
Ίσως γι’ αυτό η υπόθεση εξακολουθεί να προκαλεί τόσο έντονο ενδιαφέρον. Δεν πρόκειται μόνο για ένα έγκλημα που δεν εξιχνιάστηκε, αλλά για μια ιστορία στην οποία η ίδια η μνήμη λειτουργεί με παράδοξο τρόπο. Το σώμα ανακαλύφθηκε, αλλά η ταυτότητα χάθηκε. Το όνομα διατηρήθηκε, αλλά η προέλευσή του παραμένει άγνωστη. Οι θεωρίες πολλαπλασιάστηκαν, αλλά τα αποδεικτικά στοιχεία μειώθηκαν. Και όσο περισσότερα χρόνια περνούν, τόσο περισσότερο η πραγματική γυναίκα κινδυνεύει να εξαφανιστεί πίσω από τον θρύλο που δημιουργήθηκε γύρω της.
Η ερώτηση «Ποιος έβαλε την Μπέλα στη φτελιά;» παραμένει αναπάντητη. Όμως ίσως υπάρχει μια ακόμη σημαντικότερη ερώτηση, η οποία προηγείται ακόμη και της αναζήτησης του υπευθύνου, ποια ήταν η γυναίκα που βρέθηκε μέσα στο δέντρο και γιατί κανείς δεν κατάφερε ποτέ να της επιστρέψει το πραγματικό της όνομα;