Έρβιλ ΛεΜπάρον (Ervil LeBaron): Ο αυτοανακηρυγμένος προφήτης, οι θρησκευτικές δολοφονίες και μια κληρονομιά βίας που επέζησε του θανάτου του. Πώς μπορεί ένας νεκρός ηγέτης να συνεχίζει να εξουσιάζει;


Έρβιλ ΛεΜπάρον (Ervil LeBaron): Ο αυτοανακηρυγμένος προφήτης, οι θρησκευτικές δολοφονίες και μια κληρονομιά βίας που επέζησε του θανάτου του. Πώς μπορεί ένας νεκρός ηγέτης να συνεχίζει να εξουσιάζει;

 

Στην ιστορία των θρησκευτικών κινημάτων δεν έλειψαν οι άνθρωποι που υποστήριξαν ότι είχαν λάβει μια προσωπική αποκάλυψη ή ότι είχαν επιλεγεί να καθοδηγήσουν μια κοινότητα. Η διεκδίκηση μιας τέτοιας αποστολής δεν οδηγεί από μόνη της στη βία. Υπάρχουν, ωστόσο, περιπτώσεις στις οποίες η πίστη μετατρέπεται σε μηχανισμό προσωπικής κυριαρχίας και η διαφωνία παύει να αντιμετωπίζεται ως δικαίωμα. Μία από τις σκοτεινότερες τέτοιες περιπτώσεις στη σύγχρονη Αμερικανική ιστορία είναι εκείνη του Έρβιλ Μόρελ ΛεΜπάρον (Ervil Morrell LeBaron), ενός θρησκευτικού ηγέτη που αναδείχθηκε μέσα από τις διασπάσεις του μορμονικού φονταμενταλισμού και συνδέθηκε με μια σειρά δολοφονιών στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο Μεξικό.

Ο ΛεΜπάρον ισχυριζόταν ότι γνώριζε τη θεϊκή αλήθεια. Διεκδικούσε το αποκλειστικό δικαίωμα να την ερμηνεύει και, τελικά, να αποφασίζει ποιοι άνθρωποι είχαν παραβιάσει τόσο σοβαρά τις εντολές της ώστε να αξίζουν τον θάνατο. Επικαλέστηκε την «εξιλέωση διά του αίματος» (blood atonement), μια αμφιλεγόμενη αντίληψη που είχε εμφανιστεί σε ορισμένες ιστορικές μορμονικές διδασκαλίες, και τη μετέτρεψε σε δικαιολογία για την εξόντωση αντιπάλων και πρώην ακολούθων. Η οργάνωσή του ήταν ανεξάρτητη από την επίσημη “Εκκλησία του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών” (The Church of Jesus Christ of Latter-day Saints), η οποία δεν αποδέχεται τέτοιες πρακτικές.

Η ιστορία του αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή η βία δεν σταμάτησε με τη φυλάκιση ή τον θάνατό του. Οι οικογενειακές αντιπαραθέσεις, οι γραπτές εντολές και η αφοσίωση ορισμένων διαδόχων του συνέχισαν να επηρεάζουν τις εξελίξεις για χρόνια. Για να κατανοήσουμε πώς ένας άνθρωπος μπόρεσε να παρουσιάσει τη δολοφονία ως θρησκευτικό καθήκον, πρέπει πρώτα να επιστρέψουμε στην οικογένεια και στην παράδοση μέσα στις οποίες διαμορφώθηκαν οι πεποιθήσεις του.

Το κίνημα των “Αγίων των Τελευταίων Ημερών” (Latter Day Saint movement) εμφανίστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες τον 19ο αιώνα, με ιδρυτή τον Τζόζεφ Σμιθ (Joseph Smith). Η δημοσίευση του “Βιβλίου του Μόρμον” (Book of Mormon) το 1830 και οι ισχυρισμοί περί νέων θεϊκών αποκαλύψεων συγκρότησαν μια θρησκευτική παράδοση που αναπτύχθηκε μέσα σε έντονες κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις.

Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα υπήρξε ο πολλαπλός γάμος. Παρότι η επίσημη εκκλησία ανακοίνωσε το 1890 την εγκατάλειψη της σύναψης νέων πολυγαμικών γάμων, ορισμένοι πιστοί θεώρησαν την αλλαγή υποχώρηση απέναντι στην κρατική εξουσία. Από αυτή τη διαφωνία προέκυψαν σταδιακά ανεξάρτητες φονταμενταλιστικές κοινότητες, οι οποίες δεν αποτελούσαν ενιαία οργάνωση και συχνά διαφωνούσαν μεταξύ τους για την αυθεντική ιερατική διαδοχή.

Σε αυτό το περιβάλλον ανήκε ο Άλμα Ντέιερ ΛεΜπάρον ο Πρεσβύτερος (Alma Dayer LeBaron Sr.), πατέρας του Έρβιλ. Η οικογένεια συνέδεε τη θρησκευτική της ταυτότητα με τη γενεαλογική σχέση της προς τον Μπέντζαμιν Φράνκλιν Τζόνσον (Benjamin Franklin Johnson), έναν από τους πρώιμους συνεργάτες του Σμιθ. Η καταγωγή αυτή αντιμετωπιζόταν από ορισμένα μέλη της όχι μόνο ως οικογενειακή ιστορία, αλλά και ως επιχείρημα για τη διεκδίκηση ιδιαίτερης πνευματικής εξουσίας. Ο Ντέιερ συνέχισε την πρακτική της πολυγαμίας και η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο βόρειο Μεξικό, όπου είχαν ήδη αναπτυχθεί κοινότητες απογόνων μορμονικών εποίκων.

Ο Έρβιλ γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 1925, γιος του Ντέιερ και της Μοντ ΜακΝτόναλντ (Maude McDonald). Μεγάλωσε σε πολυμελές οικογενειακό περιβάλλον, όπου η θρησκευτική πειθαρχία και η πεποίθηση μιας ξεχωριστής αποστολής συνδέονταν με την καθημερινότητα. Η ζωή στα σύνορα Ηνωμένων Πολιτειών και Μεξικού προσέφερε στις κοινότητες αυτές έναν βαθμό αυτονομίας, αλλά και σχετική κοινωνική απομόνωση. Οι οικογενειακές, οικονομικές και θρησκευτικές σχέσεις αλληλοεπικαλύπτονταν, καθιστώντας την αναγνώριση ενός ηγέτη ζήτημα που μπορούσε να επηρεάζει σχεδόν κάθε πλευρά της ζωής των πιστών.

Μετά τον θάνατο του Ντέιερ, το 1951, το ζήτημα της πνευματικής διαδοχής παρέμεινε ανοιχτό. Διαφορετικοί γιοι του ανέπτυξαν προσωπικές θρησκευτικές αξιώσεις, ενώ η οικογένεια διχάστηκε γύρω από το ποιος είχε κληρονομήσει τη νόμιμη ιερατική εξουσία. Η αντιπαράθεση αυτή δεν ήταν απλώς μια διαφωνία για την οικογενειακή ηγεσία. Όποιος αναγνωριζόταν ως προφήτης μπορούσε να διεκδικήσει δικαίωμα καθοδήγησης της κοινότητας, ερμηνείας των γραφών και λήψης αποφάσεων με υποτιθέμενη θεϊκή ισχύ.

Το 1955, ο Τζόελ Φράνκλιν ΛεΜπάρον (Joel Franklin LeBaron), μεγαλύτερος αδελφός του Έρβιλ, ίδρυσε την “Εκκλησία του Πρωτοτόκου της Πληρότητας των Καιρών” (Church of the Firstborn of the Fulness of Times). Η οργάνωση απέκτησε παρουσία στη βόρεια μεξικανική περιοχή που έγινε γνωστή ως Κολόνια ΛεΜπάρον (Colonia LeBarón), διατηρώντας παράλληλα επαφές με πιστούς στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Τζόελ παρουσιαζόταν ως προφήτης και νόμιμος φορέας της πνευματικής διαδοχής, ενώ ο Έρβιλ βρέθηκε αρχικά στο πλευρό του ως σημαντικός συνεργάτης.

Η συμβολή του Έρβιλ δεν περιορίστηκε σε οργανωτικά καθήκοντα. Ασχολήθηκε με τη θεολογική επιχειρηματολογία της εκκλησίας και με κείμενα που επιχειρούσαν να θεμελιώσουν την εξουσία της, όπως η «Ερμηνεία της Ιεροσύνης» (Priesthood Expounded). Έτσι απέκτησε βαθιά εξοικείωση με τον τρόπο με τον οποίο μια οικογενειακή διεκδίκηση μπορούσε να παρουσιαστεί ως συνέχεια μιας θεϊκής αποστολής. Αυτή η γνώση θα αποδεικνυόταν καθοριστική όταν αργότερα θα στρεφόταν εναντίον του αδελφού του.

Μια ακόμη ιδιαιτερότητα των ανεξάρτητων αυτών ομάδων ήταν η συνεχής αναζήτηση νομιμοποίησης μέσα από την ιστορία τους. Η επίκληση του Τζόζεφ Σμιθ, των πρώτων αποκαλύψεων και της υποτιθέμενης αδιάσπαστης ιερατικής γραμμής δεν αποτελούσε μόνο θεολογικό επιχείρημα. Καθόριζε ποιος μπορούσε να τελέσει γάμους, να καθοδηγήσει οικογένειες και να μιλήσει εξ ονόματος ολόκληρης της κοινότητας.

Για τα μέλη που είχαν αφιερώσει τη ζωή τους στη διατήρηση αυτής της παράδοσης, η αμφισβήτηση της διαδοχής ισοδυναμούσε συχνά με αμφισβήτηση της ίδιας της ταυτότητάς τους. Έτσι εξηγείται γιατί οι διαμάχες ανάμεσα στους αδελφούς ΛεΜπάρον μπορούσαν να αποκτήσουν τέτοια ένταση, ακόμη και όταν ξεκινούσαν από φαινομενικά περιορισμένες διαφωνίες.

Η Κολόνια ΛεΜπάρον δεν ήταν μόνο θρησκευτικός οικισμός. Για τις οικογένειες που ζούσαν εκεί, αποτελούσε ένα ολόκληρο κοινωνικό περιβάλλον, με κοινή εργασία, συγγενικούς δεσμούς, εκπαίδευση των παιδιών και οικονομική αλληλεξάρτηση. Η πνευματική ηγεσία μπορούσε επομένως να επηρεάζει αποφάσεις για τον γάμο, την περιουσία και την καθημερινή ζωή. Σε μια τέτοια κοινότητα, η αποχώρηση από την οργάνωση δεν σήμαινε απλώς αλλαγή θρησκευτικών πεποιθήσεων. Μπορούσε να συνεπάγεται ρήξη με συγγενείς, απώλεια κοινωνικής υποστήριξης και απομάκρυνση από τον μοναδικό τρόπο ζωής που γνώριζε ένα άτομο.

Ο Έρβιλ αξιοποίησε τη θέση του για να αποκτήσει ολοένα μεγαλύτερη επιρροή. Μαρτυρίες πρώην μελών περιγράφουν αυστηρή πειθαρχία, κεντρική οργάνωση της εργασίας και αυξανόμενη παρέμβαση στις οικογενειακές υποθέσεις. Ο ίδιος απέκτησε πολλές συζύγους και πολυάριθμα παιδιά, ενώ σε μεταγενέστερες αφηγήσεις καταγράφονται καταγγελίες για γάμους με ανήλικες και για σχέσεις στις οποίες η θρησκευτική πίεση περιόριζε ουσιαστικά την προσωπική συναίνεση. Το κρίσιμο στοιχείο δεν ήταν απλώς η ύπαρξη πολυγαμίας, αλλά η ανισότητα εξουσίας όταν ο ηγέτης ισχυριζόταν ότι μπορούσε να καθορίζει τις προσωπικές επιλογές των άλλων επικαλούμενος θεϊκές αποκαλύψεις.

Παράλληλα, εμφανίστηκαν διαφωνίες για τη διαχείριση κοινοτικών πόρων και την οικονομική συμπεριφορά του Έρβιλ. Ιδιαίτερη θέση σε αυτές τις αντιπαραθέσεις κατείχε το Λος Μολίνος (Los Molinos), μια εγκατάσταση στη χερσόνησο της Μπάχα Καλιφόρνια (Baja California). Η περιοχή είχε συνδεθεί με σχέδια κοινοτικής εργασίας και οικονομικής αυτοσυντήρησης.

Σύμφωνα με αφηγήσεις της υπόθεσης, ο Έρβιλ επιχείρησε να προωθήσει διαφορετικές εμπορικές χρήσεις της έκτασης, ακόμη και σχέδια τουριστικής αξιοποίησης. Η διαφωνία με τον Τζόελ αφορούσε πλέον όχι μόνο τη θρησκευτική διδασκαλία, αλλά και το ποιος είχε το δικαίωμα να αποφασίζει για την περιουσία και το μέλλον των πιστών.

Η σύγκρουση απέκτησε βαθύτερο χαρακτήρα όταν ο Έρβιλ άρχισε να αμφισβητεί την ίδια την προφητική ιδιότητα του αδελφού του. Έχοντας προηγουμένως συμβάλει στη θεμελίωση της εξουσίας του Τζόελ, γνώριζε πώς να διαμορφώσει μια ανταγωνιστική επιχειρηματολογία. Υποστήριξε ότι ο ίδιος ήταν ο αυθεντικός φορέας της θεϊκής αποκάλυψης και ότι οι πιστοί όφειλαν να αναγνωρίσουν την προσωπική του ηγεσία. Η διαφωνία έγινε ακόμη πιο επικίνδυνη όταν άρχισε να συνδέει την ανυπακοή προς τον προφήτη με την ιδέα μιας τιμωρίας που μπορούσε να φτάσει μέχρι τον θάνατο.

Γύρω στο 1970, η ρήξη οριστικοποιήθηκε. Ο Έρβιλ απομακρύνθηκε από την οργάνωση του Τζόελ και συγκρότησε τη δική του “Εκκλησία του Πρωτοτόκου του Αμνού του Θεού” (Church of the First Born of the Lamb of God). Γύρω του συγκεντρώθηκαν συγγενείς, σύζυγοι και πιστοί που αποδέχονταν τις αποκαλύψεις του. Η νέα ομάδα οργανώθηκε περισσότερο γύρω από την προσωπική του εξουσία παρά γύρω από έναν θεσμό με δυνατότητα εσωτερικής αμφισβήτησης. Η αποχώρηση ή η διαφωνία μπορούσε πλέον να παρουσιαστεί ως προδοσία απέναντι σε μια υποτιθέμενη θεϊκή αποστολή.

Ο Τζόελ παρέμενε, ωστόσο, επικεφαλής μιας ανεξάρτητης θρησκευτικής κοινότητας και εξακολουθούσε να διαθέτει υποστηρικτές. Η ύπαρξή του αποτελούσε διαρκή αμφισβήτηση της αποκλειστικότητας που διεκδικούσε ο Έρβιλ. Τον Αύγουστο του 1972, η σύγκρουση πέρασε οριστικά από τις θεολογικές διακηρύξεις στην εγκληματική βία, ο Τζόελ δολοφονήθηκε στο Μεξικό από ανθρώπους που συνδέονταν με τον κύκλο του αδελφού του. Η δολοφονία δεν έφερε την υποταγή της αντίπαλης κοινότητας. Αντίθετα, άνοιξε έναν νέο κύκλο φόβου, αντιποίνων και βίαιων συγκρούσεων που επρόκειτο να διαρκέσει για χρόνια.

Η περίοδος της συνεργασίας με τον Τζόελ είχε προσφέρει στον Έρβιλ όχι μόνο θρησκευτικό κύρος, αλλά και πρόσβαση στους μηχανισμούς λειτουργίας της κοινότητας. Γνώριζε ποιοι άνθρωποι ήταν οικονομικά εξαρτημένοι από τις συλλογικές δραστηριότητες, ποιες οικογένειες συνδέονταν με γάμους και ποιοι πιστοί θεωρούσαν την αποχώρηση πνευματικά επικίνδυνη.

Όταν η σχέση των αδελφών διαλύθηκε, αυτές οι πληροφορίες δεν έχασαν τη σημασία τους. Μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την προσέλκυση υποστηρικτών, την άσκηση πίεσης και την απομόνωση εκείνων που αρνούνταν να ακολουθήσουν τη νέα εκκλησία. Η θρησκευτική διαφωνία, επομένως, δεν διεξαγόταν ανάμεσα σε δύο απομακρυσμένες ομάδες, αλλά μέσα σε πυκνά δίκτυα συγγένειας και αμοιβαίων υποχρεώσεων.

Η έννοια της «εξιλέωσης διά του αίματος» (blood atonement) είχε εμφανιστεί σε ορισμένες ομιλίες και θεολογικές αντιπαραθέσεις του μορμονικού περιβάλλοντος του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με τις πιο ακραίες διατυπώσεις της, ορισμένα βαριά αμαρτήματα θεωρούνταν τόσο σοβαρά ώστε η έκχυση του αίματος του αμαρτωλού να αποκτά υποτιθέμενη σωτηριολογική σημασία. Οι ιστορικοί διαφωνούν για το εύρος και τις πρακτικές συνέπειες αυτών των διδασκαλιών. Είναι, πάντως, απαραίτητο να διαχωριστούν από τη σύγχρονη επίσημη μορμονική εκκλησία, η οποία απορρίπτει τη δολοφονία ως μέσο θρησκευτικής εξιλέωσης.

Ο Έρβιλ ΛεΜπάρον μετέτρεψε την έννοια αυτή σε εργαλείο προσωπικής εξουσίας. Εφόσον θεωρούσε τον εαυτό του αληθινό προφήτη, μπορούσε να παρουσιάζει την αντίθεση προς τις αποφάσεις του ως αντίθεση προς τον ίδιο τον Θεό. Η προσωπική σύγκρουση μετατρεπόταν έτσι σε θρησκευτικό αμάρτημα και η εξόντωση ενός αντιπάλου σε δήθεν πράξη δικαιοσύνης. Η λογική αυτή είχε μια καταστροφική συνέπεια, ο ηγέτης μπορούσε να αποφασίζει ταυτόχρονα ποιος ήταν ένοχος, ποια τιμωρία του άξιζε και ποιος όφειλε να την εκτελέσει. Δεν υπήρχε ανεξάρτητος έλεγχος ούτε δυνατότητα ουσιαστικής υπεράσπισης.

Η δολοφονία του Τζόελ ΛεΜπάρον, στις 20 Αυγούστου 1972, αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη εκδήλωση αυτής της λογικής. Η θρησκευτική αντιπαράθεση είχε μετατραπεί σε σχέδιο εξόντωσης ενός αδελφού και πρώην συνεργάτη. Στις αφηγήσεις της υπόθεσης αναφέρονται ως εμπλεκόμενοι ο Ντάνιελ Τζόρνταν (Daniel Jordan) και άλλα πρόσωπα που συνδέονταν με τον κύκλο του Έρβιλ, αν και επιμέρους λεπτομέρειες διαφέρουν μεταξύ των πηγών.

Η ουσία είναι ότι η συγγένεια και η κοινή θρησκευτική ιστορία δεν στάθηκαν εμπόδιο στη βία. Μετά τον θάνατο του Τζόελ, η αντίπαλη κοινότητα συνέχισε να υπάρχει υπό την ηγεσία του Βέρλαν ΛεΜπάρον (Verlan LeBaron), ενός ακόμη αδελφού, ο οποίος έγινε νέος στόχος της εχθρότητας του Έρβιλ.

Ο Έρβιλ αντιμετώπισε ποινικές διαδικασίες στο Μεξικό για τη δολοφονία του Τζόελ, αλλά δεν παρέμεινε κρατούμενος. Οι μεταγενέστερες αφηγήσεις αναφέρουν ότι μια αρχική καταδικαστική απόφαση ανατράπηκε. Έχουν επίσης διατυπωθεί ισχυρισμοί περί διαφθοράς, οι οποίοι δεν πρέπει να θεωρούνται αποδεδειγμένοι χωρίς ανεξάρτητη τεκμηρίωση. Εκείνο που γνωρίζουμε από την εξέλιξη των γεγονότων είναι ότι ο ΛεΜπάρον συνέχισε να δρα και να διατηρεί έναν πυρήνα αφοσιωμένων ακολούθων.

Στις 26 Δεκεμβρίου 1974, η βία έπληξε την κοινότητα του Λος Μολίνος. Ένοπλοι επιτέθηκαν στον οικισμό, χρησιμοποιώντας πυροβόλα όπλα και εμπρηστικά μέσα. Η επίθεση αποδίδεται σε ανθρώπους του κύκλου του Έρβιλ και είχε ως αποτέλεσμα δύο νεκρούς, τραυματίες και καταστροφές. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις της υπόθεσης, κύριος στόχος ήταν ο Βέρλαν, ο οποίος δεν βρισκόταν εκεί.

Ανάμεσα στα πρόσωπα που συνδέθηκαν με την επίθεση αναφέρονται η Ρίνα Τσάινογουεθ (Rena Chynoweth) και οι αδελφοί της, Μαρκ (Mark Chynoweth) και Ντουέιν (Duane Chynoweth). Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί για τη συμμετοχή κάθε προσώπου απαιτούν προσεκτική διάκριση από όσα αποδείχθηκαν δικαστικά.

Η επίθεση στο Λος Μολίνος φανέρωσε ότι η επιδίωξη εξόντωσης ενός αντιπάλου μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο ολόκληρη κοινότητα. Οι κάτοικοι, ανάμεσά τους άνθρωποι που δεν είχαν προσωπική συμμετοχή στις συγκρούσεις της ηγεσίας, βρέθηκαν αντιμέτωποι με πυροβολισμούς και φωτιές στον χώρο όπου ζούσαν. Η βία δεν αποτελούσε πλέον απλώς απειλή κατά συγκεκριμένων θρησκευτικών ανταγωνιστών. Είχε γίνει μέσο εκφοβισμού και αποσταθεροποίησης όσων αρνούνταν να αναγνωρίσουν την εξουσία του Έρβιλ.

Η κλιμάκωση συνεχίστηκε. Στις 10 Μαΐου 1977, ο Ρούλον Κλαρκ Όλρεντ (Rulon Clark Allred), επικεφαλής της “Αποστολικής Ενωμένης Αδελφότητας” (Apostolic United Brethren), δολοφονήθηκε στο ιατρείο του στη Γιούτα. Ο Όλρεντ ηγούνταν διαφορετικής μορμονικής φονταμενταλιστικής οργάνωσης και αποτελούσε έναν ακόμη ανεξάρτητο φορέα θρησκευτικής εξουσίας. Η δολοφονία του συνδέθηκε με εντολές του Έρβιλ, ενώ σε αφηγήσεις και μεταγενέστερες μαρτυρίες εμφανίζονται η Ρίνα Τσάινογουεθ (Rena Chynoweth) και η Ραμόνα Μάρστον (Ramona Marston) ως εμπλεκόμενες στην επίθεση. Η υπόθεση θα αποκτούσε καθοριστική σημασία για τη μετέπειτα καταδίκη του ΛεΜπάρον.

Η συμμετοχή γυναικών και συγγενών σε πράξεις βίας αποτελεί μια από τις δυσκολότερες πλευρές αυτής της ιστορίας. Οι μαρτυρίες περιγράφουν περιβάλλοντα εξάρτησης, θρησκευτικής πίεσης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, εκμετάλλευσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι όσοι συμμετείχαν σε εγκλήματα στερούνταν προσωπικής ευθύνης. Δείχνει όμως πώς η υποταγή σε έναν ηγέτη μπορούσε να συνυπάρχει με την ενεργή συμμετοχή στην επιβολή της εξουσίας του. Ορισμένοι άνθρωποι που είχαν υπάρξει θύματα καταναγκασμού μπορούσαν ταυτόχρονα να γίνουν φορείς βίας απέναντι σε άλλους.

Η οργάνωση είχε αναπτύξει ένα μοντέλο δράσης στο οποίο ο άνθρωπος που διέταζε δεν χρειαζόταν να βρίσκεται στον τόπο του εγκλήματος. Οι εντολές μπορούσαν να μεταφέρονται σε στενούς ακολούθους και να παρουσιάζονται ως δοκιμασίες πίστης. Η άρνηση συμμετοχής ενδεχομένως σήμαινε απώλεια της εύνοιας του ηγέτη ή φόβο ότι ο ίδιος ο αρνούμενος θα χαρακτηριζόταν προδότης. Με τον τρόπο αυτό, η «εξιλέωση διά του αίματος» λειτουργούσε διπλά, δικαιολογούσε τις δολοφονίες και αποτελούσε μόνιμη απειλή απέναντι στα ίδια τα μέλη της ομάδας.

Οι δολοφονίες που συνδέθηκαν με τον ΛεΜπάρον δεν μπορούν να αποδοθούν συλλογικά σε κάθε μέλος της οικογένειας ή σε κάθε πιστό που συμμετείχε κάποτε στις ίδιες κοινότητες. Υπήρξαν άνθρωποι που αντιστάθηκαν, απομακρύνθηκαν ή έγιναν οι ίδιοι στόχοι. Επίσης, δεν έχουν όλες οι καταγγελίες για επιπλέον εγκλήματα τον ίδιο βαθμό τεκμηρίωσης. Το ασφαλές ιστορικό συμπέρασμα είναι ήδη αρκετά σοβαρό, μια θρησκευτική διεκδίκηση είχε μετατραπεί σε σύστημα στο οποίο συγκεκριμένοι άνθρωποι δολοφονήθηκαν επειδή παρουσιάστηκαν ως εχθροί μιας προσωπικής, υποτιθέμενης θεϊκής εξουσίας.

Η πορεία προς τις δολοφονίες αυτές δεν υπήρξε ευθύγραμμη. Οι επιμέρους επιθέσεις, οι αποτυχημένες απόπειρες και οι εσωτερικές συγκρούσεις συνδέονταν με διαφορετικές αφορμές και πρόσωπα. Το κοινό τους στοιχείο ήταν η πεποίθηση ότι ορισμένοι αντίπαλοι δεν είχαν απλώς λανθασμένες απόψεις, αλλά είχαν χάσει το δικαίωμα να συνεχίσουν να ζουν. Η διαφορά είναι θεμελιώδης, μια θρησκευτική κοινότητα μπορεί να απορρίπτει τις πεποιθήσεις άλλων χωρίς να τους απειλεί. Στον κύκλο του Έρβιλ, αντίθετα, η απόρριψη μπορούσε να μετατραπεί σε απόφαση φυσικής εξόντωσης. Η επανάληψη τέτοιων ενεργειών επέτρεψε στον φόβο να λειτουργήσει ως μέσο επιβολής ακόμη και όταν δεν εκδηλωνόταν ανοιχτή βία.

Η δολοφονία του Όλρεντ προκάλεσε εντατικότερες έρευνες στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι αρχές εξέτασαν τις σχέσεις μεταξύ των ακολούθων του Έρβιλ, τις μετακινήσεις τους και τις μαρτυρίες ανθρώπων που είχαν αποχωρήσει από την οργάνωση. Η διερεύνηση ήταν δύσκολη, τα εγκλήματα είχαν συνδεθεί με διαφορετικές πολιτείες και με το Μεξικό, ενώ οι οικογενειακοί δεσμοί και ο φόβος αντιποίνων επηρέαζαν τη δυνατότητα συλλογής στοιχείων. Ορισμένοι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν, γεγονός που υπενθυμίζει ότι οι μεταγενέστερες αφηγήσεις και οι δικαστικά αποδεδειγμένες ευθύνες δεν ταυτίζονται πάντοτε.

Το 1979, ο Έρβιλ συνελήφθη στο Μεξικό και παραδόθηκε στις αμερικανικές αρχές. Το 1980 δικάστηκε στη Γιούτα για τη δολοφονία του Ρούλον Όλρεντ και για τη συνωμοσία εναντίον του αδελφού του Βέρλαν. Η υπόθεση δεν αφορούσε το αν ο ίδιος είχε πυροβολήσει τα θύματα, αλλά το αν είχε οργανώσει και διατάξει εγκληματικές ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν από άλλους. Καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Η δικαστική απόφαση ανέδειξε ένα θεμελιώδες όριο, η θρησκευτική ελευθερία δεν παρέχει ασυλία σε όποιον χρησιμοποιεί τις πεποιθήσεις του για να υποκινεί ή να οργανώνει δολοφονίες.

Η φυλάκιση δεν σήμανε αυτομάτως το τέλος της επιρροής του. Ο Έρβιλ συνέχισε να απευθύνεται στους ακολούθους του και συνδέθηκε με τη σύνταξη του “Βιβλίου των Νέων Διαθηκών” (Book of the New Covenants). Το εκτενές αυτό κείμενο περιλάμβανε θρησκευτικές διακηρύξεις, οδηγίες και αναφορές σε ανθρώπους τους οποίους θεωρούσε εχθρούς ή προδότες.

Σύμφωνα με μεταγενέστερες έρευνες, οι αναφορές αυτές συνδέθηκαν με καταλόγους προσώπων που θεωρούνταν στόχοι της υποτιθέμενης «εξιλέωσης διά του αίματος». Το ιδιαίτερα ανησυχητικό στοιχείο ήταν ότι οι εντολές μπορούσαν πλέον να διατηρηθούν και να ερμηνεύονται χωρίς τη φυσική παρουσία του ανθρώπου που τις είχε διατυπώσει.

Στις 16 Αυγούστου 1981, ο Έρβιλ ΛεΜπάρον πέθανε στη φυλακή, σε ηλικία 56 ετών. Ορισμένες αφηγήσεις αποδίδουν τον θάνατό του σε καρδιακό επεισόδιο, ενώ άλλες διαφέρουν ως προς τις λεπτομέρειες η ακριβής ιατρική διατύπωση χρειάζεται ανεξάρτητη διασταύρωση. Ο θάνατός του, πάντως, δεν εξαφάνισε τις εσωτερικές συγκρούσεις. Η διαδοχή στην οργάνωση έγινε νέο πεδίο ανταγωνισμού, καθώς μέλη της οικογένειας και του στενού κύκλου του διεκδίκησαν επιρροή επικαλούμενα τη θρησκευτική του κληρονομιά.

Στα επόμενα χρόνια, ο Αρτούρο ΛεΜπάρον (Arturo LeBaron), γιος του Έρβιλ, αναδείχθηκε σε σημαντικό πρόσωπο της μεταγενέστερης οργάνωσης, αλλά σκοτώθηκε το 1983 στο πλαίσιο συγκρούσεων για την ηγεσία. Αργότερα, ο Χέμπερ ΛεΜπάρον (Heber LeBaron), επίσης γιος του, συνδέθηκε με έναν από τους κύκλους που επιχείρησαν να συνεχίσουν την αποστολή του πατέρα τους. Η ιστορία είχε αποκτήσει πλέον μια δεύτερη γενιά ανταγωνισμών, η βία δεν στρεφόταν μόνο εναντίον άλλων θρησκευτικών ηγετών, αλλά και εναντίον ανθρώπων που είχαν αποχωρήσει από τον ίδιο τον κύκλο της οργάνωσης.

Η τραγικότερη έκφραση αυτής της συνέχειας σημειώθηκε στις 27 Ιουνίου 1988. Εκείνη την ημέρα πραγματοποιήθηκαν συντονισμένες επιθέσεις σε διαφορετικές τοποθεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών, γνωστές ως «οι δολοφονίες στις 4 το απόγευμα» (4 O’Clock Murders). Στους στόχους περιλαμβάνονταν πρώην ακόλουθοι που είχαν συνδεθεί με τη δράση της οργάνωσης, όπως ο Μαρκ Τσάινογουεθ, ο Ντουέιν Τσάινογουεθ και ο Έντι Μάρστον (Eddie Marston).

Στο Χιούστον του Τέξας δολοφονήθηκε ο Ντουέιν, ενώ στην ίδια επίθεση έχασε τη ζωή της και η οκτάχρονη κόρη του, Τζένιφερ (Jennifer Chynoweth). Η παρουσία ενός παιδιού ανάμεσα στα θύματα αποτυπώνει με τον πιο οδυνηρό τρόπο πώς οι συγκρούσεις της οργάνωσης κατέστρεφαν ζωές ανθρώπων που δεν είχαν καμία ευθύνη για τις αποφάσεις των ενηλίκων.

Οι επιθέσεις του 1988 συνδέθηκαν με τον κύκλο του Χέμπερ και με την επίκληση των παλαιότερων εντολών του Έρβιλ. Η ιστορική και ποινική ευθύνη κάθε εμπλεκομένου πρέπει να εξετάζεται χωριστά. Δεν ήταν ένας νεκρός άνθρωπος που πραγματοποίησε τις επιθέσεις, αλλά ζωντανοί δράστες που επέλεξαν να μετατρέψουν τη γραπτή του κληρονομιά σε εγκληματική πράξη. Ακριβώς εδώ βρίσκεται η ιδιαιτερότητα της υπόθεσης, οι ιδέες που νομιμοποιούσαν τη βία είχαν επιβιώσει από τον δημιουργό τους, αποκτώντας νέα λειτουργία μέσα στις συγκρούσεις των διαδόχων του.

Πέρα από τις δίκες και τις δολοφονίες, η ιστορία περιλαμβάνει ανθρώπους που προσπάθησαν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους μακριά από την οργάνωση. Πρώην μέλη και απόγονοι της οικογένειας μίλησαν για τον φόβο, την οικογενειακή πίεση, τη δυσκολία αποχώρησης και τις μακροχρόνιες συνέπειες μιας ανατροφής στην οποία η προσωπική κρίση υποτασσόταν στις εντολές ενός ηγέτη. Οι εμπειρίες τους υπενθυμίζουν ότι μια αυταρχική κοινότητα δεν αφήνει πίσω της μόνο δικαστικούς φακέλους, αλλά και διαλυμένες σχέσεις, τραυματικές μνήμες και ανθρώπους που χρειάζονται χρόνια για να ανακτήσουν την αυτονομία τους.

Η διάκριση ανάμεσα στους δράστες, στα θύματα και στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας ΛεΜπάρον είναι ουσιώδης. Το κοινό επώνυμο δεν συνεπάγεται κοινή ιδεολογία ή συλλογική ευθύνη. Άνθρωποι της ίδιας οικογένειας αντιστάθηκαν στον Έρβιλ, απομακρύνθηκαν από την οργάνωσή του ή υπέστησαν τη βία της. Η ιστορική αφήγηση οφείλει να αναγνωρίζει αυτές τις διαφορετικές διαδρομές, αντί να μετατρέπει μια ολόκληρη οικογένεια σε ενιαίο σύμβολο εγκληματικότητας.

Αξίζει επίσης να προσέξουμε τον ρόλο των γραπτών κειμένων σε αυτή την εξέλιξη. Μια προφορική εντολή μπορεί να χαθεί ή να αμφισβητηθεί μετά τον θάνατο εκείνου που την εξέδωσε. Ένα κείμενο, αντίθετα, μπορεί να διαβαστεί ως διαρκής υποχρέωση και να αποκτήσει κύρος ανεξάρτητα από τις συνθήκες μέσα στις οποίες γράφτηκε. Το “Βιβλίο των Νέων Διαθηκών” αποτέλεσε, σύμφωνα με τις μεταγενέστερες έρευνες, μέρος αυτής της διαδικασίας.

Οι διάδοχοι μπορούσαν να επικαλούνται το όνομα του Έρβιλ για να δικαιολογήσουν νέες επιλογές, ακόμη και όταν οι πραγματικές συγκρούσεις αφορούσαν τις δικές τους σχέσεις εξουσίας. Το γεγονός αυτό δεν μειώνει την ευθύνη των μεταγενέστερων δραστών. Αναδεικνύει όμως πώς ένα αυταρχικό σύστημα μπορεί να αποκτήσει διάρκεια μέσα από την αποδοχή των κειμένων του ως αδιαμφισβήτητων εντολών.

Η περίπτωση του Έρβιλ ΛεΜπάρον πέρα απο μια ιστορία θρησκευτικού φανατισμού, οικογενειακών συγκρούσεων και δολοφονιών. Είναι μια ιστορία για τα όρια της ανθρώπινης υπακοής. Στην πορεία της, άνθρωποι που αναζητούσαν πίστη, κοινότητα και βεβαιότητα βρέθηκαν μέσα σε ένα σύστημα όπου η προσωπική κρίση μπορούσε να χαρακτηριστεί ανυπακοή και η διαφωνία να μετατραπεί σε θανάσιμη ενοχή. Ο Έρβιλ διεκδίκησε το δικαίωμα να ορίζει την αλήθεια, να αναγνωρίζει τους εχθρούς της και να απαιτεί την εξόντωσή τους. Η θρησκευτική γλώσσα προσέφερε σε αυτές τις αποφάσεις έναν μανδύα ανώτερης δικαιοσύνης, χωρίς να αλλάζει την πραγματική τους φύση.

Η ευθύνη δεν μπορεί να εξαφανιστεί πίσω από την επίκληση της πίστης. Ανήκει στον άνθρωπο που οργανώνει τη βία, αλλά και σε εκείνους που επιλέγουν να την εκτελέσουν. Η αναγνώριση του φόβου, της χειραγώγησης και της εξάρτησης βοηθά να κατανοήσουμε τις συνθήκες μέσα στις οποίες διαμορφώνονται οι πράξεις, δεν μετατρέπει όμως τη δολοφονία σε ηθικά αποδεκτή επιλογή. Ταυτόχρονα, η ιστορία δεν δικαιολογεί τη συλλογική καταδίκη μιας θρησκευτικής παράδοσης ή μιας οικογένειας. Μας καλεί να εξετάσουμε κάτι πιο συγκεκριμένο και διαχρονικό, τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος αξιώνει να βρίσκεται πέρα από κάθε έλεγχο και οι υπόλοιποι παύουν να θεωρούν τη συνείδησή τους επαρκή λόγο αντίστασης;

Ο Έρβιλ πέθανε το 1981, όμως άνθρωποι εξακολουθούσαν να δολοφονούνται χρόνια αργότερα στο όνομα της κληρονομιάς του. Ίσως αυτό να αποτελεί το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα της ιστορίας του. Η απόλυτη εξουσία δεν χρειάζεται πάντοτε τη φυσική παρουσία του ηγέτη για να επιβιώσει. Αρκεί να έχει πείσει τους ανθρώπους ότι η προσωπική τους ευθύνη τελειώνει εκεί όπου αρχίζει η εντολή του. Και τότε ανακύπτει το ερώτημα που ξεπερνά κατά πολύ τη συγκεκριμένη υπόθεση, όταν η συνείδηση παραδίδεται σε μια εξουσία που αυτοανακηρύσσεται αλάθητη, ποιος απομένει για να πει «όχι»;

Ίσως σας ενδιαφέρουν…