USS Cyclops: Ένα πλοίο, περισσότεροι από 300 αγνοούμενοι και κανένα επιβεβαιωμένο ναυάγιο. Τι συνέβη πραγματικά;

USS Cyclops: Ένα πλοίο, περισσότεροι από 300 αγνοούμενοι και κανένα επιβεβαιωμένο ναυάγιο. Τι συνέβη πραγματικά;

 

Υπάρχουν ναυτικά δυστυχήματα των οποίων το μυστήριο περιορίζεται κυρίως στις τελευταίες τους στιγμές. Γνωρίζουμε πού βρίσκεται το ναυάγιο, γνωρίζουμε περίπου πότε συνέβη η καταστροφή και, μέσα από την εξέταση των συντριμμιών, των αρχείων και των μαρτυριών, μπορούμε τουλάχιστον να ανασυνθέσουμε ένα μεγάλο μέρος της αλληλουχίας των γεγονότων. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις στις οποίες απουσιάζει σχεδόν ολόκληρο το τελευταίο κεφάλαιο. Το πλοίο αναχωρεί από ένα λιμάνι, καταγράφεται για τελευταία φορά στον γνωστό κόσμο και κατόπιν απλώς παύει να υπάρχει μέσα στο ιστορικό αρχείο. Σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία ανήκει το USS Cyclops (AC-4), ένα από τα μεγαλύτερα βοηθητικά πλοία του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού στις αρχές του 20ού αιώνα και πρωταγωνιστής μιας εξαφάνισης που περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα εξακολουθεί να μην έχει οριστική εξήγηση.

Στις 4 Μαρτίου 1918, ενώ ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη, το Cyclops αναχώρησε από τα Μπαρμπάντος με προορισμό τη Βαλτιμόρη. Ήταν ένα πλοίο μήκους περίπου 165 μέτρων, κατασκευασμένο πρωτίστως για τη μεταφορά άνθρακα και τον ανεφοδιασμό του αμερικανικού στόλου, το οποίο στο συγκεκριμένο ταξίδι μετέφερε περίπου 11.000 τόνους μεταλλεύματος μαγγανίου. Μαζί του ταξίδευαν περισσότεροι από 300 άνθρωποι. Ο ακριβής αριθμός αποτελεί μία από τις μικρές ιστοριογραφικές ασυμφωνίες της υπόθεσης, νεότερες ιστορικές αναφορές του αμερικανικού ναυτικού χρησιμοποιούν τον αριθμό 306, ενώ παλαιότερες επίσημες καταγραφές αναφέρουν 309. Η διαφορά δεν αλλάζει φυσικά την ουσία της τραγωδίας, είναι όμως ενδεικτική της δυσκολίας που εξακολουθεί να συνοδεύει ακόμη και ορισμένες βασικές λεπτομέρειες της ιστορίας.

Το Cyclops δεν έφτασε ποτέ στη Βαλτιμόρη. Δεν έχει επιβεβαιωθεί κάποιο σήμα κινδύνου που να εξηγεί τι αντιμετώπιζε, δεν βρέθηκαν αναγνωρισμένα συντρίμμια που να έδωσαν απάντηση, δεν υπήρξαν επιζώντες και το ίδιο το ναυάγιο δεν έχει εντοπιστεί με βεβαιότητα. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί σταδιακά γύρω από την εξαφάνιση ένας ολόκληρος κόσμος υποθέσεων. Γερμανικό υποβρύχιο, σαμποτάζ, ανταρσία, μηχανική βλάβη, κακοκαιρία, μετατόπιση φορτίου και καταστροφική αστοχία υλικού αποτέλεσαν μερικές από τις συμβατικές εξηγήσεις που εξετάστηκαν ή προτάθηκαν.

Αρκετές δεκαετίες αργότερα, όταν το Τρίγωνο των Βερμούδων μετατράπηκε σε ένα από τα γνωστότερα σύγχρονα γεωγραφικά μυστήρια, το Cyclops εντάχθηκε αναδρομικά στη μυθολογία του και άρχισε να συνδέεται με πολύ πιο ακραίες υποθέσεις, από άγνωστα φυσικά φαινόμενα μέχρι χωροχρονικές ανωμαλίες και εξωγήινη η εξωδιαστατική παρέμβαση. Το παράδοξο είναι ότι δεν χρειαζόμαστε καμία από αυτές τις θεωρίες για να μετατρέψουμε την υπόθεση σε μυστήριο. Το πραγματικό ιστορικό περιστατικό είναι ήδη αρκετά ασυνήθιστο από μόνο του.

Η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν ανακαλύπτουμε ότι δύο από τα αδελφά πλοία του Cyclops εξαφανίστηκαν και εκείνα χρόνια αργότερα, επίσης μεταφέροντας βαριά μεταλλευτικά φορτία. Έτσι δημιουργείται μια σπάνια περίπτωση στην οποία το ίδιο στοιχείο μπορεί να οδηγήσει σε δύο εντελώς αντίθετες αναγνώσεις. Για τη μεταγενέστερη εναλλακτική βιβλιογραφία, τρία συγγενικά πλοία που χάνονται στην ευρύτερη περιοχή του δυτικού Ατλαντικού μοιάζουν να ενισχύουν την παραδοξότητα.

Από την πλευρά της ναυπηγικής και της ιστορίας της ναυσιπλοΐας, όμως, τρία πλοία παρόμοιου σχεδιασμού που χάνονται υπό παρόμοιες συνθήκες μπορούν να αποτελούν ένδειξη όχι κάποιου ανεξήγητου εξωτερικού παράγοντα αλλά μιας κοινής τεχνικής ευπάθειας. Αν θέλουμε επομένως να καταλάβουμε τι πραγματικά κάνει το Cyclops ενδιαφέρον, χρειάζεται να αφήσουμε προσωρινά στην άκρη το Τρίγωνο των Βερμούδων και να επιστρέψουμε στο ίδιο το πλοίο, στον άνθρωπο που το διοικούσε και στις συνθήκες που επικρατούσαν πριν από το τελευταίο του ταξίδι.

Το USS Cyclops πήρε το όνομά του από τους κύκλωπες της Ελληνικής μυθολογίας, και η επιλογή αποδείχθηκε ταιριαστή για ένα πλοίο που, για τα δεδομένα της εποχής του, είχε πραγματικά επιβλητικές διαστάσεις. Κατασκευάστηκε από την εταιρεία Γουίλιαμ Κραμπ και Υιοί στη Φιλαδέλφεια (William Cramp & Sons), καθελκύστηκε στις 7 Μαΐου 1910 και τέθηκε σε υπηρεσία τον Νοέμβριο του ίδιου έτους. Είχε μήκος 542 πόδια, περίπου 165 μέτρα, πλάτος περίπου 20 μέτρα και πλήρες εκτόπισμα που μπορούσε να πλησιάσει τους 19.360 τόνους.

Δεν επρόκειτο για πολεμικό πλοίο πρώτης γραμμής αλλά για ανθρακοφόρο πλοίο ανεφοδιασμού (collier), έναν τύπο σκάφους η σημασία του οποίου είναι εύκολο να υποτιμηθεί σήμερα. Στην εποχή όμως κατά την οποία οι μεγάλοι στόλοι εξαρτώνταν από τον άνθρακα, η δυνατότητα μεταφοράς τεράστιων ποσοτήτων καυσίμου αποτελούσε βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της ναυτικής ισχύος σε μεγάλες αποστάσεις. Το Cyclops και τα αδελφά πλοία του αποτελούσαν επομένως μέρος της εφοδιαστικής υποδομής που επέτρεπε στον αμερικανικό στόλο να επιχειρεί πολύ μακριά από τις βάσεις του.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, το Cyclops πραγματοποίησε αποστολές στον Ατλαντικό και στη Βαλτική, υποστήριξε επιχειρήσεις στην Καραϊβική και συμμετείχε στον ανεφοδιασμό αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια της κρίσης στο Μεξικό. Με την είσοδο των Ηνωμένων Πολιτειών στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1917, ο ρόλος του απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Το πλοίο πέρασε στην Υπηρεσία Υπερπόντιων Ναυτικών Μεταφορών (Naval Overseas Transportation Service) και οι αποστολές του συνδέθηκαν πλέον άμεσα με τις τεράστιες ανάγκες μιας χώρας που είχε εισέλθει σε παγκόσμια σύγκρουση. Η εικόνα αυτή είναι σημαντική επειδή απομακρύνει το Cyclops από τη μεταγενέστερη μυθολογία του. Δεν ήταν ένα μυστηριώδες πλοίο που περιπλανιόταν σε άγνωστα νερά, αλλά ένα μεγάλο βοηθητικό σκάφος που εκτελούσε συνηθισμένες, αν και απαιτητικές, στρατιωτικές αποστολές.

Πολύ λιγότερο συνηθισμένη ήταν η προσωπικότητα του κυβερνήτη του, υποπλοιάρχου Τζορτζ Γ. Γουόρλι (George W. Worley). Ο Γουόρλι είχε γεννηθεί στη Γερμανία ως Γιόχαν Φρέντερικ Βίχμαν (Johann Frederick Wichmann) και είχε μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου δημιούργησε τη ναυτική του σταδιοδρομία. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, η καταγωγή του δεν θα είχε ιδιαίτερη σημασία για την εξαφάνιση ενός πλοίου. Το 1918 όμως οι Ηνωμένες Πολιτείες πολεμούσαν τη Γερμανία, και όταν το Cyclops χάθηκε χωρίς ίχνος ήταν σχεδόν αναπόφευκτο να εμφανιστούν υποψίες σχετικά με τον Γερμανό στην καταγωγή άνθρωπο που βρισκόταν στη γέφυρά του.

Οι υποψίες ενισχύθηκαν από το γεγονός ότι ο Γουόρλι φαίνεται πως δεν ήταν δημοφιλής ανάμεσα στους υφισταμένους του. Οι έρευνες που πραγματοποιήθηκαν μετά την εξαφάνιση αποκάλυψαν αναφορές για μια εξαιρετικά δύσκολη σχέση μεταξύ κυβερνήτη και πληρώματος, σε τέτοιο βαθμό ώστε το ναυτικό, εξετάζοντας μεταγενέστερα την υπόθεση, να περιγράφει την κατάσταση με όρους που σήμερα θα παρέπεμπαν σε ένα «τοξικό περιβάλλον διοίκησης». Αυτό όμως απέχει πολύ από την απόδειξη προδοσίας. Το Γραφείο Ναυτικών Πληροφοριών (Office of Naval Intelligence) δεν βρήκε στοιχεία ότι ο Γουόρλι ήταν άπιστος προς τις Ηνωμένες Πολιτείες ούτε ότι υπήρχε ένα σοβαρά οργανωμένο σχέδιο ανταρσίας.

Μία από τις περισσότερο ενδιαφέρουσες μαρτυρίες σχετικά με το Cyclops προέρχεται από τον Κόνραντ Α. Νέρβιγκ (Conrad A. Nervig), ο οποίος είχε υπηρετήσει στο πλοίο αλλά μετατέθηκε λίγο πριν από το μοιραίο ταξίδι. Ο Νέρβιγκ περιέγραψε αργότερα τη συμπεριφορά του Cyclops σε βαριά θάλασσα και θυμόταν ανησυχητικούς μεταλλικούς ήχους, καθώς και εμφανή κίνηση στο κεντρικό τμήμα της κατασκευής καθώς η μεγάλη γάστρα δεχόταν τις δυνάμεις των κυμάτων.

Η παρατήρηση αυτή χρειάζεται προσοχή. Τα μεγάλα πλοία δεν είναι απολύτως άκαμπτα σώματα και η ελεγχόμενη κάμψη μιας μεταλλικής γάστρας δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη επικείμενης καταστροφής. Η μαρτυρία όμως αποκτά ενδιαφέρον όταν εξετάζεται εκ των υστέρων δίπλα στις θεωρίες περί δομικής αστοχίας και, κυρίως, στην εξαφάνιση δύο ακόμη πλοίων της ίδιας οικογένειας.

Ο ίδιος ο Νέρβιγκ αποτελεί και μία από τις πιο ανθρώπινες παρεκβάσεις της ιστορίας. Μετατέθηκε από το Cyclops πριν από την τελευταία αποστολή, παρά την επιθυμία του Γουόρλι να παραμείνει στο πλοίο. Η απόφαση αυτή τον απομάκρυνε από μια μοίρα που κανείς τότε δεν μπορούσε να προβλέψει. Αργότερα εργάστηκε για δεκαετίες στον αμερικανικό κινηματογράφο, συμμετείχε σε δεκάδες ταινίες και κέρδισε δύο βραβεία Όσκαρ για μοντάζ. Όταν εξετάζεται περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, η ζωή του προσφέρει μια διαφορετική οπτική στην αριθμητική της τραγωδίας. Οι 306 ή 309 άνθρωποι του Cyclops δεν αποτελούσαν απλώς έναν αριθμό θυμάτων, ήταν εκατοντάδες ζωές που χάθηκαν κάπου στον Ατλαντικό.

Στις αρχές του 1918 το Cyclops στάλθηκε στη Νότια Αμερική για να υποστηρίξει τις αμερικανικές ναυτικές δυνάμεις που επιχειρούσαν στην περιοχή. Αφού ολοκλήρωσε τις εργασίες ανεφοδιασμού, προετοιμάστηκε για την επιστροφή στις Ηνωμένες Πολιτείες μεταφέροντας ένα φορτίο πολύ διαφορετικό από εκείνο για το οποίο είχε αρχικά σχεδιαστεί. Στα αμπάρια του φορτώθηκε μετάλλευμα μαγγανίου, μια πρώτη ύλη ιδιαίτερα σημαντική για τη μεταλλουργία και την παραγωγή χάλυβα. Το γεγονός ότι ένα ανθρακοφόρο μετέφερε μετάλλευμα δεν ήταν από μόνο του ασυνήθιστο, αλλά οι φυσικές ιδιότητες του νέου φορτίου είχαν σημασία. Το μετάλλευμα μαγγανίου ήταν πολύ πυκνότερο από τον άνθρακα και μπορούσε επομένως να συγκεντρώνει πολύ μεγαλύτερο βάρος σε μικρότερο όγκο, δημιουργώντας διαφορετικές καταπονήσεις στη δομή του πλοίου.

Οι εργασίες φόρτωσης φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκαν με έντονους ρυθμούς. Τα αμπάρια καθαρίστηκαν από τα υπολείμματα άνθρακα και, σύμφωνα με τις σχετικές έρευνες, περίπου 2.500 τόνοι μεταλλεύματος μπορούσαν να φορτώνονται καθημερινά, καθώς το Cyclops καθόταν σταδιακά όλο και βαθύτερα στο νερό. Το συνολικό φορτίο στο τελευταίο ταξίδι υπολογίζεται από τις ιστορικές πηγές του Ναυτικού περίπου στους 11.000 τόνους. Το βάρος αυτό θα αποκτούσε κεντρική θέση στις μεταγενέστερες προσπάθειες εξήγησης της καταστροφής, αν και είναι σημαντικό να μην κάνουμε το λάθος να μετατρέψουμε μια μεταγενέστερη υπόθεση σε δεδομένο, το γεγονός ότι το πλοίο μετέφερε βαρύ μετάλλευμα δεν αποδεικνύει ότι το φορτίο ήταν η αιτία της απώλειάς του.

Υπήρχε ωστόσο και ένα τεκμηριωμένο μηχανικό πρόβλημα. Μία από τις δύο κύριες μηχανές του Cyclops αντιμετώπιζε βλάβη και το πλοίο δεν μπορούσε να κινηθεί με τις κανονικές του επιδόσεις. Οι σχετικές έρευνες κάνουν λόγο για πρόβλημα σε κύλινδρο της δεξιάς μηχανής, το οποίο δεν είχε επισκευαστεί πριν από την αναχώρηση για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό δεν σημαίνει ότι το Cyclops ήταν ακυβέρνητο ή ότι βρισκόταν ήδη στα πρόθυρα της καταστροφής, αλλά σημαίνει ότι το πλοίο ξεκίνησε το τελευταίο του ταξίδι με μειωμένες δυνατότητες πρόωσης και μικρότερο περιθώριο αντίδρασης σε περίπτωση που αντιμετώπιζε βαριά θάλασσα ή κάποια δεύτερη μηχανική βλάβη.

Στις 22 Φεβρουαρίου 1918 το Cyclops αναχώρησε από το Σαλβαδόρ της Βραζιλίας με τελικό προορισμό τη Βαλτιμόρη. Στο πλοίο βρίσκονταν πλέον, πέρα από το κανονικό πλήρωμα, και επιβάτες που επέστρεφαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το ταξίδι προς τον βορρά δεν εξελίχθηκε όμως ακριβώς σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό. Στις 3 Μαρτίου το Cyclops έφτασε στα Μπαρμπάντος και ο Γουόρλι ζήτησε επιπλέον άνθρακα και προμήθειες. Η στάση αυτή, επειδή δεν αποτελούσε μέρος του αρχικού προγράμματος, αποτέλεσε αργότερα ένα από τα σημεία γύρω από τα οποία αναπτύχθηκαν πολλές υποψίες. Οι διαθέσιμες πληροφορίες όμως δεν απαιτούν κάποια μυστική εξήγηση. Ο Γουόρλι φέρεται να απέδωσε την ανάγκη για περισσότερο καύσιμο τόσο σε προηγούμενο σφάλμα ναυσιπλοΐας, το οποίο είχε αυξήσει την κατανάλωση, όσο και στην ανεπαρκή ποιότητα μέρους του άνθρακα που υπήρχε ήδη στα αμπάρια καυσίμου.

Το Cyclops παρέμεινε στα Μπαρμπάντος λιγότερο από μία ημέρα και στις 4 Μαρτίου απέπλευσε για τη Βαλτιμόρη. Σε μεταγενέστερες αφηγήσεις της υπόθεσης επαναλαμβάνεται συχνά ότι το τελευταίο μήνυμά του περιείχε τη φράση «Όλα καλά», μαζί με την πληροφορία ότι ταξίδευε περίπου με δέκα κόμβους και αναμενόταν να φτάσει στον προορισμό του στις 13 Μαρτίου. Επειδή όμως η ακριβής διατύπωση αυτού του μηνύματος δεν εμφανίζεται με την ίδια σαφήνεια στις ισχυρότερες επίσημες ιστορικές καταγραφές, είναι προτιμότερο να διατηρήσουμε μια επιφύλαξη απέναντι στη δραματική φράση που επαναλαμβάνεται τόσο συχνά. Εκείνο που είναι ασφαλές ιστορικά είναι ότι μετά την αναχώρησή του από τα Μπαρμπάντος το Cyclops δεν έδωσε κάποια επιβεβαιωμένη πληροφορία που να αποκαλύπτει τι επρόκειτο να συμβεί.

Η ημερομηνία της αναμενόμενης άφιξης πέρασε χωρίς το πλοίο να εμφανιστεί. Καθώς η καθυστέρηση μεγάλωνε, άρχισαν οι προσπάθειες εντοπισμού του, αλλά δεν προέκυψε το στοιχείο που θα έδινε κατεύθυνση στην έρευνα. Δεν υπήρχε γνωστή θέση ναυαγίου, δεν υπήρχε επιβεβαιωμένο μήνυμα κινδύνου και δεν βρέθηκαν συντρίμμια που να μπορούσαν να ταυτοποιηθούν με ασφάλεια. Ένα πλοίο μήκους περίπου 165 μέτρων και οι περισσότεροι από 300 άνθρωποι που βρίσκονταν επάνω του είχαν εξαφανιστεί από το ιστορικό αρχείο κάπου μεταξύ των Μπαρμπάντος και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Επειδή όμως βρισκόμαστε στο 1918, υπήρχε μια εξήγηση που έπρεπε να εξεταστεί πριν από όλες τις άλλες. Τα γερμανικά υποβρύχια (U-boats) αποτελούσαν πραγματική και σοβαρή απειλή στον Ατλαντικό, επομένως η πιθανότητα το Cyclops να είχε πέσει θύμα εχθρικής ενέργειας ήταν απολύτως εύλογη. Οι έρευνες δεν την επιβεβαίωσαν. Η βρετανική υπηρεσία πληροφοριών, η οποία είχε σημαντική δυνατότητα παρακολούθησης των γερμανικών ναυτικών επικοινωνιών, δεν εντόπισε στοιχεία για επίθεση εναντίον του Cyclops, ενώ ούτε η μεταπολεμική εξέταση των γερμανικών αρχείων αποκάλυψε κάποιο υποβρύχιο ή αλλου τύπου που να είχε αναφέρει τη βύθισή του. Σύμφωνα με την ιστορική ανάλυση του αμερικανικού ναυτικού, οι Γερμανοί φαίνεται ότι έμαθαν για την εξαφάνιση περίπου με τον ίδιο τρόπο που την έμαθε και ο υπόλοιπος κόσμος, από τις ειδήσεις.

Αν το Cyclops δεν είχε βυθιστεί από τον εχθρό, τότε η εξήγηση έπρεπε πιθανότατα να αναζητηθεί είτε στους ανθρώπους που βρίσκονταν πάνω του είτε στο ίδιο το πλοίο και στη θάλασσα που το περιέβαλλε.

Η πρώτη κατηγορία θεωριών επικεντρώθηκε στον Γουόρλι. Η Γερμανική καταγωγή του, ο αυταρχικός τρόπος διοίκησης και οι κακές σχέσεις με μέλη του πληρώματος δημιούργησαν ένα σχεδόν ιδανικό περιβάλλον για ιστορίες περί προδοσίας. Διατυπώθηκε η υποψία ότι ο κυβερνήτης μπορεί να επιχείρησε να παραδώσει το Cyclops στους Γερμανούς, ενώ άλλες εκδοχές μιλούσαν για ανταρσία του πληρώματος.

Η έρευνα του γραφείου ναυτικών πληροφοριών όμως δεν βρήκε στοιχεία που να αποδεικνύουν προδοσία του Γουόρλι, ενώ ούτε η θεωρία της ανταρσίας εξηγεί εύκολα το βασικό πρόβλημα, ακόμη και αν κάποιος καταλάμβανε το πλοίο, τι συνέβη κατόπιν σε αυτό; Ένα τόσο μεγάλο και αναγνωρίσιμο σκάφος δεν εμφανίστηκε ποτέ σε Γερμανικό ή άλλο λιμάνι και κανένα αρχείο δεν αποκαλύπτει μια μυστική μεταφορά του. Οι θεωρίες αυτές έχουν επομένως ιστορικό ενδιαφέρον επειδή δείχνουν το κλίμα καχυποψίας της εποχής, αλλά η τεκμηρίωσή τους είναι πολύ ασθενέστερη από τη δραματικότητα που απέκτησαν αργότερα.

Οι περισσότερο τεχνικές εξηγήσεις παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Το Cyclops είχε κατασκευαστεί για να μεταφέρει άνθρακα και στο τελευταίο ταξίδι του μετέφερε τεράστια ποσότητα πολύ πυκνότερου μεταλλεύματος. Το ζήτημα δεν είναι απλώς αν το συνολικό βάρος ξεπερνούσε κάποιο επιτρεπτό όριο, αλλά πώς οι δυνάμεις αυτού του βάρους κατανέμονταν κατά μήκος της κατασκευής. Ένα πλοίο στη θάλασσα υπόκειται διαρκώς σε εναλλασσόμενες καμπτικές καταπονήσεις.

Καθώς η πλώρη και η πρύμνη στηρίζονται σε διαφορετικές κορυφές κυμάτων ή καθώς το κεντρικό τμήμα βρίσκεται πάνω στην κορυφή ενός κύματος ενώ τα άκρα υποστηρίζονται λιγότερο, η γάστρα δέχεται διαδοχικά φορτίσεις που στη ναυπηγική περιγράφονται ως κάμψη τύπου hogging και sagging. Ένα εξαιρετικά πυκνό φορτίο συγκεντρωμένο στα αμπάρια μπορεί να επηρεάσει σημαντικά αυτές τις καταπονήσεις, ιδιαίτερα εάν η κατασκευή έχει ήδη υποστεί χρόνια κόπωση ή διάβρωση.

Έχει επίσης προταθεί ότι η μακροχρόνια μεταφορά άνθρακα ενδέχεται να είχε συμβάλει σε διάβρωση ορισμένων δομικών στοιχείων του πλοίου. Σε συνδυασμό με το φορτίο μεταλλεύματος, τη βαριά θάλασσα και τη μειωμένη πρόωση, η θεωρία μιας καταστροφικής αστοχίας της γάστρας αποκτά συνοχή. Δεν αποτελεί όμως αποδεδειγμένη λύση του μυστηρίου. Αυτό είναι ένα σημείο που αξίζει να τονίζεται, επειδή στις ιστορίες ανεξήγητων φαινομένων συχνά συναντάμε δύο αντίθετα αλλά εξίσου προβληματικά άλματα, το πρώτο μετατρέπει την έλλειψη εξήγησης σε απόδειξη του παραφυσικού, ενώ το δεύτερο μετατρέπει την ύπαρξη μιας λογικής φυσικής υπόθεσης σε απόδειξη ότι η υπόθεση αυτή πράγματι συνέβη. Στην περίπτωση του Cyclops δεν μπορούμε να κάνουμε ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Η μετατόπιση του φορτίου αποτελεί μια ακόμη φυσική πιθανότητα. Αν ένα χύδην φορτίο μετακινηθεί σημαντικά μέσα στα αμπάρια, ιδιαίτερα υπό συνθήκες έντονου κυματισμού, μπορεί να αλλάξει το κέντρο βάρους και να μειώσει επικίνδυνα την ευστάθεια του πλοίου. Εάν αυτό συνδυαζόταν με πρόβλημα πρόωσης και αδυναμία του κυβερνήτη να κρατήσει το πλοίο στην καταλληλότερη γωνία απέναντι στα κύματα, μια αρχικά διαχειρίσιμη κατάσταση θα μπορούσε να εξελιχθεί γρήγορα. Σε ένα τέτοιο σενάριο δεν χρειάζεται να φανταστούμε ένα μοναδικό καταστροφικό αίτιο. Τα μεγάλα ναυτικά δυστυχήματα συχνά προκύπτουν από μια αλληλουχία προβλημάτων που από μόνα τους θα ήταν αντιμετωπίσιμα αλλά μαζί ξεπερνούν τα περιθώρια ασφαλείας.

Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει και την απουσία επιβεβαιωμένου σήματος κινδύνου. Αν η απώλεια ευστάθειας ή η δομική αστοχία υπήρξε ξαφνική, το πλήρωμα μπορεί να μην είχε αρκετό χρόνο για να αντιδράσει. Η εικόνα ενός μεγάλου πλοίου που βυθίζεται χωρίς να προλάβει να εκπέμψει μήνυμα μοιάζει παράδοξη όταν τη βλέπουμε από τον σημερινό κόσμο των δορυφορικών επικοινωνιών, του GPS και των αυτοματοποιημένων σημάτων κινδύνου. Το 1918 όμως η κατάσταση ήταν διαφορετική. Ένα καταστροφικό γεγονός που έθετε γρήγορα εκτός λειτουργίας το ασύρματο σύστημα ή την ηλεκτρική τροφοδοσία μπορούσε να αφήσει ελάχιστο περιθώριο επικοινωνίας.

Παραμένει βέβαια το ζήτημα των συντριμμιών. Γιατί δεν βρέθηκε τίποτε; Η ερώτηση είναι εύλογη, αλλά η διατύπωσή της χρειάζεται προσοχή. Το γεγονός ότι δεν βρέθηκαν αναγνωρισμένα συντρίμμια δεν σημαίνει ότι το Cyclops εξαφανίστηκε χωρίς να δημιουργήσει συντρίμμια. Σημαίνει ότι όσα πιθανώς υπήρξαν δεν εντοπίστηκαν και δεν ταυτοποιήθηκαν. Η περιοχή μεταξύ Καραϊβικής και ανατολικών Ηνωμένων Πολιτειών είναι τεράστια, τα ωκεάνια ρεύματα μπορούν να διασκορπίσουν επιπλέοντα αντικείμενα σε μεγάλες αποστάσεις και, το σημαντικότερο, κανείς δεν γνωρίζει το ακριβές σημείο στο οποίο συνέβη η καταστροφή. Χωρίς μια τελευταία γνωστή θέση κοντά στον τόπο του συμβάντος, ακόμη και η σύγχρονη αναζήτηση ενός ναυαγίου μπορεί να γίνει εξαιρετικά δύσκολη, το 1918 η δυσκολία ήταν πολλαπλάσια.

Και κάπου εδώ βρίσκεται ίσως ο πυρήνας ολόκληρης της υπόθεσης. Χωρίς το ναυάγιο δεν μπορούμε να εξετάσουμε τη γάστρα, να αναζητήσουμε το σημείο μιας πιθανής θραύσης, να μελετήσουμε την κατάσταση των μηχανών ή να δούμε πώς κατέληξε το φορτίο στον πυθμένα. Μπορούμε να δημιουργήσουμε τεχνικά εύλογες ανακατασκευές, αλλά δεν διαθέτουμε το φυσικό τεκμήριο που θα μας επέτρεπε να επιλέξουμε μία από αυτές με βεβαιότητα. Το Cyclops επομένως δεν είναι ανεξήγητο επειδή δεν υπάρχουν λογικές εξηγήσεις. Είναι ανεξήγητο επειδή δεν γνωρίζουμε ποια από τις λογικές εξηγήσεις, αν κάποια από αυτές, περιγράφει αυτό που πραγματικά συνέβη.

Το περισσότερο ενδιαφέρον στοιχείο στην τεχνική συζήτηση γύρω από το Cyclops εμφανίστηκε πολύ αργότερα. Το πλοίο ανήκε στην κλάση Πρωτέας (Proteus class), μια οικογένεια τεσσάρων μεγάλων ανθρακοφόρων που περιλάμβανε το Cyclops, το Proteus, το Nereus και το Jupiter. Τα πλοία είχαν κοινή σχεδιαστική καταγωγή, αν και δεν ήταν απολύτως πανομοιότυπα ως προς όλα τα μηχανικά τους συστήματα. Το Jupiter ακολούθησε μάλιστα μια εντελώς διαφορετική πορεία, μετασκευάστηκε στο USS Langley (CV-1), το πρώτο αεροπλανοφόρο του Αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού, και χάθηκε τελικά το 1942 μετά από Ιαπωνική αεροπορική επίθεση. Στην περίπτωσή του επομένως δεν υπάρχει μυστήριο σχετικά με την αιτία της απώλειας.

Τα Proteus και Nereus όμως έχουν πολύ πιο παράξενη ιστορία. Αφού πέρασαν σε εμπορική υπηρεσία, εξαφανίστηκαν και τα δύο το 1941. Το Proteus χάθηκε με 59 ανθρώπους και το Nereus με 61, ενώ και στις δύο περιπτώσεις μετέφεραν βαριά μεταλλευτικά φορτία. Δεν βρέθηκαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι τα πλοία βυθίστηκαν από Γερμανικά υποβρύχια, παρότι η χρονιά της εξαφάνισής τους βρισκόταν και πάλι μέσα σε παγκόσμιο πόλεμο. Έτσι, περισσότερο από δύο δεκαετίες μετά το Cyclops, δύο ακόμη πλοία της ίδιας σχεδιαστικής οικογένειας είχαν χαθεί χωρίς οριστική εξήγηση.

Είναι δύσκολο να αγνοήσει κανείς την εντύπωση που δημιουργεί αυτή η αλληλουχία, αλλά ακριβώς εδώ χρειάζεται η μεγαλύτερη προσοχή. Αν κάποιος ξεκινήσει από την υπόθεση ότι η ευρύτερη περιοχή του Τριγώνου των Βερμούδων κρύβει κάποιο άγνωστο φαινόμενο, οι τρεις εξαφανίσεις μπορούν να φαίνονται σαν ενίσχυση αυτής της ιδέας. Αν όμως ξεκινήσει από τη ναυπηγική, η κοινή καταγωγή των τριών πλοίων προσφέρει μια διαφορετική πιθανότητα. Εάν υπήρχε μια σχεδιαστική ευπάθεια που γινόταν κρίσιμη όταν τα πλοία μετέφεραν πυκνά μεταλλεύματα σε δύσκολες συνθήκες, τότε η επανάληψη δεν είναι ένδειξη ενός εξωτερικού μυστηριώδους παράγοντα αλλά πιθανώς ένδειξη του ίδιου προβλήματος που επανεμφανίστηκε.

Η ειρωνεία είναι ότι το Cyclops δεν χάθηκε μέσα σε ένα «Τρίγωνο των Βερμούδων» όπως το αντιλαμβανόμαστε σήμερα, διότι το 1918 η συγκεκριμένη πολιτισμική έννοια δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί. Η περιοχή απέκτησε τη μεταγενέστερη φήμη της μέσα από δημοσιεύματα, βιβλία και αφηγήσεις που συγκέντρωσαν διαφορετικές εξαφανίσεις πλοίων και αεροσκαφών κάτω από μία κοινή ονομασία. Το Cyclops εντάχθηκε αναδρομικά σε αυτό το corpus και εξελίχθηκε σε μία από τις εμβληματικότερες ιστορίες του. Το Αμερικανικό Ναυτικό σήμερα δεν αναγνωρίζει το Τρίγωνο των Βερμούδων ως κάποια επίσημα καθορισμένη ζώνη αυξημένων ή ανεξήγητων εξαφανίσεων, παρότι αναγνωρίζει ότι το Cyclops αποτελεί ένα πραγματικό και άλυτο ναυτικό μυστήριο.

Αυτή η χρονική αντιστροφή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από την πλευρά της εναλλακτικής γνωσιολογίας. Συνήθως η δημοφιλής αφήγηση παρουσιάζει ένα μυστηριώδες μέρος που προκαλεί ανεξήγητα περιστατικά. Ιστορικά όμως μπορεί να συνέβη το αντίστροφο, πραγματικές τραγωδίες και πραγματικά κενά γνώσης συγκεντρώθηκαν εκ των υστέρων σε μια ενιαία αφήγηση και βοήθησαν να δημιουργηθεί η εικόνα ενός μυστηριώδους τόπου. Το Cyclops δεν χρειάζεται επομένως το Τρίγωνο των Βερμούδων για να αποτελεί μυστήριο. Σε κάποιον βαθμό, το Τρίγωνο των Βερμούδων χρειάστηκε περιστατικά όπως το Cyclops για να γίνει ο μύθος που γνωρίζουμε σήμερα.

Πάνω σε αυτόν τον μύθο προστέθηκαν με τα χρόνια θεωρίες για εκλύσεις μεθανίου, ασυνήθιστα μαγνητικά και ατμοσφαιρικά φαινόμενα, γιγάντια κύματα, άγνωστες ενεργειακές διεργασίες και, στην πιο ακραία περιοχή της σχετικής βιβλιογραφίας, εξωγήινες παρεμβάσεις, τεχνολογία της Ατλαντίδας και χωροχρονικές ανωμαλίες. Δεν διαθέτουμε στοιχεία που να συνδέουν την εξαφάνιση του Cyclops με οποιοδήποτε τέτοιο φαινόμενο. Αυτό όμως δεν μας υποχρεώνει να κινηθούμε στο άλλο άκρο και να ισχυριστούμε ότι γνωρίζουμε με βεβαιότητα πως το πλοίο χάθηκε εξαιτίας του φορτίου του. Η τεχνική εξήγηση μπορεί να είναι σαφώς καλύτερα θεμελιωμένη από τις παραφυσικές θεωρίες, αλλά παραμένει υπόθεση όσο λείπει το βασικό αποδεικτικό στοιχείο, το ίδιο το ναυάγιο.

Περισσότερο από έναν αιώνα μετά την εξαφάνισή του, το USS Cyclops εξακολουθεί να βρίσκεται σε μια παράξενη θέση ανάμεσα στην τεκμηριωμένη ιστορία και στον σύγχρονο θρύλο. Γνωρίζουμε ότι υπήρξε, γνωρίζουμε πού υπηρετούσε, γνωρίζουμε τον κυβερνήτη του, το φορτίο του και το τελευταίο λιμάνι από το οποίο αναχώρησε. Γνωρίζουμε ότι είχε μηχανικό πρόβλημα και ότι μετέφερε περίπου 11.000 τόνους μεταλλεύματος μαγγανίου.

Γνωρίζουμε επίσης ότι η γερμανική επίθεση, μια από τις πλέον λογικές αρχικές υποψίες του 1918, δεν υποστηρίχθηκε από τις έρευνες ούτε από τα γερμανικά αρχεία που εξετάστηκαν αργότερα. Από ένα σημείο και μετά όμως η αλυσίδα της γνώσης σταματά. Δεν γνωρίζουμε πού ακριβώς βρισκόταν όταν συνέβη το καταστροφικό γεγονός, δεν γνωρίζουμε πόσο γρήγορα εξελίχθηκε και δεν γνωρίζουμε αν η τελική αιτία ήταν μία ή ένας συνδυασμός διαφορετικών προβλημάτων.

Αυτό ακριβώς το κενό γέννησε τον θρύλο. Καθώς οι δεκαετίες περνούσαν χωρίς να βρεθεί το ναυάγιο, η εξαφάνιση μετακινήθηκε σταδιακά από την ιστορία της ναυσιπλοΐας προς τον χώρο της εναλλακτικής γνωσιολογίας. Όταν αργότερα δημιουργήθηκε η θεωρία του Τριγώνου των Βερμούδων, το Cyclops ήταν σχεδόν ιδανικό για να ενταχθεί σε αυτή, ένα τεράστιο πλοίο, εκατοντάδες εξαφανισμένοι άνθρωποι, κανένα γνωστό σήμα κινδύνου, κανένα επιβεβαιωμένο ναυάγιο.

Και όταν προστέθηκε η πληροφορία ότι τα αδελφά Proteus και Nereus είχαν επίσης εξαφανιστεί, η ιστορία φαινόταν σχεδόν να απαιτεί κάποια εξαιρετική εξήγηση. Η ίδια πληροφορία όμως μπορεί να μας οδηγεί προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Τρία συγγενικά πλοία που χάθηκαν μεταφέροντας πυκνά μεταλλεύματα ίσως να μη δείχνουν τρεις διαφορετικές συναντήσεις με το άγνωστο αλλά τρεις παραλλαγές μιας κοινής τεχνικής ευπάθειας.

Η περίπτωση του Κόνραντ Νέρβιγκ προσφέρει ίσως τον καλύτερο τρόπο να επιστρέψουμε από τη θεωρία στους ανθρώπους. Ο Νέρβιγκ βρέθηκε εκτός Cyclops λίγο πριν από το τελευταίο ταξίδι και έζησε μια ολόκληρη ζωή που θα είχε χαθεί μαζί με το πλοίο αν μία υπηρεσιακή απόφαση ήταν διαφορετική. Εργάστηκε στον κινηματογράφο, απέκτησε μακρά σταδιοδρομία και κέρδισε δύο Όσκαρ. Πίσω από τον αριθμό των 306 ή 309 εξαφανισμένων βρίσκονταν εκατοντάδες αντίστοιχες ζωές, καθεμία με ένα μέλλον που δεν πραγματοποιήθηκε. Η διάσταση αυτή είναι εύκολο να χαθεί όταν η ιστορία μετατρέπεται σε αφήγηση για εξωγήινους, χωροχρονικές πύλες ή την Ατλαντίδα.

Μετά την εξαφάνιση, αποδόθηκε στον πρόεδρο Γούντροου Γουίλσον (Woodrow Wilson) η φράση ότι «μόνο ο Θεός και η θάλασσα γνωρίζουν τι συνέβη στο μεγάλο πλοίο». Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, η φράση εξακολουθεί να περιγράφει με παράξενα ακριβή τρόπο την κατάσταση της γνώσης μας. Ίσως κάποια μελλοντική αποστολή, ένα αυτόνομο υποβρύχιο όχημα ή μια νέα χαρτογράφηση του πυθμένα εντοπίσει τελικά το Cyclops. Η κατάσταση και η διασπορά των συντριμμιών θα μπορούσαν τότε να αποκαλύψουν αν η γάστρα υπέστη δομική αστοχία, αν το πλοίο ανατράπηκε ή αν συνέβη κάτι που οι σημερινές ανακατασκευές δεν έχουν προβλέψει. Ένα μυστήριο περισσότερο από εκατό ετών θα μπορούσε μέσα σε λίγες ημέρες έρευνας να μετατραπεί σε ένα κατανοητό, όσο τραγικό, ναυτικό δυστύχημα.

Μέχρι να συμβεί κάτι τέτοιο, το Cyclops μάς υποχρεώνει να διατηρούμε δύο ιδέες που συχνά παρουσιάζονται λανθασμένα ως ασύμβατες. Η απουσία μιας αποδεδειγμένης συμβατικής εξήγησης δεν αποτελεί απόδειξη ότι συνέβη κάτι υπερφυσικό. Ταυτόχρονα, η ύπαρξη μιας πολύ καλής συμβατικής θεωρίας δεν σημαίνει ότι έχουμε ήδη λύσει το μυστήριο. Ανάμεσα στις δύο αυτές θέσεις υπάρχει ο χώρος στον οποίο θα έπρεπε ίσως να κινείται η πραγματική έρευνα του ανεξήγητου, όχι στην ανάγκη να πιστέψουμε, αλλά ούτε και στην ανάγκη να κλείσουμε πρόωρα μια υπόθεση επειδή βρήκαμε μια εξήγηση που μας φαίνεται λογική.

Και ίσως γι’ αυτό το USS Cyclops παραμένει τόσο ενδιαφέρον περισσότερο από έναν αιώνα μετά. Δεν αποτελεί απόδειξη ότι το Τρίγωνο των Βερμούδων κρύβει κάποια άγνωστη δύναμη, ούτε όμως διαθέτουμε το στοιχείο που θα μας επέτρεπε να γράψουμε την τελευταία σελίδα της ιστορίας του. Κάπου ανάμεσα στη Νότια Αμερική, τα Μπαρμπάντος και την ανατολική ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών, ένα πλοίο και περισσότεροι από 300 άνθρωποι εξαφανίστηκαν. Κάπου, πιθανότατα στον πυθμένα του Ατλαντικού, βρίσκεται ακόμη η υλική απάντηση.

Το ερώτημα είναι αν, όταν βρεθεί, θα αποκαλύψει μια τραγική αλληλουχία μηχανικών και ανθρώπινων παραγόντων ή αν το USS Cyclops εξακολουθεί να κρύβει ένα κομμάτι της ιστορίας του που δεν έχουμε ακόμη σκεφτεί.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…