Synanon: Από την υπόσχεση της θεραπείας στον απόλυτο κοινωνικό έλεγχο. Πότε μια κοινότητα που υπόσχεται να σε απελευθερώσει αρχίζει να απαιτεί την υποταγή σου;

Synanon: Από την υπόσχεση της θεραπείας στον απόλυτο κοινωνικό έλεγχο. Πότε μια κοινότητα που υπόσχεται να σε απελευθερώσει αρχίζει να απαιτεί την υποταγή σου;

 

Υπάρχουν οργανώσεις των οποίων η μετέπειτα πορεία μοιάζει, όταν εξετάζεται εκ των υστέρων, σχεδόν προδιαγεγραμμένη. Ιδρύονται γύρω από έναν χαρισματικό ηγέτη, βασίζονται εξαρχής σε ακραίες πεποιθήσεις, απομονώνονται από τον υπόλοιπο κόσμο και δημιουργούν ένα σύστημα στο οποίο η αφοσίωση στην ομάδα αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την προσωπική αυτονομία. Όταν τελικά καταρρέουν, είναι σχετικά εύκολο να αναζητήσει κανείς στο παρελθόν τους τα σημάδια που προμήνυαν την εξέλιξη.

Η Synanon αποτελεί μια περισσότερο σύνθετη περίπτωση, επειδή δεν γεννήθηκε ως θρησκευτική αίρεση, δεν υποσχέθηκε κάποια μεταφυσική σωτηρία και δεν συγκέντρωσε τους πρώτους ανθρώπους γύρω της μιλώντας για κρυμμένες αλήθειες, υπερφυσικές δυνάμεις ή το τέλος του κόσμου. Δημιουργήθηκε το 1958 στην Καλιφόρνια προσπαθώντας να αντιμετωπίσει ένα απολύτως πραγματικό και ιδιαίτερα δύσκολο κοινωνικό πρόβλημα, την εξάρτηση από τα ναρκωτικά και ειδικότερα από την ηρωίνη. Για ένα διάστημα μάλιστα φάνηκε ότι είχε ανακαλύψει κάτι αρκετά αποτελεσματικό ώστε να επηρεάσει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο θα αναπτύσσονταν αργότερα οι θεραπευτικές κοινότητες στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο άνθρωπος πίσω από τη Synanon ήταν ο Τσαρλς «Τσακ» Ντέντεριχ (Charles “Chuck” Dederich), ένας πρώην αλκοολικός που είχε γνωρίσει από προσωπική εμπειρία το μοντέλο των Ανώνυμων Αλκοολικών (Alcoholics Anonymous — AA). Η βασική του αντίληψη δεν ήταν παράλογη ούτε, για τα δεδομένα της εποχής, στερούνταν κοινωνικής αξίας. Άνθρωποι που είχαν γνωρίσει την εξάρτηση μπορούσαν ίσως να βοηθήσουν άλλους ανθρώπους να ξεφύγουν από αυτή, όχι μόνο μέσα από την αποχή αλλά μέσα από τη συλλογική διαβίωση, την εργασία, την ανάληψη ευθυνών και τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος στο οποίο ολόκληρη η καθημερινότητα θα λειτουργούσε ως μέρος της θεραπείας.

Η Synanon εξελίχθηκε έτσι σε μία από τις πρώτες Αμερικανικές θεραπευτικές κοινότητες για ανθρώπους με εξάρτηση και η επιρροή της δεν εξαφανίστηκε μαζί με την ίδια. Μεταγενέστερες κοινότητες όπως η Daytop Village, η Odyssey House και η Phoenix House συνδέονται ιστορικά με την ανάπτυξη του μοντέλου που είχε πρωτοεμφανιστεί στη Synanon, έστω και αν στη συνέχεια το τροποποίησαν σημαντικά και απομακρύνθηκαν από πολλές από τις πρακτικές της.

Ακριβώς αυτή η αφετηρία κάνει την ιστορία της Synanon ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Κάπου ανάμεσα στη θεραπεία και στη συλλογική ζωή πραγματοποιήθηκε μια σταδιακή μετατόπιση. Η προσωρινή παραμονή μπορούσε να μετατραπεί σε μόνιμο τρόπο ζωής, η θεραπευτική κοινότητα σε εναλλακτική κοινωνία και η ομαδική αντιπαράθεση σε μηχανισμό συμμόρφωσης. Ο άνθρωπος που είχε δημιουργήσει μια κοινότητα με σκοπό να βοηθήσει άλλους να ανακτήσουν τον έλεγχο της ζωής τους απέκτησε σταδιακά εξαιρετικά μεγάλη εξουσία επάνω στη δική τους ζωή.

Είκοσι χρόνια μετά την ίδρυση της Synanon, τον Οκτώβριο του 1978, ο δικηγόρος Πολ Μοράντζ (Paul Morantz), ο οποίος είχε στραφεί νομικά εναντίον της οργάνωσης, θα άνοιγε το γραμματοκιβώτιο του σπιτιού του και θα δεχόταν το δάγκωμα ενός κροταλία που είχε τοποθετηθεί εκεί σκόπιμα, με τους κροτάλους του αφαιρεμένους ώστε να μην τον προειδοποιήσουν για την παρουσία του. Ο Μοράντζ επέζησε και η έρευνα που ακολούθησε οδήγησε σε μέλη της Synanon και τελικά στον ίδιο τον Ντέντεριχ. Το πραγματικό μυστήριο της Synanon, ωστόσο, δεν βρίσκεται στον κροταλία. Βρίσκεται στα είκοσι χρόνια που χρειάστηκαν ώστε μια κοινότητα θεραπείας να φτάσει μέχρι εκεί.

Για να γίνει κατανοητό γιατί η Synanon απέκτησε αρχικά κύρος, είναι απαραίτητο να εξεταστεί μέσα στις κοινωνικές και θεραπευτικές συνθήκες της εποχής της. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 οι δυνατότητες αντιμετώπισης της εξάρτησης από την ηρωίνη στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν περιορισμένες, ενώ η αντίληψη ότι ένας χρόνιος χρήστης ναρκωτικών μπορούσε να επιστρέψει σε μια σταθερή ζωή δεν ήταν καθόλου αυτονόητη.

Πριν από τη μεγάλη ανάπτυξη των προγραμμάτων αντιμετώπισης της εξάρτησης κατά τις επόμενες δεκαετίες, οι οργανωμένες επιλογές ήταν λίγες και σημαντικό μέρος της αντιμετώπισης βρισκόταν ανάμεσα στην ιατρική, την ψυχιατρική και το σωφρονιστικό σύστημα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Synanon παρουσίασε μια διαφορετική πρόταση. Ο άνθρωπος με εξάρτηση δεν θα αντιμετωπιζόταν απλώς ως ασθενής που θα δεχόταν μια θεραπεία και στη συνέχεια θα επέστρεφε στο ίδιο περιβάλλον. Θα εντασσόταν σε μια κοινότητα η οποία θα επιχειρούσε να αλλάξει ολόκληρο τον τρόπο με τον οποίο ζούσε.

Ο Ντέντεριχ δεν ήταν γιατρός ούτε ψυχίατρος. Είχε όμως προσωπική εμπειρία από τον αλκοολισμό και είχε συμμετάσχει στους Ανώνυμους Αλκοολικούς. Στη Σάντα Μόνικα άρχισε να συγκεντρώνει ανθρώπους γύρω του και σταδιακά αναπτύχθηκε ένα μοντέλο που στηριζόταν λιγότερο στην κλασική σχέση θεραπευτή και ασθενούς και περισσότερο στη δύναμη της ίδιας της ομάδας. Τα μέλη ζούσαν μαζί, εργάζονταν, αναλάμβαναν ευθύνες και καλούνταν να εγκαταλείψουν όχι μόνο τη χρήση ουσιών αλλά συμπεριφορές και κοινωνικές συνήθειες που θεωρούνταν συνδεδεμένες με την προηγούμενη ζωή τους.

Η κοινότητα γινόταν το θεραπευτικό περιβάλλον και τα υπόλοιπα μέλη αποτελούσαν συγχρόνως το δίκτυο υποστήριξης, τους παρατηρητές και τους ανθρώπους που θα απαιτούσαν από το άτομο να τηρήσει τις δεσμεύσεις του. Για κάποιον που είχε περάσει χρόνια στο κοινωνικό περιθώριο, η Synanon μπορούσε να προσφέρει κάτι εξαιρετικά ισχυρό, μια νέα ταυτότητα. Ένας άνθρωπος που μέχρι τότε οριζόταν από την εξάρτησή του μπορούσε ξαφνικά να έχει εργασία, ευθύνες, ανθρώπους που βασίζονταν πάνω του και την αίσθηση ότι αποτελούσε χρήσιμο μέλος μιας κοινότητας.

Η βασική ιδέα της θεραπευτικής κοινότητας δεν εξαφανίστηκε μαζί με τη Synanon. Αντιθέτως, εξελίχθηκε και επηρέασε σημαντικά μεταγενέστερα προγράμματα αντιμετώπισης της εξάρτησης. Η έννοια της «κοινότητας ως μεθόδου» βασίζεται ακριβώς στην αντίληψη ότι το κοινωνικό περιβάλλον δεν είναι απλώς ο χώρος μέσα στον οποίο πραγματοποιείται η θεραπεία αλλά μπορεί να αποτελεί μέρος της ίδιας της θεραπευτικής διαδικασίας. Οι μεταγενέστερες θεραπευτικές κοινότητες ενσωμάτωσαν επαγγελματίες ψυχικής υγείας, διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις, επιστημονική αξιολόγηση και σημαντικά διαφορετικούς κανόνες λειτουργίας. Ωστόσο η Synanon παραμένει ιστορικά σημαντική επειδή απέδειξε σε μια δύσκολη εποχή ότι άνθρωποι με σοβαρή εξάρτηση μπορούσαν να παραμείνουν χωρίς ναρκωτικά μέσα σε ένα οργανωμένο κοινωνικό περιβάλλον.

Στον πυρήνα όμως της Synanon υπήρχε μια πρακτική που επρόκειτο να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη σημασία από εκείνη μιας απλής θεραπευτικής τεχνικής. Ονομαζόταν “Το Παιχνίδι” (The Game) και είχε τις ρίζες της στις πρώτες συναντήσεις που οργάνωνε ο Ντέντεριχ. Σε αντίθεση με το περισσότερο υποστηρικτικό μοντέλο των Ανώνυμων Αλκοολικών, το παιχνίδι βασιζόταν στην έντονη αντιπαράθεση. Οι συμμετέχοντες μπορούσαν να ασκήσουν εξαιρετικά σκληρή κριτική ο ένας στον άλλο, να επισημάνουν αντιφάσεις, να αμφισβητήσουν δικαιολογίες και να χρησιμοποιήσουν μια γλώσσα που υπό φυσιολογικές κοινωνικές συνθήκες θα θεωρούνταν επιθετική.

Η θεωρία ήταν ότι ο άνθρωπος με εξάρτηση είχε δημιουργήσει γύρω του ένα σύστημα αυτοεξαπάτησης, άρνησης και δικαιολογιών και ότι αυτό το σύστημα έπρεπε να διαρραγεί. Η ομάδα θα έλεγε εκείνα που ο ίδιος δεν ήθελε να ακούσει και θα τον ανάγκαζε να αντιμετωπίσει τη συμπεριφορά του χωρίς τα συνηθισμένα προστατευτικά φίλτρα. Η μέθοδος μπορούσε να θεωρηθεί απελευθερωτική, αλλά περιείχε συγχρόνως μια αντίφαση που αργότερα θα αποκτούσε τεράστια σημασία, όταν μια ομάδα αποκτά το δικαίωμα να γκρεμίζει τις άμυνες ενός ανθρώπου στο όνομα της θεραπείας, ποιος αποφασίζει μέχρι πού μπορεί να φτάσει;

Το παιχνίδι εξελίχθηκε σταδιακά σε κάτι περισσότερο από μια τεχνική αντιμετώπισης της εξάρτησης. Αποτέλεσε κοινωνικό θεσμό της Synanon και έναν από τους σημαντικότερους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους η κοινότητα διαμόρφωνε τη συμπεριφορά των μελών της. Οι συμμετέχοντες κάθονταν μαζί και μπορούσαν να κατηγορήσουν, να προκαλέσουν, να ειρωνευτούν ή να πιέσουν έντονα ο ένας τον άλλο. Η σωματική βία θεωρητικά απαγορευόταν μέσα στο παιχνίδι, αλλά η λεκτική αντιπαράθεση αποτελούσε μέρος της ίδιας της διαδικασίας.

Οι κοινωνικές ευγένειες έπρεπε να υποχωρήσουν ώστε να αποκαλυφθεί αυτό που η ομάδα θεωρούσε πραγματική συμπεριφορά και πραγματικά κίνητρα. Η πρακτική αυτή δεν περιορίστηκε στους ανθρώπους που προσπαθούσαν να απεξαρτηθούν. Καθώς η Synanon μετατρεπόταν από πρόγραμμα θεραπείας σε ευρύτερη κοινωνική κοινότητα, το παιχνίδι ακολούθησε την ίδια διαδρομή και άρχισε να αποτελεί μέρος της καθημερινής κοινωνικής οργάνωσης.

Ήδη το 1974, αρκετά χρόνια πριν από τα γεγονότα που θα έκαναν τη Synanon διαβόητη, ο κοινωνιολόγος Ρίτσαρντ Όφσε (Richard Ofshe) και οι συνεργάτες του δημοσίευσαν μελέτη με τον ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τίτλο “Κοινωνική δομή και κοινωνικός έλεγχος στη Synanon” (Social Structure and Social Control in Synanon). Η σημασία της συγκεκριμένης έρευνας βρίσκεται και στο γεγονός ότι δεν στηριζόταν απλώς σε μεταγενέστερες αφηγήσεις πρώην μελών. Ο Όφσε είχε συμμετάσχει επί περισσότερο από έναν χρόνο σε παιχνίδια της Synanon και οι ερευνητές είχαν αποκτήσει άμεση εικόνα της λειτουργίας της κοινότητας. Η Synanon εξεταζόταν πλέον όχι μόνο ως θεραπευτικό πρόγραμμα αλλά ως ιδιαίτερο κοινωνικό σύστημα, μέσα στο οποίο η συλλογική πίεση, οι ρόλοι και η δομή της ομάδας μπορούσαν να λειτουργήσουν ως μηχανισμοί κοινωνικού ελέγχου.

Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται ένα πρόβλημα που δεν αφορά αποκλειστικά τη Synanon, αλλά κάθε κλειστό σύστημα που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει πώς πρέπει να μεταμορφωθεί ο άνθρωπος. Εάν η αντίσταση απέναντι στη μέθοδο θεωρηθεί απόδειξη ότι ο άνθρωπος εξακολουθεί να έχει το πρόβλημα που η μέθοδος προσπαθεί να θεραπεύσει, τότε η δυνατότητα πραγματικής διαφωνίας αρχίζει να εξαφανίζεται. Ο άνθρωπος που συμφωνεί επιβεβαιώνει ότι η διαδικασία λειτουργεί, ενώ εκείνος που διαφωνεί μπορεί να θεωρηθεί ότι χρειάζεται ακόμη περισσότερη πίεση. Δημιουργείται έτσι ένας κλειστός λογικός κύκλος στον οποίο το ίδιο το σύστημα καθορίζει τόσο το πρόβλημα όσο και τα κριτήρια με τα οποία θα κριθεί η επιτυχία της λύσης του.

Το παιχνίδι βρισκόταν ακριβώς μέσα σε αυτή τη λεπτή περιοχή. Δεν υπάρχει λόγος να θεωρηθεί ότι κάθε άνθρωπος που συμμετείχε σε αυτό το βίωσε με τον ίδιο τρόπο. Για ορισμένους μπορούσε πραγματικά να αποτελεί μια έντονη εμπειρία αυτοκριτικής και αλλαγής. Ωστόσο η μέθοδος δημιουργούσε συγχρόνως ένα περιβάλλον στο οποίο η κοινότητα αποκτούσε πρόσβαση στις προσωπικές ανασφάλειες, στις αδυναμίες, στις σχέσεις και στις εσωτερικές συγκρούσεις των μελών της. Η εξομολόγηση δεν πραγματοποιούνταν ιδιωτικά απέναντι σε έναν θεραπευτή που βρισκόταν έξω από την κοινωνική ζωή του ασθενούς. Γινόταν μέσα στην ίδια την ομάδα με την οποία το άτομο ζούσε, εργαζόταν και οικοδομούσε τη νέα του ταυτότητα. Αυτό σήμαινε ότι θεραπευτική διαδικασία και κοινωνική ζωή άρχιζαν να συγχωνεύονται.

Η συγχώνευση έγινε ακόμη σημαντικότερη όταν η Synanon άρχισε να δέχεται ανθρώπους που δεν είχαν ιστορικό εξάρτησης. Η κοινότητα έπαψε σταδιακά να αποτελεί μόνο έναν τόπο στον οποίο κάποιος πήγαινε για να θεραπευτεί και άρχισε να παρουσιάζεται ως ένας διαφορετικός τρόπος ζωής. Αναπτύχθηκαν επιχειρήσεις, δημιουργήθηκαν εγκαταστάσεις και οικογένειες εγκαταστάθηκαν μέσα στην κοινότητα. Ο εξωτερικός κόσμος δεν ήταν πλέον απαραίτητα ο τόπος στον οποίο θα επέστρεφε ένας άνθρωπος όταν ολοκλήρωνε τη θεραπεία του.

Η Synanon μπορούσε να γίνει ο ίδιος ο κόσμος στον οποίο θα παρέμενε. Αυτή η αλλαγή είχε τεράστια σημασία, επειδή κάθε θεραπευτικό σύστημα περιέχει κανονικά έναν τελικό σκοπό, κάποια στιγμή ο άνθρωπος δεν θα το χρειάζεται πλέον. Όταν όμως το θεραπευτικό σύστημα μετατρέπεται σε ολόκληρη κοινωνία, η επιτυχία μπορεί να πάψει να σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι έτοιμος να φύγει και να αρχίσει να σημαίνει ότι έχει μάθει να ζει σύμφωνα με τους κανόνες της κοινότητας.

Η ερώτηση επομένως άλλαξε. Δεν αφορούσε πλέον μόνο τον τρόπο με τον οποίο κάποιος μπορούσε να σταματήσει τα ναρκωτικά. Αφορούσε το πώς έπρεπε να ζει ένας άνθρωπος, πώς έπρεπε να σχετίζεται με τους άλλους, πώς έπρεπε να δημιουργεί οικογένεια και ποια θέση θα είχε η προσωπική επιθυμία απέναντι στις ανάγκες της κοινότητας. Και όσο διευρυνόταν το πεδίο των ερωτήσεων στις οποίες η Synanon επιχειρούσε να απαντήσει, τόσο διευρυνόταν και η εξουσία εκείνων που καθόριζαν τις απαντήσεις.

Κατά τη δεκαετία του 1970 η Synanon είχε απομακρυνθεί αισθητά από τον αρχικό της χαρακτήρα. Η ίδια η σύνθεση του πληθυσμού της είχε αλλάξει, καθώς στην κοινότητα δεν ζούσαν πλέον αποκλειστικά άνθρωποι που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από την εξάρτηση αλλά και άτομα που ενδιαφέρονταν για έναν εναλλακτικό τρόπο ζωής. Υπήρχαν οικογένειες και παιδιά, αναπτύχθηκε ένα ιδιαίτερο εκπαιδευτικό σύστημα και η συλλογική ζωή επεκτάθηκε σε πολύ περισσότερες πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης.

Το 1975 δημοσιεύθηκε ακαδημαϊκή μελέτη ειδικά για το “Σχολείο της Synanon” (Synanon School), στο οποίο φοιτούσαν περίπου διακόσια παιδιά και όπου δοκιμάζονταν μορφές συλλογικής ανατροφής και κοινωνικοποίησης με πολλούς ενήλικες να αναλαμβάνουν γονεϊκούς ρόλους. Η Synanon είχε πλέον μετατραπεί σε κάτι που μπορούσε να θεωρηθεί κοινωνικό εργαστήριο, δεν προσπαθούσε απλώς να θεραπεύσει μια συγκεκριμένη εξάρτηση, αλλά να εξετάσει στην πράξη εάν άνθρωποι μπορούσαν να οργανώσουν διαφορετικά την οικογένεια, την εργασία, την εκπαίδευση και την καθημερινή ζωή.

Μέσα στο πολιτισμικό περιβάλλον των δεκαετιών του 1960 και του 1970 η ιδέα αυτή δεν ήταν τόσο παράξενη όσο μπορεί να φαίνεται σήμερα. Η Αμερικανική αντικουλτούρα είχε αμφισβητήσει την παραδοσιακή οικογένεια, την κατανάλωση, την εργασία, τη σεξουαλικότητα και πολλές από τις κοινωνικές συμβάσεις των προηγούμενων γενεών. Κοινόβια, πειραματικές κοινότητες και εναλλακτικά μοντέλα ζωής εμφανίζονταν σε ολόκληρη τη χώρα. Η Synanon μπορούσε να παρουσιάζεται ως ένας χώρος στον οποίο αυτή η αναζήτηση είχε αποκτήσει μόνιμη υλική υπόσταση. Οι άνθρωποι δεν συζητούσαν απλώς για μια διαφορετική κοινωνία αλλά προσπαθούσαν να τη δημιουργήσουν. Το πρόβλημα ήταν ότι όσο περισσότερες πλευρές της ζωής εντάσσονταν στο πείραμα τόσο μεγαλύτερη εξουσία αποκτούσε εκείνος που μπορούσε να καθορίσει τους κανόνες του.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρέμβαση της ηγεσίας στην προσωπική ζωή των μελών έγινε πολύ εντονότερη. Όταν ο Ντέντεριχ θεώρησε ότι υπήρχαν υπερβολικά πολλά παιδιά μέσα στην κοινότητα, άνδρες της Synanon πιέστηκαν να υποβληθούν σε βαζεκτομή (vasectomy). Αργότερα, μετά τον θάνατο της συζύγου του Ντέντεριχ, η οργάνωση επενέβη ακόμη περισσότερο στις προσωπικές σχέσεις, με γάμους να διαλύονται και νέα ζευγάρια να σχηματίζονται στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης που προωθούσε η ηγεσία.

Η εξέλιξη αυτή αποτελεί ίσως ένα από τα καθαρότερα σημεία στα οποία μπορεί να παρατηρηθεί η μετάλλαξη της Synanon. Μια θεραπευτική κοινότητα μπορεί εύλογα να απαιτεί από τα μέλη της αποχή από τις ουσίες, συνέπεια και τήρηση συγκεκριμένων κανόνων. Όταν όμως αρχίζει να αποφασίζει εάν οι άνθρωποι θα αποκτήσουν παιδιά, ποιον θα παντρευτούν και πώς θα οργανώσουν την οικογενειακή τους ζωή, το αντικείμενο της εξουσίας δεν είναι πλέον η θεραπεία αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος.

Εδώ βρίσκεται και μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις των ουτοπικών κοινωνικών εγχειρημάτων. Συνήθως ξεκινούν από την παρατήρηση πραγματικών προβλημάτων. Οι θεσμοί μπορεί να είναι ανεπαρκείς, οι κοινωνικές σχέσεις δυσλειτουργικές και οι άνθρωποι εγκλωβισμένοι σε συμπεριφορές που τους βλάπτουν. Το γεγονός ότι μια ομάδα αμφισβητεί τον υπάρχοντα κόσμο δεν σημαίνει ότι η κριτική της είναι αναγκαστικά λανθασμένη.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν ένα σύστημα θεωρήσει ότι δεν έχει ανακαλύψει απλώς μια καλύτερη λύση σε ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, αλλά τον σωστό τρόπο οργάνωσης κάθε πλευράς της ανθρώπινης ζωής. Όσο περισσότερα προβλήματα υποστηρίζει ότι μπορεί να λύσει, τόσο περισσότερες αποφάσεις πρέπει να μεταφερθούν από το άτομο προς το σύστημα και τόσο μικρότερος γίνεται ο χώρος μέσα στον οποίο κάποιος μπορεί να πει ότι επιθυμεί να ζήσει διαφορετικά.

Η Synanon είχε πλέον δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο η κατοικία, η εργασία, οι κοινωνικές σχέσεις, η οικογένεια και η θεραπευτική διαδικασία μπορούσαν να βρίσκονται κάτω από την ίδια οργανωτική ομπρέλα. Για έναν άνθρωπο που είχε οικοδομήσει εκεί τις φιλίες του, την επαγγελματική του ζωή, την καθημερινότητά του και ενδεχομένως την οικογένειά του, η αποχώρηση δεν σήμαινε απλώς ότι εγκατέλειπε ένα πρόγραμμα. Μπορούσε να σημαίνει ότι εγκατέλειπε ολόκληρο τον κοινωνικό του κόσμο. Η αρχική εξάρτηση από μια ουσία είχε φυσικά εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα, αλλά το παράδοξο είναι εμφανές, μια κοινότητα που είχε δημιουργηθεί για να βοηθήσει ανθρώπους να ξεφύγουν από μια μορφή εξάρτησης είχε οικοδομήσει ένα περιβάλλον στο οποίο η ανεξαρτησία από την ίδια την κοινότητα μπορούσε να γίνει εξαιρετικά δύσκολη.

Την ίδια περίοδο άλλαζε και η σχέση της Synanon με τον εξωτερικό κόσμο. Η γλώσσα της ηγεσίας απέναντι στους επικριτές γινόταν περισσότερο επιθετική και δημιουργήθηκαν ομάδες με ονομασίες όπως Αυτοκρατορικοί Πεζοναύτες (Imperial Marines) και Εθνική Φρουρά (National Guard). Σε δικαστικά έγγραφα που ακολούθησαν εμφανίζονται αναφορές σε έναν «Ιερό Πόλεμο (Holy War)» εναντίον όσων θεωρούνταν εχθροί της οργάνωσης, ενώ σε ομιλία του Ντέντεριχ για τη λεγόμενη Νέα Θρησκευτική Στάση (New Religious Posture) χρησιμοποιήθηκε εξαιρετικά απειλητική γλώσσα απέναντι σε εκείνους που θα επιχειρούσαν να βλάψουν τη Synanon.

Η μετατόπιση ήταν ουσιαστική. Ο εξωτερικός κόσμος δεν ήταν πλέον απλώς διαφορετικός ή προβληματικός. Μπορούσε να θεωρηθεί εχθρικός, ενώ οι επικριτές δεν αντιμετωπίζονταν απλώς ως άνθρωποι με διαφορετική άποψη αλλά ως απειλές απέναντι στην ίδια την κοινότητα. Μέσα σε αυτό το κλίμα εμφανίστηκε ο δικηγόρος Πολ Μοράντζ.

Ο Πολ Μοράντζ ήταν δικηγόρος στο Λος Άντζελες και είχε αρχίσει να εκπροσωπεί ανθρώπους που βρίσκονταν σε σύγκρουση με τη Synanon. Λίγο πριν από την επίθεση εναντίον του είχε κερδίσει σημαντική υπόθεση για πρώην μέλος το οποίο κατηγορούσε την οργάνωση για παράνομη κράτηση και χειραγώγηση. Τον Οκτώβριο του 1978, επιστρέφοντας στο σπίτι του στο Πασίφικ Παλισέιντς, ο Μοράντζ πήγε να πάρει την αλληλογραφία του. Μέσα στο γραμματοκιβώτιο βρισκόταν ένας μεγάλος κροταλίας. Οι κρόταλοί του είχαν αφαιρεθεί, ώστε να μην ακουστεί το χαρακτηριστικό προειδοποιητικό κροτάλισμα, και όταν ο δικηγόρος έβαλε το χέρι του μέσα στο κουτί το φίδι τον δάγκωσε. Ο Μοράντζ κατάφερε να ζητήσει βοήθεια και επέζησε. Η υπόθεση έμοιαζε με σκηνή αστυνομικής μυθοπλασίας, αλλά η έρευνα που ακολούθησε την συνέδεσε με τη Synanon.

Οι αρχές συνέλαβαν δύο μέλη των Αυτοκρατορικών Πεζοναυτών της οργάνωσης, τον Λανς Κέντον και τον Τζόζεφ Μουζίκο, ενώ συνελήφθη και ο Ντέντεριχ ως ύποπτος για συνωμοσία. Η έρευνα έφερε στην επιφάνεια ηχογραφημένες συνομιλίες και δηλώσεις που αποκάλυπταν το κλίμα μέσα στην ηγεσία της Synanon και την ένταση με την οποία αντιμετωπίζονταν οι εξωτερικοί αντίπαλοι. Σε καταγεγραμμένες δηλώσεις ο Ντέντεριχ μιλούσε για σπάσιμο των ποδιών δικηγόρων και για απειλές εναντίον των οικογενειών τους. Η βίαιη ρητορική που προηγουμένως μπορούσε να θεωρηθεί υπερβολή αποκτούσε διαφορετική σημασία μετά την πραγματική απόπειρα εναντίον ενός δικηγόρου που είχε συγκρουστεί με την οργάνωση.

Το 1980 ο Ντέντεριχ, ο Κέντον και ο Μουζίκο δήλωσαν “nolo contendere” (no contest), δηλαδή δεν παραδέχθηκαν ρητά την ενοχή τους, αλλά επέλεξαν να μην αμφισβητήσουν τις κατηγορίες, αποδεχόμενοι την επιβολή ποινής από το δικαστήριο. Ο Ντέντεριχ δεν οδηγήθηκε στη φυλακή αλλά τέθηκε υπό επιτήρηση και υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τον ηγετικό του ρόλο στη Synanon, ενώ οι δύο άνδρες που συνδέθηκαν άμεσα με την επίθεση καταδικάστηκαν σε φυλάκιση.

Το περιστατικό του κροταλία μετατράπηκε έκτοτε στο πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο της σκοτεινής περιόδου της οργάνωσης. Θα ήταν όμως υπεραπλούστευση να θεωρηθεί ότι ένα και μόνο εγκληματικό περιστατικό κατέστρεψε μια κατά τα άλλα σταθερή κοινότητα. Η επίθεση στον Μοράντζ αποκάλυψε δημόσια μια διαδικασία που είχε ήδη προχωρήσει για χρόνια, την αυξανόμενη συγκέντρωση εξουσίας, την παρέμβαση της ηγεσίας στην προσωπική ζωή, την εχθρική αντίληψη για τους εξωτερικούς επικριτές και την αποδοχή όλο και πιο ακραίων μεθόδων στο όνομα της προστασίας της ομάδας.

Οι νομικές και οικονομικές πιέσεις συνεχίστηκαν. Το 1982 η Αμερικανική φορολογική υπηρεσία αφαίρεσε από τη Synanon το καθεστώς φορολογικής απαλλαγής και ακολούθησαν μακροχρόνιες διαμάχες σχετικά με τη λειτουργία, τα οικονομικά και τις πληρωμές προς τον Ντέντεριχ και άλλα στελέχη. Ομοσπονδιακές έρευνες εξέτασαν επίσης προσπάθειες απόκρυψης ή καταστροφής επιβαρυντικού υλικού.

Χωρίς πλέον τον ιδρυτή της στον προηγούμενο ηγετικό του ρόλο και με τη δημόσια εικόνα της κατεστραμμένη, η Synanon πέρασε σε μια παρατεταμένη περίοδο παρακμής. Μέχρι το 1991 είχε ουσιαστικά πάψει να υπάρχει. Ο Ντέντεριχ πέθανε το 1997, αφήνοντας πίσω του μια κληρονομιά εξαιρετικά δύσκολη να περιγραφεί μονοδιάστατα. Είχε υπάρξει ο άνθρωπος που δημιούργησε μια από τις σημαντικότερες πρώιμες θεραπευτικές κοινότητες των Ηνωμένων Πολιτειών και συγχρόνως ο ηγέτης μιας οργάνωσης που κατέληξε να συνδέεται με καταναγκαστικές πρακτικές, βίαιη ρητορική και μια πραγματική εγκληματική συνωμοσία εναντίον ενός επικριτή της.

Η αντίφαση αυτή δεν αποτελεί μια άβολη λεπτομέρεια που πρέπει να παραμεριστεί για να γίνει η ιστορία περισσότερο ξεκάθαρη. Αποτελεί ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της. Εάν η Synanon είχε δημιουργηθεί εξαρχής ως μια βίαιη και απομονωμένη ομάδα, η ιστορία της θα ήταν πολύ ευκολότερο να ερμηνευθεί. Η πραγματική της πορεία όμως δείχνει ότι οι οργανώσεις δεν χρειάζεται να γεννηθούν με τον χαρακτήρα που θα αποκτήσουν αργότερα.

Οι θεσμοί μεταβάλλονται, οι κανόνες μετακινούνται σταδιακά και πρακτικές που κάποτε εφαρμόζονταν σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο μπορούν να επεκταθούν μέχρι να αποκτήσουν εντελώς διαφορετική λειτουργία. Στην περίπτωση της Synanon, η κοινότητα που κάποτε απαιτούσε από έναν άνθρωπο να αλλάξει ώστε να ξεφύγει από την εξάρτηση άρχισε τελικά να απαιτεί αλλαγές επειδή η ίδια η κοινότητα είχε μετατραπεί στο μέτρο με το οποίο κρινόταν η ζωή του.

Η ευκολότερη ερμηνεία της Synanon θα ήταν να τοποθετήσουμε ολόκληρη την ιστορία κάτω από μία λέξη «αίρεση». Η λέξη θα δημιουργούσε μια καθαρή απόσταση ανάμεσα σε εμάς και στους ανθρώπους που έζησαν μέσα στην κοινότητα. Από τη μία πλευρά θα βρισκόταν ο συνηθισμένος κόσμος και από την άλλη μια παράξενη ομάδα που επέτρεψε σε έναν αυταρχικό ηγέτη να επηρεάζει τις σχέσεις, τα σώματα και την καθημερινότητα των μελών της. Μια τέτοια ερμηνεία είναι ελκυστική ακριβώς επειδή μας επιτρέπει να θεωρήσουμε ότι γνωρίζουμε εκ των προτέρων σε ποια πλευρά θα βρισκόμασταν εμείς. Χάνει όμως το σημαντικότερο στοιχείο της ιστορίας, οι πρώτοι άνθρωποι που πέρασαν την πόρτα της Synanon δεν πήγαιναν εκεί για να ενταχθούν σε μια ακραία οργάνωση. Πήγαιναν επειδή προσπαθούσαν να σταματήσουν την ηρωίνη.

Και η Synanon δεν τους πρόσφερε μόνο μια ιδεολογία. Τους πρόσφερε στέγη, καθημερινότητα, εργασία, ανθρώπους που γνώριζαν το ίδιο πρόβλημα και την αίσθηση ότι κάποιος που είχε θεωρηθεί χαμένος μπορούσε να αποκτήσει ξανά έναν ρόλο. Μέσα σε μια εποχή κατά την οποία οι δυνατότητες αντιμετώπισης της εξάρτησης ήταν περιορισμένες, η ιδέα ότι η ίδια η κοινότητα μπορούσε να αποτελέσει μέρος της θεραπείας ήταν αρκετά σημαντική ώστε να επηρεάσει ολόκληρη τη μεταγενέστερη ιστορία των θεραπευτικών κοινοτήτων.

Η αναγνώριση αυτού του γεγονότος δεν δικαιολογεί όσα συνέβησαν αργότερα. Αντιθέτως, κάνει τη μεταμόρφωση περισσότερο ουσιαστική, επειδή μας υποχρεώνει να εγκαταλείψουμε την απλή εξήγηση ότι όλα ήταν εξαρχής μια απάτη και να αναρωτηθούμε πώς ένα σύστημα που μπορούσε πραγματικά να προσφέρει κάτι χρήσιμο απέκτησε σταδιακά τόσο διαφορετικά χαρακτηριστικά.

Ίσως λοιπόν η Synanon να μην αποτελεί μόνο μια ιστορία για τη δύναμη ενός χαρισματικού ηγέτη αλλά και για τη δύναμη της ίδιας της ομάδας. Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον και η ανάγκη για αναγνώριση, ταυτότητα, αποδοχή και αίσθηση του ανήκειν μπορεί να είναι τεράστια. Αυτά ακριβώς τα στοιχεία μπορούν να βοηθήσουν έναν άνθρωπο που έχει απομονωθεί εξαιτίας της εξάρτησης.

Τα ίδια στοιχεία μπορούν όμως, κάτω από διαφορετικές συνθήκες, να χρησιμοποιηθούν για να περιορίσουν την αυτονομία του. Μια κοινότητα μπορεί να προσφέρει την αίσθηση ότι «εδώ ανήκεις» και αυτό να αποτελεί μέρος της θεραπείας. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η ίδια πρόταση αρχίζει σιωπηλά να μετατρέπεται στην πεποίθηση ότι «μόνο εδώ μπορείς να ανήκεις».

Το παιχνίδι συμπυκνώνει ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο αυτή τη διπλή φύση. Η ριζική ειλικρίνεια μπορεί να γίνει απελευθερωτική όταν αναγκάζει έναν άνθρωπο να κοιτάξει κάτι που αρνείται να δει. Μπορεί όμως να γίνει καταναγκαστική όταν η ομάδα αποκτά το αποκλειστικό δικαίωμα να αποφασίζει τι είναι αλήθεια. Η αυτοκριτική μπορεί να οδηγήσει στην αυτογνωσία, αλλά μπορεί επίσης να οδηγήσει στην αμφισβήτηση κάθε προσωπικής κρίσης που έρχεται σε σύγκρουση με τη συλλογική.

Η πειθαρχία μπορεί να βοηθήσει έναν άνθρωπο να αποκτήσει ξανά τον έλεγχο της ζωής του, αλλά όταν η πειθαρχία επεκτείνεται από την απαγόρευση των ναρκωτικών στην εργασία, από την εργασία στις προσωπικές σχέσεις και από τις προσωπικές σχέσεις στην απόφαση για το αν κάποιος θα αποκτήσει παιδιά, τότε η αρχική έννοια της θεραπείας έχει πλέον μεταμορφωθεί.

Ο κοινωνικός έλεγχος, άλλωστε, δεν εμφανίζεται πάντοτε ως κοινωνικός έλεγχος. Μπορεί να παρουσιαστεί ως θεραπεία, προστασία, προσωπική ανάπτυξη, συλλογική ευθύνη ή ακόμη και ως η υπόσχεση ότι μια ομάδα ανθρώπων έχει κατανοήσει καλύτερα από εμάς τι πραγματικά χρειαζόμαστε. Η μετάβαση δεν χρειάζεται να συμβεί μέσα σε μία ημέρα και ίσως αυτό είναι το περισσότερο ανησυχητικό στοιχείο. Κάθε μεμονωμένη αλλαγή μπορεί να φαίνεται μικρή σε σχέση με την προηγούμενη. Ένας ακόμη κανόνας, μία ακόμη απαίτηση, μία ακόμη περιοχή της προσωπικής ζωής που θεωρείται υπόθεση της κοινότητας. Όταν όμως εξετάσουμε ολόκληρη τη διαδρομή από απόσταση, το σημείο αφετηρίας μπορεί να μοιάζει σχεδόν αγνώριστο σε σχέση με το σημείο κατάληξης.

Ο κροταλίας στο γραμματοκιβώτιο του Πολ Μοράντζ παραμένει δικαιολογημένα το πιο θεαματικό επεισόδιο της ιστορίας της Synanon. Είναι μια εικόνα τόσο παράξενη ώστε μοιάζει κατασκευασμένη για κινηματογραφικό σενάριο, ένας δικηγόρος ανοίγει την αλληλογραφία του και βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα δηλητηριώδες φίδι, το οποίο κάποιος έχει προηγουμένως ακρωτηριάσει ώστε να μην ακουστεί η προειδοποίησή του.

Μέχρι όμως να τοποθετηθεί εκείνος ο κροταλίας μέσα στο γραμματοκιβώτιο, η ουσιαστική μεταμόρφωση είχε ήδη πραγματοποιηθεί. Μια κοινότητα που είχε δημιουργηθεί για να βοηθήσει ανθρώπους να απελευθερωθούν από μια εξάρτηση είχε εξελιχθεί σε ένα σύστημα στο οποίο η εργασία, οι προσωπικές σχέσεις, η αναπαραγωγή, η οικογενειακή ζωή και ακόμη και η σχέση με τον εξωτερικό κόσμο μπορούσαν να υπαχθούν στις απαιτήσεις της συλλογικότητας και στην εξουσία της ηγεσίας.

Γι’ αυτό και το σημαντικότερο ερώτημα που αφήνει πίσω της η Synanon δεν είναι αν μπορούμε σήμερα να αναγνωρίσουμε ότι είχε μετατραπεί σε μια αυταρχική κοινότητα. Με το πλεονέκτημα της ιστορικής απόστασης, των δικαστικών αρχείων και της γνώσης του τελικού αποτελέσματος, αυτό είναι σχετικά εύκολο. Το δυσκολότερο ερώτημα αφορά το σημείο της μετάβασης, όταν το αποτέλεσμα δεν είναι ακόμη γνωστό και οι άνθρωποι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι συμμετέχουν σε κάτι που τους έχει πραγματικά βοηθήσει.

Αν μια κοινότητα μάς προσφέρει πράγματι κάτι που χρειαζόμαστε, θεραπεία, ταυτότητα, ασφάλεια, σκοπό ή απλώς την αίσθηση ότι ανήκουμε κάπου, σε ποιο ακριβώς σημείο η εμπιστοσύνη μετατρέπεται σε εξάρτηση και η ευγνωμοσύνη σε υποταγή; Και, ακόμη δυσκολότερα, θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε εκείνο το σημείο πριν το περάσουμε;

Ίσως σας ενδιαφέρουν…