Ong’s Hat: Στις απαρχές των παιχνιδιών εναλλακτικής πραγματικότητας, από τα underground έντυπα στο πρώιμο διαδίκτυο. Πόσο πραγματική μπορεί να γίνει μια ιστορία, όταν αρκετοί άνθρωποι αρχίσουν να συμπεριφέρονται σαν να είναι αληθινή;

Ong’s Hat: Στις απαρχές των παιχνιδιών εναλλακτικής πραγματικότητας, από τα underground έντυπα στο πρώιμο διαδίκτυο. Πόσο πραγματική μπορεί να γίνει μια ιστορία, όταν αρκετοί άνθρωποι αρχίσουν να συμπεριφέρονται σαν να είναι αληθινή;
Το Ong’s Hat ανήκει σε εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις όπου η αποκάλυψη της αλήθειας όχι μόνο δεν έκανε την ιστορία λιγότερο ενδιαφέρουσα, αλλά αποκάλυψε ένα μυστήριο διαφορετικό από εκείνο που αρχικά φαινόταν να κρύβει. Σήμερα δεν χρειάζεται να αναρωτηθούμε σοβαρά αν μια ομάδα επιστημόνων στα Pine Barrens του New Jersey κατάφερε πράγματι να κατασκευάσει μια συσκευή που άνοιγε περάσματα προς παράλληλες πραγματικότητες. Γνωρίζουμε αρκετά για την προέλευση της ιστορίας, γνωρίζουμε τον άνθρωπο που συνέβαλε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στη δημιουργία και στη διάδοσή της και μπορούμε να παρακολουθήσουμε μεγάλο μέρος της διαδρομής της από τα underground έντυπα και τα πρώτα ηλεκτρονικά δίκτυα μέχρι το διαδίκτυο. Κι όμως, αντί το μυστήριο να εξαφανίζεται, απλώς αλλάζει μορφή.
Και αυτό συμβαίνει διότι το πραγματικό ενδιαφέρον του Ong’s Hat δεν βρίσκεται τελικά στο αν υπήρξε το περίφημο Egg, το Institute of Chaos Studies ή μια κοινότητα ανθρώπων που εγκατέλειψε τον δικό μας κόσμο για μια παράλληλη Γη. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο μια κατασκευασμένη αφήγηση χρησιμοποίησε πραγματικούς τόπους, επιστημονικές ιδέες, εναλλακτικές θεωρίες, φανταστικά πρόσωπα και υποτιθέμενα αρχεία για να δημιουργήσει κάτι που δεν διαβαζόταν απλώς ως ιστορία, αλλά μπορούσε και να ερευνηθεί σαν πραγματικό μυστήριο. Οι αναγνώστες δεν καλούνταν μόνο να ακολουθήσουν μια πλοκή. Καλούνταν να αναζητήσουν στοιχεία, να συνδέσουν πληροφορίες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αποφασίσουν μόνοι τους πού τελείωνε η πραγματικότητα και πού άρχιζε η μυθοπλασία.
Πρόκειται για τον λόγο που το Ong’s Hat εξακολουθεί να έχει ενδιαφέρον δεκαετίες αργότερα. Πέρα απο μια παράξενη ιστορία της πρώιμης διαδικτυακής κουλτούρας, πρόκειται για ένα από τα πρώτα παραδείγματα του τι μπορεί να συμβεί όταν μια μυθοπλασία πάψει να βρίσκεται περιορισμένη στις σελίδες ενός βιβλίου και αρχίσει να κυκλοφορεί ελεύθερα μέσα σε ένα δίκτυο ανθρώπων. Γιατί τότε ο δημιουργός μπορεί να γνωρίζει ότι πρόκειται για μυθοπλασία, πολλοί από τους συμμετέχοντες μπορεί επίσης να το γνωρίζουν, αλλά αρκεί κάποιοι να αρχίσουν να αναρωτιούνται αν πίσω από την ιστορία κρύβεται κάτι περισσότερο για να εμφανιστεί ένα πολύ διαφορετικό ερώτημα, τι συμβαίνει όταν μια κατασκευασμένη ιστορία αρχίζει να αποκτά τη δική της πραγματικότητα;
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να γνωρίζουμε για το Ong’s Hat είναι ότι το όνομα δεν δημιουργήθηκε για τις ανάγκες της ιστορίας. Πρόκειται για πραγματικό τοπωνύμιο στα Pine Barrens του Burlington County, στο New Jersey, και για έναν μικρό οικισμό που με το πέρασμα του χρόνου είχε σχεδόν εξαφανιστεί. Όταν η σύγχρονη μυθολογία του Ong’s Hat άρχισε να διαμορφώνεται, από τον παλιό οικισμό είχαν απομείνει κυρίως ένα όνομα στους χάρτες, λιγοστά ίχνη ανθρώπινης παρουσίας και ένας δρόμος μέσα σε μια περιοχή που διέθετε ήδη τη δική της πλούσια παράδοση θρύλων και παράξενων ιστοριών.
Τα Pine Barrens αποτελούσαν άλλωστε σχεδόν ιδανικό σκηνικό για τη γέννηση μιας τέτοιας αφήγησης. Οι τεράστιες δασικές εκτάσεις, οι εγκαταλειμμένοι οικισμοί, τα απομεινάρια παλαιότερων δραστηριοτήτων και ιστορίες όπως εκείνη του Jersey Devil είχαν δημιουργήσει, πολύ πριν από την εμφάνιση του διαδικτύου, ένα τοπίο όπου η πραγματική ιστορία και ο τοπικός θρύλος μπορούσαν να συνυπάρχουν χωρίς να είναι πάντοτε εύκολο να διακρίνει κανείς πού τελείωνε η μία και πού άρχιζε ο άλλος.
Ακόμη και το ίδιο το όνομα Ong’s Hat συνοδεύεται από περισσότερες από μία ιστορίες. Η γνωστότερη αναφέρεται σε έναν Jacob Ong, ο οποίος σύμφωνα με τον θρύλο φορούσε ένα χαρακτηριστικό μεταξωτό καπέλο. Σε διαφορετικές παραλλαγές της ιστορίας, κάποιος το ποδοπάτησε ή ο ίδιος το πέταξε θυμωμένος στον αέρα και εκείνο κατέληξε στα κλαδιά ενός δέντρου, όπου παρέμεινε ως τοπικό σημείο αναφοράς. Άλλη εκδοχή θέλει το όνομα να προέρχεται από κάποιο «Ong’s Hut», ενώ μία περισσότερο πεζή υπόθεση το συνδέει με πινακίδα πανδοχείου.
Η ιστορική έρευνα δείχνει ότι η περιοχή συνδεόταν πράγματι με την οικογένεια Ong, αλλά οι πολύχρωμες ιστορίες για το καπέλο ανήκουν περισσότερο στη σφαίρα της τοπικής παράδοσης παρά σε αποδεδειγμένο γεγονός. Με άλλα λόγια, ο τόπος που επιλέχθηκε για μια ιστορία αμφίβολης πραγματικότητας είχε ήδη ένα όνομα του οποίου η ίδια η προέλευση βρισκόταν ανάμεσα στην ιστορία και στον θρύλο.
Αυτό ήταν ακριβώς το είδος περιβάλλοντος που μπορούσε να αξιοποιήσει ο Joseph Matheny, Αμερικανός καλλιτέχνης και δημιουργός πειραματικών αφηγήσεων, το έργο του οποίου κινήθηκε ανάμεσα στα διαφορετικά μέσα, την τεχνολογία και τη συμμετοχική αφήγηση. Αργότερα θα γινόταν περισσότερο γνωστός ως ο βασικός δημιουργός και οργανωτής του Ong’s Hat, ενός πολυμεσικού αφηγηματικού πειράματος που σήμερα θεωρείται σημαντικός πρόδρομος των Alternate Reality Games (ARGs).
Ο Matheny είχε ενδιαφερθεί από νωρίς για την αφήγηση και ιδιαίτερα για τη δυνατότητα μιας ιστορίας να ξεφύγει από τα όρια ενός μοναδικού μέσου. Σε συνεντεύξεις του έχει περιγράψει την επιρροή που άσκησε πάνω του η οικογενειακή σχέση με τον κόσμο του τσίρκου και η επαφή του με ανθρώπους που γνώριζαν πώς να κρατούν ένα ακροατήριο μέσα σε μια ιστορία.
Αργότερα, καθώς το video γινόταν οικονομικότερο και οι συσκευές VHS και Betamax έφερναν την κινούμενη εικόνα πολύ πιο κοντά στον ανεξάρτητο δημιουργό, άρχισε να πειραματίζεται με αφηγήσεις που δεν περιορίζονταν σε ένα βιβλίο ή μια ταινία. Σε ένα από τα πρώιμα πειράματά του, ένα booklet και μια ταινία πρόσφεραν διαφορετικά τμήματα της ίδιας ιστορίας, ενώ ο συνδυασμός των πληροφοριών μπορούσε να οδηγήσει τον συμμετέχοντα σε έναν πραγματικό τόπο και σε συγκεκριμένο χρόνο, όπου η αφήγηση συνεχιζόταν μέσα από μια ζωντανή παράσταση.
Ήταν μια ιδέα που σήμερα δεν ακούγεται τόσο παράξενη. Έχουμε συνηθίσει ιστορίες που συνεχίζονται σε websites, social media, videos, podcasts ή πραγματικές εκδηλώσεις. Στη δεκαετία του 1980 όμως η ιδέα ότι ο αναγνώστης θα μπορούσε να εγκαταλείψει τη σελίδα, να μεταφερθεί σε άλλο μέσο και τελικά να εισέλθει ο ίδιος στον φυσικό χώρο της ιστορίας ήταν πολύ περισσότερο πειραματική.
Και τότε εμφανίστηκαν τα Bulletin Board Systems, τα BBS. Μέσω modem, ένας χρήστης μπορούσε να καλέσει έναν άλλο υπολογιστή και να επικοινωνήσει με ανθρώπους που βρίσκονταν αλλού. Για τον Matheny αυτό δεν ήταν απλώς μια νέα τεχνολογία επικοινωνίας. Ήταν ένας καινούργιος αφηγηματικός χώρος. Βιβλίο, εικόνα, ζωντανή παράσταση, αλληλογραφία και ηλεκτρονική επικοινωνία μπορούσαν πλέον να αποτελέσουν διαφορετικές πόρτες προς την ίδια ιστορία.
Το project που θα συνδεόταν με το Ong’s Hat άρχισε να διαμορφώνεται στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Ο ίδιος ο Matheny τοποθετεί την αρχή του το 1988 και περιγράφει μια πορεία από zines και mail art προς BBS, πρώιμο Internet, websites, CD-ROM, έντυπα, ραδιόφωνο, τηλεφωνικά δίκτυα και άλλες μορφές επικοινωνίας.
Δεν ήταν ένα RPG με κανόνες και χαρακτήρες που περίμεναν από τον παίκτη να επιλέξει έναν ρόλο. Ούτε ήταν ένα videogame. Ήταν περισσότερο μια ιστορία διασκορπισμένη μέσα στον πραγματικό κόσμο, σχεδιασμένη ώστε ο ενδιαφερόμενος να συναντά τα κομμάτια της σαν να ανακαλύπτει ίχνη κάποιου πράγματος που ίσως είχε πραγματικά συμβεί.
Και για να λειτουργήσει μια τέτοια ιστορία χρειαζόταν κάτι ακόμη, μια μυθολογία αρκετά παράξενη ώστε να προκαλεί περιέργεια, αλλά αρκετά κοντά στις ήδη υπάρχουσες ιδέες της εναλλακτικής κουλτούρας ώστε να φαίνεται, έστω για λίγες στιγμές, πιθανή.
Εδώ πρέπει να κάνουμε έναν απαραίτητο διαχωρισμό. Όσα ακολουθούν αποτελούν τη μυθολογία του Ong’s Hat και όχι τεκμηριωμένη ιστορία. Αυτός ο διαχωρισμός είναι ουσιαστικός, ακριβώς επειδή ένα μεγάλο μέρος της επιτυχίας του project βασίστηκε στο γεγονός ότι η ιστορία παρουσιάστηκε μέσα από υλικό που μιμούνταν πραγματικά έγγραφα, συνεντεύξεις, καταλόγους και ερευνητικές αναφορές.
Στην καρδιά της μυθολογίας βρίσκονται δύο δίδυμοι επιστήμονες, οι Frank και Althea Dobbs, οι οποίοι κινούνται στα όρια της συμβατικής επιστήμης και ενδιαφέρονται για ανορθόδοξες περιοχές έρευνας. Σταδιακά η αφήγηση φέρνει κοντά επιστήμονες, μυστικιστές και μια εναλλακτική κοινότητα που εγκαθίσταται στα Pine Barrens.
Εκεί δημιουργείται το Institute of Chaos Studies, ένα υποτιθέμενο ερευνητικό περιβάλλον όπου η θεωρία του χάους, η κβαντική φυσική, οι μελέτες της συνείδησης, οι ψυχοδραστικές εμπειρίες και διάφορες εσωτερικές παραδόσεις αναμειγνύονται με τον τρόπο που χαρακτήριζε μεγάλο μέρος της αμερικανικής αντικουλτούρας των προηγούμενων δεκαετιών.
Η επιλογή αυτών των στοιχείων δεν ήταν τυχαία. Το Ong’s Hat δημιουργήθηκε σε μια εποχή όπου η γλώσσα της κβαντικής φυσικής είχε ήδη αρχίσει να χρησιμοποιείται πολύ πέρα από τα αυστηρά όρια της επιστήμης. Έννοιες όπως η παρατήρηση, οι πιθανότητες, η συνείδηση και οι πολλαπλές πραγματικότητες είχαν περάσει στη New Age κουλτούρα, στην επιστημονική φαντασία και στην εναλλακτική βιβλιογραφία.
Η αφήγηση μπορούσε επομένως να χρησιμοποιεί πραγματικούς επιστημονικούς όρους δίπλα σε καθαρή επινόηση χωρίς η μετάβαση να γίνεται αμέσως εμφανής στον μη ειδικό αναγνώστη. Δεν παρουσίαζε απλώς μια φανταστική μηχανή. Δημιουργούσε ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η ύπαρξή της φαινόταν να αποτελεί το επόμενο βήμα μιας σειράς πραγματικών αλλά παρερμηνευμένων ιδεών.
Η μηχανή αυτή ήταν το περίφημο Egg. Στις διάφορες εκδοχές της αφήγησης παρουσιάζεται ως ένας θάλαμος που συνδέει τεχνολογία και μεταβολές της συνείδησης. Οι ερευνητές δεν κατασκευάζουν αρχικά μια συμβατική «μηχανή τηλεμεταφοράς» σαν εκείνες της επιστημονικής φαντασίας. Το Egg σχετίζεται περισσότερο με την προσπάθεια να μεταβληθεί η σχέση του ανθρώπινου νου με την πραγματικότητα.
Η ιστορία όμως προχωρά πολύ περισσότερο. Τα πειράματα υποτίθεται ότι αποκαλύπτουν τη δυνατότητα μετάβασης ανάμεσα σε διαφορετικές πραγματικότητες, μέχρι που οι ερευνητές ανακαλύπτουν έναν κόσμο σχεδόν ίδιο με τη Γη, με μία καθοριστική διαφορά, η ανθρώπινη παρουσία απουσιάζει.
Αυτό δημιουργεί ένα από τα ωραιότερα αφηγηματικά στοιχεία του Ong’s Hat. Για μια κοινότητα που θέλει να ξεφύγει από τις δομές της συμβατικής κοινωνίας, η ανακάλυψη μιας άδειας Γης αποτελεί την απόλυτη έξοδο. Δεν χρειάζεται πλέον να κρυφτεί βαθύτερα στα Pine Barrens. Μπορεί κυριολεκτικά να εγκαταλείψει την πραγματικότητα στην οποία γεννήθηκε. Σύμφωνα λοιπόν με τη μυθολογία, άνθρωποι και εξοπλισμός μεταφέρονται στην παράλληλη Γη, όπου τα πειράματα μπορούν να συνεχιστούν μακριά από οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση.
Το αποτέλεσμα ήταν μια ιστορία σχεδόν τέλεια προσαρμοσμένη στην κουλτούρα που θα τη δεχόταν. Περιείχε μυστική επιστήμη, εναλλακτικές διαστάσεις, μυστικιστικές παραδόσεις, αντισυμβατικούς ερευνητές, κυβερνητική καχυποψία και έναν πραγματικό γεωγραφικό τόπο στον οποίο μπορούσε κανείς πράγματι να ταξιδέψει. Ταυτόχρονα, τα στοιχεία δεν παρουσιάζονταν συγκεντρωμένα σε ένα μυθιστόρημα με τη λέξη «φαντασία» στο εξώφυλλο. Βρίσκονταν διασκορπισμένα.
Και αυτή ήταν η πραγματική εφεύρεση.
Ο Matheny έχει περιγράψει την αρχική λογική με έναν πολύ χαρακτηριστικό τρόπο, το υλικό θα ήταν αρθρωτό και διασκορπισμένο σε διαφορετικά σημεία, ώστε ο ενδιαφερόμενος να το ανακαλύπτει σαν σε κυνήγι θησαυρού και να προσπαθεί σταδιακά να συναρμολογήσει την ιστορία. Κείμενα τυπώνονταν και στέλνονταν σε ανθρώπους που ενδιαφέρονταν για οριακή επιστήμη, UFO και παραφυσικά θέματα.
Σε μία χαρακτηριστική περίπτωση, υλικό στάλθηκε μέσω υπηρεσίας ανώνυμης επαναποστολής στο Hong Kong, ώστε οι παραλήπτες να λάβουν έναν μυστηριώδη φάκελο από το εξωτερικό χωρίς καμία εξήγηση. Ο Matheny παρακολουθούσε στη συνέχεια το υλικό να αντιγράφεται και να επανεμφανίζεται σε άλλους καταλόγους. Για έναν συμβατικό εκδότη αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί απώλεια ελέγχου. Για το Ong’s Hat, αντίθετα, ήταν ένδειξη επιτυχίας, η πληροφορία είχε αρχίσει πλέον να αναπαράγεται μόνη της.
Το στοιχείο αυτό είναι δύσκολο να εκτιμηθεί πλήρως από τη σημερινή οπτική. Στο σύγχρονο διαδίκτυο γνωρίζουμε σχεδόν πάντα από πού προέρχεται ένα link, μπορούμε να αναζητήσουμε μέσα σε δευτερόλεπτα το όνομα ενός δημιουργού και έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε viral fiction, creepypasta και ARG ως αναγνωρίσιμες μορφές διαδικτυακής κουλτούρας.
Στις πρώτες όμως online κοινότητες, η ίδια η εμπειρία της δικτυωμένης πληροφορίας ήταν καινούργια. Ένα παράξενο αρχείο μπορούσε να εμφανιστεί σε ένα BBS, να αντιγραφεί αλλού, να συζητηθεί σε κάποιο forum και να επιστρέψει αργότερα σε διαφορετική μορφή χωρίς ο νέος αναγνώστης να γνωρίζει την αρχική του προέλευση.
Το Ong’s Hat εκμεταλλεύτηκε ακριβώς αυτή την ιδιότητα. Δεν ζητούσε απλώς από το κοινό να πιστέψει μια ιστορία. Του έδινε δουλειά να κάνει. Έπρεπε να εντοπίσει αναφορές, να συγκρίνει έγγραφα, να ψάξει ονόματα, να εξετάσει πραγματικούς τόπους και να ανταλλάξει πληροφορίες με άλλους ανθρώπους. Και όταν ένας αναγνώστης αρχίζει να ερευνά μια μυθοπλασία με τα ίδια εργαλεία που θα χρησιμοποιούσε για να ερευνήσει ένα πραγματικό γεγονός, συμβαίνει μια ενδιαφέρουσα γνωσιολογική μεταβολή. Η ερώτηση δεν είναι πλέον «τι θα συμβεί στην επόμενη σελίδα;». Γίνεται «τι συνέβη πραγματικά;».
Αυτό είναι και ένα από τα σημεία όπου το Ong’s Hat πλησιάζει περισσότερο σε αυτό που αργότερα θα ονομαζόταν “παιχνίδια εναλλακτικής πραγματικότητας” (Alternate Reality Game – A.R.G.), χωρίς να ταυτίζεται πλήρως με τη μεταγενέστερη, περισσότερο οργανωμένη μορφή του είδους. Ο ίδιος ο Matheny έχει χρησιμοποιήσει διάφορους όρους για τη δουλειά του, από «living book» μέχρι transmedia και interdisciplinary art, ενώ σήμερα το Ong’s Hat συχνά περιγράφεται ως proto-A.R.G.
Η βασική αρχή όμως είναι αναγνωρίσιμη, η ιστορία δεν μένει μέσα στο έργο. Διαχέεται στην πραγματικότητα και προσπαθεί, όσο διαρκεί η εμπειρία, να μη σπάσει την ψευδαίσθηση. Ο Matheny έχει περιγράψει το εγχείρημα ακόμη και ως μια μορφή καλλιτεχνικής εγκατάστασης, σχεδιασμένης για τον νέο χώρο που δημιουργούσε τότε το διαδίκτυο, μια εγκατάσταση που δεν ήταν πλέον δεμένη σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο και της οποίας το πραγματικό μέσο ήταν τελικά το μυαλό του συμμετέχοντα.
Στην αρχή, σύμφωνα με τον ίδιο, το μεγαλύτερο μέρος των συμμετεχόντων καταλάβαινε αυτή τη συμφωνία. Ήξεραν ότι συμμετείχαν σε μια ιστορία και έπαιζαν μαζί της. Υπήρχε εκείνο το άτυπο «κλείσιμο του ματιού» που επιτρέπει σε όλους να προσποιούνται προσωρινά ότι κάτι είναι πραγματικό χωρίς να χρειάζεται να επαναλαμβάνουν διαρκώς ότι δεν είναι. Ακόμη και όταν ο Matheny ανησυχούσε μήπως κάποιος είχε πάρει την ιστορία κυριολεκτικά, μπορούσε να τον ρωτήσει ιδιωτικά και να λάβει την απάντηση ότι απλώς συμμετείχε στο παιχνίδι.
Όμως όσο η ιστορία εξαπλωνόταν προς τις κοινότητες της εναλλακτικής γνωσιολογίας και των θεωριών συνωμοσίας, το κοινό άρχισε να αλλάζει. Και εκεί το πείραμα πέρασε σε μια περιοχή που κανένας δημιουργός συμμετοχικής μυθοπλασίας δεν μπορεί να ελέγξει πλήρως.
Ορισμένοι άρχισαν να πιστεύουν ότι πίσω από τα αρχεία υπήρχε πραγματική πληροφορία. Άλλοι θεωρούσαν ότι ο Matheny γνώριζε περισσότερα από όσα παραδεχόταν. Και το πλέον παράδοξο, όταν ο ίδιος εξηγούσε ότι επρόκειτο για κατασκευασμένη ιστορία, η διάψευση μπορούσε πλέον να ενσωματωθεί στη θεωρία. Αν υπήρχε πράγματι μυστική γνώση, τότε δεν ήταν άραγε αναμενόμενο ο άνθρωπος που την αποκάλυψε να αναγκαστεί αργότερα να την αρνηθεί;
Εδώ εμφανίζεται ένας από τους ισχυρότερους μηχανισμούς των θεωριών συνωμοσίας, μια πεποίθηση που μπορεί να ερμηνεύσει ακόμη και τη διάψευσή της ως επιβεβαίωση γίνεται εξαιρετικά δύσκολο να διαψευστεί.
Η κατάσταση έγινε σταδιακά περισσότερο δυσάρεστη. Άνθρωποι εντόπιζαν προσωπικές πληροφορίες του Matheny, επικοινωνούσαν με γνωστούς και επαγγελματικές επαφές του και κάποιοι εμφανίζονταν ακόμη και στην κατοικία του αναζητώντας απαντήσεις. Σε μία από τις αφηγήσεις του περιγράφει έναν άγνωστο που βρέθηκε έξω από το σπίτι του ζητώντας να μάθει πού βρισκόταν το Egg. Το σημείο εκείνο δεν ήταν πλέον ζωντανή παράσταση. Οι συνέπειες της πίστης στη παράσταση ήταν απολύτως πραγματικές.
Το project έκλεισε ουσιαστικά το 2001. Αλλά το σημαντικότερο είναι ότι η ιστορία δεν μπορούσε πλέον πραγματικά να «κλείσει». Τα αντίγραφά της υπήρχαν. Οι συζητήσεις είχαν υπάρξει. Άλλοι άνθρωποι είχαν προσθέσει τις δικές τους εμπειρίες και ερμηνείες. Το Ong’s Hat είχε πάψει να ανήκει αποκλειστικά στους δημιουργούς του.
Είχε γίνει λαογραφία.
Ο λαογράφος Michael Kinsella αφιέρωσε ολόκληρη ακαδημαϊκή μελέτη στο φαινόμενο, το “Legend-Tripping Online: Supernatural Folklore and the Search for Ong’s Hat” το 2011, και η έννοια του legend-tripping που βρίσκεται στον πυρήνα της είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβη. Ένας θρύλος δεν παραμένει αναγκαστικά κάτι που απλώς αφηγούμαστε ή ακούμε. Μπορεί να οδηγήσει ανθρώπους να επισκεφθούν έναν συγκεκριμένο τόπο, να πραγματοποιήσουν κάποια πράξη ή να αναζητήσουν οι ίδιοι αποδείξεις προκειμένου να διαπιστώσουν αν όσα άκουσαν έχουν πραγματική βάση.
Στην περίπτωση του Ong’s Hat, το διαδίκτυο προσέφερε σε αυτή τη διαδικασία μια εντελώς νέα διάσταση, καθώς άνθρωποι που βρίσκονταν σε διαφορετικά σημεία μπορούσαν πλέον να ερευνούν συλλογικά τα διάφορα αρχεία, να συγκρίνουν πληροφορίες, να ανταλλάσσουν εμπειρίες και τελικά να μετακινούνται από τον ψηφιακό χώρο στον πραγματικό τόπο των Pine Barrens. Η αφήγηση, με άλλα λόγια, δεν περιοριζόταν πλέον σε εκείνον που τη δημιουργούσε ή σε εκείνον που τη διάβαζε. Μπορούσε να προκαλέσει πραγματική συμπεριφορά και αυτή η συμπεριφορά, με τη σειρά της, να επιστρέψει στο δίκτυο ως νέο υλικό της ίδιας της αφήγησης.
Κάπου εδώ γίνεται περισσότερο εμφανής και η πραγματική ιστορική σημασία του Ong’s Hat. Δεν χρειάζεται να του αποδώσουμε τον απόλυτο και δύσκολα αποδείξιμο τίτλο του «πρώτου A.R.G.» για να αναγνωρίσουμε πόσο νωρίς εμφάνισε χαρακτηριστικά τα οποία αργότερα θα γίνονταν κοινά στις συμμετοχικές διαδικτυακές αφηγήσεις.
Η διάσπαση μιας ιστορίας σε διαφορετικά μέσα, η αξιοποίηση πραγματικών τοποθεσιών, η παρουσία χαρακτήρων έξω από τα όρια μιας συμβατικής αφήγησης, η συλλογική αναζήτηση και σύνδεση των στοιχείων και, κυρίως, η ενεργή συμμετοχή του ίδιου του κοινού στην εξέλιξη της μυθολογίας αποτελούν σήμερα γνώριμα χαρακτηριστικά πολλών διαδραστικών και συμμετοχικών αφηγήσεων.
Στην εποχή όμως κατά την οποία διαμορφωνόταν το Ong’s Hat, δεν υπήρχε ακόμη μια καθιερωμένη πολιτισμική κατηγορία στην οποία ο αναγνώστης μπορούσε εύκολα να το τοποθετήσει. Ο ίδιος ο Matheny χρησιμοποίησε κατά καιρούς διαφορετικούς όρους για να περιγράψει αυτό που έκανε, ενώ το Ong’s Hat μπορεί σήμερα να γίνει καλύτερα κατανοητό ως ένα πρώιμο proto-ARG, ένα transmedia αφηγηματικό πείραμα που εμφανίστηκε πριν αποκτήσει αυτή η μορφή αφήγησης τους περισσότερο αναγνωρίσιμους κανόνες της.
Από εκεί μπορούμε να ακολουθήσουμε μια ευρύτερη εξέλιξη της διαδικτυακής μυθοπλασίας, χωρίς βέβαια να θεωρήσουμε ότι όλα όσα ακολούθησαν αποτελούν άμεσους απογόνους του Ong’s Hat. Τα A.R.G.s απέκτησαν σταδιακά περισσότερο οργανωμένες δομές και επαγγελματικές παραγωγές, ενώ η ανάπτυξη του διαδικτύου δημιούργησε νέες μορφές συλλογικής αφήγησης.
Τα creepypasta επέτρεψαν σε ιστορίες τρόμου και παράξενων περιστατικών να αναπαράγονται, να τροποποιούνται και να αποσυνδέονται σταδιακά από την αρχική τους πηγή. Ο Slender Man έδειξε πόσο γρήγορα ένας χαρακτήρας με γνωστή αρχικά φανταστική προέλευση μπορούσε να αποκτήσει χαρακτηριστικά σύγχρονης λαογραφίας, ενώ συνεργατικά εγχειρήματα όπως το SCP Foundation δημιούργησαν ολόκληρα φανταστικά σύμπαντα στα οποία μεγάλος αριθμός ανθρώπων συνεισφέρει υλικό γραμμένο με τη μορφή υποτιθέμενων απόρρητων εγγράφων.
Ακόμη και τα Backrooms, που ξεκίνησαν από μια εικόνα και λίγες γραμμές κειμένου, εξελίχθηκαν σε μια τεράστια συλλογική μυθολογία. Οι περιπτώσεις αυτές είναι διαφορετικές μεταξύ τους και δεν πρέπει να συγχέονται, όμως αποκαλύπτουν έναν κοινό μηχανισμό που το Ong’s Hat είχε αξιοποιήσει εξαιρετικά νωρίς, κάποιος τοποθετεί έναν αφηγηματικό σπόρο μέσα σε ένα δίκτυο και το ίδιο το δίκτυο αρχίζει να τον μεταμορφώνει.
Υπάρχει ωστόσο μια ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στον σημερινό χρήστη του διαδικτύου και στους ανθρώπους που συνάντησαν το Ong’s Hat κατά τις πρώτες δεκαετίες της διάδοσής του. Σήμερα έχουμε εκπαιδευτεί στην ύπαρξη τέτοιων μορφών. Γνωρίζουμε τι είναι ένα A.R.G., έχουμε ακούσει τον όρο creepypasta και συνήθως μπορούμε μέσα σε λίγα λεπτά αναζήτησης να εντοπίσουμε την αρχική προέλευση ενός meme, μιας εικόνας ή μιας διαδικτυακής ιστορίας.
Οι πρώτοι αναγνώστες του Ong’s Hat δεν διέθεταν πάντα αυτά τα πολιτισμικά εργαλεία, ούτε υπήρχε μια καθιερωμένη κατηγορία που να τους προειδοποιεί ότι αυτό που είχαν μπροστά τους μπορούσε να αποτελεί ένα παιχνίδι ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη μυθοπλασία. Αυτή η ιστορική συγκυρία εξηγεί πιθανότατα μεγάλο μέρος της δύναμης που απέκτησε το project, ιδιαίτερα όταν άρχισε να μετακινείται από τις κοινότητες ανθρώπων που καταλάβαιναν το παιχνίδι προς ένα κοινό περισσότερο εξοικειωμένο με τις θεωρίες συνωμοσίας, και την εναλλακτική γνωσιολογία.
Το ίδιο το διαδίκτυο της εποχής είχε άλλωστε μια διαφορετική σχέση με την έννοια της αυθεντίας και της προέλευσης μιας πληροφορίας. Από τη μία πλευρά, αποτελούσε έναν απελευθερωτικό χώρο στον οποίο άνθρωποι που βρίσκονταν έξω από τους παραδοσιακούς μηχανισμούς των εκδόσεων, των ευρέων μεταδόσεων και των μεγάλων μέσων μπορούσαν για πρώτη φορά να επικοινωνούν απευθείας μεταξύ τους σε τέτοια κλίμακα.
Από την άλλη όμως, ο ίδιος μηχανισμός αφαιρούσε πολλά από τα ορατά σημάδια που βοηθούσαν μέχρι τότε τον αναγνώστη να καταλάβει τι ακριβώς είχε μπροστά του. Ένα φωτοτυπημένο έγγραφο, μια ανάρτηση σε κάποιο B.B.S. και ένα μήνυμα από έναν άγνωστο μπορούσαν να συνδεθούν σε μια ενιαία αφήγηση χωρίς να υπάρχει εκδότης, βιβλιοθήκη, εφημερίδα ή άλλος αναγνωρίσιμος οργανισμός που να δηλώνει ξεκάθαρα τι είδους πληροφορία ήταν αυτή και από πού προερχόταν. Η ασάφεια αυτή δεν αποτελούσε απλώς μια παρενέργεια του Ong’s Hat. Ήταν μέρος της αφηγηματικής του δύναμης.
Υπό αυτή την έννοια, το Ong’s Hat μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα πρώιμο εργαστήριο ενός προβλήματος που σήμερα έχει γίνει καθημερινό, μια πληροφορία δεν χρειάζεται να είναι αληθινή για να προκαλέσει πραγματική συμπεριφορά. Χρειάζεται να γίνει πιστευτή από αρκετούς ανθρώπους ή, ακόμη πιο ενδιαφέρον, να παραμείνει αρκετά αμφίβολη ώστε να θεωρηθεί άξια περαιτέρω έρευνας.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι πρέπει να κατασκευάσουμε μια εύκολη ευθεία γραμμή που θα ξεκινά από το Ong’s Hat και θα καταλήγει σε κάθε μεταγενέστερη διαδικτυακή θεωρία συνωμοσίας. Μια τέτοια σύνδεση θα ήταν ιστορικά υπερβολική και άδικη απέναντι σε ένα καλλιτεχνικό πείραμα που δημιουργήθηκε σε ένα πολύ διαφορετικό πολιτισμικό και τεχνολογικό περιβάλλον. Ο Matheny έχει άλλωστε αναλογιστεί εκ των υστέρων τους κινδύνους που μπορεί να δημιουργήσει αυτή η ασάφεια, ιδιαίτερα όταν ένα μέρος του κοινού δεν αναγνωρίζει πλέον το όριο ανάμεσα στην αφήγηση και στην πραγματικότητα.
Μπορούμε όμως να αναγνωρίσουμε στο Ong’s Hat έναν μηχανισμό που σήμερα βλέπουμε να επαναλαμβάνεται διαρκώς, ένα δίκτυο ανθρώπων δεν μεταδίδει απλώς πληροφορίες, αλλά τις μετασχηματίζει. Κάποιος προσθέτει μια ερμηνεία, κάποιος άλλος μια προσωπική εμπειρία, ένας τρίτος ένα νέο αρχείο και ένας τέταρτος ταξιδεύει στον πραγματικό τόπο και επιστρέφει με φωτογραφίες ή με τη δική του αφήγηση για όσα υποτίθεται ότι ανακάλυψε.
Όταν όλο αυτό το υλικό επιστρέψει στο διαδίκτυο, ο επόμενος άνθρωπος που θα το συναντήσει μπορεί να μη γνωρίζει πλέον ποιο τμήμα προήλθε από τον αρχικό δημιουργό, ποιο προστέθηκε από έναν συμμετέχοντα που γνώριζε ότι έπαιζε, ποιο αποτελεί απλή παρανόηση και ποιο προέρχεται από κάποιον που πίστευε πραγματικά την ιστορία. Έτσι μια κατασκευασμένη αφήγηση μπορεί σταδιακά να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά της μυθολογίας, όχι επειδή αποδείχθηκε αληθινή, αλλά επειδή έπαψε να διαθέτει έναν μοναδικό αφηγητή που να μπορεί να καθορίσει οριστικά τι σημαίνει.
Ίσως λοιπόν το πλέον παράξενο επίτευγμα του Ong’s Hat να είναι ότι τελικά έκανε, σε συμβολικό επίπεδο, ακριβώς αυτό που υποσχόταν η ίδια του η μυθολογία, χωρίς να χρειάζεται κανένα Egg για να λειτουργήσει. Δημιούργησε μια εναλλακτική εκδοχή της πραγματικότητας και επέτρεψε σε ανθρώπους να εισέλθουν σε αυτήν, όχι μεταφέροντας τα σώματά τους σε κάποιο παράλληλο σύμπαν, αλλά μεταβάλλοντας για λίγο τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν τις πληροφορίες που βρίσκονταν μπροστά τους.
Αν κάποιος επισκεπτόταν σήμερα τα Pine Barrens αναζητώντας το Institute of Chaos Studies, δεν υπάρχει αξιόπιστος λόγος να πιστεύουμε ότι θα ανακάλυπτε ένα εγκαταλειμμένο εργαστήριο, τα απομεινάρια κάποιας μυστικής επιστημονικής κοινότητας ή το Egg που περιμένει ακόμη κάποιον να το ενεργοποιήσει. Αν αυτό ήταν το μοναδικό ερώτημα που άφηνε πίσω της η ιστορία, τότε το Ong’s Hat θα μπορούσε να τελειώσει σχετικά εύκολα, ως μια έξυπνη μυθοπλασία, μια περίπλοκο φάρσα ή, με τους όρους που διαθέτουμε σήμερα, ένα πρωτοποριακό proto-ARG της πρώιμης εποχής του διαδικτύου.
Μια τέτοια κατάληξη όμως θα έχανε το πραγματικά ενδιαφέρον μέρος της υπόθεσης, επειδή το Ong’s Hat πράγματι δημιούργησε κάτι που πέρασε από έναν κόσμο σε έναν άλλον. Μια ιστορία που βρισκόταν αρχικά στο μυαλό λίγων ανθρώπων μεταφέρθηκε σε φωτοτυπίες και αλληλογραφία, πέρασε στα BBS και στο πρώιμο διαδίκτυο, μπήκε στα σπίτια ανθρώπων, συζητήθηκε σε forums και ραδιοφωνικές εκπομπές και τελικά επέστρεψε στον φυσικό κόσμο όταν κάποιοι από εκείνους που την είχαν συναντήσει αποφάσισαν να ταξιδέψουν στα Pine Barrens αναζητώντας τα ίχνη της.
Η φανταστική πύλη προς μια παράλληλη Γη μπορεί λοιπόν να μην άνοιξε ποτέ, όμως μια διαφορετική πύλη πράγματι άνοιξε, εκείνη ανάμεσα στην αφήγηση και στη συμμετοχή, ανάμεσα στο «διάβασα μια ιστορία» και στο «ερευνώ κάτι που ίσως συνέβη». Όταν αρκετοί άνθρωποι πέρασαν αυτό το όριο, το Ong’s Hat έπαψε σταδιακά να αποτελεί αποκλειστικά το έργο εκείνων που το δημιούργησαν.
Οι συμμετέχοντες μπορούσαν να αντιγράψουν την ιστορία, να την αλλάξουν, να τη σχολιάσουν, να προσθέσουν δικά τους στοιχεία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να πιστέψουν πράγματα που ο αρχικός δημιουργός ποτέ δεν τους ζήτησε να πιστέψουν. Ο Matheny βρέθηκε έτσι αντιμέτωπος με κάτι που σήμερα αποτελεί σχεδόν αυτονόητη ιδιότητα της διαδικτυακής κουλτούρας, από τη στιγμή που μια ιδέα απελευθερωθεί μέσα σε ένα αρκετά μεγάλο δίκτυο, κανένας δημιουργός δεν μπορεί να ελέγξει πλήρως τον τρόπο με τον οποίο θα αναπαραχθεί, θα μετασχηματιστεί και τελικά θα ερμηνευθεί.
Κάπως έτσι, το Ong’s Hat κατάφερε να προβλέψει ένα σημαντικό μέρος της διαδικτυακής κουλτούρας πριν ακόμη αποκτήσουμε τις λέξεις με τις οποίες θα μπορούσαμε να την περιγράψουμε. Και ίσως γι’ αυτό, δεκαετίες αργότερα, το περισσότερο ενδιαφέρον ερώτημα που αφήνει πίσω του δεν αφορά τελικά το αν υπάρχουν παράλληλες πραγματικότητες ή αν μια άγνωστη τεχνολογία θα μπορούσε κάποτε να μας μεταφέρει σε αυτές.
Αφορά κάτι πολύ πιο κοντινό, κάτι που συμβαίνει καθημερινά μπροστά στις οθόνες μας και το οποίο το Ong’s Hat κατάφερε να εξερευνήσει πολύ νωρίτερα από όσο θα περίμενε κανείς, πόσο πραγματική μπορεί να γίνει μια ιστορία, όταν αρκετοί άνθρωποι αρχίσουν να συμπεριφέρονται σαν να είναι αληθινή;