Το Club of Rome και το βιβλίο “The Limits to Growth” : Προέβλεψε πράγματι ένα υπολογιστικό μοντέλο το 1972 την κατάρρευση του ανθρώπινου πολιτισμού;

Το Club of Rome και το βιβλίο “The Limits to Growth” : Προέβλεψε πράγματι ένα υπολογιστικό μοντέλο το 1972 την κατάρρευση του ανθρώπινου πολιτισμού;
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν το διαδίκτυο δεν υπήρχε, οι προσωπικοί υπολογιστές ανήκαν ακόμη στο μέλλον και η έννοια της τεχνητής νοημοσύνης απείχε πολύ από τη σημερινή καθημερινότητά μας, ένα παράξενο θέαμα παρουσιάστηκε στην αυστραλιανή τηλεόραση. Ένας από τους μεγαλύτερους υπολογιστές της χώρας εμφάνιζε στην οθόνη του μια σειρά από γραμμές που εκτείνονταν από το παρελθόν προς ένα μέλλον το οποίο κανένας από τους ανθρώπους που τις παρακολουθούσαν δεν μπορούσε ακόμη να γνωρίζει.
Οι γραμμές αντιπροσώπευαν τον παγκόσμιο πληθυσμό, την ποιότητα ζωής, τη ρύπανση, τους φυσικούς πόρους και άλλες μεταβλητές, και καθώς πλησίαζαν προς τις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα άρχιζαν να συμπεριφέρονται ανησυχητικά. Η ανάπτυξη επιβραδυνόταν, οι διαθέσιμοι πόροι μειώνονταν, η ρύπανση αυξανόταν και κάπου παρακάτω βρισκόταν η εικόνα μιας παγκόσμιας κοινωνίας που δεν μπορούσε πλέον να συνεχίσει όπως πριν. Δεν επρόκειτο για σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Ήταν μία από τις πρώτες προσπάθειες να αντιμετωπιστεί ολόκληρος ο ανθρώπινος πολιτισμός ως ένα αλληλοσυνδεόμενο σύστημα που θα μπορούσε να περιγραφεί μαθηματικά και, μέχρι ενός σημείου, να προσομοιωθεί από έναν υπολογιστή.
Περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, εκείνες οι εικόνες έχουν αποκτήσει μια δεύτερη ζωή στο διαδίκτυο. Άρθρα, videos και αναρτήσεις επαναλαμβάνουν, σε διαφορετικές παραλλαγές, έναν εντυπωσιακό ισχυρισμό, σύμφωνα με τον οποίο επιστήμονες του τεχνολογικού ινστιτούτου της Μασαχουσέτης (M.I.T.) κατασκεύασαν στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ένα υπολογιστικό μοντέλο, το οποίο προέβλεψε ότι περίπου μεταξύ 2030 και 2040 ο ανθρώπινος πολιτισμός θα αρχίσει να καταρρέει. Ακόμη πιο εντυπωσιακός είναι ένας δεύτερος ισχυρισμός που συχνά συνοδεύει τον πρώτο, ότι οι προβλέψεις εκείνου του μοντέλου έχουν μέχρι σήμερα επαληθευτεί με αξιοσημείωτη ακρίβεια.
Η ιστορία γίνεται ακόμη περισσότερο ενδιαφέρουσα όταν πίσω από το πρόγραμμα εμφανίζεται το Club of Rome, ένας διεθνής οργανισμός γύρω από τον οποίο αναπτύχθηκε επί δεκαετίες ένα ολόκληρο σύμπαν θεωριών σχετικά με τον παγκόσμιο πληθυσμό, τον έλεγχο των φυσικών πόρων, τον περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας και την προοπτική μιας ολοένα περισσότερο συγκεντρωτικής παγκόσμιας διαχείρισης.
Η πραγματική ιστορία, όμως, είναι περισσότερο σύνθετη από τη δημοφιλή εκδοχή της και γι’ αυτό ίσως πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Κανένας υπολογιστής δεν ανακοίνωσε το 1972 ότι ο κόσμος θα τελειώσει το 2040. Οι ερευνητές δεν ισχυρίστηκαν ότι είχαν κατασκευάσει μια μηχανή ικανή να προβλέψει το μέλλον, ούτε όλα τα σενάρια που εξέτασαν κατέληγαν στην κατάρρευση.
Αυτό που πραγματικά προσπάθησαν να διερευνήσουν ήταν κάτι διαφορετικό, τι συμβαίνει όταν ένας συνεχώς αυξανόμενος ανθρώπινος πληθυσμός, μια επίσης αυξανόμενη βιομηχανική παραγωγή και μια οικονομία προσανατολισμένη στη διαρκή ανάπτυξη λειτουργούν μέσα σε έναν πλανήτη με πεπερασμένους φυσικούς πόρους και περιορισμένη δυνατότητα απορρόφησης των συνεπειών αυτής της ανάπτυξης.
Και κάπου εδώ βρίσκεται το πραγματικό ερώτημα που άφησαν πίσω τους τα περίφημα όρια της ανάπτυξης (Limits to Growth). Όχι εάν ένας υπολογιστής προέβλεψε το τέλος του πολιτισμού, αλλά εάν ένα μοντέλο κατασκευασμένο πριν από περισσότερο από μισό αιώνα κατάφερε πράγματι να αναγνωρίσει ορισμένες από τις μεγάλες τάσεις του κόσμου στον οποίο ζούμε σήμερα.
Και ακόμη περισσότερο, τι συμβαίνει όταν η προσπάθεια να προβλέψουμε ένα ανεπιθύμητο μέλλον μετατρέπεται σταδιακά στην προσπάθεια να το αποτρέψουμε; Πού τελειώνει η επιστημονική περιγραφή και πού αρχίζει η πολιτική επιλογή; Και ποιος τελικά αποφασίζει ποιο από τα πιθανά μέλλοντα της ανθρωπότητας είναι εκείνο που πρέπει να επιδιώξουμε;
Η ιστορία αρχίζει πριν από το ίδιο το υπολογιστικό μοντέλο. Τον Απρίλιο του 1968, τριάντα έξι επιστήμονες, οικονομολόγοι και άλλοι διανοούμενοι συγκεντρώθηκαν στη Ρώμη ύστερα από πρωτοβουλία του Ιταλού βιομηχάνου και οικονομολόγου Aurelio Peccei και του Σκωτσέζου επιστήμονα Alexander King. Από εκείνη τη συνάντηση θα προέκυπτε το Club of Rome.
Η βασική ιδέα γύρω από την οποία συγκροτήθηκε ήταν ότι τα μεγάλα προβλήματα της ανθρωπότητας δεν μπορούσαν πλέον να εξετάζονται μεμονωμένα. Η αύξηση του πληθυσμού επηρέαζε την παραγωγή τροφίμων, η βιομηχανική ανάπτυξη επηρέαζε την κατανάλωση πρώτων υλών, η κατανάλωση δημιουργούσε ρύπανση, η ενεργειακή παραγωγή συνδεόταν με την οικονομία και όλες αυτές οι διαδικασίες επηρέαζαν με τη σειρά τους την κοινωνική και πολιτική σταθερότητα.
Στη σκέψη του Peccei, αυτό το πλέγμα αλληλένδετων παγκόσμιων προβλημάτων περιγραφόταν με τον όρο “problematique”, προβλήματα που δεν μπορούσαν πλέον να εξετάζονται μεμονωμένα, καθώς το καθένα επηρέαζε και ταυτόχρονα επηρεαζόταν από τα υπόλοιπα. Ο Peccei χρησιμοποίησε την έννοια της problematique για να περιγράψει ακριβώς αυτή τη συστάδα αλληλένδετων παγκόσμιων προβλημάτων, ενώ η μακροχρόνια και παγκόσμια θεώρηση του συστήματος αποτέλεσε θεμελιώδη αρχή του νεοσύστατου οργανισμού.
Για να εξεταστεί όμως ένα τόσο περίπλοκο σύστημα χρειαζόταν ένας διαφορετικός τρόπος σκέψης. Εδώ εμφανίζεται ο Jay W. Forrester του M.I.T., ο οποίος θεωρείται ο θεμελιωτής της δυναμικής συστημάτων (System Dynamics), μιας μεθοδολογίας που επιχειρεί να κατανοήσει τη συμπεριφορά πολύπλοκων συστημάτων μέσα από τις αλληλεπιδράσεις των επιμέρους στοιχείων τους.
Αντί να αντιμετωπίζει κάθε μεταβλητή απομονωμένα, η δυναμική συστημάτων εξετάζει τις σχέσεις ανάμεσα στα διαφορετικά στοιχεία ενός συστήματος, τους μηχανισμούς ανάδρασης, τις χρονικές καθυστερήσεις και τις αλυσιδωτές συνέπειες που μπορούν να προκύψουν όταν μεταβάλλεται ένα μόνο τμήμα του. Ο Forrester ανέπτυξε ένα πρώιμο παγκόσμιο μοντέλο, το World2, βασισμένο σε αυτή τη λογική, ενώ το Club of Rome εξασφάλισε χρηματοδότηση από το Volkswagen Foundation για μια μεγαλύτερη μελέτη στο M.I.T. υπό τον Dennis Meadows. Από αυτή την προσπάθεια προέκυψε το World3 και τελικά, τον Μάρτιο του 1972, το βιβλίο “The Limits to Growth”, των Donella Meadows, Dennis Meadows, Jørgen Randers και William W. Behrens III.
Το World3 δεν ήταν φυσικά ένας υπολογιστής που «σκεφτόταν» το μέλλον με τον τρόπο που σήμερα ίσως φανταζόμαστε ένα προηγμένο σύστημα τεχνητής νοημοσύνης. Ήταν ένα μοντέλο δυναμικών αλληλεπιδράσεων. Οι ερευνητές επικεντρώθηκαν σε πέντε θεμελιώδεις παράγοντες, την αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού, την αγροτική παραγωγή, την εξάντληση των μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων, τη βιομηχανική παραγωγή και τη δημιουργία ρύπανσης.
Οι παράγοντες αυτοί δεν εξετάζονταν ως ανεξάρτητες γραμμές. Η βιομηχανική παραγωγή απαιτούσε πόρους. Η αύξηση της παραγωγής μπορούσε να αυξήσει την ποσότητα τροφίμων και υπηρεσιών, βελτιώνοντας τις συνθήκες ζωής και επηρεάζοντας τον πληθυσμό. Περισσότερος πληθυσμός και περισσότερη παραγωγή σήμαιναν μεγαλύτερη κατανάλωση πόρων και περισσότερη ρύπανση, ενώ η εξάντληση των πόρων απαιτούσε ολοένα μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου κεφαλαίου για την απόκτησή τους. Έτσι δημιουργούνταν θετικοί και αρνητικοί βρόχοι ανάδρασης που μπορούσαν, κάτω από διαφορετικές συνθήκες, είτε να οδηγήσουν σε ισορροπία είτε να αποσταθεροποιήσουν ολόκληρο το σύστημα.
Η κρίσιμη έννοια ήταν εκείνη του overshoot, της υπέρβασης δηλαδή των ορίων που ένα σύστημα μπορεί μακροπρόθεσμα να υποστηρίξει. Ένας πληθυσμός ή μια οικονομία δεν χρειάζεται να καταρρεύσει τη στιγμή που υπερβαίνει ένα όριο. Αντίθετα, μπορεί για κάποιο διάστημα να συνεχίζει να αναπτύσσεται, επειδή ανάμεσα στην αιτία και στην πλήρη εμφάνιση των συνεπειών υπάρχει χρονική καθυστέρηση.
Ακριβώς αυτή η καθυστέρηση μπορεί να δημιουργήσει μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση, το σύστημα φαίνεται ακόμη υγιές την ίδια στιγμή που έχει ήδη περάσει σε μια κατάσταση η οποία δεν μπορεί να διατηρηθεί επ’ αόριστον. Η λογική αυτή βρισκόταν στον πυρήνα του The Limits to Growth. Το ερώτημα δεν ήταν αν η ανάπτυξη είναι «καλή» ή «κακή» ως αφηρημένη έννοια, αλλά αν η εκθετική φυσική ανάπτυξη μπορεί να συνεχίζεται απεριόριστα μέσα σε ένα φυσικό σύστημα που δεν είναι απεριόριστο.
Κάπου εδώ όμως γεννήθηκε και μία από τις μεγαλύτερες παρανοήσεις γύρω από τη μελέτη. Το World3 δεν παρήγαγε μία μοναδική πρόβλεψη. Οι ερευνητές άλλαζαν τις παραδοχές και παρατηρούσαν διαφορετικές πιθανές τροχιές. Τι θα συνέβαινε εάν υπήρχαν περισσότεροι διαθέσιμοι φυσικοί πόροι; Τι θα άλλαζε εάν αυξανόταν σημαντικά η παραγωγή τροφίμων; Θα μπορούσε η τεχνολογία να περιορίσει τη ρύπανση ή να αυξήσει την αποδοτικότητα των πόρων αρκετά ώστε να επιτρέψει τη συνέχιση της ανάπτυξης;
Συνολικά εξετάστηκαν δώδεκα σενάρια. Σε αρκετά από αυτά εμφανιζόταν υπέρβαση των ορίων και στη συνέχεια σημαντική πτώση βασικών μεταβλητών μέσα στον 21ο αιώνα. Όμως, αντίθετα με έναν ισχυρισμό που επαναλαμβάνεται ακόμη και σε σύγχρονες παρουσιάσεις του θέματος, δεν κατέληγαν και τα δώδεκα σενάρια σε κατάρρευση. Οι ερευνητές παρουσίασαν επίσης ένα «σταθεροποιημένο» σενάριο στο οποίο η υπέρβαση μπορούσε να αποφευχθεί και ένα υψηλό επίπεδο ανθρώπινης ευημερίας μπορούσε να διατηρηθεί. Ακόμη σημαντικότερο, δεν δήλωσαν ότι κάποιο από τα δώδεκα αποτελούσε πρόβλεψη του πραγματικού μέλλοντος.
Αυτό αλλάζει σημαντικά την εικόνα του υπολογιστή που «προέβλεψε το τέλος του κόσμου». Το World3 δεν είπε ότι στις 31 Δεκεμβρίου 2039 η ανθρωπότητα θα βρίσκεται σε μια κατάσταση και την επόμενη ημέρα ο πολιτισμός θα αρχίσει να εξαφανίζεται. Αυτό που έδειχνε το βασικό του σενάριο ήταν ότι η συνέχιση συγκεκριμένων τάσεων μπορούσε να οδηγήσει το παγκόσμιο σύστημα σε “overshoot”, δηλαδή σε μια κατάσταση κατά την οποία η κατανάλωση πόρων και οι απαιτήσεις μιας κοινωνίας υπερβαίνουν, έστω και για κάποιο χρονικό διάστημα, τα όρια που το φυσικό σύστημα μπορεί να υποστηρίξει μακροπρόθεσμα.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η υπέρβαση αυτών των ορίων δεν γίνεται απαραίτητα αμέσως αντιληπτή, εξαιτίας των χρονικών καθυστερήσεων που υπάρχουν μέσα σε ένα τόσο πολύπλοκο σύστημα, ο πληθυσμός και η παραγωγή μπορούν να συνεχίσουν να αυξάνονται ακόμη και όταν έχει ήδη δημιουργηθεί μια μη βιώσιμη κατάσταση. Σύμφωνα με το συγκεκριμένο σενάριο, όταν οι συνέπειες αυτής της υπέρβασης άρχιζαν πλέον να γίνονται αισθητές, θα ακολουθούσε σημαντική υποχώρηση της βιομηχανικής και αγροτικής παραγωγής, της διαθεσιμότητας τροφίμων, της ανθρώπινης ευημερίας και τελικά του ίδιου του πληθυσμού.
Η μελέτη ήταν περισσότερο μια προειδοποίηση για τη συμπεριφορά ενός συστήματος παρά μια χρονολογημένη προφητεία. Και αυτή η διάκριση αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα, επειδή έχουμε πλέον στη διάθεσή μας κάτι που οι ερευνητές του 1972 δεν μπορούσαν να έχουν, περισσότερα από πενήντα χρόνια πραγματικής ιστορίας με τα οποία μπορούμε να συγκρίνουμε τις γραμμές του μοντέλου.
Η πρώτη αντίδραση απέναντι σε οποιαδήποτε παλιά μελλοντολογική πρόβλεψη είναι εύλογη, αρκεί να περιμένουμε. Η ιστορία είναι γεμάτη από επιστημονικές, οικονομικές και κοινωνικές προβλέψεις που έμοιαζαν πειστικές στην εποχή τους και λίγες δεκαετίες αργότερα προκαλούσαν περισσότερο ιστορικό ενδιαφέρον παρά ανησυχία.
Το Limits to Growth προσφέρει όμως μια σπάνια δυνατότητα ελέγχου. Οι καμπύλες του World3 εκτείνονταν μέχρι το 2100, αλλά οι πρώτες πέντε δεκαετίες από τη δημοσίευσή του βρίσκονται πλέον πίσω μας. Επομένως μπορούμε να ρωτήσουμε όχι αν «πιστεύουμε» στο μοντέλο, αλλά εάν τα πραγματικά δεδομένα ακολούθησαν έστω κατά προσέγγιση τις συμπεριφορές που εκείνο είχε προσομοιώσει.
Το 2008 ο Graham Turner δημοσίευσε στο “Global Environmental Change” μια σύγκριση πραγματικών δεδομένων της περιόδου 1970–2000 με τα σενάρια του Limits to Growth. Η ανάλυσή του διαπίστωσε ότι τα ιστορικά δεδομένα παρουσίαζαν αξιοσημείωτη αντιστοιχία με βασικά χαρακτηριστικά του λεγόμενου standard run ή business-as-usual, δηλαδή του σεναρίου στο οποίο οι βασικές τάσεις της παγκόσμιας ανάπτυξης συνεχίζονταν χωρίς κάποια θεμελιώδη αλλαγή στην πορεία τους.
Αντίθετα, τα πραγματικά δεδομένα παρουσίαζαν μικρότερη αντιστοιχία με τα σενάρια στα οποία η ανθρωπότητα κατόρθωνε να σταθεροποιήσει το σύστημα, περιορίζοντας την αύξηση του πληθυσμού και της βιομηχανικής παραγωγής, ή με εκείνα στα οποία η εκτεταμένη τεχνολογική πρόοδος επέτρεπε αποτελεσματικότερη χρήση των φυσικών πόρων και καλύτερο έλεγχο της ρύπανσης.
Ο ίδιος ο Turner, ωστόσο, τόνιζε κάτι που συχνά χάνεται όταν τέτοιες μελέτες μετατρέπονται σε εντυπωσιακούς τίτλους στο διαδίκτυο, το World3 δεν είχε σχεδιαστεί για να προβλέψει με ακρίβεια τι θα συνέβαινε σε μια συγκεκριμένη χρονιά, αλλά για να εξετάσει διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να εξελιχθεί το παγκόσμιο οικονομικό και φυσικό σύστημα μέσα στον χρόνο.
Ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον προκάλεσε η εργασία της Gaya Herrington, η οποία δημοσιεύτηκε το 2021 και χρησιμοποίησε δεδομένα έως το 2019 για να συγκρίνει την πραγματική εξέλιξη του κόσμου με τέσσερα σενάρια της αναθεωρημένης έκδοσης του World3, Business as Usual, Business as Usual 2, Comprehensive Technology και Stabilized World.
Οι μεταβλητές που εξετάστηκαν περιλάμβαναν πληθυσμό, γονιμότητα, θνησιμότητα, βιομηχανική παραγωγή, τρόφιμα, υπηρεσίες, μη ανανεώσιμους πόρους, ρύπανση, ανθρώπινη ευημερία και οικολογικό αποτύπωμα. Το αποτέλεσμα δεν ήταν ότι «το World3 προέβλεψε ακριβώς όσα συνέβησαν». Ήταν όμως αρκετά ενδιαφέρον, τα πραγματικά δεδομένα εμφάνιζαν συνολικά σχετικά στενή αντιστοιχία με περισσότερες από μία τροχιές, με τα BAU2 και Comprehensive Technology να βρίσκονται πλησιέστερα και το Stabilized World να απέχει περισσότερο.
Η διαφορά είναι ουσιώδης. Το BAU2 οδηγεί σε μορφή κατάρρευσης, ενώ το Comprehensive Technology υποθέτει πολύ μεγαλύτερη τεχνολογική καινοτομία και καταλήγει περισσότερο σε επιβράδυνση και περιορισμένη υποχώρηση παρά στην ίδια δραματική εξέλιξη. Η Herrington επομένως δεν απέδειξε ότι «η κατάρρευση θα συμβεί». Αντίθετα, σημείωσε ότι η ισχυρότερη ασφαλής διαπίστωση από τη σύγκρισή της ήταν πως η συνέχιση της οικονομικής ανάπτυξης όπως την είχαμε γνωρίσει δεν φαινόταν συμβατή με τις τροχιές των δεδομένων επ’ αόριστον. Και ακριβώς επειδή τα διαφορετικά σενάρια αρχίζουν να αποκλίνουν περισσότερο μετά το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε σήμερα, το μέλλον παραμένει ανοιχτό.
Υπάρχει επίσης ένα πρόβλημα με την ίδια τη λέξη «κατάρρευση». Στη δημόσια φαντασία παραπέμπει σχεδόν αυτόματα στην εξαφάνιση οργανωμένων κρατών, σε άδειες πόλεις, μαζική πείνα και έναν μετα-αποκαλυπτικό (post-apocalyptic) κόσμο. Στο World3 η έννοια είναι πολύ λιγότερο κινηματογραφική. Περιγράφει μια απότομη και παρατεταμένη πτώση βασικών μεταβλητών του συστήματος, έτσι ώστε οι επόμενες γενιές να βρίσκονται σε σημαντικά χειρότερη κατάσταση από τις προηγούμενες. Η ίδια η Herrington διευκρίνισε ότι collapse δεν σημαίνει εξαφάνιση της ανθρωπότητας. Ένας κόσμος μπορεί επομένως να έχει κυβερνήσεις, πόλεις, τεχνολογία και οργανωμένες κοινωνίες και παρ’ όλα αυτά, με την τεχνική έννοια του μοντέλου, να βρίσκεται σε διαδικασία υποχώρησης.
Αυτό ίσως κάνει την ιστορία περισσότερο και όχι λιγότερο ανησυχητική. Διότι το πραγματικά αξιοσημείωτο στοιχείο του World3 δεν είναι ότι ένας υπολογιστής του 1972 «είδε» μια συγκεκριμένη ημερομηνία καταστροφής. Είναι ότι ένα μοντέλο που δημιουργήθηκε πριν από τη σύγχρονη παγκοσμιοποίηση, πριν από την ψηφιακή οικονομία, πριν από το διαδύκτιο και πριν από τη σημερινή θέση της Κίνας στην παγκόσμια παραγωγή κατάφερε να αναπαραγάγει για αρκετές δεκαετίες ορισμένες ευρείες τάσεις του πραγματικού συστήματος αρκετά καλά ώστε να εξακολουθεί να μελετάται.
Αυτό δεν το μετατρέπει σε προφητεία. Μας αναγκάζει όμως να πάρουμε στα σοβαρά το βασικό του ερώτημα, εάν ένα σύστημα βασίζεται στη συνεχή αύξηση της φυσικής παραγωγής και κατανάλωσης, ενώ το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί διαθέτει όρια, τι συμβαίνει όταν αυτά τα δύο μεγέθη αρχίσουν να συγκρούονται;
Και ακριβώς σε αυτό το σημείο η ιστορία παύει να αφορά αποκλειστικά την επιστήμη. Διότι εάν δεχθούμε έστω ως πιθανότητα ότι ένα τέτοιο πρόβλημα υπάρχει, ακολουθεί αναπόφευκτα μια δεύτερη ερώτηση, τι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτό; Η απάντηση δεν μπορεί πλέον να δοθεί από το World3. Ένα μοντέλο μπορεί να υπολογίσει τι συμβαίνει όταν μεταβάλλεται μια παράμετρος. Δεν μπορεί να αποφασίσει ποιο επίπεδο κατανάλωσης είναι δίκαιο, ποιος πρέπει να περιοριστεί περισσότερο, πόση οικονομική ανάπτυξη είναι επιθυμητή ή ποια εξουσία δικαιούται να επιβάλει μια αλλαγή. Από αυτό το σημείο και μετά, οι γραμμές του υπολογιστή συναντούν την πολιτική. Και εδώ αρχίζει το περισσότερο αμφιλεγόμενο κεφάλαιο του Club of Rome.
Γύρω από το Club of Rome έχει δημιουργηθεί επί δεκαετίες μια παράλληλη ιστορία, πολύ διαφορετική από εκείνη που παρουσιάζει ο ίδιος ο οργανισμός. Στη μία εκδοχή βρίσκεται ένα διεθνές think tank που προσπαθεί να μελετήσει μακροχρόνια προβλήματα τα οποία τα εθνικά κράτη και οι εκλογικοί κύκλοι δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν.
Στην άλλη βρίσκεται μια κλειστή ομάδα ισχυρών ανθρώπων που, υπό το πρόσχημα της οικολογίας και της βιωσιμότητας, προωθεί τον έλεγχο του παγκόσμιου πληθυσμού, τον περιορισμό της οικονομικής ελευθερίας, την αποδυνάμωση των εθνικών κρατών και τελικά κάποια μορφή παγκόσμιας κυβέρνησης. Όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, η δεύτερη αφήγηση περιέχει ισχυρισμούς που κυμαίνονται από την εύλογη πολιτική κριτική μέχρι κατασκευές για τις οποίες δεν υπάρχει τεκμηρίωση. Το ενδιαφέρον επομένως δεν βρίσκεται στο να επαναλάβουμε τι υποστηρίζουν οι επικριτές του Club of Rome, αλλά να εξετάσουμε τι έχουν πει οι ίδιοι οι άνθρωποι που συνδέθηκαν μαζί του.
Μια παλιά τηλεοπτική συνέντευξη του Alexander King είναι χαρακτηριστική. Όταν ερωτάται πώς μπορεί να λειτουργήσει ένα παγκόσμιο σύστημα αλληλεξάρτησης όταν η πολιτική εξουσία παραμένει κατανεμημένη σε ανεξάρτητα εθνικά κράτη, ο King παρατηρεί ότι η κυριαρχία τους δεν είναι πλέον τόσο απόλυτη όσο υπήρξε στο παρελθόν και περιγράφει μια σταδιακή απομείωσή της μέσω διεθνών συμφωνιών.
Αναφέρει παραδείγματα όπως η χρήση των θαλασσών, η αλιεία, οι ραδιοσυχνότητες, τα τρόφιμα, τα καύσιμα και γενικότερα την οικονομική αλληλεξάρτηση. Η θέση του δεν απαιτεί κάποια κρυφή διαδικασία για να γίνει κατανοητή. Εάν δύο κράτη χρησιμοποιούν την ίδια θάλασσα, κανένα δεν μπορεί να καθορίζει μόνο του τους κανόνες αλιείας. Εάν η ρύπανση ή η ατμόσφαιρα δεν σταματούν στα σύνορα, η αποτελεσματική διαχείρισή τους απαιτεί συμφωνίες που αναπόφευκτα περιορίζουν τη δυνατότητα κάθε κράτους να ενεργεί εντελώς ανεξάρτητα.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι ο King δεν περιγράφει ένα άμεσο άλμα προς κάποιο παγκόσμιο ομοσπονδιακό κράτος. Αντίθετα, θεωρεί πιθανότερη την ανάπτυξη ειδικών διεθνών «regimes» σε τομείς όπως η ενέργεια, οι πρώτες ύλες, οι ωκεανοί και το διάστημα, τα οποία περιγράφει περίπου ως ημι-διαχειριστικούς οργανισμούς βασισμένους σε σημαντικό βαθμό στη συναίνεση των συμμετεχόντων.
Η διάκριση είναι σημαντική. Η συγκεκριμένη δήλωση δεν αποδεικνύει ότι το Club of Rome σχεδίαζε κρυφά μια παγκόσμια κυβέρνηση. Αποδεικνύει όμως ότι η ιδέα μιας σταδιακής μεταφοράς ορισμένων αρμοδιοτήτων από το αποκλειστικά εθνικό στο υπερεθνικό επίπεδο θεωρούνταν από σημαντικά στελέχη του όχι μόνο πιθανή αλλά, για ορισμένα προβλήματα, λογική συνέπεια της αυξανόμενης παγκόσμιας αλληλεξάρτησης.
Πενήντα χρόνια αργότερα η συζήτηση ακούγεται αναπόφευκτα οικεία. Η κλιματική αλλαγή, η ενέργεια, οι πανδημίες, οι διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες, οι ωκεανοί και πλέον ακόμη και η τεχνητή νοημοσύνη παρουσιάζονται συχνά ως προβλήματα τα οποία κανένα κράτος δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνο του. Παράλληλα, οργανισμοί όπως τα Ηνωμένα Έθνη έχουν διαμορφώσει διεθνείς στόχους βιώσιμης ανάπτυξης, ενώ κυβερνήσεις, επιχειρήσεις, ιδρύματα και διεθνείς οργανισμοί συναντώνται για να συζητήσουν παρόμοιους μακροπρόθεσμους κινδύνους.
Εδώ όμως απαιτείται μια δεύτερη σημαντική διάκριση. Το Club of Rome δεν είναι τα Ηνωμένα Έθνη, τα Ηνωμένα Έθνη δεν είναι το World Economic Forum και οι ιδιωτικές φιλανθρωπικές οργανώσεις δεν αποτελούν παραρτήματα κανενός από τους προηγούμενους. Η παρουσία παρόμοιας γλώσσας ή κοινών στόχων δεν αποδεικνύει έναν κρυφό κεντρικό μηχανισμό συντονισμού.
Υπάρχει όμως ένας άλλος μηχανισμός που είναι λιγότερο θεαματικός και κοινωνιολογικά ίσως περισσότερο ενδιαφέρων, η ιδεολογική σύγκλιση. Διαφορετικοί οργανισμοί δεν χρειάζεται να δέχονται εντολές από το ίδιο κέντρο για να κινούνται προς παρόμοια κατεύθυνση. Εάν ξεκινούν από την ίδια διάγνωση του προβλήματος, είναι εύλογο να καταλήγουν και σε παρόμοιες κατηγορίες λύσεων.
Εάν κάποιος θεωρεί ότι η κλιματική αλλαγή, η εξάντληση πόρων, η περιβαλλοντική υποβάθμιση και η οικονομική αλληλεξάρτηση είναι προβλήματα παγκόσμιας κλίμακας, τότε είναι πιθανό να θεωρήσει αναγκαίους περισσότερους διεθνείς κανόνες, μακροχρόνιο σχεδιασμό και μεγαλύτερο συντονισμό. Οι άνθρωποι δεν χρειάζεται να παίρνουν οδηγίες από το ίδιο μέρος για να κινηθούν προς την ίδια κατεύθυνση, αρκεί να πιστεύουν ότι προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το ίδιο επερχόμενο πρόβλημα.
Αυτή η οπτική απομακρύνει τη συζήτηση από την κλασική θεωρία συνωμοσίας, αλλά δεν εξαφανίζει το πολιτικό πρόβλημα. Ίσως μάλιστα το κάνει περισσότερο ουσιαστικό. Διότι εάν μια συγκεκριμένη αντίληψη για το μέλλον αποκτήσει ευρεία αποδοχή μεταξύ επιστημόνων, διεθνών οργανισμών, κυβερνήσεων, οικονομικών φορέων και ιδρυμάτων, μπορεί να επηρεάσει πραγματικές πολιτικές χωρίς να υπάρχει κανένας μυστικός συντονιστής.
Η εξουσία των ιδεών δεν απαιτεί πάντοτε μια κεντρική αίθουσα ελέγχου. Και τότε προκύπτει ένα δύσκολο ερώτημα, τι συμβαίνει όταν η επιστημονική περιγραφή ενός πιθανού κινδύνου αρχίζει να δημιουργεί ένα συγκεκριμένο μοντέλο για το πώς πρέπει να οργανωθεί η κοινωνία ώστε να τον αποφύγει;
Η συζήτηση γίνεται ιδιαίτερα ευαίσθητη όταν μία από τις μεταβλητές δεν είναι ούτε το πετρέλαιο ούτε η βιομηχανική παραγωγή αλλά οι ίδιοι οι άνθρωποι. Ο παγκόσμιος πληθυσμός βρισκόταν εξαρχής στον πυρήνα του World3, όχι επειδή οι δημιουργοί του θεωρούσαν τους ανθρώπους κάποιο είδος προβλήματος από μόνοι τους, αλλά επειδή ο αριθμός τους επηρεάζει αναπόφευκτα την κατανάλωση τροφίμων, ενέργειας, πρώτων υλών και υπηρεσιών. Από εκεί όμως μέχρι τη δήλωση ότι ένας μικρότερος πληθυσμός αποτελεί επιθυμητή εξέλιξη υπάρχει ένα σημαντικό βήμα, η μετάβαση από τη μοντελοποίηση μιας μεταβλητής στην αξιολόγηση του ποια τιμή αυτής της μεταβλητής θα ήταν καλύτερη.
Ο Jørgen Randers, ένας από τους τέσσερις συγγραφείς του αρχικού Limits to Growth, έχει εκφράσει ανοιχτά την άποψη ότι η μελλοντική μείωση του παγκόσμιου πληθυσμού θα πρέπει να αντιμετωπίζεται θετικά. Στο υλικό που εξετάζουμε προβλέπει ότι η πτώση της γονιμότητας θα συνεχιστεί τόσο στις πλούσιες όσο και στις φτωχότερες κοινωνίες, όχι εξαιτίας πολέμων, λιμών ή επιδημιών, αλλά κυρίως επειδή οι γυναίκες θα επιλέγουν λιγότερα παιδιά καθώς αλλάζουν οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες.
Όταν εξηγεί γιατί θεωρεί αυτή την εξέλιξη θετική, αναφέρει τη δυνατότητα διατήρησης υψηλού βιοτικού επιπέδου με μικρότερη πίεση στους πόρους, τη διατήρηση φυσικών πόρων για τις επόμενες γενιές και την ανάγκη να παραμείνει χώρος στον πλανήτη για τα υπόλοιπα έμβια είδη. Καταλήγει έτσι ότι η πληθυσμιακή μείωση είναι κάτι που θα έπρεπε να καλωσορίσουμε.
Οι δηλώσεις αυτές είναι αρκετές από μόνες τους ώστε να αποτελέσουν αντικείμενο κριτικής χωρίς να τους αποδώσουμε κάτι που δεν λένε. Η άποψη ότι μικρότερος ανθρώπινος πληθυσμός θα ήταν περιβαλλοντικά ευνοϊκότερος δεν αποτελεί απόδειξη ενός προγράμματος εξαναγκαστικής αποπληθυσμοποίησης. Αντίθετα, στο συγκεκριμένο απόσπασμα ο Randers αποδίδει την αναμενόμενη μείωση σε εθελοντικές αναπαραγωγικές επιλογές και κοινωνικοοικονομικές μεταβολές.
Είναι όμως ταυτόχρονα σαφές ότι δεν αντιμετωπίζει τη δημογραφική συρρίκνωση απλώς ως ουδέτερη πρόβλεψη. Τη θεωρεί επιθυμητή. Και από τη στιγμή που μια περιγραφική πρόταση, «ο πληθυσμός πιθανόν θα μειωθεί» μετατρέπεται σε κανονιστική, «θα ήταν καλό να μειωθεί» έχουμε περάσει από την επιστήμη στην περιοχή των πολιτικών και ηθικών αξιών.
Ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον αποκτά το ζήτημα όταν συναντά τη δημοκρατία. Ο Randers παρουσιάζεται να θεωρεί τον βραχυπρόθεσμο προσανατολισμό της δημοκρατίας και του καπιταλισμού βασικό εμπόδιο στην αντιμετώπιση μακροχρόνιων προβλημάτων και να εκφράζει μεγαλύτερη εκτίμηση για κεντρικά σχεδιασμένες λύσεις, χρησιμοποιώντας μεταξύ άλλων την Κίνα ως παράδειγμα επίτευξης ορισμένων αναπτυξιακών στόχων.
Η συγκεκριμένη δήλωση χρειάζεται να αντιμετωπίζεται με την απαραίτητη προσοχή και μέσα στο πλήρες πλαίσιο της αρχικής της πηγής. Το ευρύτερο πρόβλημα που θέτει, ωστόσο, είναι πραγματικό και πολύ παλαιότερο από το Club of Rome, οι δημοκρατικές κοινωνίες λειτουργούν σε σχετικά σύντομους εκλογικούς κύκλους, ενώ ορισμένες περιβαλλοντικές, δημογραφικές και τεχνολογικές αποφάσεις μπορεί να έχουν συνέπειες δεκαετίες αργότερα. Ο άνθρωπος που θα πληρώσει το πολιτικό κόστος μιας απόφασης σήμερα μπορεί να μην είναι εκείνος που θα απολαύσει τα οφέλη της τριάντα χρόνια αργότερα.
Από αυτή τη διαπίστωση όμως δεν προκύπτει αυτομάτως ότι ο κεντρικός σχεδιασμός αποτελεί καλύτερη λύση. Ένα αυταρχικό σύστημα μπορεί πράγματι να λαμβάνει μακροχρόνιες αποφάσεις χωρίς να χρειάζεται να ζητήσει την έγκριση των ψηφοφόρων του κάθε τέσσερα χρόνια. Μπορεί όμως για τον ίδιο ακριβώς λόγο να επιμένει για πολύ περισσότερο σε μια καταστροφικά λανθασμένη απόφαση, να αποκρύπτει τις συνέπειές της και να περιορίζει τη δυνατότητα της κοινωνίας να την αμφισβητήσει. Η τεχνοκρατική αποτελεσματικότητα και η ορθότητα δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ούτε ένα πολύπλοκο υπολογιστικό μοντέλο, όσο χρήσιμο και αν είναι, απαλλάσσεται από παραδοχές, αβεβαιότητες και περιορισμούς. Η πολιτική απόφαση επομένως δεν μπορεί να μετατραπεί απλώς σε τεχνικό αποτέλεσμα ενός μοντέλου.
Εδώ ίσως βρίσκεται η βαθύτερη δυστοπική διάσταση ολόκληρης της ιστορίας. Όχι στην εικόνα μιας μυστικής ελίτ που σχεδιάζει το μέλλον πίσω από κλειστές πόρτες, αλλά στην πολύ πιο λεπτή πιθανότητα μιας κοινωνίας στην οποία οι πολιτικές επιλογές παρουσιάζονται σταδιακά ως τεχνικές αναγκαιότητες. Εάν ένα μοντέλο υποδεικνύει ότι η κατανάλωση πρέπει να περιοριστεί, εξακολουθεί να υπάρχει το ερώτημα ποια κατανάλωση, ποιων ανθρώπων και σε ποιον βαθμό.
Εάν η ενεργειακή χρήση πρέπει να αλλάξει, κάποιος πρέπει να αποφασίσει ποιος θα αναλάβει το κόστος. Εάν η παγκόσμια συνεργασία είναι αναγκαία, πρέπει να αποφασιστεί πόση εθνική κυριαρχία είναι αποδεκτό να παραχωρηθεί. Και εάν ένας μικρότερος πληθυσμός θεωρείται ευνοϊκότερος, υπάρχει τεράστια ηθική απόσταση ανάμεσα στη δημιουργία συνθηκών μέσα στις οποίες οι άνθρωποι επιλέγουν ελεύθερα το μέγεθος της οικογένειάς τους και σε οποιαδήποτε πολιτική που επιχειρεί να επηρεάσει αυτή την επιλογή με καταναγκασμό.
Το World3 δεν μπορεί να απαντήσει σε κανένα από αυτά τα ερωτήματα, επειδή δεν είναι μαθηματικά προβλήματα. Είναι προβλήματα αξιών, δικαιωμάτων, ελευθερίας, δικαιοσύνης και εξουσίας. Και ίσως αυτό είναι το σημείο στο οποίο η πίστη στην ικανότητα των μοντέλων να περιγράψουν το μέλλον μπορεί να γίνει επικίνδυνη.
Όχι επειδή τα μοντέλα είναι κατ’ ανάγκην λανθασμένα, αλλά ακριβώς επειδή μπορεί να είναι αρκετά σωστά ώστε να αποκτήσουν πολιτική αυθεντία. Η φράση «πιστεύουμε ότι αυτή είναι η καλύτερη πολιτική» επιτρέπει την αντιπαράθεση. Η φράση «το μοντέλο δείχνει ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή» μπορεί πολύ ευκολότερα να την κλείσει.
Αν επιστρέφαμε σήμερα σε εκείνη την αυστραλιανή τηλεοπτική εκπομπή των αρχών της δεκαετίας του 1970, η εικόνα θα είχε αποκτήσει μια ιδιότητα που τότε δεν διέθετε. Για τους ανθρώπους που κοιτούσαν τις γραμμές του υπολογιστή, το 1980, το 2000, το 2020, το 2040 και το 2060 βρίσκονταν όλα στο μέλλον. Για εμάς, ένα μεγάλο τμήμα του ίδιου γραφήματος βρίσκεται πλέον στο παρελθόν. Έχουμε ζήσει αρκετά ώστε να γνωρίζουμε ότι ο κόσμος δεν εξελίχθηκε ακριβώς όπως μπορούσε να τον περιγράψει οποιοδήποτε μοντέλο του 1972, αλλά και αρκετά ώστε να διαπιστώσουμε ότι ορισμένες από τις βασικές δυναμικές που εκείνο προσπαθούσε να αποτυπώσει δεν εξαφανίστηκαν.
Το Limits to Growth δεν προέβλεψε ότι ο ανθρώπινος πολιτισμός θα καταρρεύσει το 2040. Δεν παρουσίασε μία μοναδική μελλοντική τροχιά και δεν κατέληγαν όλα τα σενάριά του στην κατάρρευση. Οι δημιουργοί του παρουσίασαν επίσης δυνατότητες σταθεροποίησης στις οποίες η ανθρώπινη ευημερία μπορούσε να παραμείνει υψηλή, ενώ δεν ισχυρίστηκαν ότι γνώριζαν ποιο από τα σενάρια θα πραγματοποιηθεί.
Από την άλλη πλευρά, το World3 δεν μπορεί πλέον να απορριφθεί εύκολα ως μία ακόμη αποτυχημένη μελλοντολογική πρόβλεψη της δεκαετίας του 1970. Οι μεταγενέστερες συγκρίσεις με πραγματικά δεδομένα έδειξαν ότι αρκετές από τις παγκόσμιες μεταβλητές που παρακολουθούσε κινήθηκαν επί δεκαετίες αρκετά κοντά σε ορισμένα από τα σενάριά του ώστε το μοντέλο να εξακολουθεί να προκαλεί επιστημονικό και πολιτικό ενδιαφέρον μισό αιώνα μετά.
Το World3 δεν προέβλεψε κάποια συγκεκριμένη κατάρρευση. Ίσως ήταν η ίδια η σύγκρουση που εξακολουθούμε να συζητούμε, ανάμεσα στην επιθυμία για συνεχή ανάπτυξη και στα φυσικά όρια ενός πεπερασμένου συστήματος. Και ίσως η περισσότερο ενδιαφέρουσα κληρονομιά του Club of Rome να βρίσκεται σε ένα δεύτερο ερώτημα που το υπολογιστικό μοντέλο δεν μπορούσε να λύσει. Εάν πιστέψουμε ότι γνωρίζουμε αρκετά για ένα ανεπιθύμητο μέλλον ώστε να προσπαθήσουμε να το αποτρέψουμε, ποιος θα αποφασίσει τι πρέπει να αλλάξει στο παρόν;
Πενήντα και πλέον χρόνια μετά, βρισκόμαστε πλέον στην περιοχή του γραφήματος που οι άνθρωποι του 1972 μπορούσαν μόνο να φανταστούν. Δεν γνωρίζουμε εάν οι επόμενες δεκαετίες θα μοιάσουν με το business as usual, με την τεχνολογική προσαρμογή, με έναν σταθεροποιημένο κόσμο ή με κάτι που κανένα από τα μοντέλα δεν προέβλεψε. Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη υπενθύμιση που μπορεί να προσφέρει σήμερα μια τόσο παλιά μελέτη, ένα μοντέλο μπορεί να μας δείξει πιθανές συνέπειες των επιλογών μας, αλλά δεν μπορεί να επιλέξει για εμάς.
Γιατί κάπου ανάμεσα στην προσπάθεια να προβλέψουμε το μέλλον και στην προσπάθεια να το διαχειριστούμε υπάρχει μια λεπτή αλλά θεμελιώδης γραμμή. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η γνώση και από την άλλη η εξουσία. Και ανάμεσά τους εξακολουθεί να βρίσκεται η ανθρώπινη επιλογή.