Ħal Saflieni Hypogeum: Τι χάθηκε μαζί με εκείνους που το δημιούργησαν;

Ħal Saflieni Hypogeum: Τι χάθηκε μαζί με εκείνους που το δημιούργησαν;
Κάποιοι γνωστοί αρχαιολογικοί χώροι, επιβιώνουν επειδή υπήρξαν πολύ μεγάλοι για να εξαφανιστούν. Πυραμίδες, μεγαλιθικά κτίσματα, κυκλικές κατασκευές και ερείπια αρχαίων πόλεων παρέμειναν ορατά πάνω στο τοπίο, άλλοτε ως μνημεία και άλλοτε ως ακατανόητα απομεινάρια ενός κόσμου που είχε ήδη χαθεί. Το Ħal Saflieni Hypogeum στη Μάλτα ακολούθησε σχεδόν την αντίθετη διαδρομή. Δεν υψώθηκε προς τον ουρανό αλλά βυθίστηκε μέσα στη γη. Δεν παρέμεινε ορατό αλλά εξαφανίστηκε κάτω από το έδαφος, ώσπου η σύγχρονη πόλη άρχισε να χτίζεται από πάνω του χωρίς ουσιαστικά να γνωρίζει τι υπήρχε κάτω από τα θεμέλιά της. Και όταν το 1902 εργάτες που κατασκεύαζαν κατοικίες στην Paola άνοιξαν κατά λάθος δίοδο προς έναν υπόγειο χώρο, εκείνο που αποκαλύφθηκε δεν ήταν απλώς ακόμη ένας αρχαίος τάφος αλλά ένας ολόκληρος νεολιθικός κόσμος λαξευμένος στον ασβεστόλιθο, ένας χώρος που είχε παραμείνει για χιλιάδες χρόνια μέσα στη σιωπή και που σήμερα εξακολουθεί να προκαλεί όχι μόνο την αρχαιολογία αλλά και την ίδια μας την ανάγκη να κατανοήσουμε τι σημαίνει ένα μνημείο όταν έχει σωθεί η μορφή του αλλά έχει χαθεί η γλώσσα που το εξηγούσε.
Το Hypogeum χρησιμοποιήθηκε για περίπου δεκαπέντε αιώνες, από τις αρχές της τέταρτης χιλιετίας έως περίπου το 2500 π.Χ., καλύπτοντας τις φάσεις Żebbuġ, Ġgantija και Tarxien της προϊστορίας της Μάλτας. Πρόκειται για τρία διαδοχικά υπόγεια επίπεδα, σκαμμένα στο σχετικά μαλακό globigerina limestone και φτάνοντας περίπου 10,6 μέτρα κάτω από το σημερινό επίπεδο του δρόμου. Οι άνθρωποι που το δημιούργησαν δεν διέθεταν σιδερένια εργαλεία ή μηχανήματα. Εργάστηκαν με πυριτόλιθο, οψιανό, λίθινα εργαλεία και εργαλεία από κέρατο, αφαιρώντας τεράστιες ποσότητες πετρώματος και δημιουργώντας ένα σύνθετο σύστημα θαλάμων, διαδρόμων, ανοιγμάτων και τεχνητών αρχιτεκτονικών στοιχείων. Το πρώτο επίπεδο είναι και το αρχαιότερο και πιθανότατα ξεκίνησε από φυσικές κοιλότητες που διευρύνθηκαν σταδιακά και χρησιμοποιήθηκαν για ταφές. Όσο όμως οι γενιές περνούσαν, το έργο επεκτάθηκε προς τα κάτω και άρχισε να μετατρέπεται σε κάτι πολύ περισσότερο από μια σειρά κοιλοτήτων για την απόθεση των νεκρών. Στο δεύτερο, μεσαίο επίπεδο εμφανίζεται η εκπληκτικότερη αρχιτεκτονική. Εκεί βρίσκονται χώροι όπως ο κύριος θάλαμος, το δωμάτιο διακόσμησης, το λεγόμενο Holy of Holies και το περίφημο Oracle Room. Οι δημιουργοί του Hypogeum εκτός απο την αφαίρεση της πέτρας, αρχισαν να σμιλεύουν τον ίδιο τον βράχο ώστε να μοιάζει με κτισμένη αρχιτεκτονική, δημιουργώντας ψεύτικες δοκούς, ανοίγματα που θυμίζουν τρίλιθα, κολώνες, υπέρθυρα και οροφές που μιμούνται την εκφορική κατασκευή των επίγειων ναών.
Αυτό το χαρακτηριστικό είναι ίσως το πρώτο πραγματικά μεγάλο αίνιγμα του χώρου. Γιατί να αναπαραστήσει κάποιος μέσα στη γη μια αρχιτεκτονική που υπήρχε πάνω από αυτήν; Οι επίγειοι μεγαλιθικοί ναοί της Μάλτας, όπως η Ġgantija, το Ħaġar Qim, η Mnajdra και το Tarxien, ανήκουν στην ίδια πολιτισμική παράδοση. Το Hypogeum μοιάζει σε ορισμένα σημεία σαν να αποτελεί την υπόγεια αντανάκλασή τους. Στους ναούς κινούνταν οι ζωντανοί, στο Hypogeum βρίσκονταν οι νεκροί. Η αντιστοιχία δεν αποδεικνύει ότι οι Νεολιθικοί κάτοικοι της Μάλτας φαντάζονταν κυριολεκτικά έναν κάτω κόσμο ως αντίγραφο του επάνω, αλλά δημιουργεί μια εντυπωσιακή δυνατότητα ερμηνείας, ότι το υπόγειο συγκρότημα δεν ήταν απλώς χώρος αποθήκευσης οστών αλλά μέρος μιας κοσμολογίας όπου ο θάνατος είχε δική του αρχιτεκτονική, δικό του ρυθμό, δική του πορεία και ίσως έναν συμβολικό τρόπο να συνεχίζει αυτό που υπήρχε στην επιφάνεια. Ακόμη και η διατήρηση του Hypogeum είναι σημαντική γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, επειδή μας επιτρέπει να σχηματίσουμε καλύτερη εικόνα για το πώς μπορεί να έμοιαζαν οι καλυμμένες εσωτερικές αίθουσες των επίγειων ναών που σήμερα σώζονται χωρίς τις αρχικές οροφές τους.
Το ανθρώπινο στοιχείο είναι ακόμη εντονότερο. Στο συγκρότημα εντοπίστηκαν κατάλοιπα χιλιάδων ανθρώπων και η ιστορικά καθιερωμένη εκτίμηση αναφέρεται σε περίπου 7.000 άτομα, αν και το ακριβές νούμερο είναι δύσκολο να εξακριβωθεί μετά τις πρώιμες ανασκαφές και την αποσπασματική κατάσταση των οστών. Το σημαντικότερο δεν είναι όμως ο αριθμός αλλά ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονταν οι νεκροί. Το Hypogeum φαίνεται να λειτούργησε ως συλλογικός χώρος ταφής και διαχείρισης ανθρώπινων καταλοίπων, όχι ως νεκροταφείο ατομικών τάφων με τη μεταγενέστερη έννοια. Τα οστά διαφορετικών ανθρώπων μπορούσαν να συνυπάρχουν, να μετακινούνται και να αποτελούν μέρος μιας διαδικασίας που ίσως συνεχιζόταν για μεγάλο διάστημα μετά τον θάνατο. Δεν γνωρίζουμε τη θρησκεία αυτών των ανθρώπων. Δεν γνωρίζουμε τα ονόματα των θεών τους, εάν υπήρχαν θεοί με τη σημασία που αποδίδουμε σήμερα στη λέξη, ούτε τι ακριβώς πίστευαν ότι συνέβαινε μετά τον θάνατο. Δεν άφησαν κείμενα ώστε να μας εξηγήσουν τι έβλεπαν όταν περνούσαν από το φως της επιφάνειας στην ελεγχόμενη ημιφωτισμένη ζώνη του μεσαίου επιπέδου και από εκεί στο βαθύτερο σκοτάδι. Αλλά άφησαν τον χώρο. Και ίσως ο ίδιος ο χώρος να είναι το κείμενό τους.
Το Ħal Saflieni Hypogeum είναι συχνά αντικείμενο συζητήσεων για την αρχαία τεχνολογία, αλλά ο όρος μπορεί να είναι παραπλανητικός αν τον χρησιμοποιήσουμε με τη σύγχρονη έννοια. Όταν μιλάμε σήμερα για τεχνολογία σκεφτόμαστε μηχανές, υπολογισμούς, επιστημονικές εξισώσεις και θεωρητική γνώση. Για μια Νεολιθική κοινωνία, όμως, τεχνολογία μπορούσε να είναι η εμπειρική κατανόηση της πέτρας, του φωτός, του ήχου, των υλικών και του ανθρώπινου σώματος. Δεν χρειαζόταν κάποιος να γνωρίζει τι είναι το hertz για να αντιληφθεί ότι ένα συγκεκριμένο μέγεθος θαλάμου, μια εσοχή ή ένα άνοιγμα κάνει μια ανθρώπινη φωνή να ακούγεται εντελώς διαφορετικά. Η γνώση μπορούσε να είναι βιωματική, επαναλαμβανόμενη, μεταδιδόμενη από γενιά σε γενιά και παρ’ όλα αυτά εξαιρετικά σύνθετη. Αυτός ακριβώς ο τρόπος σκέψης μας οδηγεί στο Oracle Room, έναν από τους πιο γνωστούς χώρους του Hypogeum και ίσως εκείνον που περισσότερο από κάθε άλλον έδωσε αφορμή για σύγχρονες θεωρίες γύρω από τον ήχο, τη συνείδηση και την τελετουργική εμπειρία.
Ο συγκεκριμένος χώρος πήρε το σύγχρονο όνομά του από μια κόγχη η οποία παρουσιάζει εντυπωσιακές ακουστικές ιδιότητες. Μια βαθιά ανθρώπινη φωνή μπορεί να δημιουργήσει ισχυρή αντήχηση και το ηχητικό αποτέλεσμα μεταφέρεται πέρα από τον ίδιο τον θάλαμο. Γύρω από αυτή την ιδιότητα αναπτύχθηκε στη νεότερη εποχή ένα ολόκληρο σύστημα ισχυρισμών. Σε αρκετές έρευνες επαναλαμβάνεται συχνά ότι το Hypogeum «συντονίζεται στα 110 ή 111 Hz» και ότι αυτή η συχνότητα προκαλεί ενδορφίνες, μεταβολή της εγκεφαλικής δραστηριότητας ή τροποποιημένες καταστάσεις συνείδησης (altered states of consciousness). Κάποιες θεωρίες παρουσιάζουν ακριβώς αυτή τη σύνδεση ως πιθανό σκοπό κατασκευής του χώρου. Το πραγματικό επιστημονικό ζήτημα είναι πιο προσεκτικό, αλλά κατά έναν παράδοξο τρόπο ακόμη πιο ενδιαφέρον, επειδή οι νεότερες αρχαιοακουστικές μελέτες δείχνουν ότι ο χώρος πράγματι παρουσιάζει ιδιαίτερες ιδιότητες χωρίς να χρειάζεται να υιοθετήσουμε όλα όσα η σύγχρονη μυθολογία έχει προσθέσει πάνω τους. Η συζήτηση επομένως, δεν είναι το αν υπήρχε κάποια αρχαία μηχανή μεταβολής συνείδησης, αλλά αν οι κατασκευαστές είχαν κατανοήσει εμπειρικά ότι η γεωμετρία του χώρου μπορούσε να μεταμορφώσει τον ήχο και να ενισχύσει μια τελετουργική εμπειρία.
Αυτό αλλάζει δραστικά την ερώτηση. Δεν χρειάζεται να αναζητήσουμε έναν άγνωστο προϊστορικό επιστήμονα που γνώριζε συχνότητες με μονάδες μέτρησης οι οποίες θα επινοούνταν χιλιάδες χρόνια αργότερα. Αρκεί να φανταστούμε γενιές ανθρώπων που έμπαιναν σε σπηλιές, τραγουδούσαν, μιλούσαν, χτυπούσαν κρουστά, άκουγαν πώς αντιδρούσε η πέτρα και επαναλάμβαναν ό,τι δημιουργούσε το εντονότερο αποτέλεσμα. Μια τέτοια γνώση θα ήταν εξίσου τεχνολογική, παρότι δεν θα ήταν θεωρητική. Και αν προσπαθήσουμε να φανταστούμε την εμπειρία μέσα στο Hypogeum πριν από πέντε χιλιάδες χρόνια, το αποτέλεσμα γίνεται ακόμη πιο ισχυρό. Ελάχιστο φυσικό φως, λυχνάρια ή άλλες τεχνητές πηγές φωτισμού, κόκκινη ώχρα στους τοίχους και στις οροφές, σπείρες, τελείες και κυψελοειδή μοτίβα, χιλιάδες ανθρώπινα οστά γύρω από τους συμμετέχοντες και μέσα σε αυτό το περιβάλλον μια χαμηλή φωνή που δεν ακούγεται πλέον σαν να βγαίνει από ένα ανθρώπινο σώμα αλλά σαν να προέρχεται από τον ίδιο τον χώρο. Δεν χρειάζεται να έχεις μεταβλημένη συνείδηση με τη νευροεπιστημονική έννοια για να βιώσεις κάτι τέτοιο ως υπερβατικό.
Το φως φαίνεται επίσης να είχε σημασία. Το λεγόμενο Holy of Holies βρίσκεται στο μεσαίο επίπεδο, σε έναν από τους αρχιτεκτονικά εντυπωσιακότερους χώρους, και έχουν διατυπωθεί υποθέσεις ότι η σχέση των ανοιγμάτων του Hypogeum με το φως συγκεκριμένων εποχών μπορεί να συνδεόταν με ηλιακούς κύκλους. Σε κάποιες μελέτες γίνεται αναφορά και στην προϊστορική αστρονομία. Το βέβαιο είναι ότι το φυσικό φως μπορούσε να φτάνει μόνο μέχρι συγκεκριμένα σημεία του μεσαίου επιπέδου, ενώ οι βαθύτεροι χώροι απαιτούσαν τεχνητό φωτισμό. Η μετάβαση επομένως από το φως στο σκοτάδι ήταν ενσωματωμένη στην ίδια την εμπειρία της καθόδου, και αυτό από μόνο του αρκεί για να μας επιτρέψει να σκεφτούμε ότι η αρχιτεκτονική δεν ήταν ουδέτερη αλλά σχεδιασμένη ώστε να αλλάζει σταδιακά την εμπειρία του ανθρώπου που κινούνταν μέσα της.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον βρέθηκε και η περίφημη Sleeping Lady, μια μικρή ανθρώπινη μορφή ξαπλωμένη στο πλάι πάνω σε κλίνη ή ανάκλιντρο, που αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα τέχνης της Νεολιθικής Μάλτας. Η δημοφιλής ερμηνεία την παρουσιάζει συχνά ως θεότητα της γονιμότητας η μητέρα θεά (Mother Goddess), όμως αυτό το όνομα μάς λέει περισσότερο τι προσπαθούμε εμείς να καταλάβουμε παρά τι γνώριζαν οι δημιουργοί της. Κοιμάται; Είναι νεκρή; Είναι θεότητα; Πρόγονος; Αναπαράσταση κάποιου τελετουργικού ύπνου; Σύμβολο μετάβασης μεταξύ ζωής και θανάτου; Δεν υπάρχει επιγραφή για να μας απαντήσει. Και εδώ εμφανίζεται ένα από τα βαθύτερα προβλήματα της μελέτης της προϊστορίας. Βλέπουμε αντικείμενα που προφανώς είχαν νόημα, αλλά δεν διαθέτουμε το σύστημα σημείων που θα μας επέτρεπε να τα διαβάσουμε. Η σπείρα στον τοίχο είναι πραγματική. Το νόημά της όμως δεν βρίσκεται πλέον πάνω στον τοίχο. Υπήρχε μέσα σε ανθρώπους που πέθαναν πριν από χιλιάδες χρόνια.
Εάν η ιστορία του Hypogeum περιοριζόταν στα αρχαιολογικά του δεδομένα, θα ήταν ήδη ένα από τα σημαντικότερα προϊστορικά μνημεία της Ευρώπης. Όμως η ανακάλυψή του στις αρχές του 20ού αιώνα δημιούργησε ένα δεύτερο επίπεδο μυστηρίου, αυτή τη φορά όχι επειδή οι Νεολιθικοί δημιουργοί του δεν άφησαν γραπτά αρχεία, αλλά επειδή και οι πρώτοι σύγχρονοι ερευνητές δεν κατάφεραν να μας παραδώσουν πλήρες αρχείο των ανασκαφών τους. Ο Ιησουίτης ιερέας, εθνογράφος και αρχαιολόγος Emanuel Magri ανέλαβε τις πρώτες συστηματικές εργασίες στο μνημείο στις αρχές του 20ού αιώνα, σε μια εποχή όπου οι συνθήκες της αρχαιολογικής έρευνας απείχαν πολύ από τις σημερινές πρακτικές. Υλικά μετακινούνταν, οστά και αντικείμενα αφαιρούνταν και μεγάλο μέρος του περιεχομένου που σήμερα θα θεωρούνταν εξίσου σημαντικό με το ίδιο το εύρημα χάθηκε. Το 1907 ο Magri πέθανε στην Τυνησία και οι ανασκαφικές του σημειώσεις για το Hypogeum δεν βρέθηκαν ποτέ, αφήνοντας πίσω ένα πραγματικό κενό στην ιστορία του χώρου.
Αυτό είναι ένα πραγματικό και σοβαρό πρόβλημα επειδή η αρχική εικόνα του Hypogeum, όπως εμφανίστηκε όταν άνοιξε μετά από χιλιάδες χρόνια, δεν μπορεί πλέον να ανακατασκευαστεί πλήρως. Από αυτό το πραγματικό κενό αναπτύχθηκε αργότερα η υπόθεση ότι το αρχείο του Magri δεν χάθηκε αλλά εξαφανίστηκε σκόπιμα. Ο ξαφνικός θάνατός του, η βρετανική αποικιακή διοίκηση της Μάλτας και η μετέπειτα μυθολογία του Hypogeum έγιναν τα συστατικά μιας ιστορίας όπου ο αρχαιολόγος υποτίθεται ότι είχε ανακαλύψει κάτι που δεν έπρεπε να δημοσιοποιηθεί. Σε κάποιες έρευνες παρουσιάζεται η πιθανότητα ότι ο Magri «σιωπήθηκε», αλλα δεν υπάρχει πραγματική απόδειξη για οτιδήποτε ύποπτο στον θάνατό του. Αυτός ο διαχωρισμός είναι ουσιώδης. Οι σημειώσεις χάθηκαν. Αυτό είναι γεγονός. Το γιατί χάθηκαν δεν το γνωρίζουμε. Σε κάθε περίπτωση όμως η θεωρία ότι περιείχαν απαγορευμένες ανακαλύψεις, επιμένει .
Ανάμεσα στα ευρήματα που έδωσαν στο Hypogeum ακόμη μεγαλύτερη θέση στην εναλλακτική ιστορία ήταν τα επιμήκη ανθρώπινα κρανία με ασυνήθιστο σχήμα. Στα παλαιότερα αρχαιολογικά κείμενα αναφέρονται ως dolichocephalic ή long-headed και μέσα στις επόμενες δεκαετίες απέκτησαν σχεδόν δική τους μυθολογία. Το γεγονός ότι ορισμένα από αυτά έπαψαν να εκτίθενται δημόσια για μεγάλο χρονικό διάστημα έκανε τα πράγματα ακόμη πιο εύκολα για τις θεωρίες συγκάλυψης. Σε αρκετές παρουσιάσεις αναλύεται η πιθανότητα ορισμένοι από τους ανθρώπους αυτούς να κατείχαν ιδιαίτερη κοινωνική θέση. Το ίδιο υλικό επισημαίνει ότι η σκόπιμη τροποποίηση του κρανίου ήταν πραγματική πρακτική σε πολλές κοινωνίες του κόσμου και όχι κάποιο φαινόμενο μοναδικό στη Μάλτα. Η ύπαρξη elongated skulls επομένως δεν αποτελεί απόδειξη διαφορετικού ανθρώπινου είδους, η μη γήινων. Οι μορφολογικές διαφορές μπορούν να προκύψουν από φυσική ανθρώπινη ποικιλότητα, παθολογικές καταστάσεις ή τεχνητή παραμόρφωση. Το ενδιαφέρον ερώτημα είναι γιατί συγκεκριμένες κοινωνίες επέλεγαν να αλλάξουν σκόπιμα την εμφάνιση του κεφαλιού και αν αυτή η πρακτική συνδεόταν με κοινωνική ταυτότητα, καταγωγή ή ένταξη σε συγκεκριμένη ομάδα.
Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος λόγος που το θέμα απέκτησε τόση δύναμη. Ορισμένα από τα κρανία που είχαν αναφερθεί ή παρουσιαστεί παλαιότερα δεν ήταν αργότερα διαθέσιμα για δημόσια παρατήρηση. Ένας ερευνητής περιγράφει πώς από τα έντεκα δείγματα παρέμεναν έξι και πώς η περιορισμένη πρόσβαση στις συλλογές τροφοδότησε υποψίες ότι τα πραγματικά κρανία είχαν αποκρυφθεί. Η ιστορία των κρανίων είναι έτσι ίσως ένα από τα καλύτερα παραδείγματα για το πώς παράγεται η εναλλακτική ιστορία. Ξεκινάς με ένα πραγματικά ασυνήθιστο εύρημα, προσθέτεις ένα ελλιπές ανασκαφικό αρχείο, μετά έρχεται η περιορισμένη δημόσια πρόσβαση και ανάμεσα στο εύρημα και στην εξήγησή του εμφανίζεται ένα κενό. Και η ανθρώπινη φαντασία σχεδόν ποτέ δεν αφήνει ένα τέτοιο κενό κενό.
Το Hypogeum έχει ένα παράδοξο χαρακτηριστικό. Όσο απομακρυνόμαστε χρονικά από τους νεολιθικούς δημιουργούς του, τόσο περισσότερες ιστορίες φαίνεται να αποκτά. Η γνωστότερη αφορά μια ομάδα μαθητών και τους δασκάλους τους που φημολογείται ότι εξαφανίστηκαν μέσα στις υπόγειες στοές της Μάλτας τη δεκαετία του 1940. Σύμφωνα με τις μεταγενέστερες εκδοχές, η ομάδα πέρασε σε βαθύτερο τμήμα του συστήματος, χάθηκε και δεν βρέθηκε ποτέ. Ακόμη πιο δραματικές παραλλαγές ισχυρίζονται ότι επί εβδομάδες οι γονείς των παιδιών άκουγαν τις φωνές τους να βγαίνουν από διαφορετικά σημεία κάτω από το νησί. Η αφήγηση έχει αποκτήσει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα επειδή συνδέθηκε με δημοσίευμα του National Geographic του 1940. Από εκεί και πέρα, όμως, το τεκμηριωτικό έδαφος γίνεται εξαιρετικά ασταθές. Δεν διαθέτουμε το είδος των παράλληλων αρχείων που θα περίμενε κανείς από την εξαφάνιση μιας ολόκληρης σχολικής ομάδας, ονόματα, σχολείο, αναφορές οικογενειών, αστυνομικό φάκελο, εκτεταμένη δημοσιογραφική κάλυψη και ανεξάρτητες μαρτυρίες. Ακόμη και τα ντοκιμαντέρ που παρουσιάζουν την ιστορία, αναφέρουν οτι πιθανότατα να πρόκειται για αστικό θρύλο.
Αυτό προσθέτει στην μελέτη του Hypogeum έναν διαφορετικό λόγο. Οι υπόγειοι χώροι παράγουν μύθους σχεδόν από μόνοι τους επειδή δεν βλέπουμε πού τελειώνουν. Δεν μπορούμε να παρατηρήσουμε ολόκληρη τη γεωμετρία τους από την επιφάνεια. Ένα κλειστό πέρασμα μπορεί να οδηγεί λίγα μέτρα παρακάτω ή σε έναν ολόκληρο υπόγειο κόσμο. Η αυστηρά ελεγχόμενη πρόσβαση στο Hypogeum, η οποία επίσημα οφείλεται στην ανάγκη προστασίας του ευαίσθητου μικροκλίματος, των τοιχογραφιών και του ασβεστόλιθου, λειτουργεί άθελά της ως επιπλέον καύσιμο για τέτοιες ερμηνείες. Για τους οπαδούς αυτης της θεωρίας, το «περιορισμένη πρόσβαση για λόγους συντήρησης» μεταφράζεται εύκολα σε «κάτι δεν θέλουν να δούμε».
Από αυτό το περιβάλλον γεννήθηκε και η ιστορία της Lois Jessup. Σε δημοσίευμα των αρχών της δεκαετίας του 1960 εμφανίζεται αφήγηση σύμφωνα με την οποία η Jessup είχε εισχωρήσει σε βαθύτερα τμήματα των σπηλαίων και είχε συναντήσει ανθρωποειδή πλάσματα. Με τις επαναδιηγήσεις, η ιστορία εμπλουτίστηκε με υπόγειες οντότητες, ερπετοειδή, πολιτισμούς της εσωτερικής Γης και τεράστια συστήματα στοών που υποτίθεται ότι διέσχιζαν τη Μεσόγειο. Σε ορισμένες εκδοχές οι σήραγγες φτάνουν ακόμη και μέχρι τις κατακόμβες κάτω από τη Ρώμη. Δεν υπάρχει αξιόπιστη αρχαιολογική τεκμηρίωση ενός τέτοιου δικτύου. Αυτό όμως που υπάρχει είναι η ανάγκη να μετατρέψουμε το άγνωστο βάθος σε άπειρο βάθος.
Στη συνέχεια, η μυθολογία του Hypogeum άρχισε να συναντά άλλες, φαινομενικά άσχετες παραδόσεις. Τα επιμήκη κρανία συνδέθηκαν με γίγαντες. Οι γίγαντες συνδέθηκαν με την θεωρία των Nephilim. Αρχαίες απεικονίσεις φιδιών και οι σπείρες των μαλτέζικων ναών συνδέθηκαν με λατρευτηκές αιρέσεις. Οι περίφημες ανθρωπόμορφες και ερπετόμορφες φιγούρες της Ubaid περιόδου στη Μεσοποταμία προστέθηκαν στην ίδια αφήγηση. Κατόπιν εμφανίστηκαν Astarte, Anat, Baal, Anunnaki και τελικά εξωγήινα ή διαστασιακά όντα. Η αλυσίδα είναι συναρπαστική ως πολιτισμικό προϊόν, αλλά η αρχαιολογική της ισχύς είναι πολύ διαφορετική από τη δραματουργική της ισχύ. Το γεγονός ότι δύο κοινωνίες χρησιμοποιούν το φίδι ως σύμβολο δεν αποδεικνύει ότι ανήκαν στην ίδια μυστική παράδοση. Το φίδι εμφανίζεται σε αμέτρητους πολιτισμούς επειδή αποτελεί ένα ιδιαίτερα ισχυρό φυσικό σύμβολο, ζει κοντά στο έδαφος, εξαφανίζεται σε ανοίγματα, αλλάζει δέρμα, μπορεί να είναι θανατηφόρο και φαίνεται να «αναγεννάται». Η συμβολική σύγκλιση δεν απαιτεί ιστορική σύνδεση.
Και εδώ συναντάμε έναν από τους βασικότερους μηχανισμούς της εναλλακτικής ιστορίας, η ομοιότητα δεν είναι απόδειξη σχέσης. Ένα σύμβολο στη Μάλτα, μια φιγούρα στο Ιράκ, ένας μύθος στον Λεβάντε και ένα παράξενο κρανίο μπορούν να μοιάζουν θεματικά. Από τη στιγμή όμως που τα βάλουμε δίπλα-δίπλα, ο ανθρώπινος εγκέφαλος αρχίζει αυθόρμητα να αναζητά τη γραμμή που τα ενώνει. Η γραμμή μπορεί να είναι πραγματική. Μπορεί όμως να δημιουργήθηκε μόνο επειδή εμείς τοποθετήσαμε πρώτα τα σημεία πάνω στο ίδιο χαρτί. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αντιμετωπίζουμε περιφρονητικά την εναλλακτική ιστορία. Το αντίθετο. Σημαίνει ότι η πιο ενδιαφέρουσα εναλλακτική γνωσιολογία δεν είναι εκείνη που επιβεβαιώνει κάθε παράξενη αφήγηση, αλλά εκείνη που ρωτά γιατί ορισμένες αφηγήσεις δημιουργούνται, ποιο πραγματικό κενό προσπαθούν να συμπληρώσουν και πότε η υπόθεση μετατρέπεται χωρίς να το αντιληφθούμε σε βεβαιότητα.
Το Ħal Saflieni Hypogeum προσφέρεται σχεδόν ιδανικά γι’ αυτή την εξέταση. Υπάρχει ένας πραγματικός υπόγειος λαβύρινθος. Υπάρχουν πραγματικά ανθρώπινα κατάλοιπα. Υπάρχουν πραγματικά ασυνήθιστα κρανία. Υπάρχουν πραγματικά χαμένες ανασκαφικές σημειώσεις. Υπάρχει πραγματική, μετρήσιμη ασυνήθιστη ακουστική. Υπάρχουν πραγματικά κλεισμένοι και απρόσιτοι χώροι. Και υπάρχει ένας πολιτισμός για τον οποίο δεν διαθέτουμε γραπτή εξήγηση των τελετουργιών του. Δηλαδή υπάρχουν όλα τα συστατικά που χρειάζεται ένας μεγάλος μύθος, χωρίς κανένα από αυτά να αποδεικνύει τους μεταγενέστερους μύθους που χτίστηκαν επάνω τους.
Το ευκολότερο πράγμα που θα μπορούσαμε να κάνουμε με το Ħal Saflieni Hypogeum θα ήταν να προσπαθήσουμε να το κάνουμε ακόμη πιο μυστηριώδες. Να μετατρέψουμε τα επιμήκη κρανία σε μη ανθρώπινα όντα, το Oracle Room σε προϊστορική μηχανή μεταβολής της συνείδησης, τις κλειστές στοές σε πύλες προς μια υπόγεια αυτοκρατορία και τις χαμένες σημειώσεις του Emanuel Magri σε αποδείξεις μιας οργανωμένης συγκάλυψης. Το παράξενο είναι ότι έτσι θα κάναμε το πραγματικό Hypogeum λιγότερο ενδιαφέρον. Πέντε και πλέον χιλιάδες χρόνια πριν από εμάς, άνθρωποι που δεν διέθεταν γραφή, σίδηρο ή τη θεωρητική επιστήμη του σύγχρονου κόσμου εισχώρησαν βαθιά στον ασβεστόλιθο της Μάλτας και δημιούργησαν έναν κόσμο μέσα στη γη. Αντέγραψαν την αρχιτεκτονική των επίγειων ναών τους σε συμπαγή πέτρα, διακόσμησαν οροφές με κόκκινη ώχρα και σπείρες, δημιούργησαν χώρους όπου ο ήχος συμπεριφέρεται με τρόπους που εξακολουθούν να απασχολούν σύγχρονους ερευνητές, τοποθέτησαν ή διαχειρίστηκαν εκεί τα κατάλοιπα χιλιάδων νεκρών και έφτιαξαν αντικείμενα όπως η Sleeping Lady, των οποίων η αισθητική δύναμη επιβιώνει ενώ το νόημά τους έχει σχεδόν ολοκληρωτικά χαθεί.
Και κάποια στιγμή, γύρω στο 2500 π.Χ., ο κόσμος που μπορούσε να εξηγήσει όλα αυτά άρχισε να εξαφανίζεται. Η κουλτούρα των κατασκευών της Μάλτας σταμάτησε να κατασκευάζει τα μεγαλιθικά της μνημεία. Το Hypogeum εγκαταλείφθηκε. Τα πολιτισμικά συστήματα που είχαν δώσει νόημα στους χώρους έπαψαν να μεταδίδονται. Άλλοι πληθυσμοί και άλλες παραδόσεις ακολούθησαν. Το υπόγειο μνημείο σφραγίστηκε από τον χρόνο και παρέμεινε κρυμμένο για χιλιάδες χρόνια, ενώ πάνω από αυτό άλλαζαν αυτοκρατορίες, γλώσσες, θρησκείες και κοινωνίες. Η εξαφάνιση της κουλτούρας των κατασκευών παραμένει ένα από τα σημαντικότερα ανοιχτά ζητήματα της προϊστορικής Μάλτας. Περιβαλλοντικές μεταβολές, εξάντληση πόρων, μεταβολές στη διατροφή, κοινωνική αναδιοργάνωση, μετακινήσεις πληθυσμών και η τεράστια επένδυση ανθρώπινου έργου στις τελετουργικές κατασκευές έχουν προταθεί ως κομμάτια της εξήγησης. Κάποιες έρευνες παρουσιάζουν εύστοχα αυτή τη χρονική σύμπτωση, επιδείνωση ορισμένων συνθηκών διαβίωσης, εγκατάλειψη των ναών και τελικά εξαφάνιση της μεγάλης οικοδομικής παράδοσης, χωρίς όμως να γνωρίζουμε έναν μοναδικό μηχανισμό που να εξηγεί την κατάρρευσή της.
Το Hypogeum σώθηκε ίσως ακριβώς επειδή χάθηκε. Οι επίγειοι ναοί διαβρώθηκαν, λεηλατήθηκαν και έχασαν τις οροφές τους. Το υπόγειο μνημείο, κρυμμένο μέσα στην πέτρα, παρέμεινε σε σχετικά σταθερό περιβάλλον μέχρι τη νεότερη εποχή. Η πόλη τελικά έφτασε πάνω από αυτό και οι εργάτες του 1902 άνοιξαν τυχαία μια δίοδο ανάμεσα σε δύο κόσμους που τους χώριζαν χιλιάδες χρόνια. Από τότε προσπαθούμε να καταλάβουμε τι ακριβώς βρήκαμε. Και ίσως εδώ βρίσκεται το πραγματικό μυστήριο του Ħal Saflieni Hypogeum. Δεν είναι ότι δεν γνωρίζουμε τίποτα. Γνωρίζουμε πολλά. Μπορούμε να χρονολογήσουμε τον χώρο, να αναγνωρίσουμε τα εργαλεία του, να χαρτογραφήσουμε τους θαλάμους του, να αναλύσουμε τα οστά, να μετρήσουμε την ακουστική του και να εξετάσουμε τη χημεία των χρωστικών του. Κάθε νέα τεχνολογία μπορεί να προσθέσει ακόμη περισσότερα δεδομένα. Αλλά υπάρχει ένα είδος γνώσης που καμία μέτρηση δεν μπορεί εύκολα να ανακατασκευάσει.
Τι ένιωθε ένας άνθρωπος όταν κατέβαινε εκεί πριν από πέντε χιλιάδες χρόνια; Τι σήμαινε η σπείρα πάνω από το κεφάλι του; Γιατί μια φωνή έπρεπε να αντηχεί μέσα στους θαλάμους; Ποια σχέση είχε η Sleeping Lady με τους νεκρούς γύρω της; Γιατί ο κόσμος των νεκρών έπρεπε να μοιάζει αρχιτεκτονικά με τον κόσμο των ζωντανών; Οι δημιουργοί του Hypogeum γνώριζαν τις απαντήσεις. Εμείς έχουμε μόνο τα ίχνη τους. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η λεπτή γραμμή που χωρίζει την αρχαιολογία από την εναλλακτική ιστορία. Η αρχαιολογία προσπαθεί να περιορίσει τις πιθανότητες σε εκείνες που μπορούν να στηριχθούν στα δεδομένα. Η εναλλακτική ιστορία αρχίζει συνήθως εκεί όπου τα δεδομένα σταματούν και η ανθρώπινη ανάγκη για μια ολοκληρωμένη αφήγηση συνεχίζεται. Το πρόβλημα δεν είναι ότι φανταζόμαστε. Η φαντασία υπήρξε πάντοτε μέρος της προσπάθειάς μας να κατανοήσουμε το παρελθόν. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ξεχνάμε ποιο μέρος της ιστορίας βρήκαμε μέσα στη γη και ποιο προσθέσαμε εμείς μετά.
Το Ħal Saflieni Hypogeum στέκεται ακριβώς πάνω σε αυτό το σύνορο. Ένας πραγματικός υπόγειος κόσμος δημιούργησε έναν δεύτερο, φαντασιακό υπόγειο κόσμο γύρω του. Οι νεολιθικοί νεκροί έδωσαν τη θέση τους σε ιστορίες γιγάντων, εξωγήινων και εξαφανισμένων παιδιών. Τα αρχαιολογικά κενά έγιναν χώροι όπου μπορούσε να εγκατασταθεί σχεδόν κάθε θεωρία. Και ο πραγματικός ήχος μιας ανθρώπινης φωνής μέσα στο Oracle Room μετατράπηκε σε μεταφορά για ολόκληρη την ιστορία του μνημείου. Μια φωνή μπαίνει σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Το δωμάτιο την αλλάζει. Και όταν επιστρέφει σε εμάς, δεν είναι πλέον εύκολο να γνωρίζουμε πόσο από αυτό που ακούμε ανήκει στην αρχική φωνή και πόσο στον χώρο που τη μεταμόρφωσε. Ίσως κάπως έτσι λειτουργεί και η μνήμη του παρελθόντος. Το Hypogeum μάς άφησε την πέτρα, τον ήχο, τα οστά, τα σχέδια και τα σύμβολα. Τα υπόλοιπα προσπαθούμε ακόμη να τα ακούσουμε.