Ο Thomas Kuhn και οι επιστημονικές επαναστάσεις: Τι συμβαίνει όταν οι εξαιρέσεις που δεν μπορεί να εξηγήσει η επιστήμη αρχίζουν να απειλούν το ίδιο το επιστημονικό της παράδειγμα;


Ο Thomas Kuhn και οι επιστημονικές επαναστάσεις: Τι συμβαίνει όταν οι εξαιρέσεις που δεν μπορεί να εξηγήσει η επιστήμη αρχίζουν να απειλούν το ίδιο το επιστημονικό της παράδειγμα;

 

Υπάρχει μια ιδιαίτερα καθησυχαστική εικόνα για την επιστήμη, την οποία οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν ήδη από τα σχολικά τους χρόνια. Σύμφωνα με αυτήν, κάποτε γνωρίζαμε ελάχιστα για τον κόσμο και, όσο περνούσαν οι αιώνες, παρατηρούσαμε περισσότερα, κατασκευάζαμε καλύτερα όργανα, πραγματοποιούσαμε ακριβέστερα πειράματα και προσθέταμε συνεχώς νέες πληροφορίες σε εκείνες που είχαν ήδη συγκεντρώσει οι προηγούμενες γενιές. Τα λάθη διορθώνονταν, οι θεωρίες βελτιώνονταν και το οικοδόμημα της επιστημονικής γνώσης υψωνόταν σταδιακά, σαν κάθε ανακάλυψη να αποτελούσε ακόμη έναν όροφο πάνω σε μια σταθερή κατασκευή.

Μέσα σε αυτή την εικόνα, η επιστήμη προχωρεί κατά κύριο λόγο συσσωρευτικά, το παρόν γνωρίζει περισσότερα από το παρελθόν και το μέλλον, κατά πάσα πιθανότητα, θα γνωρίζει ακόμη περισσότερα από το παρόν. Είναι μια εικόνα σε μεγάλο βαθμό έγκυρη, αλλά ίσως όχι ολόκληρη. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ένας Αμερικανός φυσικός που είχε στραφεί πλέον στην ιστορία και τη φιλοσοφία της επιστήμης υποστήριξε ότι, εάν εξετάσουμε προσεκτικά τον τρόπο με τον οποίο η επιστήμη εξελίχθηκε πραγματικά και όχι μόνο όπως παρουσιάζεται εκ των υστέρων στα εγχειρίδια, η πορεία της μοιάζει πολύ λιγότερο ομαλή.

Μεγάλες περίοδοι σχετικά σταθερής έρευνας διακόπτονται κατά διαστήματα από κρίσεις, κατά τις οποίες οι παλαιές βεβαιότητες αρχίζουν να αμφισβητούνται, ορισμένες εξαιρέσεις παύουν να θεωρούνται απλώς προβλήματα που κάποια στιγμή θα λυθούν και νέες θεωρητικές προσεγγίσεις εμφανίζονται, μέχρις ότου ένας ολόκληρος επιστημονικός κλάδος μπορεί να αρχίσει να αντιλαμβάνεται το αντικείμενό του με διαφορετικό τρόπο.

Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Thomas Samuel Kuhn και οι στιγμές εκείνες, κατά τις οποίες μεταβάλλεται βαθιά όχι μόνο μια επιμέρους θεωρία αλλά ολόκληρο το πλαίσιο μέσα στο οποίο οργανώνεται η επιστημονική έρευνα, ήταν αυτό που ονόμασε “επιστημονικές επαναστάσεις” (Scientific Revolutions). Από το έργο του προέκυψε και μία από τις πιο πολυχρησιμοποιημένες έννοιες του 20ού και του 21ου αιώνα, το “paradigm”, το επιστημονικό παράδειγμα, καθώς και η πασίγνωστη πλέον έκφραση “μεταβολή παραδείγματος” (paradigm shift).

Το ενδιαφέρον όμως στον Kuhn δεν βρίσκεται απλώς στο γεγονός ότι μας έδωσε έναν νέο όρο για να περιγράψουμε τις μεγάλες αλλαγές της επιστήμης. Βρίσκεται κυρίως στο πολύ δυσκολότερο πρόβλημα που δημιουργείται όταν πάρουμε στα σοβαρά τη σκέψη του. Εάν οι επιστημονικές επαναστάσεις αρχίζουν κάποτε από παρατηρήσεις, αποτελέσματα και προβλήματα που το υπάρχον paradigm δυσκολεύεται να εξηγήσει, τότε πώς μπορούμε να γνωρίζουμε, τη στιγμή που εμφανίζεται μια τέτοια εξαίρεση, εάν έχουμε μπροστά μας απλώς ένα δύσκολο επιστημονικό puzzle ή την πρώτη μικρή ρωγμή ενός ολόκληρου τρόπου κατανόησης της πραγματικότητας;

Ο Thomas Samuel Kuhn γεννήθηκε στις 18 Ιουλίου 1922 στο Cincinnati του Ohio και η αρχική του πορεία ήταν εκείνη ενός φυσικού. Σπούδασε στο Harvard, από όπου έλαβε bachelor’s degree στη φυσική το 1943, master’s το 1946 και διδακτορικό το 1949. Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή ο Kuhn δεν ήταν ένας φιλόσοφος που παρατηρούσε την επιστήμη αποκλειστικά από έξω.

Είχε εκπαιδευτεί μέσα στους θεσμούς της, είχε μάθει τον τρόπο με τον οποίο διδάσκεται ένας ώριμος επιστημονικός κλάδος και γνώριζε από προσωπική εμπειρία ότι η καθημερινή εργασία του επιστήμονα διαφέρει αρκετά από τη ρομαντική εικόνα ενός ανθρώπου που ξυπνά κάθε πρωί έτοιμος να αμφισβητήσει όλα όσα γνωρίζει η ανθρωπότητα.

Οι επιστήμονες εκπαιδεύονται σε συγκεκριμένες θεωρίες, συγκεκριμένες τεχνικές, συγκεκριμένα όργανα μέτρησης και συγκεκριμένα είδη προβλημάτων. Μαθαίνουν όχι μόνο τι θεωρείται γνωστό αλλά και τι θεωρείται ενδιαφέρον, τι αξίζει να μετρηθεί, ποια μέθοδος είναι κατάλληλη και ποια αποτελέσματα μπορούν να θεωρηθούν σημαντικά.

Η αποφασιστική μεταβολή στην πορεία του Kuhn φαίνεται ότι συνέβη το 1947, όταν, ενώ ακόμη εργαζόταν για το διδακτορικό του, χρειάστηκε να ασχοληθεί με την ιστορία της επιστήμης στο πλαίσιο μαθημάτων για φοιτητές ανθρωπιστικών σπουδών. Προσπαθώντας να κατανοήσει τις ρίζες της Newtonian mechanics, άρχισε να διαβάζει τη φυσική του Αριστοτέλη και αρχικά βρέθηκε μπροστά σε κάτι που του φαινόταν σχεδόν ακατανόητο. Πώς ήταν δυνατόν ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές της αρχαιότητας να έχει κάνει τόσο βασικά λάθη σχετικά με την κίνηση;

Στα μάτια ενός ανθρώπου εκπαιδευμένου στη νεότερη φυσική, αρκετές από τις Αριστοτελικές έννοιες φαίνονταν λανθασμένες όχι μόνο ως προς τα αποτελέσματα αλλά και ως προς τον τρόπο με τον οποίο διατυπώνονταν τα ίδια τα προβλήματα. Κάποια στιγμή όμως ο Kuhn συνειδητοποίησε ότι ίσως διάβαζε τον Αριστοτέλη χρησιμοποιώντας έννοιες που προέρχονταν από τον Newton και από μια επιστήμη που δημιουργήθηκε πολλούς αιώνες αργότερα.

Όταν προσπάθησε να τοποθετήσει τις έννοιες του Αριστοτέλη μέσα στο δικό τους θεωρητικό και ιστορικό πλαίσιο, άρχισαν να αποκτούν διαφορετική συνοχή. Αυτό δεν σήμαινε ότι η Αριστοτελική φυσική ήταν σωστή με τα σημερινά κριτήρια, αλλά αποκάλυπτε κάτι βαθύτερο, ένας παλαιότερος επιστήμονας ή φυσικός φιλόσοφος μπορεί να μην είναι απλώς ένας σύγχρονος επιστήμονας που «γνώριζε λιγότερα». Μπορεί να αντιλαμβανόταν διαφορετικά το ίδιο το αντικείμενο που μελετούσε, να χρησιμοποιούσε διαφορετικές κατηγορίες και να θεωρούσε σημαντικά διαφορετικά ερωτήματα.

Αυτή η εμπειρία αποτέλεσε ουσιαστικά την αρχή της μεταμόρφωσης του Kuhn από φυσικό σε ιστορικό και φιλόσοφο της επιστήμης. Μετά το Harvard, η ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία τον οδήγησε στο University of California, Berkeley, όπου από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 ανέπτυξε συστηματικότερα το ενδιαφέρον του για την ιστορία της επιστήμης και έγινε καθηγητής το 1961.

Ήδη από το 1957 είχε δημοσιεύσει το “The Copernican Revolution: Planetary Astronomy in the Development of Western Thought”, ένα έργο που έδειχνε τη μέθοδο που θα χαρακτήριζε και τη μετέπειτα σκέψη του. Η Copernican Revolution δεν παρουσιαζόταν απλώς ως η στιγμή κατά την οποία ένας λανθασμένος γεωκεντρικός υπολογισμός αντικαταστάθηκε από έναν καλύτερο. Εξεταζόταν ως μια βαθύτερη πολιτισμική και επιστημονική μεταβολή, η οποία επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβανόταν τη θέση του μέσα στο σύμπαν και άνοιξε δρόμο για μια εντελώς διαφορετική φυσική.

Το 1962 δημοσίευσε το έργο που θα τον έκανε παγκοσμίως γνωστό, “The Structure of Scientific Revolutions”. Το βιβλίο ήταν σχετικά σύντομο, αλλά η επίδρασή του αποδείχθηκε τεράστια. Αμφισβήτησε την εικόνα της επιστήμης ως μιας αποκλειστικά σωρευτικής διαδικασίας και υποστήριξε ότι σημαντικές περίοδοι στην ιστορία της χαρακτηρίζονται από μεταβολές τόσο βαθιές ώστε δεν αρκεί να πούμε ότι απλώς «προστέθηκε μια νέα γνώση».

Το 1964 ο Kuhn μετακινήθηκε στο πανεπιστήμιο του Princeton, όπου κατείχε την έδρα M. Taylor Pyne στην ιστορία της επιστήμης, και αργότερα, το 1979, συνέχισε την ακαδημαϊκή του πορεία στο τεχνολογικό ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (M.I.T.). Εκεί, από το 1982 έως το 1991, κατείχε την έδρα Laurance S. Rockefeller στη Φιλοσοφία, της οποίας υπήρξε μάλιστα ο πρώτος κάτοχος.

Στα επόμενα χρόνια συνέχισε να επεξεργάζεται, να διευκρινίζει και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αναθεωρεί έννοιες που είχαν προκαλέσει τεράστια συζήτηση. Το “The Essential Tension: Selected Studies in Scientific Tradition and Change” του 1977, συγκέντρωσε μελέτες του σχετικές με την επιστημονική παράδοση, την καινοτομία και την αλλαγή, ενώ το “Black-Body Theory and the Quantum Discontinuity, 1894–1912” το 1978, επέστρεψε στη λεπτομερή ιστορική μελέτη της φυσικής και ειδικότερα στη διαμόρφωση της κβαντικής θεωρίας.

Μετά τον θάνατό του δημοσιεύθηκε το “The Road Since Structure: Philosophical Essays, 1970–1993, with an Autobiographical Interview” το 2002, μια συλλογή κειμένων που παρακολουθεί την εξέλιξη της σκέψης του κατά τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του, ενώ πολύ αργότερα τα ύστερα και ανολοκλήρωτα κείμενά του σχετικά με την ασυμμετρία των επιστημονικών παραδειγμάτων συγκεντρώθηκαν στο “The Last Writings of Thomas S. Kuhn: Incommensurability in Science” το 2022.

Ο Kuhn πέθανε στις 17 Ιουνίου 1996 στο Cambridge της Massachusetts, έχοντας όμως ήδη προλάβει να δει μία από τις σημαντικότερες έννοιές του να εγκαταλείπει τα όρια της ιστορίας και της φιλοσοφίας της επιστήμης και να μετατρέπεται σε κομμάτι της καθημερινής γλώσσας.

Σήμερα χρησιμοποιούμε τόσο συχνά τη λέξη paradigm ώστε είναι εύκολο να χάσουμε το αρχικό βάρος της. Στη δημόσια γλώσσα μπορεί να σημαίνει απλώς έναν τρόπο σκέψης ή μια τάση που αλλάζει. Για τον Kuhn όμως ένα επιστημονικό paradigm ήταν κάτι πολύ περισσότερο. Ένας ώριμος επιστημονικός κλάδος δεν αποτελείται μόνο από ένα σύνολο θεωριών που οι ερευνητές θεωρούν αληθινές.

Περιλαμβάνει υποδειγματικές λύσεις προβλημάτων, αποδεκτές μεθόδους, συγκεκριμένα όργανα και τεχνικές, κοινές θεωρητικές δεσμεύσεις, αξίες και ένα σύνολο παραδειγμάτων μέσα από τα οποία οι νέοι επιστήμονες μαθαίνουν πώς πραγματοποιείται η έρευνα. Ο Kuhn αργότερα χρησιμοποίησε και τον όρο “μήτρα του επιστημονικού κλάδου” (disciplinary matrix), ακριβώς επειδή η έννοια του επιστημονικού παραδείγματος είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται με τόσο πολλές διαφορετικές σημασίες ώστε να δημιουργείται σύγχυση. Το ουσιαστικό πάντως παρέμενε το ίδιο, η επιστημονική κοινότητα χρειάζεται ένα κοινό πλαίσιο που καθορίζει όχι μόνο τις απαντήσεις που ήδη διαθέτει αλλά και τα είδη των ερωτήσεων που θεωρεί ότι μπορούν να απαντηθούν.

Πριν από την επικράτηση ενός τέτοιου κοινού πλαισίου, ένας επιστημονικός κλάδος μπορεί να διέρχεται από αυτό που ο Kuhn περιέγραψε ως «προ-παραδειγματική περίοδο» (pre-paradigm period), κατά την οποία δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί ένα κοινά αποδεκτό επιστημονικό παράδειγμα γύρω από το οποίο να οργανώνεται η έρευνα. Διαφορετικές σχολές σκέψης ανταγωνίζονται μεταξύ τους και δεν υπάρχει γενικευμένη συμφωνία ούτε για τις θεμελιώδεις θεωρίες ούτε πολλές φορές για τα ίδια τα κατάλληλα μέσα έρευνας.

Χρησιμοποίησε ως παράδειγμα την ιστορία της μελέτης του φωτός πριν από την επικράτηση μιας περισσότερο ενιαίας παράδοσης γύρω από το έργο του Newton. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, κάθε ερευνητής είναι αναγκασμένος να δικαιολογεί σε μεγάλο βαθμό από την αρχή τις θεωρητικές του προϋποθέσεις. Δεν υπάρχει ακόμη εκείνη η κοινή γλώσσα που επιτρέπει στους επιστήμονες να ξεκινούν από ένα σημείο συμφωνίας και να αφιερώνουν την ενέργειά τους σε εξαιρετικά εξειδικευμένα προβλήματα. Όταν όμως εμφανίζεται ένα επίτευγμα αρκετά ισχυρό ώστε να προσελκύσει μια σταθερή κοινότητα υποστηρικτών και ταυτόχρονα αρκετά ανοιχτό ώστε να αφήνει πολλά προβλήματα προς επίλυση, ο κλάδος μπορεί να οργανωθεί γύρω από ένα paradigm. Από εκεί αρχίζει αυτό που ο Kuhn ονόμασε “κανονική επιστήμη” (normal science).

Η normal science είναι ίσως μία από τις περισσότερο παρεξηγημένες έννοιες του έργου του, επειδή η έκφραση μπορεί εύκολα να δημιουργήσει την εντύπωση μιας άτολμης ή δογματικής επιστήμης. Στην πραγματικότητα ο Kuhn θεωρούσε ότι μέσα σε αυτή την κατάσταση πραγματοποιείται το μεγαλύτερο μέρος της γόνιμης επιστημονικής εργασίας. Οι επιστήμονες δεν ασχολούνται καθημερινά με το να ανατρέψουν τις θεμελιώδεις αρχές της ειδικότητάς τους. Αντίθετα, εργάζονται μέσα σε αυτές, προσπαθώντας να λύσουν προβλήματα που το ίδιο το paradigm έχει καταστήσει ορατά.

Η εικόνα που χρησιμοποιούσε ήταν εκείνη του puzzle-solving. Ένας φυσικός, ένας χημικός ή ένας αστρονόμος γνωρίζει το είδος του puzzle που έχει μπροστά του, γνωρίζει τις βασικές θεωρίες, διαθέτει συγκεκριμένα μαθηματικά εργαλεία και θεωρεί ότι κάπου μέσα σε αυτό το πλαίσιο υπάρχει μια λύση. Μπορεί να χρειαστούν χρόνια ερευνών, νέες τεχνικές και εξαιρετικά σύνθετοι υπολογισμοί, αλλά το βασικό πλαίσιο δεν αμφισβητείται κάθε φορά που εμφανίζεται μια δυσκολία.

Αυτό το χαρακτηριστικό δεν αποτελεί αδυναμία αλλά έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η επιστήμη μπορεί να φτάσει σε τόσο υψηλό επίπεδο εξειδίκευσης. Εάν κάθε αποτυχημένο πείραμα ανάγκαζε τους επιστήμονες να επανεξετάζουν από το μηδέν τη θεωρία της βαρύτητας, την ατομική θεωρία ή τις αρχές της θερμοδυναμικής, η συστηματική έρευνα θα ήταν σχεδόν αδύνατη.

Ένα paradigm περιορίζει το βλέμμα του ερευνητή, αλλά ακριβώς επειδή το περιορίζει τού επιτρέπει να παρατηρήσει λεπτομέρειες που θα ήταν αδύνατο να ερευνηθούν σε ένα εντελώς ανοιχτό πεδίο. Η επιστήμη αποκτά έτσι ένα είδος παραγωγικής συντηρητικότητας. Όταν ένα αποτέλεσμα δεν συμφωνεί με τη θεωρία, η πρώτη υπόθεση είναι συνήθως ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα στον υπολογισμό, στο πείραμα, στις αρχικές συνθήκες ή σε μια βοηθητική υπόθεση. Και τις περισσότερες φορές αυτό αποδεικνύεται σωστό.

Ο Kuhn χρησιμοποιούσε ιστορικά παραδείγματα ακριβώς για να δείξει γιατί δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται κάθε ασυμφωνία ως επανάσταση. Τον 18ο αιώνα υπήρχαν σοβαρές δυσκολίες στην προσπάθεια να εξαχθεί η παρατηρούμενη κίνηση της Σελήνης από τους νόμους της κίνησης και της βαρύτητας. Κάποιοι επιστήμονες άρχισαν να εξετάζουν ακόμη και το ενδεχόμενο τροποποίησης του νόμου του αντιστρόφου τετραγώνου, πράγμα που θα αποτελούσε πολύ βαθύτερη αλλαγή. Τελικά όμως ο Alexis Clairaut έδειξε ότι το πρόβλημα μπορούσε να λυθεί χωρίς να εγκαταλειφθεί το πλαίσιο αναφοράς του Νεύτωνα.

Η φαινομενικά σοβαρή απόκλιση αποδείχθηκε ένα δύσκολο puzzle και όχι η απαρχή νέας φυσικής. Το παράδειγμα αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για ολόκληρη τη σκέψη του Kuhn, αλλά και ιδιαίτερα χρήσιμο για οποιαδήποτε σοβαρή προσέγγιση της εναλλακτικής γνωσιολογίας. Μια ανωμαλία δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι μια θεωρία είναι λανθασμένη, ούτε μια ανεξήγητη παρατήρηση αποτελεί εξ ορισμού προάγγελο επιστημονικής επανάστασης. Το ερώτημα αρχίζει να γίνεται πραγματικά ενδιαφέρον όταν ένα puzzle επιμένει και αρνείται να ενσωματωθεί στο σύστημα που μέχρι τότε εξηγούσε σχεδόν τα πάντα.

Η κανονική επιστήμη (normal science), όπως την περιέγραψε ο Kuhn, δεν σταματά ποτέ να συναντά προβλήματα. Στην πραγματικότητα τα προβλήματα είναι ο ίδιος ο λόγος ύπαρξής της. Υπάρχει όμως διαφορά ανάμεσα σε ένα δύσκολο puzzle και σε μια ανωμαλία που σταδιακά αποκτά τέτοιο βάρος ώστε αρχίζει να δημιουργεί αμφιβολίες για το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναζητείται η λύση.

Στην αρχή, ένα απρόσμενο αποτέλεσμα μπορεί να αντιμετωπιστεί ως πειραματικό σφάλμα, ανεπαρκής μέτρηση ή λεπτομέρεια που απλώς δεν έχει ακόμη εξηγηθεί. Εάν όμως επαναλαμβάνεται, εάν περισσότεροι ερευνητές αποτυγχάνουν να το λύσουν και κυρίως εάν αγγίζει ένα κρίσιμο σημείο της υπάρχουσας θεωρίας, η στάση της κοινότητας μπορεί να αλλάξει. Αυτό που προηγουμένως ήταν ένα ακόμη πρόβλημα γίνεται κάτι διαφορετικό, μια ένδειξη ότι ίσως το paradigm δεν διαθέτει πλέον όλα τα εργαλεία που χρειάζονται για την αντιμετώπισή του.

Όταν μια τέτοια κατάσταση οξύνεται, ο Kuhn μιλά για κρίση. Η επιστημονική κοινότητα αρχίζει τότε να επανεξετάζει παραδοχές που προηγουμένως θεωρούσε δεδομένες. Εμφανίζονται διαφορετικές ερμηνείες της ίδιας θεωρίας, ορισμένοι ερευνητές δοκιμάζουν περισσότερο ανορθόδοξες προσεγγίσεις και το πεδίο αποκτά ξανά χαρακτηριστικά της pre-paradigm περιόδου, επειδή η συμφωνία γύρω από τα θεμέλια αρχίζει να χαλαρώνει.

Ο Kuhn περιέγραψε αυτή την περίοδο ως περίοδο έκτακτης επιστημονικής έρευνας (extraordinary science), κατά την οποία οι θεμελιώδεις παραδοχές του κυρίαρχου επιστημονικού παραδείγματος αρχίζουν πλέον να τίθενται υπό αμφισβήτηση. Είναι η στιγμή κατά την οποία μια επιστημονική κοινότητα μπορεί να αρχίσει να αναρωτιέται όχι μόνο πώς λύνεται ένα πρόβλημα, αλλά μήπως οι ίδιοι οι κανόνες με τους οποίους προσπαθούσε να το λύσει πρέπει να αλλάξουν.

Η ιστορία της χημείας του 18ου αιώνα αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Για μεγάλο χρονικό διάστημα η θεωρία του φλογιστού (phlogiston) προσέφερε ένα πλαίσιο ερμηνείας της καύσης. Σύμφωνα με αυτήν, τα εύφλεκτα υλικά θεωρούνταν ότι περιείχαν μια ιδιαίτερη ουσία ή αρχή, το φλογιστόν, η οποία απελευθερωνόταν κατά τη διαδικασία της καύσης.

Μέσα στο συγκεκριμένο θεωρητικό πλαίσιο μπορούσαν να ερμηνευθούν αρκετά από τα γνωστά τότε φαινόμενα, υπήρχαν όμως προβλήματα που γίνονταν σταδιακά όλο και δυσκολότερο να αγνοηθούν. Ορισμένα μέταλλα, για παράδειγμα, όταν θερμαίνονταν έντονα και μετατρέπονταν σε αυτό που οι χημικοί της εποχής ονόμαζαν «μεταλλική τέφρα» (calx), ουσιαστικά αυτό που σήμερα θα αναγνωρίζαμε ως οξείδιο του μετάλλου, αποκτούσαν μεγαλύτερη και όχι μικρότερη μάζα. Το γεγονός αυτό δημιουργούσε ένα σοβαρό πρόβλημα για την ιδέα ότι κατά τη διαδικασία είχε διαφύγει από το μέταλλο κάποια ουσία.

Η βελτίωση της ακρίβειας των ζυγίσεων και η ανάπτυξη της λεγόμενης «χημείας των αερίων» (pneumatic chemistry), με την εμφάνιση νέων μεθόδων και οργάνων για τη συλλογή και τη μελέτη τους, έκαναν αυτές τις αποκλίσεις πολύ σημαντικότερες από ό,τι ήταν σε μια εποχή λιγότερο ακριβών μετρήσεων. Ο Joseph Priestley απομόνωσε το 1774 το αέριο που αργότερα θα ονομαζόταν οξυγόνο, εξακολουθούσε όμως να ερμηνεύει την ανακάλυψή του μέσα από το θεωρητικό πλαίσιο του φλογιστού.

Ο Antoine Lavoisier, αντίθετα, προσέγγισε το πρόβλημα με διαφορετικό τρόπο και έδειξε ότι η καύση μπορούσε να κατανοηθεί ως διαδικασία κατά την οποία μια ουσία συνδυάζεται με το οξυγόνο. Δεν άλλαξε επομένως απλώς μία επιμέρους λεπτομέρεια της υπάρχουσας θεωρίας, μεταβλήθηκαν η θεωρητική γλώσσα της χημείας, η σημασία που αποδιδόταν στην ακριβή μέτρηση της μάζας, ο τρόπος ταξινόμησης των ουσιών και, τελικά, το ίδιο το θεωρητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι χημικοί αντιλαμβάνονταν την καύση.

Παρόμοια λογική μπορεί να αναγνωριστεί και στην Κοπερνίκεια επανάσταση. Το Πτολεμαϊκό σύστημα δεν ήταν ένα απλοϊκό μοντέλο που κατέρρευσε επειδή κάποιος παρατήρησε ξαφνικά ότι η Γη κινείται γύρω από τον Ήλιο. Ήταν ένα εξαιρετικά ανεπτυγμένο μαθηματικό σύστημα, το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την πρόβλεψη των θέσεων και των κινήσεων των ουράνιων σωμάτων και είχε εξελιχθεί και βελτιωθεί επί πολλούς αιώνες. Ο Copernicus πρότεινε μια διαφορετική οργάνωση των ουράνιων κινήσεων, τοποθετώντας τη Γη ανάμεσα στους πλανήτες που κινούνται γύρω από τον Ήλιο, αλλά η μεγάλη επιστημονική μεταμόρφωση που ακολούθησε δεν πραγματοποιήθηκε ούτε μέσα σε μία στιγμή ούτε χάρη στο έργο ενός μόνο ανθρώπου.

Οι Kepler και Galileo και, αργότερα, ο Newton συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας νέας εικόνας της φύσης, μέσα στην οποία μεταβλήθηκαν όχι μόνο η αστρονομία αλλά και η φυσική της κίνησης και, τελικά, ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο γινόταν αντιληπτή η δομή του σύμπαντος. Με τη θεωρία της παγκόσμιας έλξης, ο Newton πέτυχε μια ακόμη εντυπωσιακή ενοποίηση, δείχνοντας ότι η πτώση ενός σώματος στη Γη και η κίνηση των ουράνιων σωμάτων μπορούσαν να περιγραφούν από τους ίδιους γενικούς φυσικούς νόμους.

Αιώνες αργότερα, όταν η θεωρία της σχετικότητας του Einstein αναδιαμόρφωσε ριζικά τις έννοιες του χώρου, του χρόνου και της βαρύτητας, η Νευτώνεια μηχανική δεν μετατράπηκε ξαφνικά σε μια «λανθασμένη» φυσική που έπρεπε να εγκαταλειφθεί. Παρέμεινε εξαιρετικά ακριβής και χρήσιμη μέσα σε ένα τεράστιο φάσμα φυσικών συνθηκών, εκείνο που άλλαξε ήταν η κατανόηση των ορίων της. Η Νευτώνεια μηχανική μπορούσε πλέον να θεωρηθεί μια εξαιρετικά επιτυχημένη προσέγγιση της φυσικής πραγματικότητας υπό συγκεκριμένες συνθήκες και όχι η οριστική περιγραφή της δομής του χώρου, του χρόνου και της βαρύτητας.

Αυτό ακριβώς εννοούσε ο Kuhn όταν μιλούσε για επιστημονικές επαναστάσεις (Scientific Revolutions). Το νέο paradigm δεν αποτελεί απλώς την προσθήκη ενός ακόμη γεγονότος στο παλιό. Αλλάζει το σύνολο των προβλημάτων που θεωρούνται σημαντικά, τη γλώσσα με την οποία διατυπώνονται, τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται και πολλές φορές ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύονται παρατηρήσεις που ήταν ήδη γνωστές.

Για να αποδώσει αυτή τη μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο οι επιστήμονες αντιλαμβάνονται και ερμηνεύουν τα ίδια φαινόμενα, ο Kuhn χρησιμοποίησε αναλογίες από τη μορφολογική ψυχολογία (Gestalt psychology), όπως τη γνωστή αμφίσημη εικόνα που μπορεί να γίνει αντιληπτή είτε ως πάπια είτε ως λαγός. Το ίδιο το σχέδιο παραμένει αμετάβλητο, αλλά εκείνο που αναγνωρίζει μέσα σε αυτό ο παρατηρητής μπορεί να αλλάξει απότομα, εκεί όπου πριν έβλεπε μια πάπια, τώρα βλέπει έναν λαγό.

Με αυτή την αναλογία ο Kuhn δεν υποστήριζε ότι η φυσική πραγματικότητα αποτελεί μια αυθαίρετη ψυχολογική κατασκευή ή ότι ο επιστήμονας μπορεί να βλέπει σε αυτήν οτιδήποτε επιθυμεί. Υπογράμμιζε, όμως, ότι η επιστημονική παρατήρηση δεν είναι εντελώς ανεξάρτητη από το θεωρητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πραγματοποιείται. Οι έννοιες, οι θεωρίες, οι κατηγορίες και οι μέθοδοι στις οποίες έχει εκπαιδευτεί ένας επιστήμονας επηρεάζουν όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύει όσα παρατηρεί, αλλά σε έναν βαθμό και το ποια χαρακτηριστικά ενός φαινομένου αναγνωρίζει ως σημαντικά. Μια αλλαγή επιστημονικού παραδείγματος μπορεί, επομένως, να κάνει ήδη γνωστά δεδομένα να αποκτήσουν διαφορετική σημασία, χωρίς να έχει αλλάξει το ίδιο το φυσικό φαινόμενο που βρίσκεται απέναντι στον παρατηρητή.

Από εδώ προέκυψε και η περίφημη έννοια της ασυμμετρίας (incommensurability), μία από τις περισσότερο αμφιλεγόμενες ιδέες του Kuhn. Δύο διαδοχικά επιστημονικά παραδείγματα (paradigms) ενδέχεται να μην μπορούν να συγκριθούν με έναν απολύτως ουδέτερο τρόπο, επειδή ορισμένες βασικές έννοιές τους έχουν διαφορετική σημασία και οργανώνουν διαφορετικά τον κόσμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε θεωρία είναι εξίσου καλή με οποιαδήποτε άλλη, αλλά ότι η μετάβαση από το ένα επιστημονικό πλαίσιο στο άλλο δεν είναι πάντοτε μια απλή διαδικασία κατά την οποία βάζουμε δύο θεωρίες δίπλα δίπλα και μετράμε ποια διαθέτει περισσότερα «σωστά γεγονότα».

Εδώ ακριβώς εμφανίστηκαν οι κατηγορίες περί σχετικισμού (relativism). Εάν διαφορετικές επιστημονικές κοινότητες λειτουργούν μέσα σε διαφορετικά επιστημονικά παραδείγματα, αναρωτήθηκαν οι επικριτές του Kuhn, τότε με ποιο αντικειμενικό κριτήριο αποφασίζουμε ότι το νεότερο είναι καλύτερο; Ο ίδιος αντιστάθηκε στην ακραία σχετικιστική ερμηνεία. Επισήμαινε ότι οι επιστήμονες χρησιμοποιούν αξίες όπως η ακρίβεια (accuracy), η συνέπεια (consistency), το εύρος εφαρμογής (scope), η απλότητα (simplicity) και η γονιμότητα (fruitfulness), χωρίς όμως αυτές να λειτουργούν σαν ένας μαθηματικός αλγόριθμος που υποχρεώνει κάθε επιστήμονα να κάνει την ίδια επιλογή την ίδια στιγμή. Το γεγονός ότι υπάρχει κρίση δεν εξαφανίζει τη λογική, δείχνει όμως ότι η πραγματική επιστημονική αλλαγή είναι ιστορικά και κοινωνικά πιο πολύπλοκη από την εικόνα μιας θεωρίας που καταρρίπτεται μηχανικά μόλις εμφανιστεί ένα αντίθετο αποτέλεσμα.

Εδώ βρίσκεται ίσως το σημείο στο οποίο ο Thomas Kuhn αποκτά τη μεγαλύτερη σημασία για έναν χώρο όπως η εναλλακτική γνωσιολογία. Σε περιοχές όπως η παραψυχολογία, η οριακή επιστήμη, οι έρευνες γύρω από UFO/UAP, αλλά και γενικότερα σε οποιοδήποτε πεδίο ασχολείται με ανεξήγητες ή αμφισβητούμενες παρατηρήσεις, η έννοια της ανωμαλίας (anomaly) εμφανίζεται διαρκώς.

Ένα αποτέλεσμα δεν συμφωνεί με τη θεωρία, μια παρατήρηση δεν διαθέτει ικανοποιητική εξήγηση ή ένα πείραμα φαίνεται να παράγει κάτι που δεν θα έπρεπε να συμβαίνει. Είναι εξαιρετικά δελεαστικό να διαβάσει κανείς τον Kuhn απλουστευτικά, η επιστήμη διαθέτει ένα επιστημονικό παράδειγμα (paradigm), το παράδειγμα απορρίπτει ό,τι δεν μπορεί να εξηγήσει, κάποιοι περιθωριακοί ερευνητές επιμένουν και τελικά δικαιώνονται όταν έρθει η επιστημονική επανάσταση. Με μια τέτοια ανάγνωση, σχεδόν κάθε ανορθόδοξη θεωρία μπορεί να παρουσιάσει τον δημιουργό της ως έναν αυριανό Copernicus, Lavoisier ή Einstein που απλώς δεν έχει ακόμη αναγνωριστεί.

Μόνο που ο Kuhn δεν προσφέρει ένα τόσο εύκολο άλλοθι. Το γεγονός ότι η κανονική επιστήμη (normal science) εμφανίζεται ανθεκτική απέναντι στις ανωμαλίες δεν σημαίνει ότι κάθε ανωμαλία αποτελεί μια καταπιεσμένη αλήθεια. Πειραματικά σφάλματα, στατιστικές διακυμάνσεις, λανθασμένοι υπολογισμοί, ανεπαρκής έλεγχος μεταβλητών, λανθασμένη βαθμονόμηση (calibration), μικρά δείγματα και αποτελέσματα που δεν μπορούν να επαναληφθούν εμφανίζονται συνεχώς.

Εάν μια μεγάλη θεωρία εγκαταλειπόταν κάθε φορά που ένα εργαστήριο κατέγραφε κάτι παράξενο, δεν θα μπορούσε να υπάρξει σταθερή επιστημονική γνώση. Το παράδειγμα της κίνησης της Σελήνης είναι χαρακτηριστικό, επειδή δείχνει ότι κάτι που αρχικά μοιάζει απειλητικό για ένα επιστημονικό παράδειγμα μπορεί τελικά να εξηγηθεί μέσα σε αυτό. Η ιστορία των επιστημονικών επαναστάσεων μάς διδάσκει επομένως δύο πράγματα ταυτόχρονα, ότι η επιστήμη μπορεί πράγματι να χρειαστεί κάποτε να αλλάξει βαθιά, αλλά και ότι δεν πρέπει να συγχέουμε κάθε ανεξήγητο αποτέλεσμα με τη γέννηση μιας νέας επιστήμης.

Το δύσκολο είναι ότι, τη στιγμή που εμφανίζεται μια ανωμαλία, κανείς δεν γνωρίζει ακόμη σε ποια από τις δύο κατηγορίες ανήκει. Εκ των υστέρων είναι εύκολο να αφηγηθούμε την ιστορία της κβαντικής μηχανικής (quantum mechanics) και να ξεχωρίσουμε ποια προβλήματα της κλασικής φυσικής (classical physics) αποδείχθηκαν καθοριστικά.

Για τους φυσικούς των τελών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, όμως, κανένα ανεξήγητο αποτέλεσμα δεν έφερε την ένδειξη «μελλοντική επιστημονική επανάσταση». Η ακτινοβολία μέλανος σώματος (black-body radiation), το φωτοηλεκτρικό φαινόμενο (photoelectric effect), η σταθερότητα του ατόμου και άλλες δυσκολίες συνυπήρχαν με πλήθος προβλημάτων που τελικά λύθηκαν χωρίς να απαιτήσουν ανάλογη ανατροπή. Η ιστορική απόσταση μάς κάνει να βλέπουμε τις επιστημονικές επαναστάσεις ως γραμμικές και σχεδόν αναπόφευκτες, ενώ για όσους τις έζησαν το τοπίο ήταν γεμάτο αβεβαιότητα.

Γι’ αυτό, όταν εξετάζουμε μια ανωμαλία, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι απλώς εάν «η επιστήμη δεν έχει εξήγηση». Πρέπει να εξετάσουμε πόσο καλά τεκμηριώνεται το φαινόμενο, εάν μπορεί να επαναληφθεί, εάν ανεξάρτητες ερευνητικές ομάδες παρατηρούν το ίδιο αποτέλεσμα, εάν έχουν αποκλειστεί απλούστερες εξηγήσεις και εάν η ανωμαλία αφορά κάποιο κεντρικό σημείο της θεωρίας ή μια περιοχή όπου εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλα περιθώρια αβεβαιότητας. Επιπλέον, ένα νέο επιστημονικό παράδειγμα δεν γίνεται ισχυρό επειδή εξηγεί απλώς μία εξαίρεση.

Πρέπει να διατηρεί σημαντικό μέρος των επιτυχιών της προηγούμενης θεωρίας και ταυτόχρονα να εξηγεί φαινόμενα που εκείνη δεν μπορούσε. Ο Einstein δεν εκτόπισε τον Newton επειδή η θεωρία της σχετικότητας (relativity) ήταν πιο παράξενη, αλλά επειδή μπορούσε να αντιμετωπίσει προβλήματα στα οποία η Νευτώνεια φυσική (Newtonian physics) συναντούσε όρια, διατηρώντας παράλληλα τη Νευτώνεια περιγραφή ως εξαιρετικά επιτυχημένη προσέγγιση για πολλές συνηθισμένες συνθήκες.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται η λεπτή ισορροπία που κάνει τον Kuhn τόσο γόνιμο για έναν ερευνητή που ενδιαφέρεται για τα όρια της γνώσης. Από τη μία πλευρά, μας υπενθυμίζει ότι οι επιστημονικές κοινότητες αποτελούνται από ανθρώπους, οι οποίοι εκπαιδεύονται μέσα σε συγκεκριμένα θεωρητικά πλαίσια που επηρεάζουν το τι θεωρούν σημαντικό και πώς ερμηνεύουν όσα παρατηρούν.

Ο Kuhn επισήμανε μάλιστα ότι οι επιστημονικές επαναστάσεις συνδέονται αρκετές φορές με σχετικά νέους ή νεοεισερχόμενους ερευνητές, οι οποίοι δεν είναι τόσο βαθιά δεσμευμένοι στις συνήθειες του παλαιού επιστημονικού παραδείγματος. Από την άλλη πλευρά, αυτό δεν πρέπει να μετατρέπεται στη γελοιογραφία ενός «επιστημονικού κατεστημένου» που καταστέλλει κάθε καινοτομία.

Η αντίσταση μιας επιστημονικής κοινότητας μπορεί να έχει κοινωνικές, ψυχολογικές ή θεσμικές διαστάσεις, αλλά μπορεί επίσης να λειτουργεί ως απαραίτητος μηχανισμός ελέγχου. Μια νέα θεωρία οφείλει να επιβιώσει από ισχυρή κριτική. Εάν καταρρέει μόλις τεθούν δύσκολα ερωτήματα, τότε πιθανότατα δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια αλλαγή επιστημονικού παραδείγματος (paradigm shift), αλλά σε μια ανεπαρκή πρόταση.

Αυτό εξηγεί επίσης γιατί ο Kuhn βρέθηκε στο κέντρο μιας από τις σημαντικότερες φιλοσοφικές συζητήσεις του 20ού αιώνα γύρω από τη φύση της επιστήμης. Ο Karl Popper είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία στη διαψευσιμότητα (falsifiability) και στην προσπάθεια διάψευσης των επιστημονικών θεωριών. Η ιστορική προσέγγιση του Kuhn έδειχνε, όμως, ότι οι επιστήμονες συνήθως δεν εγκαταλείπουν μια θεωρία μόλις εμφανιστεί ένα αποτέλεσμα που φαίνεται να την αντικρούει, εάν λειτουργούσαν έτσι, πολλές θεωρίες που αργότερα αποδείχθηκαν εξαιρετικά επιτυχημένες θα είχαν απορριφθεί πρόωρα.

Ο Imre Lakatos προσπάθησε αργότερα να διαμορφώσει μια ενδιάμεση προσέγγιση μέσω της έννοιας των ερευνητικών προγραμμάτων (research programmes), ενώ ο Paul Feyerabend οδηγήθηκε σε περισσότερο ριζοσπαστικές θέσεις για τη μεθοδολογία της επιστήμης. Μέσα από αυτές τις αντιπαραθέσεις αναδεικνύεται κάτι ίσως σημαντικότερο από οποιαδήποτε μεμονωμένη θέση του Kuhn, η επιστήμη δεν αποτελεί μόνο ένα σύνολο αποτελεσμάτων, αλλά και μια ιστορική διαδικασία μέσα στην οποία άνθρωποι, κοινότητες, μέθοδοι, όργανα, θεωρίες και δεδομένα αλληλεπιδρούν με τρόπους πολύ πιο σύνθετους από όσο υπονοεί η απλή εικόνα μιας συνεχούς συσσώρευσης γνώσης.

Υπάρχει μια παράξενη ειρωνεία στην κληρονομιά του Thomas Kuhn. Ένας άνθρωπος που προσπάθησε να δείξει πόσο σύνθετη είναι η επιστημονική αλλαγή κατέληξε να χαρίσει στη δημόσια γλώσσα έναν από τους περισσότερο απλουστευμένους όρους της. Σήμερα σχεδόν κάθε μεγάλη τεχνολογική αλλαγή, νέα επιχειρηματική ιδέα ή διαφορετική κοινωνική τάση μπορεί να παρουσιαστεί ως «paradigm shift». Στη σκέψη του Kuhn όμως μια πραγματική επιστημονική επανάσταση ήταν κάτι πολύ βαθύτερο. Ήταν η στιγμή κατά την οποία ένα ώριμο επιστημονικό πεδίο δεν αλλάζει απλώς μία απάντηση αλλά αναδιοργανώνει το ίδιο το σύστημα των ερωτήσεων και των εννοιών με τις οποίες αντιλαμβάνεται τον κόσμο.

Ίσως όμως η σημαντικότερη προσφορά του Kuhn να βρίσκεται ακόμη πιο βαθιά. Μας ανάγκασε να κοιτάξουμε την επιστήμη όχι μόνο ως ένα τελικό σώμα γνώσης, αλλά και ως μια ιστορική δραστηριότητα. Τα επιστημονικά βιβλία που διαβάζουμε σήμερα έχουν γραφτεί αφού οι μεγάλες αντιπαραθέσεις έχουν πλέον τελειώσει. Γνωρίζουμε ότι επικράτησε ο Κοπέρνικος και όχι ο Πτολεμαίος , ότι η θεωρία του οξυγόνου (oxygen theory) αντικατέστησε εκείνη του φλογιστού (phlogiston) και ότι η θεωρία της σχετικότητας (relativity) και η κβαντική μηχανική (quantum mechanics) μεταμόρφωσαν τη φυσική.

Γνωρίζοντας το τέλος της ιστορίας, είναι πολύ εύκολο να φανταστούμε ότι οι σωστές θεωρίες ήταν πάντοτε προφανείς και ότι μόνο η άγνοια ή η προκατάληψη εμπόδιζαν την άμεση αποδοχή τους. Για τους ανθρώπους όμως που έζησαν μέσα σε εκείνες τις περιόδους, η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Ο Priestley δεν πραγματοποιούσε τα πειράματά του γνωρίζοντας ότι βρισκόταν μέσα σε μια «χημική επανάσταση». Οι φυσικοί γύρω στο 1900 δεν γνώριζαν ποια από τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν θα λύνονταν με μικρές διορθώσεις και ποια θα οδηγούσαν στην κβαντική θεωρία. Η ιστορία είναι καθαρή μόνο επειδή έχει ήδη συμβεί.

Και ίσως σε αυτό το σημείο ο Thomas Kuhn να συναντά με τον πιο ενδιαφέροντα τρόπο την ουσία της εναλλακτικής γνωσιολογίας. Η σοβαρή εναλλακτική έρευνα δεν χρειάζεται να θεωρεί την επιστήμη εχθρό της, ούτε να υποστηρίζει ότι κάθε ανεξήγητο φαινόμενο αποτελεί απόδειξη ότι ολόκληρη η υπάρχουσα γνώση είναι λανθασμένη. Μπορεί όμως να κρατά ανοιχτό το σημαντικότερο ερώτημα, πώς ξεχωρίζουμε εκείνο που δεν εξηγείται ακόμη από εκείνο που δεν μπορεί να εξηγηθεί μέσα στο υπάρχον πλαίσιο; Η διαφορά είναι τεράστια, αλλά συχνά γίνεται ορατή μόνο ύστερα από χρόνια ή δεκαετίες έρευνας.

Ανάμεσα στην άκριτη αποδοχή κάθε ανωμαλίας και στην εξίσου άκριτη απόρριψη κάθε τι που δεν ταιριάζει στις υπάρχουσες θεωρίες βρίσκεται ίσως το πιο γόνιμο πεδίο έρευνας. Εκεί βρίσκεται ο επιστήμονας που βλέπει ένα παράξενο αποτέλεσμα και πρώτα ελέγχει ξανά το όργανό του. Εκεί βρίσκεται ο ερευνητής που αρνείται να μετατρέψει μια ανεξήγητη παρατήρηση σε απόδειξη μιας εντυπωσιακής θεωρίας. Εκεί βρίσκεται όμως και η δυνατότητα μια συγκεκριμένη εξαίρεση να αρνηθεί τελικά να εξαφανιστεί, να επαναληφθεί, να επιβεβαιωθεί, να προκαλέσει νέες μετρήσεις και κάποια στιγμή να γίνει αρκετά σημαντική ώστε ένα ολόκληρο πεδίο να αρχίσει να επανεξετάζει αυτά που μέχρι τότε θεωρούσε αυτονόητα.

Ίσως λοιπόν η πιο γοητευτική πλευρά των επιστημονικών επαναστάσεων να μην είναι η στιγμή κατά την οποία όλοι αναγνωρίζουν ότι συνέβη μια επανάσταση. Είναι η προηγούμενη στιγμή, όταν ακόμη κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα τι ακριβώς βλέπει.

Εκ των υστέρων, οι μεγάλες μεταβολές της επιστήμης φαίνονται συχνά σχεδόν αναπόφευκτες.

Πριν γίνουν ιστορία, όμως, μια πραγματική επιστημονική επανάσταση μπορεί να μοιάζει απλώς με ένα πρόβλημα που αρνείται πεισματικά να λυθεί.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…