The Moscow Signal: Τα μυστηριώδη μικροκύματα που επί δεκαετίες κατευθυνόταν προς την Αμερικανική πρεσβεία στη Μόσχα. Κατασκοπεία, πείραμα ή κάτι περισσότερο;

The Moscow Signal: Τα μυστηριώδη μικροκύματα που επί δεκαετίες κατευθυνόταν προς την Αμερικανική πρεσβεία στη Μόσχα. Κατασκοπεία, πείραμα ή κάτι περισσότερο;
Το Moscow Signal είναι από εκείνα τα κεφάλαια της ιστορίας του ψυχρού πολέμου που, παρόλο που αρχικά θυμίζουν τις αντίστοιχες θεωρίες συνωμοσίας, όταν εξεταστούν μέσα από τα αποχαρακτηρισμένα αρχεία αποδεικνύονται πολύ πιο παράξενα από όσο θα περίμενε κανείς. Δεν πρόκειται για έναν θρύλο που δημιουργήθηκε δεκαετίες αργότερα ούτε για μια ιστορία που στηρίζεται αποκλειστικά στις αναμνήσεις πρώην πρακτόρων. Για περισσότερα από είκοσι χρόνια, ηλεκτρομαγνητική ενέργεια στην περιοχή των μικροκυμάτων κατευθυνόταν προς την πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μόσχα. Οι Αμερικανοί το γνώριζαν. Οι Σοβιετικοί γνώριζαν ότι οι Αμερικανοί το γνώριζαν. Και για μεγάλο μέρος αυτής της περιόδου, πολλοί από τους ανθρώπους που εργάζονταν καθημερινά μέσα στο ίδιο το κτίριο δεν γνώριζαν σχεδόν τίποτε.
Η ιστορία ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του 1950, όταν η αντιπαράθεση ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις είχε ήδη μεταφερθεί σε ένα πεδίο πολύ ευρύτερο από εκείνο των συμβατικών όπλων. Η Ουάσιγκτον και η Μόσχα κατασκεύαζαν πυρηνικά οπλοστάσια, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούσαν να μάθουν όσα περισσότερα μπορούσαν η μία για την άλλη. Ραδιοεπικοινωνίες, ραντάρ, κρυπτογραφία, υποκλοπές, κρυφά μικρόφωνα και ηλεκτρονική συλλογή πληροφοριών είχαν μετατρέψει το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα σε ένα ακόμη αόρατο πεδίο μάχης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι τεχνικοί της Αμερικανικής πρεσβείας στη Μόσχα εντόπισαν ένα ασυνήθιστο σήμα. Τα αποχαρακτηρισμένα Αμερικανικά έγγραφα τοποθετούν την Αμερικανική γνώση του φαινομένου ήδη στο 1953. Το σήμα αποδείχθηκε συνεχής εκπομπή μικροκυμάτων κατευθυνόμενη προς το κτίριο.
Αυτό είναι το πρώτο σημείο όπου η πραγματική ιστορία του Moscow Signal γίνεται πιο ενδιαφέρουσα από τη μυθολογία που αργότερα το περιέβαλε. Δεν υπήρχε κάποια στιγμιαία επίθεση. Δεν επρόκειτο για έναν μυστηριώδη παλμό που εμφανίστηκε ένα βράδυ και εξαφανίστηκε. Η ακτινοβόληση συνεχίστηκε, με μεταβολές στην ένταση, στις πηγές και στα χαρακτηριστικά της, επί χρόνια. Μεταγενέστερες επιστημονικές ανασκοπήσεις τοποθετούν την περίοδο έκθεσης από το 1953 έως το 1979. Το ίδιο το γεγονός δημιουργούσε ένα δύσκολο ερώτημα, γιατί οι Σοβιετικοί θα διατηρούσαν για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα μια ηλεκτρομαγνητική εκπομπή στραμμένη προς την Αμερικανική πρεσβεία;
Οι πρώτες πιθανές απαντήσεις ήταν περισσότερο τεχνικές παρά εξωτικές. Οι Αμερικανοί χρησιμοποιούσαν την πρεσβεία και ως πλατφόρμα συλλογής ηλεκτρονικών πληροφοριών, επομένως μία εύλογη υπόθεση ήταν ότι οι Σοβιετικοί επιχειρούσαν να παρεμβάλουν ή να δυσκολέψουν αυτές τις δραστηριότητες. Μια δεύτερη εκδοχή ήταν ότι η ακτινοβολία αποτελούσε μέρος κάποιου συστήματος υποκλοπών. Η Σοβιετική αντικατασκοπεία είχε ήδη αποδείξει ότι μπορούσε να κατασκευάσει εξαιρετικά ευρηματικές συσκευές παρακολούθησης. Το διασημότερο παράδειγμα είχε εμφανιστεί πριν ακόμη από το Moscow Signal. Το 1945, μια ξύλινη αναπαράσταση της Μεγάλης Σφραγίδας των Ηνωμένων Πολιτειών προσφέρθηκε ως δώρο στον Αμερικανό πρέσβη στη Μόσχα. Στο εσωτερικό της κρυβόταν η συσκευή που έμεινε γνωστή ως «The Thing», συνδεδεμένη με το έργο του Léon Theremin. Δεν χρειαζόταν συμβατική εσωτερική τροφοδοσία όπως ένα συνηθισμένο ενεργό μικρόφωνο, αλλά μπορούσε να ενεργοποιηθεί μέσω εξωτερικού ραδιοσήματος, επιτρέποντας στους Σοβιετικούς να ακούν συνομιλίες από το γραφείο του πρέσβη για χρόνια πριν αποκαλυφθεί.
Η ύπαρξη μιας τέτοιας τεχνολογίας δεν αποδεικνύει ότι το Moscow Signal εξυπηρετούσε τον ίδιο σκοπό. Δείχνει όμως γιατί η θεωρία της ηλεκτρονικής κατασκοπείας αποτελεί μια σοβαρή ιστορική πιθανότητα και όχι μεταγενέστερη εικασία. Αποχαρακτηρισμένα Αμερικανικά έγγραφα αναφέρουν μεταξύ των πιθανών εξηγήσεων την ενεργοποίηση κρυμμένων συσκευών υποκλοπής, ενώ μια άλλη εκδοχή αφορούσε την παρεμβολή στις Αμερικανικές δραστηριότητες ηλεκτρονικών πληροφοριών. Σε ένα περιβάλλον όπου κάθε πλευρά παρακολουθούσε την άλλη, το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο γύρω από μια πρεσβεία μπορούσε να αποτελεί ταυτόχρονα εργαλείο συλλογής πληροφοριών και πεδίο αντικατασκοπείας.
Για χρόνια το θέμα παρέμενε βαθιά μέσα στον κόσμο των υπηρεσιών ασφαλείας. Ακόμη και όταν έφτασε στο ανώτερο διπλωματικό επίπεδο, αντιμετωπίστηκε με χαρακτηριστική προσοχή. Τον Ιούνιο του 1967, κατά τη σύνοδο κορυφής του Lyndon Johnson με τον Σοβιετικό πρωθυπουργό Alexei Kosygin, ο υπουργός Εξωτερικών Dean Rusk έθεσε το ζήτημα στον Andrei Gromyko. Ο Rusk δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ανησυχούσαν για ηλεκτρομαγνητικό σήμα που κατευθυνόταν προς το κτίριο της πρεσβείας και ζήτησε να διερευνηθεί και να σταματήσει. Η Σοβιετική πλευρά δεν προσέφερε εξήγηση, ενώ ο Anatoly Dobrynin αντέτεινε ότι και οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποιούσαν αντίστοιχες δραστηριότητες εναντίον Σοβιετικών εγκαταστάσεων στην Αμερική.
Η ανταλλαγή αυτή είναι αποκαλυπτική. Το Moscow Signal δεν αντιμετωπιζόταν αρχικά ως πράξη πολέμου με τη συμβατική έννοια, αλλά ως μέρος μιας γκρίζας περιοχής όπου κατασκοπεία, τεχνολογία και διπλωματική παρενόχληση μπορούσαν να συνυπάρχουν. Το 1972, όταν πληροφορίες για το σήμα διέρρευσαν λίγο πριν από την επίσκεψη του Richard Nixon στη Μόσχα, το State Department προετοίμασε οδηγίες για πιθανές ερωτήσεις δημοσιογράφων. Στο εσωτερικό έγγραφο το φαινόμενο χαρακτηριζόταν μορφή παρενόχλησης, ενώ ταυτόχρονα αναφερόταν ότι δεν συνδεόταν με γνωστό κίνδυνο για την υγεία. Υπήρχε όμως ήδη ένα πρόγραμμα που έδειχνε ότι η Αμερικανική κυβέρνηση δεν ήταν διατεθειμένη να θεωρήσει το βιολογικό ερώτημα λήξαν, το Project PANDORA.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η κατάσταση έγινε περισσότερο ανησυχητική. Τον Ιανουάριο του 1976 οι Αμερικανοί ενημέρωναν τον Gromyko ότι είχαν εντοπίσει δύο δέσμες μικροκυματικής ενέργειας άνω του ενός gigahertz, προερχόμενες από διαφορετικές κατευθύνσεις και ενεργές για χρονικά διαστήματα που πλησίαζαν τις δεκαοκτώ ώρες ημερησίως. Μετρήσεις μέσα σε γραφεία και ορισμένα διαμερίσματα της πρεσβείας κυμαίνονταν περίπου από 1 έως 15 microwatts ανά τετραγωνικό εκατοστό. Η μακροχρόνια έκθεση και η αβεβαιότητα γύρω από τη βιολογική της σημασία μετέτρεπαν πλέον ένα πρόβλημα αντικατασκοπείας σε κάτι διαφορετικό. Το ερώτημα δεν ήταν μόνο τι προσπαθούσαν να ακούσουν ή να παρεμποδίσουν οι Σοβιετικοί, αλλά και τι μπορούσαν ενδεχομένως να προκαλέσουν τα μικροκύματα στον άνθρωπο.
Το πρόβλημα για τις Aμερικανικές υπηρεσίες δεν ήταν μόνο ότι δεν γνώριζαν τι ακριβώς έκαναν οι Σοβιετικοί. Δεν γνώριζαν με βεβαιότητα ούτε τι θα μπορούσαν θεωρητικά να κάνουν. Στον ψυχρό πόλεμο αυτή η διαφορά είχε τεράστια σημασία. Οι υπηρεσίες πληροφοριών δεν μπορούσαν να περιμένουν μέχρι να αποδειχθεί ότι μια νέα τεχνολογία είχε στρατιωτική χρησιμότητα. Έπρεπε να εξετάσουν ακόμη και δυνατότητες που παρέμεναν επιστημονικά αβέβαιες, επειδή το ενδεχόμενο ο αντίπαλος να είχε ανακαλύψει πρώτος κάτι πραγματικά νέο αποτελούσε από μόνο του στρατηγικό κίνδυνο. Από αυτή την αβεβαιότητα γεννήθηκε το Project PANDORA.
Το πρόγραμμα οργανώθηκε κατά τη δεκαετία του 1960 με τη συμμετοχή στρατιωτικών και υπηρεσιών εθνικής ασφαλείας και είχε ως βασικό στόχο να διερευνήσει πιθανές βιολογικές και συμπεριφορικές επιδράσεις ηλεκτρομαγνητικών σημάτων παρόμοιων με εκείνα που είχαν καταγραφεί στη Μόσχα. Το ενδιαφέρον δεν προέκυψε επειδή οι Αμερικανοί γνώριζαν ότι οι Σοβιετικοί διέθεταν κάποιο «όπλο ελέγχου του νου», αλλά ακριβώς επειδή δεν μπορούσαν να αποκλείσουν την πιθανότητα. Το 1965 ο Samuel Koslov της Advanced Research Projects Agency, της μετέπειτα DARPA, εξέταζε ακόμη και το ενδεχόμενο το Moscow Signal να αποσκοπούσε στη δημιουργία μιας χαμηλού επιπέδου νευροφυσιολογικής κατάστασης στο προσωπικό της πρεσβείας. Ο ίδιος αναγνώριζε ότι τα χαρακτηριστικά του σήματος δεν καθιστούσαν αυτή την υπόθεση ιδιαίτερα πιθανή, θεωρούσε όμως ότι άξιζε να διερευνηθεί.
Το PANDORA συγκέντρωσε ερευνητές από διαφορετικούς επιστημονικούς και στρατιωτικούς χώρους. Μεταξύ των αποχαρακτηρισμένων πειραμάτων βρίσκονται δοκιμές σε πιθήκους Rhesus, οι οποίοι εκπαιδεύονταν να εκτελούν συγκεκριμένες εργασίες ώστε οι ερευνητές να μπορούν να εξετάσουν αν η έκθεση σε ειδικά μικροκυματικά σήματα επηρέαζε την απόδοσή τους. Ήταν μια χαρακτηριστικά ψυχροπολεμική πειραματική διάταξη, ένας άγνωστος Σοβιετικός πομπός δημιουργούσε ένα ερώτημα στη Μόσχα και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά Αμερικανοί επιστήμονες προσπαθούσαν να αναπαραγάγουν την πιθανή δράση του πάνω στον εγκέφαλο ενός πρωτεύοντος θηλαστικού.
Τα αποτελέσματα δεν επιβεβαίωσαν τις περισσότερο ανησυχητικές υποθέσεις. Ο Koslov κατέληξε ότι δεν υπήρχε πειστική ένδειξη μεταβολής στη συμπεριφορά των πιθήκων που να μπορούσε να αποδοθεί στο ειδικό μικροκυματικό σήμα. Παράλληλα, καθώς οι Αμερικανικές μετρήσεις βελτιώνονταν, ορισμένες εκτιμήσεις για την πραγματική ισχύ της έκθεσης αναθεωρήθηκαν προς τα κάτω. Το PANDORA δεν απέδειξε επομένως ότι το Moscow Signal αποτελούσε αποτελεσματικό όπλο συμπεριφορικού ελέγχου. Αποκάλυψε όμως πόσο σοβαρά ήταν διατεθειμένος ο αμερικανικός μηχανισμός ασφαλείας να εξετάσει ακόμη και αυτή την πιθανότητα.
Στο ίδιο επιστημονικό τοπίο εμφανίζεται και το λεγόμενο microwave auditory effect ή Frey effect. Ο Αμερικανός Allan H. Frey είχε αναφέρει στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ότι, υπό συγκεκριμένες συνθήκες έκθεσης σε παλμική ραδιοσυχνότητα, άνθρωποι μπορούσαν να αντιλαμβάνονται ακουστικές αισθήσεις χωρίς συμβατικό ήχο να μεταδίδεται μέσω του αέρα. Το φαινόμενο, που μπορούσε να γίνεται αντιληπτό ως κλικ ή βόμβος, αποδείχθηκε πραγματικό και ερμηνεύθηκε αργότερα κυρίως μέσω της θερμοελαστικής διαστολής ιστών από πολύ σύντομους ηλεκτρομαγνητικούς παλμούς. Η σημασία του για την ιστορία του Moscow Signal δεν είναι ότι αποδεικνύει την ύπαρξη κάποιου Σοβιετικού όπλου, αλλά ότι έδειχνε πως η ηλεκτρομαγνητική ενέργεια μπορούσε, υπό ορισμένες συνθήκες, να προκαλέσει μια πραγματική αισθητηριακή εμπειρία χωρίς συμβατική ακουστική πηγή.
Από εκεί μέχρι τις μεταγενέστερες θεωρίες περί τηλεπαθητικών ή ψυχοτρονικών όπλων υπάρχει τεράστιο επιστημονικό χάσμα. Το περιβάλλον της εποχής, ωστόσο, ευνοούσε τη διερεύνηση ακόμη και ακραίων δυνατοτήτων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ήδη εισέλθει σε μια περίοδο κατά την οποία στρατιωτικές και μυστικές υπηρεσίες διερευνούσαν τα όρια της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Το MKULTRA, που είχε ξεκινήσει από τη CIA το 1953, περιλάμβανε έρευνες γύρω από ψυχοδραστικές ουσίες, ύπνωση, αισθητηριακή αποστέρηση και άλλες τεχνικές. Το PANDORA δεν ήταν μέρος του MKULTRA και τα δύο προγράμματα δεν πρέπει να συγχέονται. Ανήκαν όμως στην ίδια ιστορική ατμόσφαιρα, όταν η ψυχολογία, η νευροεπιστήμη και η τεχνολογία αντιμετωπίζονταν ως πιθανά πεδία στρατιωτικού ανταγωνισμού.
Από την άλλη πλευρά του σιδηρού παραπετάσματος, η Σοβιετική επιστημονική βιβλιογραφία έδινε μεγαλύτερη προσοχή σε πιθανές μη θερμικές βιολογικές επιδράσεις ηλεκτρομαγνητικών πεδίων, ενώ τα Σοβιετικά όρια επαγγελματικής έκθεσης ήταν αυστηρότερα από τα αντίστοιχα Αμερικανικά. Για τους Αμερικανούς ερευνητές αυτό δημιουργούσε ένα ανησυχητικό ερώτημα, αν οι Σοβιετικοί αντιμετώπιζαν ως επικίνδυνα επίπεδα που οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούσαν αποδεκτά, μήπως γνώριζαν κάτι που η Αμερικανική επιστήμη δεν είχε ακόμη αναγνωρίσει; Η διαφορά αυτή δεν αποτελούσε απόδειξη κρυφού βιολογικού όπλου, αλλά ενίσχυε τον μηχανισμό αβεβαιότητας που βρισκόταν ήδη σε λειτουργία.
Το PANDORA εξελίχθηκε και σε άλλες δραστηριότητες, ορισμένες από τις οποίες έλαβαν την ονομασία Project BIZARRE. Αποχαρακτηρισμένα έγγραφα περιλαμβάνουν ακόμη και προτάσεις για ελεγχόμενες εκθέσεις ανθρώπων χωρίς εκείνοι να γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι συμμετείχαν σε πείραμα, χωρίς όμως να τεκμηριώνεται ότι αυτές πραγματοποιήθηκαν όπως είχαν σχεδιαστεί. Η ύπαρξη τέτοιων προτάσεων δείχνει πόσο μακριά είχε φτάσει το Αμερικανικό ενδιαφέρον για την πιθανότητα το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα να μπορεί να χρησιμοποιηθεί όχι μόνο για επικοινωνία, ραντάρ ή κατασκοπεία, αλλά και για την επίδραση πάνω στον ανθρώπινο οργανισμό.
Εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες ειρωνείες της υπόθεσης. Αν το Moscow Signal σχεδιάστηκε πρωτίστως ως σύστημα ηλεκτρονικής κατασκοπείας ή παρεμβολής, τότε οι Σοβιετικοί πέτυχαν άθελά τους κάτι πολύ μεγαλύτερο, ανάγκασαν τον Αμερικανικό στρατιωτικό και επιστημονικό μηχανισμό να διερευνήσει επί χρόνια την πιθανότητα ενός όπλου που ίσως οι ίδιοι δεν είχαν ποτέ κατασκευάσει. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970 παρέμεναν έτσι ανοιχτές τρεις γενικές ερμηνείες, ηλεκτρονική κατασκοπεία ή παρεμβολή, κάποιος συνδυασμός τεχνικής επιχείρησης και παράλληλης έρευνας ή, στην περισσότερο ανησυχητική εκδοχή, σκόπιμη επίδραση πάνω στους ανθρώπους. Το PANDORA είχε αποδυναμώσει την τελευταία υπόθεση, αλλά η πραγματική δοκιμή θα ερχόταν πλέον από τους ίδιους τους ανθρώπους που είχαν υπηρετήσει μέσα στην πρεσβεία.
Για μεγάλο διάστημα οι περισσότεροι εργαζόμενοι της Αμερικανικής πρεσβείας δεν γνώριζαν την πλήρη έκταση του προβλήματος. Η μυστικότητα είχε προφανή λογική από την πλευρά της αντικατασκοπείας, μια δημόσια αποκάλυψη των μετρήσεων μπορούσε να ενημερώσει τους Σοβιετικούς για τις δυνατότητες των Αμερικανικών συστημάτων παρακολούθησης και για τα αντίμετρα που εξετάζονταν. Όταν όμως ένα ζήτημα εθνικής ασφαλείας αποκτά πιθανές επιπτώσεις στην υγεία ανθρώπων που αγνοούν ότι εκτίθενται σε αυτό, η ίδια η μυστικότητα δημιουργεί ένα δεύτερο πρόβλημα. Η Αμερικανική κυβέρνηση γνώριζε ότι η ακτινοβολία υπήρχε, χωρίς να μπορεί να πει με βεβαιότητα τι ακριβώς σήμαινε από βιολογική άποψη.
Τον Φεβρουάριο του 1976 αποφασίστηκε τελικά η ενημέρωση του προσωπικού της πρεσβείας. Η διαδικασία πραγματοποιήθηκε προσεκτικά, σε μικρές ομάδες, και οι εργαζόμενοι κλήθηκαν να διατηρήσουν την πληροφορία εμπιστευτική. Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε σε εγκύους και σε ανθρώπους για τους οποίους η ενδεχόμενη έκθεση μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετη ιατρική ανησυχία. Παράλληλα εγκαταστάθηκαν στα παράθυρα προστατευτικά μεταλλικά πλέγματα που λειτουργούσαν ως ηλεκτρομαγνητική θωράκιση. Ένα πρόβλημα που μέχρι τότε ήταν κυριολεκτικά αόρατο γινόταν πλέον μέρος της καθημερινότητας του κτιρίου.
Η αποκάλυψη δημιούργησε αναπόφευκτα ανησυχία. Πονοκέφαλοι, κόπωση, προβλήματα ύπνου και δυσκολίες συγκέντρωσης άρχισαν να εξετάζονται μέσα από ένα νέο πρίσμα, ενώ δημοσιότητα απέκτησαν και περιπτώσεις σοβαρότερων ασθενειών. Η ύπαρξη τέτοιων περιστατικών δικαιολογούσε την έρευνα, αλλά δεν μπορούσε από μόνη της να αποδείξει αιτιώδη σχέση. Σε έναν πληθυσμό εκατοντάδων ή χιλιάδων ανθρώπων που παρακολουθείται επί χρόνια θα εμφανιστούν αναπόφευκτα καρκίνοι, καρδιαγγειακές παθήσεις και άλλες ασθένειες. Το πραγματικό επιστημονικό ερώτημα ήταν αν αυτές εμφανίζονταν συχνότερα από όσο θα αναμενόταν σε έναν αντίστοιχο μη εκτεθειμένο πληθυσμό.
Στη δημόσια συζήτηση συνδέθηκε ιδιαίτερα με την υπόθεση ο Walter Stoessel, ο οποίος υπηρέτησε ως Αμερικανός πρέσβης στη Σοβιετική Ένωση από το 1974 έως το 1976. Ο Stoessel αντιμετώπισε αργότερα σοβαρά προβλήματα υγείας, μεταξύ των οποίων μια αιματολογική διαταραχή, και μετά τον θάνατό του το 1986 η περίπτωσή του ενσωματώθηκε σε αρκετές μεταγενέστερες αφηγήσεις γύρω από το Moscow Signal. Η χρονική σύνδεση ήταν αρκετή για να προκαλέσει ερωτήματα, όχι όμως για να αποδείξει αιτιότητα. Για κάτι τέτοιο χρειαζόταν συστηματική μελέτη ενός πολύ μεγαλύτερου πληθυσμού.
Αυτή ήταν η λογική της έρευνας που συνδέθηκε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη με τις πιθανές επιπτώσεις του Moscow Signal. Ο επιδημιολόγος Abraham M. Lilienfeld του Johns Hopkins University και οι συνεργάτες του εξέτασαν την υγεία χιλιάδων Αμερικανών υπαλλήλων και μελών των οικογενειών τους που είχαν υπηρετήσει στην πρεσβεία της Μόσχας και συνέκριναν τα αποτελέσματα με αντίστοιχους πληθυσμούς από άλλες αμερικανικές διπλωματικές αποστολές στην Ανατολική Ευρώπη. Αν η έκθεση στα μικροκύματα προκαλούσε σημαντική βιολογική βλάβη, θα έπρεπε θεωρητικά να εμφανίζεται κάποια στατιστικά ανιχνεύσιμη διαφορά ανάμεσα στις δύο ομάδες.
Τα συνολικά αποτελέσματα δεν επιβεβαίωσαν την εικόνα μιας εκτεταμένης υγειονομικής καταστροφής. Δεν διαπιστώθηκε σαφής συνολική αύξηση της θνησιμότητας ούτε ένα συνεπές μοτίβο σοβαρών παθήσεων που να μπορεί να αποδοθεί με ασφάλεια στη μικροκυματική έκθεση. Το εύρημα αυτό αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα εναντίον της θεωρίας ότι το Moscow Signal λειτουργούσε ως αποτελεσματικό όπλο πρόκλησης ασθενειών. Αν ο κύριος σκοπός της επιχείρησης ήταν να βλάψει συστηματικά το προσωπικό της πρεσβείας, τα επιδημιολογικά δεδομένα δεν έδωσαν την καθαρή εικόνα που θα περίμενε κανείς.
Η έρευνα, ωστόσο, είχε έναν σημαντικό περιορισμό. Δεν αποτελούσε μία ενιαία και εύκολα μετρήσιμη δόση. Οι εργαζόμενοι βρίσκονταν σε διαφορετικά γραφεία, παρέμεναν διαφορετικές ώρες στο κτίριο και είχαν υπηρετήσει σε διαφορετικές περιόδους, ενώ τα χαρακτηριστικά του Moscow Signal μεταβάλλονταν μέσα στις δεκαετίες ως προς τη συχνότητα, την ισχύ, την κατεύθυνση και τη διάρκεια. Αυτό δυσκόλευε σημαντικά την ανακατασκευή της πραγματικής έκθεσης κάθε ανθρώπου. Οι μεταγενέστερες επανεξετάσεις δεν ανέτρεψαν τη βασική εικόνα της Lilienfeld, δεν αποδείχθηκε συνολική επιβάρυνση της υγείας που να μπορεί να αποδοθεί στα μικροκύματα, αλλά ούτε μετέτρεψαν τη μελέτη σε απόλυτη απόδειξη ότι καμία βιολογική επίδραση δεν μπορούσε να έχει υπάρξει.
Υπήρχε επιπλέον ένας ακόμη παράγοντας. Η υπηρεσία στην Αμερικανική πρεσβεία της Μόσχας κατά τον ψυχρό πόλεμο σήμαινε καθημερινή εργασία υπό συνθήκες έντονης επιτήρησης και αντικατασκοπείας. Οι διπλωμάτες γνώριζαν ότι οι συνομιλίες τους μπορούσαν να παρακολουθούνται, ότι σπίτια και γραφεία αποτελούσαν πιθανούς στόχους υποκλοπών και ότι οι επαφές τους με Σοβιετικούς πολίτες μπορούσαν να καταγράφονται. Συμπτώματα όπως πονοκέφαλοι, διαταραχές ύπνου, κόπωση και δυσκολίες συγκέντρωσης δεν είχαν επομένως μία μοναδική πιθανή εξήγηση.
Αυτό είναι ίσως το σημείο στο οποίο το Moscow Signal πρέπει να τοποθετηθεί μακριά και από τις δύο εύκολες εκδοχές της ιστορίας. Δεν είναι ακριβές να υποστηριχθεί ότι «τίποτε δεν συνέβη». Η μικροκυματική ακτινοβολία υπήρχε, ήταν σκόπιμα κατευθυνόμενη προς την πρεσβεία, η Αμερικανική κυβέρνηση γνώριζε το φαινόμενο, πραγματοποίησε πειράματα, εγκατέστησε προστατευτικά μέτρα και οργάνωσε επιδημιολογική έρευνα. Δεν είναι όμως εξίσου δικαιολογημένο να μετατραπούν αυτά τα στοιχεία σε απόδειξη ότι οι Σοβιετικοί χρησιμοποιούσαν ένα λειτουργικό όπλο ελέγχου του νου ή πρόκλησης ασθενειών. Αυτό που εξακολουθούσε να λείπει ήταν το σημαντικότερο κομμάτι, ο πραγματικός επιχειρησιακός σκοπός της εκπομπής.
Για αρκετές δεκαετίες μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, το Moscow Signal μπορούσε πλέον να αντιμετωπίζεται κυρίως ως ιστορικό επεισόδιο της τεχνολογικής αντιπαράθεσης Ηνωμένων Πολιτειών και Σοβιετικής Ένωσης. Το 2016, όμως, μια νέα σειρά παράξενων περιστατικών έφερε ξανά την παλιά ιστορία στο προσκήνιο. Αυτή τη φορά το επίκεντρο δεν ήταν η Μόσχα, αλλά η Αβάνα της Κούβας.
Από το 2016 Αμερικανοί διπλωμάτες και άλλοι κυβερνητικοί υπάλληλοι στην Κούβα άρχισαν να αναφέρουν ασυνήθιστα συμπτώματα, ακουστικές ψευδαισθήσεις, πίεση, πονοκεφάλους, ίλιγγο, προβλήματα ισορροπίας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, περισσότερο επίμονες γνωστικές ή νευρολογικές διαταραχές. Αντίστοιχες αναφορές εμφανίστηκαν αργότερα και σε άλλες χώρες. Τα περιστατικά έγιναν γνωστά ως Havana Syndrome και, στην περισσότερο ουδέτερη επίσημη ορολογία, Anomalous Health Incidents.
Η σύγκριση με το Moscow Signal ήταν αναπόφευκτη. Και στις δύο ιστορίες υπήρχαν Αμερικανοί διπλωμάτες στο εξωτερικό, υποψίες για κάποια αόρατη εξωτερική επίδραση και το ερώτημα αν κατευθυνόμενη ηλεκτρομαγνητική ενέργεια μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον ανθρώπων. Η ύπαρξη του microwave auditory effect έκανε την υπόθεση της παλμικής ενέργειας ραδιοσυχνοτήτων φυσικά δυνατή σε ένα περιορισμένο επίπεδο, γνωρίζουμε ότι κατάλληλοι ηλεκτρομαγνητικοί παλμοί μπορούν υπό συγκεκριμένες συνθήκες να δημιουργήσουν ακουστικές αισθήσεις. Από αυτό όμως μέχρι την ύπαρξη ενός επιχειρησιακού όπλου ικανού να προκαλεί το σύνολο των συμπτωμάτων που αποδόθηκαν στο Havana Syndrome υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Οι Αμερικανικές αξιολογήσεις των Anomalous Health Incidents δεν κατέληξαν σε μια απλή ενιαία εξήγηση. Εξετάστηκαν διαφορετικοί περιβαλλοντικοί, ιατρικοί και τεχνολογικοί παράγοντες, ενώ η Αμερικανική κοινότητα πληροφοριών κατέληξε ότι είναι πολύ απίθανο ένας ξένος αντίπαλος να ευθύνεται για το σύνολο των αναφερόμενων περιστατικών. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε περίπτωση εξηγήθηκε οριστικά, αλλά σημαίνει ότι η ταύτιση του Havana Syndrome με ένα «σύγχρονο Moscow Signal» ξεπερνά όσα μπορούν να αποδειχθούν.
Υπάρχει μάλιστα μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στις δύο υποθέσεις. Στη Μόσχα η ύπαρξη της ηλεκτρομαγνητικής εκπομπής είναι τεκμηριωμένη. Οι Αμερικανοί την εντόπισαν, τη μέτρησαν, παρακολούθησαν τις μεταβολές της και διαμαρτυρήθηκαν γι’ αυτήν στη Σοβιετική κυβέρνηση. Στα Anomalous Health Incidents, αντίθετα, το ίδιο το αίτιο αποτελεί μέρος του προβλήματος. Δεν υπάρχει ένα ενιαίο καταγεγραμμένο ηλεκτρομαγνητικό σήμα που να έχει συνδεθεί με το σύνολο των περιπτώσεων. Το Moscow Signal μπορεί επομένως να εξηγήσει γιατί οι υπηρεσίες πληροφοριών πήραν σοβαρά υπόψη την πιθανότητα κατευθυνόμενης ενέργειας, όχι να αποδείξει ότι η ίδια τεχνολογία χρησιμοποιήθηκε ξανά.
Η επιστροφή στη Μόσχα μέσα από αυτή τη διάκριση βοηθά να αξιολογήσουμε καλύτερα και την αρχική υπόθεση. Με βάση όσα είναι σήμερα τεκμηριωμένα, η ισχυρότερη εξήγηση παραμένει εκείνη της ηλεκτρονικής κατασκοπείας ή της τεχνικής αντιπαράθεσης γύρω από την πρεσβεία. Η Σοβιετική Ένωση είχε ισχυρό κίνητρο να συλλέγει πληροφορίες από έναν εξαιρετικά σημαντικό Αμερικανικό διπλωματικό στόχο και διέθετε ήδη αποδεδειγμένη εμπειρία σε ανορθόδοξες τεχνολογίες υποκλοπής. Η ενεργοποίηση παθητικών συσκευών, η παρεμβολή σε Αμερικανικές ηλεκτρονικές επιχειρήσεις ή άλλες τεχνικές συλλογής πληροφοριών μπορούν να προσφέρουν επιχειρησιακή λογική στην ύπαρξη των εκπομπών χωρίς να απαιτούν την υπόθεση ενός μυστικού ψυχοτρονικού όπλου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το μυστήριο έχει λυθεί. Τα χαρακτηριστικά του Moscow Signal μεταβλήθηκαν μέσα στις δεκαετίες και είναι πιθανό η ίδια ονομασία να περιγράφει δραστηριότητες που δεν εξυπηρετούσαν πάντοτε ακριβώς τον ίδιο σκοπό. Δεν διαθέτουμε ένα πλήρες Σοβιετικό επιχειρησιακό αρχείο που να μας επιτρέπει να αντιστοιχίσουμε κάθε περίοδο και κάθε εκπομπή με έναν συγκεκριμένο στόχο. Είναι επίσης θεωρητικά δυνατό οι βιολογικές επιδράσεις να ενδιέφεραν τους Σοβιετικούς ως παράλληλο αντικείμενο έρευνας χωρίς να αποτελούν τον κύριο σκοπό της επιχείρησης. Χωρίς στοιχεία ότι παρακολουθούσαν συστηματικά την υγεία ή τη συμπεριφορά του αμερικανικού προσωπικού, όμως, αυτή η δυνατότητα παραμένει υπόθεση και όχι τεκμηριωμένο γεγονός.
Αντίθετα, η θεωρία μιας συστηματικής βιολογικής επίθεσης αντιμετωπίζει δύο σημαντικά εμπόδια. Το PANDORA δεν απέδειξε ότι το συγκεκριμένο είδος έκθεσης μπορούσε να λειτουργήσει ως αποτελεσματικό όπλο συμπεριφορικού ελέγχου και η μελέτη Lilienfeld δεν αποκάλυψε ένα συνεπές πρότυπο γενικευμένης νοσηρότητας ή θνησιμότητας που να επιβεβαιώνει ένα αποτελεσματικό όπλο πρόκλησης ασθενειών. Αυτό δεν εξαφανίζει κάθε αβεβαιότητα, αλλά απομακρύνει σημαντικά την ιστορία από τις περισσότερο ακραίες εκδοχές που αναπτύχθηκαν γύρω της.
Σε αυτό το σημείο, βρίσκεται η πραγματική αξία του Moscow Signal για την εναλλακτική γνωσιολογία. Δεν χρειάζεται μια υπερβολική ερμηνεία για να είναι παράξενο. Μια ξένη κυβέρνηση κατεύθυνε επί δεκαετίες μικροκυματικές εκπομπές προς μια διπλωματική εγκατάσταση. Η κυβέρνηση που δεχόταν την εκπομπή γνώριζε τι συνέβαινε αλλά κράτησε για χρόνια μεγάλο μέρος του προσωπικού της στο σκοτάδι. Δημιούργησε μυστικά ερευνητικά προγράμματα, πραγματοποίησε πειράματα σε πρωτεύοντα θηλαστικά, εξέτασε πιθανές επιδράσεις στον άνθρωπο και τελικά οργάνωσε μια μεγάλη επιδημιολογική έρευνα. Όλα αυτά είναι αρκετά παράξενα χωρίς να χρειάζεται να προσθέσουμε κάτι που τα διαθέσιμα στοιχεία δεν μπορούν να υποστηρίξουν.
Περισσότερο από μισό αιώνα μετά την πρώτη καταγραφή του, το Moscow Signal εξακολουθεί να βρίσκεται σε μια ασυνήθιστη θέση ανάμεσα στην ιστορία της κατασκοπείας και στην ιστορία των ανεξήγητων στρατιωτικών προγραμμάτων. Σε αντίθεση με πολλές ιστορίες μυστηρίου, εδώ δεν αναζητούμε απόδειξη ότι το παράξενο γεγονός συνέβη. Αυτή υπάρχει ήδη. Υπάρχουν μετρήσεις, αποχαρακτηρισμένα έγγραφα, διπλωματικές διαμαρτυρίες, επιστημονικά προγράμματα και επιδημιολογικές μελέτες. Το μυστήριο βρίσκεται ένα επίπεδο βαθύτερα, στην πρόθεση.
Η περισσότερο συνετή ανάγνωση των διαθέσιμων στοιχείων οδηγεί προς την ηλεκτρονική κατασκοπεία. Η πρεσβεία αποτελούσε έναν εξαιρετικά σημαντικό στόχο πληροφοριών και η Σοβιετική Ένωση είχε αποδεδειγμένη ικανότητα να χρησιμοποιεί τεχνολογικά ευρηματικές μεθόδους υποκλοπής. Η διάρκεια και οι μεταβολές των εκπομπών μπορούν να ερμηνευτούν μέσα σε αυτό το πλαίσιο ευκολότερα από όσο μέσα στην υπόθεση ενός μυστικού όπλου που χρησιμοποιούνταν επί δεκαετίες χωρίς να αφήνει σαφές βιολογικό αποτύπωμα.
Η εξήγηση της κατασκοπείας, όμως, δεν ισοδυναμεί με πλήρη λύση. Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποια ακριβώς τεχνική εφαρμογή εξυπηρετούσε κάθε εκπομπή, αν ο σκοπός παρέμεινε ίδιος σε όλη τη διάρκεια της επιχείρησης ή αν υπήρχαν παράλληλες λειτουργίες. Και αυτή η απουσία της τελευταίας απάντησης εξηγεί ίσως γιατί το Moscow Signal επέζησε τόσο πολύ στη συλλογική μνήμη.
Η ιστορία του αποτελεί επίσης μια υπενθύμιση για τον τρόπο με τον οποίο γεννιούνται ορισμένες από τις ανθεκτικότερες θεωρίες της σύγχρονης εποχής. Δεν δημιουργούνται πάντοτε γύρω από φανταστικά γεγονότα. Μερικές φορές δημιουργούνται γύρω από πραγματικά απόρρητα προγράμματα, πραγματικές τεχνολογίες και πραγματικές κρατικές αποσιωπήσεις, όταν τα στοιχεία αποκαλύπτουν αρκετά ώστε να γνωρίζουμε ότι κάτι συνέβη, αλλά όχι αρκετά ώστε να καταλάβουμε ακριβώς γιατί.
Η ουσία του Moscow Signal βρίσκεται στο ότι ο ψυχρός πόλεμος δεν ήταν μόνο ένας ανταγωνισμός πυραύλων, αεροσκαφών και πυρηνικών όπλων. Ήταν και ένας πόλεμος γύρω από το τι πίστευε κάθε πλευρά ότι μπορούσε να κάνει η άλλη. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ένα αόρατο σήμα που έφτανε καθημερινά σε ένα κτίριο μπορούσε να γίνει ταυτόχρονα εργαλείο κατασκοπείας, επιστημονικό πρόβλημα, πιθανή απειλή και γεννήτρια ενός νέου φόβου.
Οι πομποί του Moscow Signal έπαψαν κάποτε να εκπέμπουν. Το ερώτημα που δημιούργησαν όμως παρέμεινε, τι προσπαθούσε πραγματικά να πετύχει η Σοβιετική Ένωση;
Ίσως η πιο έντιμη απάντηση, ακόμη και σήμερα, να είναι ότι γνωρίζουμε αρκετά για να θεωρούμε ορισμένες από τις περισσότερο ακραίες ερμηνείες εξαιρετικά αδύναμες, αλλά όχι αρκετά για να κλείσουμε οριστικά την υπόθεση.