Οι Dogon και «Το Μυστήριο του Σείριου»: Η παράξενη ιστορία ενός λαού που φέρεται να γνώριζε το αόρατο άστρο Sirius B. Τι γνώριζαν πραγματικά και πώς απέκτησαν αυτή τη γνώση;

Οι Dogon και «Το Μυστήριο του Σείριου»: Η παράξενη ιστορία ενός λαού που φέρεται να γνώριζε το αόρατο άστρο Sirius B. Τι γνώριζαν πραγματικά και πώς απέκτησαν αυτή τη γνώση;

 

Πόσο διαφορετικά θα βλέπαμε την ιστορία της ανθρώπινης γνώσης, αν μπορούσαμε να αποδείξουμε ότι ένας πολιτισμός γνώριζε την ύπαρξη ενός άστρου που δεν μπορούσε να δει; Η περίπτωση των Dogon του Μάλι αποτελεί ίσως ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αυτού του παράδοξου. Εδώ δεν έχουμε έναν αμφιλεγόμενο αρχαιολογικό χάρτη, μια παράξενη παράσταση πάνω σε κάποιο αρχαίο αντικείμενο ή ένα κείμενο του οποίου η μετάφραση επιδέχεται δεκάδες διαφορετικές ερμηνείες. Έχουμε έναν παραδοσιακό λαό της Δυτικής Αφρικής στον οποίο αποδόθηκε γνώση για ένα πραγματικό αστρονομικό αντικείμενο, τον Sirius B, τον αμυδρό σύντροφο του Sirius, του λαμπρότερου άστρου του νυχτερινού ουρανού.

Και η γνώση δεν περιοριζόταν απλώς στην ύπαρξή του. Οι περίφημες ανθρωπολογικές καταγραφές του Marcel Griaule και της Germaine Dieterlen φάνηκαν να αποδίδουν στους Dogon πληροφορίες για το μικρό μέγεθος, το τεράστιο βάρος και την κίνησή του γύρω από τον Sirius. Μέσα στην ίδια κοσμολογία εμφανίζονταν οι Nommo, μυστηριώδεις οντότητες συνδεδεμένες με το νερό, τη δημιουργία και την κοσμική τάξη, οι οποίες στη μεταγενέστερη δυτική βιβλιογραφία θα αποκτούσαν έναν ακόμη πιο εντυπωσιακό ρόλο, εκείνον πιθανών επισκεπτών από τα άστρα.

Αν η ιστορία σταματούσε εδώ, θα είχαμε ένα σχεδόν τέλειο αρχαιοαστρονομικό μυστήριο. Όσο όμως πλησιάζουμε τις αρχικές πηγές, τόσο περισσότερο αλλάζει η ίδια η ερώτηση. Δεν αρκεί πλέον να αναρωτηθούμε πώς γνώριζαν οι Dogon τον Sirius B. Πρέπει πρώτα να αναρωτηθούμε τι ακριβώς γνώριζαν, ποιοι από αυτούς κατείχαν αυτή τη γνώση, πόσο παλιά ήταν και, κυρίως, από πού γνωρίζουμε εμείς σήμερα ότι την κατείχαν. Ανάμεσα στον ουρανό πάνω από το Μάλι και στη διάσημη ιστορία περί ενός αφρικανικού λαού που γνώριζε τα χαρακτηριστικά ενός αόρατου άστρου βρίσκεται μια αλυσίδα ανθρωπολόγων, πληροφορητών, μεταφράσεων, αποικιακών επαφών, μεταγενέστερων ερευνητών και συγγραφέων. Η διερεύνηση αυτής της αλυσίδας δεν εξαφανίζει το μυστήριο. Αντίθετα, το μεταμορφώνει σε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από μια απλή ιστορία περί αρχαίων εξωγήινων.

Οι Dogon κατοικούν κυρίως στην περιοχή του Μάλι που συνδέεται με το εντυπωσιακό τοπίο της Bandiagara, έναν χώρο όπου η γεωγραφία, η αρχιτεκτονική, οι θρησκευτικές παραδόσεις και η κοινωνική οργάνωση έχουν διαμορφώσει έναν από τους πλέον αναγνωρίσιμους πολιτισμούς της Δυτικής Αφρικής. Οι οικισμοί, οι σιταποθήκες, τα ιερά, οι μάσκες, οι τελετουργίες και οι παραδόσεις που σχετίζονται με τους προγόνους αποτελούν μέρη ενός πολιτισμικού συνόλου που δεν μπορεί να περιοριστεί στο ζήτημα του Sirius. Αυτό ακριβώς είναι σημαντικό να έχουμε εξαρχής υπόψη μας, επειδή η τεράστια δημοτικότητα του «Sirius Mystery» είχε τελικά μια παράδοξη συνέπεια, ένας εξαιρετικά σύνθετος πολιτισμός έγινε παγκοσμίως γνωστός σχεδόν αποκλειστικά εξαιτίας μιας υποτιθέμενης αστρονομικής γνώσης.

Η κοσμολογία που καταγράφηκε από τους Ευρωπαίους ερευνητές είναι εξίσου σύνθετη. Ο δημιουργός Amma, οι Nommo, η δημιουργία και οργάνωση του κόσμου, η γέννηση και ο θάνατος, το νερό, η γονιμότητα, οι πρόγονοι και ο ουρανός δεν αποτελούν ανεξάρτητα κεφάλαια ενός θεωρητικού συστήματος αλλά μέρη μιας ενιαίας κοσμολογικής αντίληψης. Αυτό δημιουργεί από μόνο του ένα πρόβλημα όταν επιχειρούμε να μεταφράσουμε αυτές τις παραδόσεις στη γλώσσα της σύγχρονης επιστήμης. Εκεί όπου ένας δυτικός αναγνώστης αναζητά μια αστρονομική πληροφορία, μια παραδοσιακή κοσμολογία μπορεί να περιγράφει ταυτόχρονα κοινωνικές σχέσεις, τελετουργικούς κύκλους, την προέλευση της ζωής και τη θέση του ανθρώπου μέσα στο σύμπαν. Το γεγονός ότι ένα άστρο εμφανίζεται σε μια τέτοια παράδοση δεν σημαίνει επομένως ότι έχουμε μπροστά μας ένα είδος προφορικού εγχειριδίου αστρονομίας.

Ο ίδιος ο Sirius, ωστόσο, είναι ιδανικός για τη δημιουργία ενός μυστηρίου ακόμη και χωρίς καμία υπερβολή. Σε απόσταση περίπου 8,6 ετών φωτός, αποτελεί ένα από τα πλησιέστερα αστρικά συστήματα στη Γη και ο Sirius A είναι το λαμπρότερο άστρο του νυχτερινού ουρανού. Αυτό που δεν μπορεί να δει ένας άνθρωπος απλώς κοιτάζοντας τον ουρανό είναι ότι δίπλα του βρίσκεται ο Sirius B, ένας λευκός νάνος, ένα αστρικό υπόλειμμα περίπου στο μέγεθος της Γης, αλλά με μάζα συγκρίσιμη με εκείνη του Ήλιου. Οι Sirius A και B κινούνται γύρω από το κοινό κέντρο μάζας τους με περίοδο περίπου πενήντα ετών, ενώ η τεράστια διαφορά φωτεινότητας μεταξύ τους καθιστά τον Sirius B αδύνατο να παρατηρηθεί με γυμνό μάτι και δύσκολο ακόμη και με τηλεσκόπιο. Η ύπαρξη ενός αόρατου συντρόφου είχε συναχθεί τον 19ο αιώνα από τις διαταραχές στην κίνηση του Sirius και ο Sirius B παρατηρήθηκε τηλεσκοπικά το 1862.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας του μυστηρίου των Dogon. Εάν μπορούσαμε να αποδείξουμε ότι ένας παραδοσιακός πολιτισμός διέθετε πριν από την επαφή του με τη σύγχρονη αστρονομία συγκεκριμένες πληροφορίες για την ύπαρξη και τις ιδιότητες αυτού του αόρατου άστρου, τότε θα είχαμε πράγματι μπροστά μας ένα εξαιρετικά δύσκολο ιστορικό πρόβλημα. Δεν θα αποδείκνυε από μόνο του εξωγήινη επαφή, θα απαιτούσε όμως μια εξήγηση για την προέλευση αυτής της γνώσης. Και αυτή ακριβώς ήταν η εντύπωση που δημιουργήθηκε όταν οι περίφημες καταγραφές των Griaule και Dieterlen άρχισαν να γίνονται γνωστές έξω από τον στενό χώρο της ανθρωπολογίας.

Η ιστορία που σήμερα παρουσιάζεται συχνά σαν πανάρχαιο μυστήριο αρχίζει, τουλάχιστον όσον αφορά τη διαθέσιμη τεκμηρίωσή μας, πολύ πιο πρόσφατα. Ο Γάλλος ανθρωπολόγος Marcel Griaule είχε αρχίσει να μελετά τους Dogon ήδη από τη δεκαετία του 1930 και μαζί με τη Germaine Dieterlen πραγματοποίησε εκτεταμένη επιτόπια έρευνα στην περιοχή. Το καθοριστικό κείμενο δημοσιεύτηκε το 1950 στο Περιοδικό της Εταιρείας Αφρικανικών Σπουδών (Journal de la Société des Africanistes), με τίτλο «Ένα σουδανικό σύστημα του Σείριου» (Un système soudanais de Sirius). Η λεπτομέρεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή η βασική ιστορία δεν δημιουργήθηκε εξαρχής από τον Erich von Däniken, τον Robert Temple ή κάποιον άλλο συγγραφέα της εναλλακτικής ιστορίας. Υπάρχει πραγματική ανθρωπολογική δημοσίευση και μέσα σε αυτήν βρίσκονται αρκετά από τα στοιχεία που αργότερα θα προκαλούσαν την παγκόσμια συζήτηση.

Οι Griaule και Dieterlen αναφέρονται μάλιστα σε συγκεκριμένους πληροφορητές και όχι απλώς σε κάποια αόριστη «μυστική παράδοση της φυλής». Ανάμεσά τους βρίσκονταν η Innekouzou Dolo, ο Ongnonlou Dolo και ιερείς που κατείχαν ιδιαίτερες θέσεις μέσα στη θρησκευτική ζωή των κοινοτήτων τους. Σύμφωνα με τους δύο ανθρωπολόγους, μέσα από αυτές τις συζητήσεις εμφανιζόταν ένα πολύπλοκο κοσμολογικό σύστημα που συνδεόταν με τον Sirius και με ένα ιδιαίτερο άστρο το οποίο στις σχετικές καταγραφές συνδέεται με το po tolo ή Digitaria. Αυτό το ουράνιο σώμα περιγραφόταν ως εξαιρετικά μικρό αλλά ταυτόχρονα ασυνήθιστα βαρύ, ενώ μια ουσία που ονομαζόταν sagala παρουσιαζόταν ως τόσο βαριά ώστε η περιγραφή της προκαλεί αναπόφευκτα στον σύγχρονο αναγνώστη τον συνειρμό της τεράστιας πυκνότητας ενός λευκού νάνου.

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η ιστορία γίνεται πραγματικά εντυπωσιακή. Ο Sirius B είναι πράγματι ένα εξαιρετικά συμπαγές αστρικό υπόλειμμα. Έχει περίπου τη μάζα του Ήλιου συμπιεσμένη σε διαστάσεις συγκρίσιμες με εκείνες της Γης. Αν επομένως ένας πολιτισμός χωρίς τηλεσκόπια περιέγραφε ανεξάρτητα τον αόρατο σύντροφο του Sirius ως πολύ μικρό και ταυτόχρονα εξαιρετικά βαρύ, η αντιστοιχία θα ήταν δύσκολο να αγνοηθεί. Στη δημοφιλή αφήγηση προστίθεται και η σημασία του po, που συνδέεται με τον μικρό σπόρο του fonio, ένα μικροσκοπικό αντικείμενο που περιέχει μέσα του τεράστια σημασία και «βάρος». Η εικόνα είναι τόσο δελεαστική ώστε εύκολα δημιουργείται η εντύπωση ότι οι Dogon περιέγραψαν με συμβολική γλώσσα αυτό ακριβώς που σήμερα ονομάζουμε λευκό νάνο.

Εδώ όμως απαιτείται προσοχή. Η αντιστοίχιση ενός παραδοσιακού συμβόλου με μια σύγχρονη επιστημονική έννοια δεν αποδεικνύει ότι το σύμβολο είχε εξαρχής αυτή τη σημασία. Το sagala δεν είναι επιστημονικός όρος για την εκφυλισμένη ύλη ενός λευκού νάνου και το po δεν αποτελεί μονάδα αστρονομικής μέτρησης. Γνωρίζοντας ήδη τι είναι ο Sirius B, είναι εξαιρετικά εύκολο να επιστρέψουμε στην παράδοση και να επιλέξουμε εκείνα ακριβώς τα στοιχεία που μοιάζουν με όσα γνωρίζει σήμερα η αστροφυσική. Το ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο αν υπάρχει αντιστοιχία, αλλά αν αυτή η αντιστοιχία μπορεί να αποδειχθεί ανεξάρτητα από τη δική μας εκ των υστέρων γνώση.

Ένα δεύτερο πρόβλημα αφορά την τροχιακή περίοδο. Στη δημοφιλή εκδοχή της ιστορίας αναφέρεται συχνά ότι η μεγάλη τελετή Sigui των Dogon πραγματοποιείται κάθε πενήντα ή περίπου εξήντα χρόνια επειδή παρακολουθεί την τροχιά του Sirius B. Στην πραγματικότητα όμως έχουμε δύο διαφορετικούς αριθμούς που συχνά ενώνονται εκ των υστέρων. Η Sigui συνδέεται με έναν εξηκονταετή κύκλο, ενώ η τροχιακή περίοδος του Sirius B είναι περίπου 50,1 χρόνια. Η διαφορά των περίπου δέκα ετών δεν εξαφανίζει οποιαδήποτε πιθανή συμβολική σχέση με τον Sirius, αλλά δυσκολεύει σημαντικά τον ισχυρισμό ότι η τελετή αποτελεί ένα εξαιρετικά ακριβές αστρονομικό χρονόμετρο. 

Υπάρχει όμως ένα ακόμη σοβαρότερο πρόβλημα. Οι περίφημες πληροφορίες καταγράφηκαν στα μέσα του 20ού αιώνα, όταν ο Sirius B ήταν ήδη γνωστός στη δυτική αστρονομία εδώ και πολλές δεκαετίες. Επομένως το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι εάν οι Dogon γνώριζαν κάτι που δεν γνώριζε ακόμη η ανθρωπότητα. Δεν συνέβη αυτό. Το ερώτημα είναι εάν μπορούμε να αποδείξουμε ότι οι Dogon διέθεταν αυτή τη γνώση πριν αποκτήσουν τη δυνατότητα να έρθουν σε επαφή, άμεσα ή έμμεσα, με ανθρώπους που ήδη τη γνώριζαν. Αυτή η φαινομενικά μικρή αλλαγή διατύπωσης μεταβάλλει σχεδόν ολόκληρη την υπόθεση.

Για αρκετά χρόνια η υπόθεση παρέμενε κυρίως ένα εξειδικευμένο ανθρωπολογικό ζήτημα. Η μεγάλη μεταμόρφωση ήρθε το 1976, όταν ο Robert Temple δημοσίευσε το The Sirius Mystery. Το βιβλίο έφερε την ιστορία των Dogon σε ένα πολύ μεγαλύτερο κοινό και επηρέασε βαθιά τη μεταγενέστερη εναλλακτική βιβλιογραφία. Ο Temple δεν περιορίστηκε στην επανάληψη των Griaule και Dieterlen. Προσπάθησε να εντάξει τα δεδομένα τους σε ένα πολύ ευρύτερο ιστορικό και μυθολογικό πλαίσιο, αναζητώντας σχέσεις ανάμεσα στους Dogon, την αρχαία Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία και παραδόσεις που θεωρούσε ότι μπορούσαν να διατηρούν ίχνη μιας πανάρχαιας γνώσης σχετικής με τον Sirius. 

Στο επίκεντρο αυτής της μεταμόρφωσης βρέθηκαν αναπόφευκτα οι Nommo. Στις παραδόσεις που καταγράφηκαν από τους ανθρωπολόγους, οι Nommo αποτελούν σύνθετες μυθολογικές μορφές που συνδέονται με το νερό, τη δημιουργία, την αναγέννηση, τη γονιμότητα και την αποκατάσταση της κοσμικής τάξης. Στη μεταγενέστερη όμως εναλλακτική αφήγηση άρχισαν να περιγράφονται όλο και περισσότερο σαν κυριολεκτικά αμφίβια όντα που έφτασαν από το σύστημα του Sirius, κατέβηκαν στη Γη μέσα σε ένα είδος ουράνιου σκάφους και μετέφεραν στους ανθρώπους γνώσεις και στοιχεία πολιτισμού. Η εικόνα είναι συναρπαστική, αλλά ακριβώς εδώ πρέπει να διαχωριστούν δύο πράγματα που σταδιακά ενώθηκαν στη λαϊκή αφήγηση, η αυθεντική μυθολογική παράδοση και η τεχνολογική ερμηνεία της.

Μια μυθολογία μπορεί να μιλά για οντότητες που κατεβαίνουν από τον ουρανό, για νερό, κιβωτούς, δημιουργία ή κοσμική προέλευση χωρίς να περιγράφει διαστημόπλοια, βιολογικά εξωγήινα είδη ή διαπλανητικά ταξίδια. Για να μετατραπεί η «κιβωτός» σε διαστημικό όχημα και μια υδάτινη θεότητα σε εξωγήινο οργανισμό πρέπει να εισαγάγουμε ένα σύγχρονο τεχνολογικό λεξιλόγιο μέσα στην αρχαία αφήγηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται να εξετάσουμε μια τέτοια υπόθεση. Σημαίνει όμως ότι πρέπει να γνωρίζουμε σε ποιο σημείο σταματά η πρωτογενής παράδοση και αρχίζει η δική μας ερμηνεία.

Η εποχή στην οποία εμφανίστηκε το μυστήριο του Σείριου δύσκολα θα μπορούσε να είναι καταλληλότερη. Η ανθρωπότητα είχε ήδη ζήσει τις αποστολές Apollo, το ενδεχόμενο εξωγήινης ζωής είχε περάσει από την επιστημονική φαντασία στη σοβαρή επιστημονική συζήτηση και οι θεωρίες των Ancient Astronauts είχαν αποκτήσει τεράστιο κοινό. Σε αντίθεση όμως με άλλες υποθέσεις που βασίζονταν σε αμφίσημα αγάλματα ή μυθολογικές περιγραφές, οι Dogon προσέφεραν κάτι φαινομενικά πολύ ισχυρότερο, μια δημοσιευμένη ανθρωπολογική καταγραφή που έμοιαζε να περιέχει πραγματικά δεδομένα για ένα αόρατο ουράνιο σώμα. Η περίπτωση μετατράπηκε έτσι σχεδόν στο ιδανικό παράδειγμα μιας «γνώσης που δεν θα έπρεπε να υπάρχει».

Με την πάροδο του χρόνου όμως η ιστορία άρχισε να αποκτά πρόσθετα στρώματα. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα είναι ο υποτιθέμενος Sirius C, ένα τρίτο σώμα που σύμφωνα με ορισμένες εκδοχές αποτελούσε ακόμη μία γνώση των Dogon την οποία η σύγχρονη αστρονομία θα επιβεβαίωνε αργότερα. Πράγματι, κατά καιρούς αστρονομικές μελέτες εξέτασαν ενδείξεις που θα μπορούσαν να υποδηλώνουν πρόσθετο σώμα στο σύστημα του Sirius. Αυτό όμως δεν ισοδυναμεί με ανακάλυψη του Sirius C. Οι μεταγενέστερες και ακριβέστερες παρατηρήσεις δεν επιβεβαίωσαν έναν τρίτο αστέρα, ενώ σύγχρονη αστρομετρική ανάλυση έχει θέσει πολύ αυστηρούς περιορισμούς στην ύπαρξη μεγάλων τρίτων σωμάτων σε σημαντικό μέρος των πιθανών τροχιών τους.

Το παράδειγμα είναι αποκαλυπτικό για έναν λόγο που ξεπερνά τον Sirius. Όταν ερευνούμε ένα μυστήριο, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να κρατάμε κάθε πληροφορία που φαίνεται να το επιβεβαιώνει και να ξεχνάμε τις πληροφορίες που δεν ταιριάζουν. Αν λοιπόν μια προσωρινή αστρονομική ένδειξη για πιθανό τρίτο σώμα παρουσιάζεται ως «δικαίωση» των Dogon, τότε η μεταγενέστερη αποτυχία επιβεβαίωσής του πρέπει να έχει ακριβώς το ίδιο βάρος. Διαφορετικά δεν εξετάζουμε πλέον μια υπόθεση· συγκεντρώνουμε μόνο όσα στοιχεία υποστηρίζουν το συμπέρασμα που έχουμε ήδη επιλέξει.

Ακόμη όμως και αν υποθέταμε ότι οι Dogon διέθεταν πράγματι ανεξάρτητη γνώση του Sirius B, ένα τεράστιο λογικό κενό θα εξακολουθούσε να χωρίζει αυτό το γεγονός από την εξωγήινη ερμηνεία. Η φράση «γνώριζαν κάτι που φαίνεται δύσκολο να γνωρίζουν» δεν ισοδυναμεί με τη φράση «άρα τους το δίδαξαν επισκέπτες από τον Sirius». Ανάμεσα στα δύο υπάρχουν πολλές πιθανότητες, μετάδοση από άλλον ανθρώπινο πολιτισμό, μεταγενέστερη πολιτισμική επαφή, άγνωστη ιστορική διαδρομή της πληροφορίας, συμβολική σύμπτωση, προβλήματα μετάφρασης ή ακόμη και η σταδιακή διαμόρφωση της ίδιας της αφήγησης κατά την ανθρωπολογική έρευνα. Και ακριβώς αυτή την τελευταία δυνατότητα έφερε δυναμικά στο προσκήνιο η επόμενη γενιά ερευνητών.

Δεκαετίες μετά τις έρευνες του Griaule, ο Ολλανδός ανθρωπολόγος Walter E. A. van Beek επέστρεψε ουσιαστικά στο θεμελιώδες ερώτημα, εάν αυτό το τόσο περίπλοκο κοσμολογικό σύστημα αποτελούσε πραγματικά κεντρικό και διαδεδομένο μέρος της παράδοσης των Dogon, θα μπορούσαν άλλοι ερευνητές να το εντοπίσουν ξανά; Η εργασία του, που δημοσιεύτηκε το 1991 στο Current Anthropology με τίτλο «Dogon Restudied: A Field Evaluation of the Work of Marcel Griaule», δημιούργησε ίσως τη σοβαρότερη πρόκληση για ολόκληρο το Sirius Mystery. Ο van Beek είχε πραγματοποιήσει μακροχρόνια επιτόπια έρευνα, αλλά δεν κατάφερε να αναπαραγάγει το ενιαίο και εξαιρετικά περίπλοκο σύστημα που εμφανιζόταν στα έργα του Griaule. Οι πληροφορητές του γνώριζαν φυσικά τον Sirius ως άστρο και διέθεταν πλούσια μυθολογική και τελετουργική παράδοση, αλλά οι συγκεκριμένες αστρονομικές λεπτομέρειες που είχαν προκαλέσει τόση εντύπωση δεν εμφανίστηκαν με τον ίδιο τρόπο.

Το εύρημα αυτό οδήγησε σε μια πολύ διαφορετική πιθανή εξήγηση. Οι Dogon της δεκαετίας του 1940 δεν ζούσαν σε έναν ερμητικά κλειστό κόσμο. Η περιοχή είχε ήδη περάσει δεκαετίες αποικιακής παρουσίας, υπήρχαν διοικητικοί υπάλληλοι, στρατιωτικοί, ιεραπόστολοι, εκπαιδευτικοί και ταξιδιώτες και επομένως υπήρχαν πολλοί πιθανοί δρόμοι μέσα από τους οποίους σύγχρονες ιδέες μπορούσαν να φτάσουν στις τοπικές κοινότητες. 

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορούμε απλώς να αντικαταστήσουμε την πρόταση «τους το είπαν εξωγήινοι» με την εξίσου απλοϊκή πρόταση «τους το είπε κάποιος Ευρωπαίος». Δεν διαθέτουμε ένα ιστορικό έγγραφο που να μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε την πληροφορία για τον Sirius B από έναν συγκεκριμένο επισκέπτη σε έναν συγκεκριμένο Dogon πληροφορητή. Η πολιτισμική μεταφορά αποτελεί μια εύλογη εξήγηση επειδή γνωρίζουμε ότι οι απαραίτητες πληροφορίες υπήρχαν ήδη και ότι οι δύο κόσμοι μπορούσαν να επικοινωνήσουν. Δεν αποτελεί όμως ανακατασκευή του ακριβούς γεγονότος. Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη αν θέλουμε να εφαρμόσουμε τον ίδιο βαθμό αυστηρότητας και στις δύο πλευρές της συζήτησης.

Υπάρχει μάλιστα και αντίλογος προς τον van Beek. Η Geneviève Calame-Griaule και άλλοι ερευνητές αμφισβήτησαν πτυχές της μεθοδολογίας και των συμπερασμάτων του, επισημαίνοντας μεταξύ άλλων ότι η πρόσβαση σε εσωτερική ή μυητική γνώση δεν είναι δεδομένη για κάθε ερευνητή και κάθε πληροφορητή. Ένα θρησκευτικό σύστημα μπορεί να διαθέτει διαφορετικά επίπεδα γνώσης και η αποτυχία ενός μεταγενέστερου ανθρωπολόγου να αναπαραγάγει συγκεκριμένες πληροφορίες δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι οι προηγούμενες καταγραφές ήταν κατασκευασμένες. Έτσι, η ακαδημαϊκή συζήτηση είναι πιο σύνθετη από τη συχνή διαδικτυακή διατύπωση ότι «ο van Beek απέδειξε πως ο Griaule έκανε λάθος».

Κάπου εδώ το μυστήριο αρχίζει να αποκτά διαφορετική μορφή. Δεν έχουμε επαρκή τεκμηρίωση ότι οι Dogon διατηρούσαν επί αιώνες ή χιλιετίες ακριβή αστροφυσική γνώση για τον Sirius B. Δεν έχουμε προγενέστερη, ανεξάρτητη καταγραφή των κρίσιμων πληροφοριών από εποχή κατά την οποία θα μπορούσαμε να αποκλείσουμε τη σύγχρονη πολιτισμική επαφή. Από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει λόγος να προσποιηθούμε ότι η αρχική ανθρωπολογική δημοσίευση δεν περιέχει πράγματι παράξενες και ενδιαφέρουσες περιγραφές. Το μικρό και εξαιρετικά βαρύ po tolo βρίσκεται εκεί. Το sagala βρίσκεται εκεί. Η σύνδεση με τον Sirius βρίσκεται εκεί. Αυτό που δεν βρίσκεται εκεί είναι η απόδειξη ότι οι συγκεκριμένες πληροφορίες αποτελούν ένα αναλλοίωτο αστρονομικό αρχείο που περνούσε από γενιά σε γενιά επί χιλιάδες χρόνια.

Πρόκειται για το σημαντικότερο σημείο ολόκληρης της υπόθεσης. Το ερώτημα δεν είναι υποχρεωτικά αν ο Griaule είχε δίκιο ή αν ο van Beek είχε δίκιο. Το ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν μια προφορική παράδοση συναντά έναν ανθρωπολόγο που προσπαθεί να την καταγράψει. Οι πληροφορητές δεν αποτελούν βιβλία από τα οποία ο ερευνητής απλώς αντιγράφει δεδομένα. Συζητούν, απαντούν σε ερωτήσεις, προσπαθούν να καταλάβουν τι ζητά ο ερευνητής και εντάσσουν νέες πληροφορίες μέσα στις δικές τους αντιλήψεις. Ο ίδιος ο ερευνητής επιλέγει τι θα ρωτήσει, πώς θα μεταφράσει την απάντηση και πώς θα οργανώσει εκατοντάδες αποσπασματικές πληροφορίες σε ένα συνεκτικό σύστημα. Χωρίς κανένας να χρειάζεται να εξαπατήσει κανέναν, μπορεί έτσι να δημιουργηθεί κάτι νέο στη συνάντηση δύο πολιτισμών.

Αυτό κάνει την περίπτωση των Dogon περισσότερο και όχι λιγότερο σημαντική για την εναλλακτική γνωσιολογία. Διότι μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε όχι μόνο εάν μια εντυπωσιακή πληροφορία είναι αληθινή, αλλά πώς δημιουργήθηκε το ίδιο το ιστορικό αρχείο πάνω στο οποίο βασίζουμε την εντύπωσή μας ότι είναι αληθινή.

Η ιστορία των Dogon και του Sirius B επιβιώνει εδώ και δεκαετίες επειδή διαθέτει σχεδόν όλα τα στοιχεία που χρειάζεται ένα μεγάλο μυστήριο. Έναν παραδοσιακό πολιτισμό, μια σύνθετη κοσμολογία, ένα αόρατο άστρο, μια πραγματική επιστημονική ανακάλυψη, μυστηριώδεις οντότητες που συνδέονται με τον ουρανό και μια σειρά καταγραφών που φαίνονται αρχικά να γεφυρώνουν δύο κόσμους οι οποίοι δεν θα έπρεπε να έχουν συναντηθεί. Όταν όμως απομακρύνουμε τις μεταγενέστερες προσθήκες και επιστρέφουμε στις πηγές, η εικόνα γίνεται λιγότερο θεαματική αλλά πολύ περισσότερο ενδιαφέρουσα.

Οι Griaule και Dieterlen πράγματι κατέγραψαν πληροφορίες που παρουσιάζουν αξιοσημείωτες ομοιότητες με χαρακτηριστικά του Sirius B. Αυτό δεν χρειάζεται να το αρνηθούμε για να διατηρήσουμε μια κριτική προσέγγιση. Εκείνο που δεν μπορούμε να αποδείξουμε είναι ότι οι συγκεκριμένες πληροφορίες υπήρχαν στην παράδοση πριν από κάθε πιθανή επαφή με τη σύγχρονη αστρονομική γνώση.

Η εξηκονταετής Sigui δεν συμπίπτει με την περίπου πεντηκονταετή τροχιά του Sirius B. Ο υποτιθέμενος Sirius C δεν έχει επιβεβαιωθεί από τη σύγχρονη αστρονομία. Η μεταγενέστερη ανθρωπολογική έρευνα δεν κατάφερε να αναπαραγάγει το σύστημα στην ίδια μορφή, χωρίς όμως και η δική της ερμηνεία να μείνει χωρίς αμφισβήτηση. Και οι Nommo ανήκουν πρωτίστως σε ένα περίπλοκο θρησκευτικό και κοσμολογικό σύστημα, η μετατροπή τους σε κυριολεκτικούς εξωγήινους επισκέπτες αποτελεί υπόθεση που προστέθηκε αργότερα.

Ίσως επομένως το μεγαλύτερο λάθος που μπορούμε να κάνουμε είναι να θεωρήσουμε ότι έχουμε μόνο δύο επιλογές, είτε οι Dogon διδάχθηκαν αστρονομία από επισκέπτες του Sirius είτε ολόκληρη η ιστορία είναι μια ανοησία που δεν αξίζει περαιτέρω συζήτηση. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα βρίσκεται ένα πολύ πλουσιότερο πρόβλημα. Υπάρχει ένας πραγματικός πολιτισμός με εξαιρετικά σύνθετη κοσμολογία. Υπάρχουν πραγματικές ανθρωπολογικές καταγραφές. Υπάρχουν πραγματικές ομοιότητες με σύγχρονες αστρονομικές γνώσεις. Υπάρχει όμως και ένα ιστορικό περιβάλλον στο οποίο η μεταφορά πληροφοριών ήταν απολύτως δυνατή, καθώς και ένα σοβαρό πρόβλημα ως προς το πόσο παλιά μπορούμε να αποδείξουμε ότι ήταν η συγκεκριμένη γνώση.

Και ίσως εδώ βρίσκεται ένα ευρύτερο μάθημα που ξεπερνά κατά πολύ τους Dogon. Όταν συναντάμε τον ισχυρισμό ότι ένας αρχαίος ή παραδοσιακός πολιτισμός «γνώριζε κάτι που δεν θα έπρεπε να γνωρίζει», το ένστικτό μας είναι να ρωτήσουμε αμέσως πώς απέκτησε αυτή τη γνώση. Από χαμένο πολιτισμό; Από άγνωστη τεχνολογία; Από εξαιρετικές παρατηρησιακές ικανότητες; Από επαφή με κάποια άλλη κοινωνία ή ακόμη και, στην πιο ακραία εκδοχή, με μια μη ανθρώπινη νοημοσύνη; Πριν όμως φτάσουμε σε οποιαδήποτε από αυτές τις ερωτήσεις, υπάρχει μία που πρέπει να προηγείται, πώς γνωρίζουμε εμείς ότι τη γνώριζε;

Στην περίπτωση των Dogon, ανάμεσα σε αυτές τις δύο ερωτήσεις βρίσκεται σχεδόν ολόκληρο το μυστήριο. Υπάρχουν οι καταγραφές του Griaule και της Dieterlen, η πραγματική και εξαιρετικά παράξενη φύση του Sirius B, το μικρό και βαρύ po tolo, οι Nommo και η Sigui. Υπάρχει όμως επίσης η αποικιακή πραγματικότητα του 20ού αιώνα, η πιθανότητα πολιτισμικής μεταφοράς, η αδυναμία μεταγενέστερων ερευνητών να αναπαραγάγουν όλες τις αρχικές πληροφορίες και η σταδιακή μεταμόρφωση της ιστορίας μέσα από δεκαετίες εναλλακτικής βιβλιογραφίας. Σε κάθε νέα αφήγηση ορισμένες αντιστοιχίες έγιναν λίγο ακριβέστερες, ορισμένες αβεβαιότητες εξαφανίστηκαν και ορισμένες υποθέσεις μετατράπηκαν σχεδόν ανεπαίσθητα σε δεδομένα.

Αυτό δεν μας δίνει την εντυπωσιακή απάντηση που ίσως υποσχόταν αρχικά το «Το Μυστήριο του Σείριου» (The Sirius Mystery). Δεν διαθέτουμε σήμερα σοβαρή τεκμηρίωση ότι αμφίβιοι επισκέπτες από το σύστημα του Sirius έφτασαν κάποτε στη Δυτική Αφρική και δίδαξαν στους Dogon τα μυστικά των άστρων. Δεν διαθέτουμε όμως ούτε λόγο να αντιμετωπίσουμε την ιστορία σαν ένα απλό διαδικτυακό παραμύθι. Στον πυρήνα της βρίσκεται ένα πραγματικό και εξαιρετικά ενδιαφέρον επεισόδιο της ιστορίας της ανθρωπολογίας, στο οποίο η παραδοσιακή γνώση, η σύγχρονη επιστήμη και η ανθρώπινη ανάγκη να αναζητούμε κρυμμένες συνδέσεις συναντήθηκαν με τρόπο σχεδόν μοναδικό.

Ο Sirius B εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί, περίπου 8,6 έτη φωτός μακριά, κρυμμένος μέσα στην εκτυφλωτική λάμψη του Sirius A. Ξέρουμε σήμερα τι είναι, πόσο περίπου ζυγίζει και πώς κινείται. Το αληθινό αίνιγμα βρίσκεται ίσως πολύ πιο κοντά στη Γη, στο τι ακριβώς γνώριζαν οι άνθρωποι που κοιτούσαν αυτό το άστρο από τους βράχους της Bandiagara, στο πότε το έμαθαν και στο πόσο από αυτό που σήμερα ονομάζουμε «μυστήριο των Dogon» ανήκει στην ίδια την παράδοσή τους και πόσο δημιουργήθηκε από εμάς, καθώς προσπαθήσαμε να την ερμηνεύσουμε.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…