Οι πυρηνικές στρατιωτικές ασκήσεις του ψυχρού πολέμου: Πόσο ακραία μπορεί να είναι η προετοιμασία για έναν πόλεμο ?

Οι πυρηνικές στρατιωτικές ασκήσεις του ψυχρού πολέμου: Πόσο ακραία μπορεί να είναι η προετοιμασία για έναν πόλεμο ?
Στις 6 Αυγούστου 1945, όταν το βομβαρδιστικό B-29 με το όνομα “Enola Gay” απελευθέρωσε την ατομική βόμβα πάνω από τη Χιροσίμα, ο κόσμος εισήλθε σε μια εποχή χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Μέσα σε λίγα λεπτά, μια ολόκληρη πόλη μετατράπηκε σε ένα φλεγόμενο τοπίο ερειπίων. Τρεις ημέρες αργότερα, το Ναγκασάκι γνώρισε την ίδια μοίρα, επιβεβαιώνοντας ότι η ανθρωπότητα είχε αποκτήσει πλέον ένα όπλο ικανό όχι απλώς να κερδίσει μια μάχη, αλλά να εξαφανίσει ολόκληρα αστικά κέντρα και να αφήσει πίσω του μια αόρατη απειλή, τη ραδιενέργεια. Για τους περισσότερους ανθρώπους της εποχής, οι δύο αυτές εκρήξεις δεν σήμαιναν μόνο το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Συμβόλιζαν και το τέλος της αντίληψης ότι ο πόλεμος μπορούσε να περιορίζεται στα όρια που είχε γνωρίσει η ανθρωπότητα μέχρι τότε.
Ωστόσο, την ίδια στιγμή που η κοινή γνώμη προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει το μέγεθος της νέας πραγματικότητας, στα επιτελεία των μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων άρχιζε να διαμορφώνεται μια εντελώς διαφορετική σκέψη. Οι στρατηγοί των υπερδυνάμεων δεν ασχολήθηκαν μόνο πώς θα αποτρέψουν μια νέα πυρηνική επίθεση. Αναρωτήθηκαν επίσης για το τι θα συνέβαινε αν αυτή η επίθεση πραγματοποιούνταν. Θα τελείωνε εκεί ο πόλεμος ή θα συνεχιζόταν μέσα σε ένα κατεστραμμένο και ραδιενεργό πεδίο μάχης; Θα μπορούσαν τα άρματα μάχης να κινηθούν μέσα από τις στάχτες μιας πυρηνικής έκρηξης; Θα επιβίωνε το πεζικό; Θα λειτουργούσαν τα συστήματα επικοινωνιών; Θα μπορούσε η αεροπορία να επιχειρεί μέσα από ένα νέφος ραδιενεργού σκόνης; Αυτά τα δυστοπικά ερωτήματα στα τέλη της δεκαετίας του 1940 αποτελούσαν αντικείμενο σοβαρής στρατιωτικής έρευνας.
Η περίοδος που ακολούθησε δεν χαρακτηρίστηκε μόνο από την ανάπτυξη ολοένα και ισχυρότερων πυρηνικών όπλων. Χαρακτηρίστηκε κυρίως από την προσπάθεια των δύο υπερδυνάμεων να μετατρέψουν την ατομική βόμβα από ένα απόλυτο όπλο καταστροφής σε εργαλείο στρατιωτικής στρατηγικής. Η λογική αυτή μπορεί να φαίνεται αντιφατική, όμως αντικατόπτριζε την πραγματικότητα του ψυχρού πολέμου. Η κατοχή πυρηνικών όπλων δεν θεωρούνταν πλέον αρκετή. Έπρεπε να αναπτυχθεί και ένα νέο δόγμα που θα απαντούσε στο ερώτημα πώς θα διεξαγόταν ένας πόλεμος στον οποίο τα πυρηνικά όπλα θα χρησιμοποιούνταν όχι μόνο ως μέσο αποτροπής, αλλά και ως επιχειρησιακό εργαλείο στο ίδιο το πεδίο της μάχης.
Η αρχή αυτής της νέας εποχής δεν έγινε ούτε στη Σοβιετική Ένωση ούτε στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά στον Ειρηνικό Ωκεανό, λίγους μόλις μήνες μετά τη λήξη του πολέμου. Το καλοκαίρι του 1946, οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν την Operation Crossroads στη λιμνοθάλασσα της ατόλης Bikini, στα Νησιά Μάρσαλ. Επισήμως, σκοπός της επιχείρησης ήταν να μελετηθούν οι επιπτώσεις των πυρηνικών εκρήξεων πάνω σε πολεμικά πλοία. Στην πραγματικότητα, όμως, αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο εργαστήριο της πυρηνικής εποχής. Περισσότερα από ενενήντα πλοία, ανάμεσά τους αμερικανικά, γερμανικά και ιαπωνικά σκάφη που είχαν κατασχεθεί μετά τον πόλεμο, αγκυροβολήθηκαν στην περιοχή για να χρησιμοποιηθούν ως στόχοι. Χιλιάδες αισθητήρες, κάμερες υψηλής ταχύτητας και επιστημονικές ομάδες παρακολουθούσαν κάθε λεπτομέρεια των εκρήξεων, ενώ στα πλοία είχαν τοποθετηθεί ζώα εργαστηρίου ώστε να μελετηθούν οι επιπτώσεις της θερμικής ακτινοβολίας και της ραδιενέργειας στους ζωντανούς οργανισμούς. Ήταν η πρώτη φορά που η ανθρωπότητα δεν χρησιμοποιούσε την ατομική βόμβα για να κερδίσει έναν πόλεμο, αλλά για να κατανοήσει πώς θα μπορούσε να επιβιώσει μέσα σε έναν μελλοντικό πυρηνικό πόλεμο.
Το μήνυμα που εξέπεμπε η επιχείρηση ήταν διπλό. Από τη μία πλευρά, οι εικόνες των πλοίων που ανασηκώνονταν από το γιγαντιαίο υδάτινο μανιτάρι και βυθίζονταν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα λειτουργούσαν ως επίδειξη ισχύος προς κάθε πιθανό αντίπαλο. Από την άλλη, όμως, οι επιστήμονες κατέγραφαν με σχολαστική ακρίβεια κάθε τεχνική λεπτομέρεια, από τη συμπεριφορά των μεταλλικών κατασκευών έως τη διασπορά της ραδιενέργειας. Το επίκεντρο της έρευνας είχε ήδη μετατοπιστεί. Δεν αρκούσε πλέον να γνωρίζει κανείς πόσο ισχυρή ήταν μια πυρηνική έκρηξη. Έπρεπε να γνωρίζει τι θα απέμενε μετά από αυτήν.
Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες προχωρούσαν στις πρώτες αυτές δοκιμές, η Σοβιετική Ένωση επιτάχυνε με κάθε διαθέσιμο μέσο το δικό της πυρηνικό πρόγραμμα. Το 1949 πραγματοποίησε την πρώτη επιτυχημένη πυρηνική δοκιμή της, τερματίζοντας το αμερικανικό μονοπώλιο. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, ο κόσμος εισήλθε πραγματικά στην εποχή της πυρηνικής ισορροπίας. Για πρώτη φορά στην ιστορία, δύο αντίπαλες υπερδυνάμεις διέθεταν όπλα ικανά να προκαλέσουν εκατομμύρια θανάτους μέσα σε λίγες ώρες. Το γεγονός αυτό άλλαξε ριζικά όχι μόνο τη διπλωματία, αλλά και τη στρατιωτική θεωρία. Ο πόλεμος δεν σχεδιαζόταν πλέον αποκλειστικά γύρω από τις κινήσεις στρατών, στόλων και αεροπορίας. Σχεδιαζόταν γύρω από το ερώτημα πότε και με ποιον τρόπο θα χρησιμοποιούνταν τα πυρηνικά όπλα.
Η δεκαετία του 1950 υπήρξε ίσως η πιο παράδοξη περίοδος στην ιστορία της στρατιωτικής επιστήμης. Από τη μία πλευρά, πολιτικοί και διπλωμάτες μιλούσαν συνεχώς για την ανάγκη αποφυγής ενός πυρηνικού πολέμου. Από την άλλη, στρατιωτικά επιτελεία σε Ουάσιγκτον και Μόσχα αφιέρωναν αμέτρητες ώρες στη μελέτη της διεξαγωγής ενός τέτοιου πολέμου. Δημιουργήθηκαν νέες σχολές σκέψης, νέα εγχειρίδια τακτικής, ακόμη και νέες επιχειρησιακές έννοιες. Για πρώτη φορά εμφανίστηκε η ιδέα του πυρηνικού πεδίου μάχης, ενός χώρου όπου η έκρηξη μιας ατομικής βόμβας δεν θα αποτελούσε το τέλος της σύγκρουσης, αλλά το πρώτο στάδιο μιας ευρύτερης επίθεσης. Στη στρατιωτική ορολογία της εποχής, η πυρηνική βόμβα άρχισε να αντιμετωπίζεται ως ένα εξαιρετικά ισχυρό όπλο υποστήριξης, αντίστοιχο με το πυροβολικό ή την αεροπορία, αλλά σε ασύγκριτα μεγαλύτερη κλίμακα.
Αυτή η μετατόπιση της σκέψης είχε βαθιές συνέπειες. Αν οι στρατοί επρόκειτο να συνεχίσουν να πολεμούν μετά από μια πυρηνική έκρηξη, τότε έπρεπε να εκπαιδευτούν ανάλογα. Οι στρατιώτες θα έπρεπε να μάθουν να επιχειρούν μέσα σε μολυσμένο περιβάλλον, οι μηχανικοί να κατασκευάζουν πρόχειρες διαβάσεις σε περιοχές όπου η θερμότητα είχε λιώσει ακόμη και το έδαφος, οι οδηγοί αρμάτων να κινούνται μέσα σε τοπία γεμάτα συντρίμμια και οι γιατροί να αντιμετωπίζουν τραυματισμούς που η μέχρι τότε στρατιωτική ιατρική δεν είχε γνωρίσει ποτέ. Η πυρηνική έκρηξη έπαψε να θεωρείται ένα μεμονωμένο γεγονός. Μετατράπηκε σε ένα ακόμη επιχειρησιακό στάδιο ενός υποθετικού τρίτου παγκοσμίου πολέμου.
Η ιδέα αυτή άρχισε να διαμορφώνει και την ψυχολογία των κοινωνιών. Στις Ηνωμένες Πολιτείες οργανώνονταν ασκήσεις πολιτικής προστασίας, μαθητές εκπαιδεύονταν να κρύβονται κάτω από τα θρανία τους και δημόσια καταφύγια κατασκευάζονταν σε πολλές πόλεις. Στη Σοβιετική Ένωση, αντίστοιχα, η πολιτική άμυνα ενσωματώθηκε στην καθημερινή ζωή, ενώ η κρατική προπαγάνδα καλλιεργούσε την εικόνα ενός λαού που θα μπορούσε να αντέξει ακόμη και έναν πυρηνικό πόλεμο. Και στις δύο πλευρές του σιδηρού παραπετάσματος, ο φόβος είχε μετατραπεί σε μόνιμο στοιχείο της καθημερινότητας. Η διαφορά ήταν ότι πίσω από τις δημόσιες εκστρατείες ενημέρωσης, στρατιωτικοί σχεδιαστές προετοίμαζαν ήδη τις ασκήσεις που θα δοκίμαζαν στην πράξη όσα μέχρι τότε υπήρχαν μόνο σε χάρτες και θεωρητικά εγχειρίδια.
Οι ασκήσεις αυτές δεν είχαν ως σκοπό μόνο να μετρήσουν την αντοχή οχημάτων ή οπλικών συστημάτων. Αποσκοπούσαν επίσης στο να μετρήσουν κάτι πολύ πιο δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί, τα όρια του ίδιου του ανθρώπου. Πόση ακτινοβολία μπορούσε να δεχθεί ένας στρατιώτης και να συνεχίσει να εκτελεί διαταγές; Πόσο γρήγορα κατέρρεε η ψυχολογία ενός πληρώματος όταν έβλεπε μπροστά του το χαρακτηριστικό πυρηνικό μανιτάρι; Πόσο αποτελεσματική παρέμενε μια στρατιωτική μονάδα όταν επιχειρούσε μέσα σε ένα περιβάλλον που μέχρι λίγα λεπτά πριν είχε δεχθεί το ισχυρότερο όπλο που είχε δημιουργήσει ποτέ ο άνθρωπος;
Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα δεν επρόκειτο να δοθούν μέσα σε εργαστήρια ή αίθουσες συνεδριάσεων. Θα αναζητούνταν πάνω στο ίδιο το πεδίο των πυρηνικών δοκιμών, εκεί όπου η θεωρία θα συναντούσε την πραγματικότητα. Στα επόμενα χρόνια, τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η Σοβιετική Ένωση θα οργανώσουν στρατιωτικές ασκήσεις πρωτοφανούς κλίμακας, στις οποίες δεκάδες χιλιάδες άνδρες θα κληθούν να επιχειρήσουν σε τοπία που μόλις είχαν συγκλονιστεί από πραγματικές πυρηνικές εκρήξεις. Εκεί, μέσα στη σκόνη, στη θερμότητα και στη σιωπή που ακολουθούσε το ωστικό κύμα, θα δοκιμαζόταν όχι μόνο η αποτελεσματικότητα των νέων στρατιωτικών δογμάτων, αλλά και τα ίδια τα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, η ιστορία του ψυχρού πολέμου δεν θα γραφόταν μόνο στις αίθουσες διαπραγματεύσεων και στα εργοστάσια πυρηνικών όπλων, αλλά και πάνω σε πεδία δοκιμών όπου ο άνθρωπος επιχειρούσε να μάθει πώς θα επιβίωνε σε έναν κόσμο που ο ίδιος είχε καταστρέψει.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, οι αναφορές των Σοβιετικών υπηρεσιών πληροφοριών για τις Αμερικανικές πυρηνικές δοκιμές κατέληγαν με συνέπεια στα γραφεία του Σοβιετικού Γενικού Επιτελείου. Οι φωτογραφίες από τις ασκήσεις στην έρημο της Νεβάδα, οι αναλύσεις για την Exercise Desert Rock, οι πληροφορίες σχετικά με τη συμμετοχή χιλιάδων Αμερικανών στρατιωτών σε πραγματικές πυρηνικές δοκιμές και η συνεχής εξέλιξη του Αμερικανικού δόγματος δεν αντιμετωπίζονταν ως απλή προπαγάνδα. Για τη Σοβιετική στρατιωτική ηγεσία αποτελούσαν ενδείξεις ότι ο πιθανός αντίπαλος προετοιμαζόταν ήδη για έναν πόλεμο στον οποίο η χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων θα αποτελούσε μέρος της κανονικής επιχειρησιακής διαδικασίας. Αν αυτή ήταν η νέα πραγματικότητα, η Σοβιετική Ένωση δεν μπορούσε να μείνει θεατής.
Το στρατηγικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε η Μόσχα ήταν ιδιαίτερα σύνθετο. Σε περίπτωση σύγκρουσης στην Ευρώπη, το Σοβιετικό δόγμα βασιζόταν σε ταχύτατες μηχανοκίνητες επιθέσεις μεγάλου βάθους, με στόχο τη διάσπαση των αμυντικών γραμμών του ΝΑΤΟ και την προώθηση τεθωρακισμένων σχηματισμών προς τη Δυτική Ευρώπη. Τι θα συνέβαινε όμως αν, λίγο πριν από αυτή την προέλαση, χρησιμοποιούνταν ένα πυρηνικό όπλο; Θα μπορούσαν οι Σοβιετικές δυνάμεις να κινηθούν μέσα από την περιοχή της έκρηξης χωρίς να χάσουν τη συνοχή τους; Θα παρέμεναν λειτουργικά τα άρματα μάχης, τα συστήματα επικοινωνίας και οι μονάδες μηχανικού; Και κυρίως, θα μπορούσαν οι ίδιοι οι στρατιώτες να συνεχίσουν να μάχονται σε ένα περιβάλλον που μέχρι τότε υπήρχε μόνο στις θεωρητικές αναλύσεις των επιτελείων;
Για να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, αποφασίστηκε η οργάνωση μιας άσκησης χωρίς προηγούμενο. Η τοποθεσία που επιλέχθηκε ήταν η περιοχή του Totskoye, μια αχανής στέπα της νότιας Ρωσίας. Η επιλογή δεν ήταν τυχαία. Το ανάγλυφο της περιοχής, με τις σχετικά επίπεδες εκτάσεις, τις μικρές υψομετρικές διαφορές και τα ανοικτά πεδία, θεωρήθηκε ότι παρουσίαζε αρκετές ομοιότητες με τμήματα της Κεντρικής Ευρώπης, όπου οι Σοβιετικοί εκτιμούσαν ότι θα διεξαγόταν το κύριο μέτωπο ενός ενδεχόμενου πολέμου με το ΝΑΤΟ. Με άλλα λόγια, το Totskoye δεν επιλέχθηκε επειδή ήταν απομονωμένο. Επιλέχθηκε επειδή έμοιαζε όσο το δυνατόν περισσότερο με το πεδίο μάχης που οι στρατιωτικοί αναλυτές θεωρούσαν πιθανότερο.
Την επίβλεψη της άσκησης ανέλαβε ένας από τους πιο αναγνωρισμένους στρατιωτικούς της Σοβιετικής Ένωσης, ο Στρατάρχης Georgy Zhukov. Το όνομά του είχε ήδη συνδεθεί με καθοριστικές νίκες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, από την άμυνα της Μόσχας μέχρι τη μάχη του Βερολίνου. Η παρουσία του στην επιχείρηση αποκαλύπτει τη σημασία που απέδιδε η Σοβιετική ηγεσία στο εγχείρημα. Δεν επρόκειτο για μια απλή δοκιμή όπλου ούτε για μια συνηθισμένη Στρατιωτική άσκηση. Ήταν μια προσπάθεια να διαπιστωθεί αν ολόκληρο το επιχειρησιακό δόγμα του Κόκκινου Στρατού μπορούσε να προσαρμοστεί στη νέα πυρηνική εποχή.
Οι προετοιμασίες διήρκεσαν μήνες. Στην περιοχή μεταφέρθηκαν περίπου 45.000 στρατιώτες, χιλιάδες οχήματα, εκατοντάδες άρματα μάχης και τεθωρακισμένα, μονάδες πυροβολικού, μηχανικού και χημικής άμυνας, καθώς και σημαντικός αριθμός αεροσκαφών. Κατασκευάστηκαν χαρακώματα, οχυρώσεις, τεχνητοί στόχοι και πρόχειροι οικισμοί που θα επέτρεπαν στους επιτελείς να αξιολογήσουν τις επιπτώσεις της έκρηξης πάνω σε διαφορετικά είδη στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Παράλληλα, επιστήμονες και τεχνικοί εγκατέστησαν εκατοντάδες όργανα μέτρησης για την καταγραφή του ωστικού κύματος, της θερμοκρασίας, της πίεσης και των επιπέδων ραδιενέργειας. Όλα είχαν σχεδιαστεί ώστε να παραχθεί όσο το δυνατόν περισσότερη πληροφορία από μία και μόνο έκρηξη.
Η σημαντικότερη απόφαση, ωστόσο, ήταν ότι η άσκηση δεν θα βασιζόταν σε προσομοίωση. Δεν θα χρησιμοποιούνταν μεγάλα συμβατικά εκρηκτικά, ούτε θεωρητικές παραδοχές. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1954, ένα βομβαρδιστικό Tu-4 θα έριχνε μια πραγματική πυρηνική βόμβα τύπου RDS-4, αρκετές φορές ισχυρότερη από εκείνη που είχε καταστρέψει τη Χιροσίμα. Για τους σχεδιαστές της επιχείρησης, μόνο μια πραγματική πυρηνική έκρηξη μπορούσε να προσφέρει αξιόπιστα δεδομένα. Κάθε άλλη προσέγγιση θεωρούνταν ανεπαρκής.
Το πρωί της άσκησης, χιλιάδες στρατιώτες είχαν ήδη λάβει τις θέσεις τους. Οι μονάδες βρίσκονταν σε προκαθορισμένες αποστάσεις από το σημείο μηδέν, προστατευμένες σε χαρακώματα ή πίσω από φυσικά εμπόδια. Οι περισσότεροι γνώριζαν ότι επρόκειτο να πραγματοποιηθεί πυρηνική δοκιμή, ελάχιστοι όμως είχαν πλήρη εικόνα για την πραγματική κλίμακα της επιχείρησης ή για τους πιθανούς κινδύνους της ακτινοβολίας. Όπως συνέβαινε και στις αντίστοιχες αμερικανικές ασκήσεις, οι πληροφορίες διανέμονταν αυστηρά σύμφωνα με την ανάγκη γνώσης, ενώ η επιχειρησιακή μυστικότητα αποτελούσε απόλυτη προτεραιότητα.
Λίγο μετά τις εννέα το πρωί, η βόμβα απελευθερώθηκε από το αεροσκάφος. Δευτερόλεπτα αργότερα, ο ουρανός φωτίστηκε από μια εκτυφλωτική λάμψη, ακολουθούμενη από το χαρακτηριστικό ωστικό κύμα που σάρωσε την περιοχή. Το πυρηνικό μανιτάρι άρχισε να υψώνεται εκατοντάδες μέτρα πάνω από τη στέπα, ενώ σύννεφα σκόνης, χώματος και καπνού κάλυψαν το πεδίο της άσκησης. Για όσους βρίσκονταν εκεί, η εμπειρία περιγράφεται στις μεταγενέστερες μαρτυρίες ως κάτι που ξεπερνούσε κάθε προηγούμενη στρατιωτική εμπειρία. Δεν ήταν μόνο ο εκκωφαντικός ήχος ή η βίαιη πίεση του αέρα. Ήταν η αίσθηση ότι το ίδιο το τοπίο είχε αλλάξει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.
Και όμως, η άσκηση δεν είχε ολοκληρωθεί. Στην πραγματικότητα, μόλις ξεκινούσε. Λίγο μετά την έκρηξη, οι διαταγές δόθηκαν και οι πρώτες μονάδες άρχισαν να κινούνται προς την περιοχή του σημείου μηδέν. Άρματα μάχης, τεθωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού, μηχανικοί και μονάδες πεζικού προέλαυναν μέσα από ένα πεδίο που λίγα λεπτά πριν είχε δεχθεί πραγματική πυρηνική έκρηξη. Για τους επιτελείς, αυτή ήταν η ουσία της επιχείρησης. Δεν τους ενδιέφερε μόνο η καταστροφική ισχύς της βόμβας. Τους ενδιέφερε αν μια στρατιά μπορούσε να συνεχίσει την αποστολή της αμέσως μετά.
Οι εικόνες που θα έβγαιναν αργότερα στη δημοσιότητα, καθώς και οι μαρτυρίες βετεράνων που αποχαρακτηρίστηκαν δεκαετίες αργότερα, αποκαλύπτουν ένα σκηνικό που δύσκολα μπορεί να περιγραφεί με τους όρους μιας συνηθισμένης στρατιωτικής άσκησης. Καμένα δέντρα, διαλυμένες οχυρώσεις, παραμορφωμένα μεταλλικά αντικείμενα και ένα λεπτό στρώμα σκόνης που κάλυπτε τα πάντα συνέθεταν ένα περιβάλλον το οποίο δεν έμοιαζε με κανένα συμβατικό πεδίο μάχης. Παρ’ όλα αυτά, οι μονάδες συνέχισαν να εκτελούν τους προκαθορισμένους ελιγμούς τους, σαν να επρόκειτο για μία ακόμη επιχειρησιακή εκπαίδευση.
Το κατά πόσο η άσκηση πέτυχε τους στόχους της αποτελεί αντικείμενο συζήτησης μέχρι σήμερα. Από καθαρά στρατιωτική άποψη, οι Σοβιετικοί απέκτησαν πολύτιμα δεδομένα σχετικά με την κινητικότητα, τις επικοινωνίες και τη συμπεριφορά του εξοπλισμού μετά από πυρηνική έκρηξη. Από ανθρώπινη όμως σκοπιά, το κόστος αυτής της γνώσης θα γινόταν αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης τις επόμενες δεκαετίες. Για πολλούς από όσους συμμετείχαν, η πραγματική ιστορία του Operation Snowball δεν άρχισε εκείνο το πρωινό του Σεπτεμβρίου, αλλά χρόνια αργότερα, όταν οι σφραγισμένοι φάκελοι άρχισαν σταδιακά να ανοίγουν και οι προσωπικές μαρτυρίες ήρθαν αντιμέτωπες με την επίσημη ιστορία.
Όταν ολοκληρώθηκαν οι μεγάλες πυρηνικές ασκήσεις της δεκαετίας του 1950, τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στη Σοβιετική Ένωση, οι στρατιωτικές ηγεσίες θεώρησαν ότι είχαν αποκτήσει πολύτιμες γνώσεις. Οι αναφορές που συντάχθηκαν μετά από κάθε δοκιμή περιλάμβαναν χιλιάδες σελίδες με μετρήσεις, φωτογραφίες, διαγράμματα και τεχνικές αξιολογήσεις. Καταγράφηκε η συμπεριφορά των αρμάτων μάχης απέναντι στο ωστικό κύμα, η αντοχή των οχυρώσεων, οι επιδόσεις των συστημάτων επικοινωνιών και η αποτελεσματικότητα των μονάδων απολύμανσης. Από επιχειρησιακή άποψη, οι στόχοι είχαν επιτευχθεί. Οι στρατιωτικοί σχεδιαστές πίστευαν ότι είχαν πλέον μια σαφέστερη εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να εξελιχθεί μια σύγκρουση στην πυρηνική εποχή.
Εκείνο που δεν μπορούσε να αξιολογηθεί τόσο εύκολα ήταν ο ανθρώπινος παράγοντας. Οι περισσότεροι συμμετέχοντες επέστρεψαν στις μονάδες τους και συνέχισαν τη στρατιωτική τους υπηρεσία χωρίς να γνωρίζουν ποιες ακριβώς δόσεις ακτινοβολίας είχαν δεχθεί ή για πόσο χρόνο είχαν παραμείνει σε μολυσμένες περιοχές. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αρκετοί βετεράνοι των ασκήσεων Desert Rock, Buster–Jangle, Teapot και Plumbbob υποστήριξαν αργότερα ότι δεν είχαν ενημερωθεί επαρκώς για τους πιθανούς κινδύνους της έκθεσης στην ιονίζουσα ακτινοβολία. Αντίστοιχα, στη Σοβιετική Ένωση, πολλοί συμμετέχοντες στο Operation Snowball δεσμεύονταν από αυστηρούς κανόνες απορρήτου και για δεκαετίες δεν μπορούσαν να μιλήσουν δημόσια ούτε για τη φύση της άσκησης ούτε για τις προσωπικές τους εμπειρίες.
Καθώς περνούσαν τα χρόνια, αρκετοί από αυτούς τους ανθρώπους απέδωσαν μεταγενέστερα προβλήματα υγείας στη συμμετοχή τους στις πυρηνικές ασκήσεις. Δημιουργήθηκαν ενώσεις βετεράνων, υποβλήθηκαν αιτήματα αποζημίωσης και ξεκίνησαν δικαστικές ή διοικητικές διαδικασίες που σε ορισμένες περιπτώσεις διήρκεσαν δεκαετίες. Είναι γεγονός ότι τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στη Ρωσία αναγνωρίστηκαν σταδιακά ορισμένες κατηγορίες συμμετεχόντων ως άτομα που είχαν εκτεθεί σε πυρηνικές δοκιμές. Ωστόσο, η ακριβής σχέση ανάμεσα στην έκθεση κάθε συμμετέχοντα και στην εμφάνιση συγκεκριμένων ασθενειών αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολο να τεκμηριωθεί επιστημονικά. Η βιολογία της ακτινοβολίας είναι ιδιαίτερα σύνθετη, ενώ οι ατομικές δόσεις, οι συνθήκες έκθεσης και οι μεταγενέστεροι παράγοντες κινδύνου διέφεραν σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Αυτό σημαίνει ότι, παρότι υπάρχουν τεκμηριωμένες περιπτώσεις επιβλαβούς έκθεσης, δεν είναι ιστορικά ή επιστημονικά ορθό να αποδίδεται κάθε μεταγενέστερη ασθένεια αποκλειστικά στις συγκεκριμένες ασκήσεις.
Ένα ακόμη στοιχείο που τροφοδότησε τη δημόσια συζήτηση ήταν το καθεστώς μυστικότητας. Στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Μόσχα αντιμετώπιζαν τα πυρηνικά προγράμματα ως ζητήματα ύψιστης εθνικής ασφάλειας. Πολλά έγγραφα παρέμειναν απόρρητα για δεκαετίες, ενώ σημαντικό μέρος των πληροφοριών αποχαρακτηρίστηκε μόνο μετά τη δεκαετία του 1980 ή ακόμη και μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτή η μακρόχρονη σιωπή είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα κενό πληροφόρησης μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν όχι μόνο βάσιμα ερωτήματα αλλά και υπερβολές, θρύλοι και θεωρίες που συχνά αναπαράγονται μέχρι σήμερα χωρίς επαρκή τεκμηρίωση.
Η περίπτωση του Semipalatinsk, στο σημερινό Καζακστάν, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της σύνθετης πραγματικότητας. Στην περιοχή πραγματοποιήθηκαν εκατοντάδες σοβιετικές πυρηνικές δοκιμές επί τέσσερις δεκαετίες, με αποτέλεσμα να υπάρξει πραγματική και καλά τεκμηριωμένη έκθεση πληθυσμών και περιβαλλοντική επιβάρυνση. Αντίστοιχα, στο αρχιπέλαγος της Novaya Zemlya, όπου δοκιμάστηκαν ορισμένα από τα ισχυρότερα πυρηνικά όπλα που κατασκευάστηκαν ποτέ, συμπεριλαμβανομένης της περίφημης Tsar Bomba το 1961, οι επιστημονικές και στρατιωτικές μελέτες συνέβαλαν στην κατανόηση των επιπτώσεων των πολύ μεγάλης ισχύος θερμοπυρηνικών εκρήξεων. Αν και οι περιοχές αυτές δεν συνδέονται άμεσα με ασκήσεις προέλασης στρατευμάτων όπως το Totskoye ή η Desert Rock, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ίδιας ιστορίας, της συνεχούς προσπάθειας των υπερδυνάμεων να μετρήσουν, να κατανοήσουν και τελικά να ενσωματώσουν το πυρηνικό όπλο στη στρατιωτική τους στρατηγική.
Παράλληλα, η ίδια η επιστήμη εξελισσόταν. Καθ’ όλη τη διάρκεια των δεκαετιών του 1960 και του 1970, η διεθνής επιστημονική κοινότητα βελτίωσε σημαντικά την κατανόησή της σχετικά με τις βιολογικές επιπτώσεις της ιονίζουσας ακτινοβολίας. Νέα επιδημιολογικά δεδομένα, μακροχρόνιες μελέτες επιζώντων από τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι και η συστηματική παρακολούθηση εργαζομένων σε πυρηνικές εγκαταστάσεις οδήγησαν στη σταδιακή αναθεώρηση πολλών αντιλήψεων που επικρατούσαν στις αρχές του ψυχρού πολέμου. Πρακτικές που τη δεκαετία του 1950 θεωρούνταν αποδεκτές δεν θα εγκρίνονταν πλέον με τα σημερινά επιστημονικά και ηθικά πρότυπα.
Ίσως όμως η σημαντικότερη κληρονομιά αυτών των ασκήσεων να μην αφορά ούτε τα στρατιωτικά δόγματα ούτε τις τεχνικές αναφορές. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο άλλαξε η αντίληψη για τον ίδιο τον πόλεμο. Μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η πυρηνική έκρηξη φάνταζε ως το τέλος κάθε οργανωμένης στρατιωτικής δραστηριότητας. Οι ασκήσεις της δεκαετίας του 1950 προσπάθησαν να αποδείξουν το αντίθετο, ότι ακόμη και μετά από μια ατομική έκρηξη ο πόλεμος θα μπορούσε να συνεχιστεί. Αυτή η ιδέα επηρέασε βαθιά τη στρατηγική σκέψη της εποχής, αλλά ταυτόχρονα αποκάλυψε και ένα βαθύ ανθρώπινο παράδοξο. Όσο περισσότερο οι υπερδυνάμεις μάθαιναν πώς να πολεμούν σε έναν πυρηνικό κόσμο, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσαν ότι ένας πραγματικός πυρηνικός πόλεμος δύσκολα θα μπορούσε να ελεγχθεί σύμφωνα με τα σχέδια των επιτελείων.
Με έναν παράδοξο τρόπο, οι ίδιες οι ασκήσεις που σχεδιάστηκαν για να προετοιμάσουν τις κοινωνίες για το αδιανόητο συνέβαλαν τελικά και στην κατανόηση του πόσο καταστροφικές θα ήταν οι συνέπειες μιας τέτοιας σύγκρουσης. Η συσσώρευση επιστημονικών δεδομένων, οι εμπειρίες των συμμετεχόντων και η διαρκώς αυξανόμενη ισχύς των πυρηνικών όπλων ενίσχυσαν σταδιακά τη λογική της αποτροπής. Η ιδέα ότι ένας πυρηνικός πόλεμος θα μπορούσε να «κερδηθεί» άρχισε να αμφισβητείται ακόμη και μέσα στους ίδιους τους στρατιωτικούς κύκλους που λίγα χρόνια νωρίτερα επιχειρούσαν να σχεδιάσουν τη διεξαγωγή του.
Πρόκειται για την μεγαλύτερη ειρωνεία αυτής της ιστορίας. Οι υπερδυνάμεις αφιέρωσαν τεράστιους οικονομικούς, επιστημονικούς και ανθρώπινους πόρους για να προετοιμαστούν για έναν πόλεμο που, ευτυχώς, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Ωστόσο, τα ίχνη εκείνης της προετοιμασίας παραμένουν ακόμη και σήμερα χαραγμένα σε πεδία δοκιμών, σε αποχαρακτηρισμένα αρχεία και στις προσωπικές μνήμες όσων βρέθηκαν, έστω και για λίγες ώρες, μέσα στον κόσμο που θα άφηνε πίσω του μια πραγματική πυρηνική έκρηξη.