Ο Charles Fort και τα “Damned Data”: Ο πρωτοπόρος που προσέφερε ενα ισχυρό θεμέλιο στην εναλλακτική γνωσιολογία και αναρωτήθηκε τι συμβαίνει με τα ζητήματα που η επιστήμη προτιμά να αφήνει έξω από το αφήγημά της.



Ο Charles Fort και τα “Damned Data”: Ο πρωτοπόρος που προσέφερε ενα ισχυρό θεμέλιο στην εναλλακτική γνωσιολογία και αναρωτήθηκε τι συμβαίνει με τα ζητήματα που η επιστήμη προτιμά να αφήνει έξω από το αφήγημά της.

 

Υπάρχουν άνθρωποι που αλλάζουν την ιστορία μιας επιστήμης μέσα από μια μεγάλη ανακάλυψη. Άλλοι που θεμελιώνουν μια νέα θεωρία ή επινοούν μια νέα τεχνολογία. Υπάρχουν όμως και ορισμένοι σπάνιοι στοχαστές που δεν προσπάθησαν να δώσουν απαντήσεις, αλλά τόλμησαν να αμφισβητήσουν τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται αυτό που αποκαλούμε ”επίσημη” γνώση. Σε αυτή τη μικρή και ιδιαίτερη κατηγορία ανήκει ο Charles Hoy Fort, ένας άνθρωπος που δεν υπήρξε πανεπιστημιακός, ούτε φυσικός, ούτε αστρονόμος, ούτε επαγγελματίας ερευνητής. Κι όμως, η επιρροή του επεκτάθηκε σε γενιές συγγραφέων, ερευνητών, δημοσιογράφων και επιστημόνων, αφήνοντας πίσω του μια ιδέα που συνεχίζει να προκαλεί συζητήσεις μέχρι σήμερα, τα περίφημα «καταδικασμένα δεδομένα» (Damned Data).

Με αυτή την έκφραση ο Fort δεν περιέγραφε ψευδείς πληροφορίες ούτε φανταστικές ιστορίες. Αναφερόταν σε γεγονότα που είχαν καταγραφεί, δημοσιευθεί ή παρατηρηθεί, αλλά στη συνέχεια απορρίφθηκαν, ξεχάστηκαν ή αγνοήθηκαν επειδή δεν ταίριαζαν με τις κυρίαρχες αντιλήψεις της εποχής τους. Δεν ισχυριζόταν ότι κάθε τέτοιο περιστατικό αποτελούσε απόδειξη κάποιου μυστηρίου. Αντίθετα, υποστήριζε ότι ο τρόπος με τον οποίο η ανθρώπινη γνώση επιλέγει ποια στοιχεία αξίζει να διατηρηθούν και ποια όχι, είναι από μόνος του ένα αντικείμενο που αξίζει να μελετηθεί. Αυτή η φαινομενικά απλή ιδέα επρόκειτο να μετατρέψει τον Charles Fort σε μια από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της εναλλακτικής γνωσιολογίας.

Ο Charles Hoy Fort γεννήθηκε το 1874 στο Όλμπανι της Νέας Υόρκης, σε μια εποχή κατά την οποία η επιστήμη γνώριζε μια πρωτοφανή περίοδο αισιοδοξίας. Ο ηλεκτρισμός άλλαζε τις πόλεις, η βιομηχανική επανάσταση βρισκόταν στην κορύφωσή της, η γεωλογία, η αστρονομία και η βιολογία αποκτούσαν ολοένα και πιο σταθερά θεωρητικά θεμέλια, ενώ η κοινωνία πίστευε ότι ο ορθολογισμός θα μπορούσε σύντομα να εξηγήσει σχεδόν κάθε φυσικό φαινόμενο. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Fort δεν στάθηκε απέναντι στην επιστήμη ως πολέμιος της. Στάθηκε απέναντι σε κάτι πολύ διαφορετικό, στην ανθρώπινη βεβαιότητα ότι ήδη γνωρίζει αρκετά ώστε να αποφασίζει ποια δεδομένα αξίζουν να επιβιώσουν.

Ο Fort δεν έζησε μια ”συνηθισμένη” ζωή. Μεγάλωσε σε ένα αυστηρό οικογενειακό περιβάλλον, εργάστηκε περιστασιακά ως δημοσιογράφος και συγγραφέας και πέρασε μεγάλο μέρος της νεότητάς του ταξιδεύοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Μεγάλη Βρετανία και στη Νότια Αφρική. Τα ταξίδια αυτά δεν του χάρισαν μόνο εμπειρίες, του καλλιέργησαν και μια βαθιά δυσπιστία απέναντι στις απόλυτες αφηγήσεις. Παρατηρούσε ότι κάθε κοινωνία θεωρούσε διαφορετικά πράγματα αυτονόητα, κάθε πολιτισμός ερμήνευε διαφορετικά τα ίδια γεγονότα και κάθε εποχή ήταν πεπεισμένη ότι είχε φτάσει πιο κοντά στην τελική αλήθεια από όλες τις προηγούμενες. Αυτή η διαπίστωση θα γινόταν αργότερα η φιλοσοφική βάση ολόκληρου του έργου του.

Επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη, αφιερώθηκε σε μια δραστηριότητα που έμελε να μετατραπεί στο έργο της ζωής του. Άρχισε να διαβάζει καθημερινά επιστημονικά περιοδικά, εφημερίδες, πρακτικά ακαδημιών, γεωλογικές εκθέσεις, αστρονομικά δελτία, περιοδικά φυσικής ιστορίας και κάθε είδους αρχειακό υλικό μπορούσε να βρει. Περνούσε ατελείωτες ώρες στις βιβλιοθήκες, ιδιαίτερα στη δημόσια βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης και αργότερα στο Βρετανικό Μουσείο, αντιγράφοντας με το χέρι μικρές ειδήσεις, ασυνήθιστες παρατηρήσεις και επιστημονικές αναφορές που οι περισσότεροι αναγνώστες θα προσπερνούσαν χωρίς δεύτερη σκέψη.

Σιγά-σιγά συγκέντρωσε δεκάδες χιλιάδες χειρόγραφες σημειώσεις. Κάποιοι βιογράφοι του εκτιμούν ότι οι κάρτες και τα αποκόμματά του ξεπερνούσαν τις εξήντα χιλιάδες. Δεν τον ενδιέφερε αν μια πληροφορία προερχόταν από κάποιον αγρότη, έναν ναυτικό ή έναν καθηγητή πανεπιστημίου. Εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν αν το περιστατικό είχε καταγραφεί με σοβαρότητα και αν φαινόταν να αντιστέκεται στις εύκολες εξηγήσεις.

Ανάμεσα στις σημειώσεις του συναντούσε κανείς αναφορές για βροχές ψαριών και βατράχων, περίεργες πτώσεις πάγου μέσα στο κατακαλόκαιρο, ανεξήγητες εκρήξεις στον ουρανό, παράξενα φώτα, ασυνήθιστα μετεωρολογικά φαινόμενα, αντικείμενα που έμοιαζαν να πέφτουν από τον ουρανό χωρίς προφανή προέλευση, παράξενες εξαφανίσεις, αλλόκοτες αστρονομικές παρατηρήσεις και δεκάδες ακόμη γεγονότα που δεν ταίριαζαν εύκολα στις επιστημονικές ερμηνείες της εποχής.

Σημαντικό είναι ότι ο Fort δεν αντιμετώπιζε όλα αυτά ως αποδείξεις του υπερφυσικού. Συχνά ήταν ο πρώτος που σατίριζε τις εύκολες και εντυπωσιακές εξηγήσεις. Εκείνο που τον απασχολούσε δεν ήταν να αποδείξει την ύπαρξη εξωγήινων, εξωδιαστατικών, υπερφυσικών δυνάμεων ή χαμένων πολιτισμών. Ήθελε να κατανοήσει γιατί ορισμένα δεδομένα εξαφανίζονταν από τη συλλογική μνήμη μόλις δημιουργούσαν αμηχανία.

Το 1919 δημοσίευσε το πρώτο και ίσως σημαντικότερο βιβλίο του, “The Book of the Damned”. Ο τίτλος δεν ήταν τυχαίος. Οι «καταδικασμένοι» δεν ήταν οι άνθρωποι ούτε τα φαινόμενα. Καταδικασμένα ήταν τα ίδια τα δεδομένα. Ήταν εκείνες οι πληροφορίες που είχαν εξοριστεί από το κυρίαρχο επιστημονικό αφήγημα, όχι απαραίτητα επειδή είχαν αποδειχθεί λανθασμένες, αλλά επειδή δεν μπορούσαν να ενσωματωθούν εύκολα στις θεωρίες της εποχής.

Η επιλογή της λέξης damned είχε βαθιά συμβολική σημασία. Στην αγγλική γλώσσα δεν σημαίνει μόνο καταραμένος η καταδικασμένος. Σημαίνει και κάτι που έχει αποβληθεί, αποκλειστεί ή απορριφθεί. Ο Fort υποστήριζε ότι κάθε εποχή δημιουργεί τα δικά της «ορθά» δεδομένα και, ταυτόχρονα, ένα τεράστιο νεκροταφείο πληροφοριών που θεωρούνται άβολες ή ενοχλητικές. Κατά την άποψή του, η επιστήμη δεν προχωρά μόνο προσθέτοντας νέες γνώσεις. Προχωρά επίσης αποκλείοντας πληροφορίες που θεωρεί ασύμβατες με το υπάρχον μοντέλο. Και αυτό, έλεγε, είναι μια απολύτως ανθρώπινη διαδικασία, όχι απαραίτητα μια κακόβουλη συνωμοσία.

Η σκέψη αυτή ήταν εξαιρετικά προχωρημένη για τις αρχές του 20ού αιώνα. Δεκαετίες πριν ο Thomas Kuhn μιλήσει για τις επιστημονικές επαναστάσεις και τις αλλαγές παραδείγματος, ο Fort είχε ήδη διατυπώσει την ιδέα ότι η γνώση δεν εξελίσσεται μόνο μέσω νέων ανακαλύψεων, αλλά και μέσω της συνεχούς αναδιαπραγμάτευσης του τι θεωρείται αποδεκτό. Με χιούμορ, ειρωνεία και φιλοσοφική διάθεση, αμφισβητούσε όχι την επιστήμη ως μέθοδο, αλλά την ανθρώπινη τάση να μετατρέπει κάθε προσωρινή θεωρία σε αδιαμφισβήτητη βεβαιότητα.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότεροι αναγνώστες του τον παρεξήγησαν. Κάποιοι τον θεώρησαν αποκρυφιστή. Άλλοι τον χαρακτήρισαν πρόδρομο της ufo/uap γνωσιολογίας. Άλλοι πίστεψαν ότι πολεμούσε την επιστήμη. Στην πραγματικότητα, ο Charles Fort δεν ζητούσε από τους ανθρώπους να πιστέψουν περισσότερο. Ζητούσε να είναι πρόθυμοι να αμφισβητήσουν περισσότερο. Αυτή είναι μια διαφορά που συχνά χάνεται η παρεξηγείται ακόμη και σήμερα.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη συνεισφορά του. Ο Fort δεν μας άφησε μια θεωρία για το πώς λειτουργεί ο κόσμος. Μας άφησε μια διαφορετική στάση απέναντι στη γνώση. Μας υπενθύμισε ότι κάθε φορά που λέμε «αυτό αποκλείεται», αξίζει να αναρωτηθούμε αν αποκλείεται πράγματι το ίδιο το γεγονός ή αν απλώς δεν χωρά ακόμη στο μοντέλο με το οποίο προσπαθούμε να το εξηγήσουμε.

Από αυτήν ακριβώς τη σκέψη θα γεννηθεί η επιρροή του σε ολόκληρες γενιές ερευνητών, συγγραφέων και στοχαστών. Και αυτή η επιρροή θα αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερη από όσο θα μπορούσε να φανταστεί ο ίδιος, καθώς τα «Damned Data» θα αποτελέσουν τη βάση πάνω στην οποία θα οικοδομηθεί σχεδόν ολόκληρη η σύγχρονη έρευνα γύρω από τα ανεξήγητα φαινόμενα.

Εάν το πρώτο βιβλίο του Charles Fort αποτελούσε μια συλλογή από παράξενα περιστατικά, τότε η πραγματική του συνεισφορά δεν βρισκόταν στις ίδιες τις ιστορίες αλλά στον τρόπο με τον οποίο τις αντιμετώπιζε. Σε αντίθεση με πολλούς μεταγενέστερους συγγραφείς του ανεξήγητου, ο Fort δεν επιδίωκε να πείσει τον αναγνώστη ότι τα παράδοξα αποτελούν αποδείξεις κάποιας μυστικής δύναμης, εξωγήινης παρουσίας ή άγνωστης τεχνολογίας. Εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν πολύ πιο θεμελιώδες, πώς αποφασίζει μια κοινωνία ποια δεδομένα θεωρεί αξιόπιστα και ποια οδηγεί σιωπηλά στο περιθώριο.

Αυτό ακριβώς ήταν η ουσία των περίφημων Damned Data. Δεν επρόκειτο για δεδομένα που είχαν αποδειχθεί ψευδή. Δεν ήταν απατεωνιές, λαϊκές δοξασίες ή φανταστικές ιστορίες. Ήταν περιστατικά που είχαν δημοσιευθεί σε εφημερίδες, είχαν καταγραφεί από αστρονόμους, γεωλόγους, μετεωρολόγους, ναυτικούς ή κρατικούς λειτουργούς, αλλά στη συνέχεια εγκαταλείφθηκαν επειδή δεν μπορούσαν να εξηγηθούν ικανοποιητικά με τις διαθέσιμες θεωρίες. Ο Fort θεωρούσε ότι το ενδιαφέρον δεν βρισκόταν αποκλειστικά στο ίδιο το φαινόμενο, αλλά στη διαδικασία με την οποία η επιστημονική κοινότητα επέλεγε να το αγνοήσει.

Για να καταστήσει σαφή αυτή τη σκέψη, χρησιμοποιούσε συχνά την ειρωνεία. Παρατηρούσε ότι κάθε εποχή έχει την τάση να θεωρεί τις δικές της επιστημονικές αντιλήψεις σχεδόν τελικές, λες και η ανθρώπινη γνώση έχει ήδη φτάσει στο ανώτατο δυνατό σημείο της. Όμως η ιστορία της επιστήμης δείχνει ακριβώς το αντίθετο. Υπήρξαν εποχές κατά τις οποίες ήταν αδιανόητη η ύπαρξη μικροβίων, η μετατόπιση των ηπείρων, οι μετεωρίτες, τα βακτήρια που προκαλούν έλκος ή ακόμη και η ύπαρξη άλλων γαλαξιών πέρα από τον δικό μας. Όλες αυτές οι ιδέες κάποτε θεωρούνταν αδύνατες ή ακόμη και γελοίες, μέχρι που νέα δεδομένα ανάγκασαν την επιστήμη να επεκτείνει το θεωρητικό της πλαίσιο.

Ο Fort, λοιπόν, δεν έλεγε ότι κάθε ανεξήγητο περιστατικό θα αποδειχθεί αργότερα αληθινό. Έλεγε κάτι πιο μετριοπαθές αλλά και πιο προκλητικό, ότι η απόρριψη ενός δεδομένου επειδή δεν ταιριάζει στην τρέχουσα θεωρία δεν αποτελεί απόδειξη πως το ίδιο το δεδομένο είναι αναληθές. Με άλλα λόγια, τα μοντέλα μας για την πραγματικότητα δεν είναι η ίδια η πραγματικότητα. Είναι εργαλεία που προσπαθούν να την περιγράψουν, και όπως κάθε εργαλείο έχουν όρια.

Αυτή η διάκριση εξηγεί γιατί τα βιβλία του δεν διαβάζονται σαν εγκυκλοπαίδειες μυστηρίων αλλά σαν μια διαρκής άσκηση αμφισβήτησης. Σε πολλά σημεία, ο ίδιος σαρκάζει ακόμη και τις δικές του υποθέσεις. Διατυπώνει μια πιθανή εξήγηση μόνο και μόνο για να την ανατρέψει λίγες σελίδες αργότερα, υπενθυμίζοντας στον αναγνώστη ότι καμία θεωρία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τελική. Αυτή η αυτοκριτική στάση τον διαφοροποιεί από μεγάλο μέρος της μεταγενέστερης παραφιλολογίας, η οποία συχνά αντιμετωπίζει κάθε ανεξήγητο περιστατικό ως επιβεβαίωση μιας ήδη προαποφασισμένης πεποίθησης.

Οι θεματικές που συγκέντρωνε ήταν εντυπωσιακά ευρείες. Κατέγραφε βροχές ζώων και αντικειμένων, ανεξήγητες φωτεινές σφαίρες, παράδοξες αστρονομικές παρατηρήσεις, μυστηριώδεις εξαφανίσεις, γεωλογικά φαινόμενα που δεν μπορούσαν να ερμηνευθούν με τα διαθέσιμα δεδομένα της εποχής, αλλόκοτες ατμοσφαιρικές εκδηλώσεις και κάθε είδους ανωμαλία που έμοιαζε να αντιστέκεται στις καθιερωμένες εξηγήσεις. Δεν ισχυριζόταν ότι όλες αυτές οι περιπτώσεις συνδέονταν μεταξύ τους. Αντίθετα, πίστευε ότι η αξία τους βρισκόταν ακριβώς στη διαφορετικότητά τους. Ήταν μικρές υπενθυμίσεις ότι η φύση είναι πιθανότατα πιο περίπλοκη από τα θεωρητικά μας σχήματα.

Η στάση αυτή τον έφερε σε σύγκρουση τόσο με τους αυστηρούς σκεπτικιστές όσο και με όσους αναζητούσαν εύκολες μεταφυσικές απαντήσεις. Οι πρώτοι τον κατηγορούσαν ότι δίνει υπερβολική σημασία σε αναξιόπιστες αναφορές. Οι δεύτεροι απογοητεύονταν επειδή δεν υιοθετούσε τις εντυπωσιακές εξηγήσεις που περίμεναν. Ο ίδιος έμοιαζε να κινείται διαρκώς σε μια ενδιάμεση θέση. Δεν ζητούσε πίστη. Ζητούσε υπομονή. Δεν ζητούσε να εγκαταλείψουμε την επιστημονική μέθοδο. Ζητούσε να τη χρησιμοποιούμε με αρκετή ταπεινότητα ώστε να παραδεχόμαστε ότι ίσως υπάρχουν ακόμη γεγονότα που δεν έχουμε κατανοήσει.

Αυτή η φιλοσοφία αποδείχθηκε πολύ πιο διαχρονική από όσο φαινόταν στις αρχές του 20ού αιώνα. Λίγες δεκαετίες αργότερα, ο ιστορικός της επιστήμης Thomas Kuhn θα περιέγραφε τις «επιστημονικές επαναστάσεις», εξηγώντας ότι τα κυρίαρχα παραδείγματα δεν αλλάζουν επειδή συγκεντρώνουν μόνο επιτυχίες, αλλά επειδή κάποια στιγμή συσσωρεύονται αρκετές ανωμαλίες, που δεν μπορούν πλέον να αγνοηθούν. Ο φιλόσοφος Paul Feyerabend θα αμφισβητούσε την ύπαρξη μιας μοναδικής επιστημονικής μεθόδου, ενώ ο Michael Polanyi θα τόνιζε ότι η επιστημονική γνώση περιλαμβάνει και άρρητες, ανθρώπινες διαστάσεις που δεν χωρούν εύκολα σε αυστηρούς κανόνες. Ο Fort δεν ήταν φιλόσοφος της επιστήμης με την ακαδημαϊκή έννοια, όμως είχε διαισθανθεί πολύ νωρίς ότι η ιστορία της γνώσης είναι πιο σύνθετη από μια απλή γραμμική πορεία προς την αλήθεια.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι τα Damned Data αποτέλεσαν τη μήτρα από την οποία γεννήθηκε αργότερα ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης εναλλακτικής γνωσιολογίας. Η ufo/uap γνωσιολογία, η κρυπτοζωολογία, η παραψυχολογία, η έρευνα των ανεξήγητων ατμοσφαιρικών φαινομένων και δεκάδες ακόμη πεδία επηρεάστηκαν άμεσα ή έμμεσα από τον τρόπο σκέψης του. Δυστυχώς, σε πολλές περιπτώσεις διατήρησαν μόνο τη συλλογή των παράξενων ιστοριών και όχι την κριτική μεθοδολογία που χαρακτήριζε τον ίδιο τον Fort. Έτσι, το όνομά του συνδέθηκε συχνά με θεωρίες που πιθανότατα ο ίδιος θα αντιμετώπιζε με τον ίδιο σκεπτικισμό που αντιμετώπιζε και τις κυρίαρχες επιστημονικές βεβαιότητες.

Κι όμως, περισσότερο από έναν αιώνα μετά την έκδοση του “The Book of the Damned”, η βασική του ερώτηση παραμένει εξαιρετικά σύγχρονη. Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, των μεγάλων βάσεων δεδομένων και των αλγορίθμων που φιλτράρουν καθημερινά αμέτρητες πληροφορίες, ίσως αξίζει να αναρωτηθούμε αν τα «καταδικασμένα δεδομένα» εξακολουθούν να υπάρχουν. Μόνο που σήμερα δεν χάνονται απαραίτητα επειδή κάποιος τα αγνοεί. Ίσως χάνονται επειδή οι μηχανισμοί που οργανώνουν την πληροφορία αποφασίζουν ότι δεν είναι αρκετά σημαντικά ώστε να τα δούμε ποτέ.

Αυτό είναι ίσως το πιο προφητικό στοιχείο της σκέψης του Charles Fort. Δεν μας προειδοποίησε απλώς για τα δεδομένα που αποκλείονται. Μας προειδοποίησε για την ανθρώπινη τάση να πιστεύει ότι όσα βλέπει αποτελούν πάντοτε το σύνολο της πραγματικότητας, ενώ συχνά είναι μόνο ένα μικρό μέρος της.

Ο Charles Fort πέθανε το 1932, χωρίς να προλάβει να δει την έκρηξη του ενδιαφέροντος για τα ανεξήγητα φαινόμενα που θα ακολουθούσε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν έζησε την εποχή της έξαρσης των ufo/uap φαινομένων, των αποχαρακτηρισμένων στρατιωτικών αρχείων, των δορυφόρων, των ηλεκτρονικών αισθητήρων και των παγκόσμιων δικτύων επικοινωνίας. Κι όμως, με έναν παράδοξο τρόπο, η σκέψη του μοιάζει να διατρέχει ολόκληρη αυτή τη μεταπολεμική ιστορία σαν ένα αόρατο νήμα. Σχεδόν κάθε σοβαρός ερευνητής που επιχείρησε να μελετήσει το ανεξήγητο χωρίς να εγκαταλείψει την κριτική σκέψη, βρέθηκε κάποια στιγμή αντιμέτωπος με τις ιδέες του.

Η πιο άμεση απόδειξη αυτής της επιρροής υπήρξε η ίδρυση της “Fortean Society” το 1931, λίγο πριν από τον θάνατό του. Η εταιρεία αυτή δημιουργήθηκε με σκοπό να συνεχίσει τη συλλογή, την αρχειοθέτηση και τη μελέτη ασυνήθιστων περιστατικών από κάθε γωνιά του κόσμου. Δεν επρόκειτο για μια λέσχη αποκρυφιστών ούτε για μια οργάνωση που επιδίωκε να αποδείξει συγκεκριμένες θεωρίες. Η φιλοσοφία της παρέμενε κοντά στον ίδιο τον Fort, να καταγράφει ό,τι φαίνεται να ξεφεύγει από τις συμβατικές εξηγήσεις, χωρίς να προδικάζει ποια θα είναι η τελική του ερμηνεία.

Από αυτή τη δεξαμενή ιδεών θα αντλήσουν έμπνευση δεκάδες συγγραφείς κατά τις επόμενες δεκαετίες. Ένας από τους σημαντικότερους είναι αναμφίβολα ο Γάλλος αστρονόμος και επιστήμονας υπολογιστών Jacques Vallée. Αν και ο Vallée εργάστηκε μέσα στον χώρο της πληροφορικής και της αστρονομίας, η προσέγγισή του στα φαινόμενα των ufo/uap παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη ομοιότητα με εκείνη του Fort. Δεν αντιμετώπισε ποτέ κάθε αναφορά ως απόδειξη εξωγήινης παρουσίας, αλλά ούτε και ως κάτι που πρέπει να απορριφθεί αυτόματα. Αντίθετα, υποστήριξε ότι το ίδιο το σύνολο των ανεξήγητων αναφορών αποτελεί ένα κοινωνικό και επιστημονικό δεδομένο που αξίζει να μελετηθεί ανεξάρτητα από την τελική του εξήγηση.

Η σκέψη αυτή θυμίζει έντονα τα Damned Data. Όχι επειδή ο Vallée επαναλαμβάνει τον Fort, αλλά επειδή αντιμετωπίζει τα φαινόμενα ως πληροφορίες που προηγούνται των θεωριών. Στα έργα του, όπως το “Passport to Magonia” του 1969 ή το “Dimensions” το 1988, ο Vallée επιχείρησε να συνδέσει σύγχρονες αναφορές ufo/uap με πολύ παλαιότερες παραδόσεις για νεράιδες, αγγέλους, δαιμονικές εμφανίσεις και άλλα παράδοξα φαινόμενα, σε συνέχεια των απόψεων του John A. Keel. Δεν πρότεινε μια οριστική απάντηση. Πρότεινε ότι ίσως η ανθρώπινη εμπειρία περιλαμβάνει ένα ευρύτερο φάσμα φαινομένων από αυτό που επιτρέπει το κυρίαρχο επιστημονικό μοντέλο να εξετάσει.

Παρόμοια επιρροή συναντά κανείς και στον δημοσιογράφο John Keel, ο οποίος έγινε γνωστός μέσα από το “The Mothman Prophecies” του 1975. Ο Keel απομακρύνθηκε επίσης από την απλή υπόθεση των «διαστημικών επισκεπτών» και στράφηκε στη μελέτη ενός πολύ πιο πολύπλοκου συνόλου παραδόξων περιστατικών. Παρατηρούσε ότι ανεξάρτητα από το αν μιλούσε κανείς για ufo/uap, ανεξήγητα πλάσματα, πολτεργκάιστ ή παράξενες συμπτώσεις, συχνά εμφανίζονταν επαναλαμβανόμενα μοτίβα που δεν μπορούσαν να ταξινομηθούν εύκολα σε μία μόνο κατηγορία. Αυτή ακριβώς η άρνηση να εγκλωβιστούν τα δεδομένα σε μία προκαθορισμένη εξήγηση αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική κληρονομιά του Fort.

Η επιρροή του, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην ufo/uap γνωσιολογία. Μπορεί κανείς να τη διακρίνει σχεδόν σε κάθε πεδίο που ασχολείται με τα όρια της καθιερωμένης γνώσης. Η κρυπτοζωολογία, που μελετά αναφορές για άγνωστα ζώα, όπως και η έρευνα των ανεξήγητων ατμοσφαιρικών φαινομένων, οι καταγραφές παράξενων γεωλογικών συμβάντων, ακολουθούν άλλοτε συνειδητά και άλλοτε ασυνείδητα, το ίδιο μοτίβο, πρώτα συλλογή και τεκμηρίωση των δεδομένων και μόνο στη συνέχεια προσπάθεια ερμηνείας τους.

Ίσως όμως το πιο ενδιαφέρον είναι ότι η σκέψη του Fort αποκτά μια νέα διάσταση στην εποχή του διαδικτύου. Στις αρχές του 20ού αιώνα, το πρόβλημα ήταν η έλλειψη πληροφοριών. Ο Fort έπρεπε να αναζητά με τις ώρες μέσα σε βιβλιοθήκες για να εντοπίσει μία και μόνο μικρή είδηση που είχε δημοσιευθεί σε μια τοπική εφημερίδα δεκαετίες νωρίτερα. Σήμερα συμβαίνει σχεδόν το αντίθετο. Οι πληροφορίες είναι αμέτρητες, αλλά ο άνθρωπος αδυνατεί να τις επεξεργαστεί όλες. Τη θέση του βιβλιοθηκονόμου έχουν αναλάβει οι αλγόριθμοι των μηχανών αναζήτησης, των κοινωνικών δικτύων και των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, οι οποίοι επιλέγουν καθημερινά ποιο περιεχόμενο θα αναδειχθεί και ποιο θα παραμείνει αόρατο.

Αυτό γεννά ένα νέο, εξαιρετικά επίκαιρο ερώτημα, υπάρχουν σήμερα νέα Damned Data; Όχι επειδή τα απορρίπτει κάποια επιστημονική επιτροπή, αλλά επειδή χάνονται μέσα στον τεράστιο όγκο των πληροφοριών ή επειδή οι αλγόριθμοι τα θεωρούν μη σημαντικά. Ένα γεγονός που δεν συγκεντρώνει αρκετή προσοχή, που δεν γίνεται δημοφιλές ή που δεν ταιριάζει στα πρότυπα ταξινόμησης μιας ψηφιακής πλατφόρμας, μπορεί πρακτικά να εξαφανιστεί από τη συλλογική αντίληψη, ακόμη κι αν είναι απολύτως πραγματικό.

Εδώ η σκέψη του Fort μοιάζει σχεδόν προφητική. Εκείνος μιλούσε για δεδομένα που εξορίζονται από τα επιστημονικά εγχειρίδια. Σήμερα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για δεδομένα που εξορίζονται από την ίδια την ψηφιακή ορατότητα. Η διαδικασία είναι διαφορετική, όμως η ουσία παραμένει εντυπωσιακά παρόμοια. Η ανθρώπινη γνώση εξακολουθεί να φιλτράρεται. Η μόνη διαφορά είναι ότι το φίλτρο δεν είναι πλέον μόνο οι επιστημονικές παραδοχές, αλλά και τα πληροφοριακά οικοσυστήματα που οργανώνουν τον τρόπο με τον οποίο ερχόμαστε σε επαφή με την πραγματικότητα.

Ίσως γι’ αυτό ο Charles Fort παραμένει τόσο επίκαιρος έναν αιώνα μετά. Δεν μας δίδαξε να πιστεύουμε περισσότερο στα παράξενα. Μας δίδαξε να εξετάζουμε προσεκτικότερα τον τρόπο με τον οποίο γεννιούνται οι βεβαιότητές μας. Και αυτή η στάση, σε μια εποχή όπου η πληροφορία είναι άφθονη αλλά η προσοχή σπάνια, ίσως αποδειχθεί πιο πολύτιμη από ποτέ.

Στο σημείο αυτό, ο Fort παύει να είναι απλώς μια ιστορική προσωπικότητα της εναλλακτικής γνωσιολογίας. Μετατρέπεται σε έναν διαχρονικό συνομιλητή κάθε ανθρώπου που επιθυμεί να εξερευνήσει τα όρια της γνώσης χωρίς να θυσιάσει ούτε την περιέργεια ούτε την κριτική του σκέψη. Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη κληρονομιά που άφησε πίσω του.

Είναι εύκολο να θυμάται κανείς τον Charles Fort ως τον άνθρωπο που συγκέντρωνε παράξενες ιστορίες. Είναι όμως πολύ πιο δύσκολο να αντιληφθεί ότι πίσω από τις χιλιάδες καταγραφές του κρυβόταν ένα ολοκληρωμένο φιλοσοφικό εγχείρημα. Ο ίδιος δεν ενδιαφερόταν να δημιουργήσει μια νέα θρησκεία του ανεξήγητου ούτε να αντικαταστήσει την επιστήμη με κάποια διαφορετική κοσμοθεωρία. Αντίθετα, επιδίωκε να υπενθυμίσει ότι κάθε σύστημα γνώσης, όσο επιτυχημένο κι αν είναι, οφείλει να αφήνει πάντα χώρο για την αμφιβολία. Για τον Fort, η περιέργεια δεν ήταν αντίπαλος της επιστήμης, ήταν η κινητήρια δύναμή της.

Η διανοητική αυτή στάση αποτυπώθηκε στα πέντε δημοσιευμένα βιβλία του, τα οποία, αν και διαφορετικά μεταξύ τους, αποτελούν ουσιαστικά διαδοχικά κεφάλαια της ίδιας αναζήτησης.

Το πρώτο έργο του, The Outcast Manufacturers (1909), είναι το μοναδικό του μυθιστόρημα. Πρόκειται για ένα σατιρικό έργο μυθοπλασίας που εξερευνά με χιούμορ και κοινωνική κριτική τις αντιφάσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της οργανωμένης κοινωνίας. Αν και δεν γνώρισε ιδιαίτερη εμπορική επιτυχία, αποκαλύπτει ήδη τη διάθεση του Fort να αμφισβητεί τις καθιερωμένες αντιλήψεις και να παρατηρεί την πραγματικότητα μέσα από μια ασυνήθιστη οπτική.

Δέκα χρόνια αργότερα ακολούθησε το βιβλίο που έμελλε να τον καταστήσει διαχρονικό, το “The Book of the Damned” του 1919. Εδώ παρουσιάζει εκατοντάδες αναφορές για παράξενα φυσικά και αστρονομικά φαινόμενα, βροχές ζώων, ανεξήγητες πτώσεις αντικειμένων, ασυνήθιστες ουράνιες εμφανίσεις και δεκάδες ακόμη περιστατικά που είχαν καταγραφεί αλλά στη συνέχεια εγκαταλείφθηκαν από την επιστημονική συζήτηση. Περισσότερο όμως από μια συλλογή παραδόξων, το βιβλίο αποτελεί ένα φιλοσοφικό δοκίμιο πάνω στα όρια της ανθρώπινης γνώσης.

Το New Lands (1923) διεύρυνε ακόμη περισσότερο αυτή την προβληματική. Ο Fort στρέφει το ενδιαφέρον του προς τον ουρανό και το Διάστημα, εξετάζοντας ανεξήγητες αστρονομικές παρατηρήσεις, περίεργα ουράνια αντικείμενα και φαινόμενα που δεν ταίριαζαν με τα τότε αποδεκτά κοσμολογικά μοντέλα. Δεν προτείνει μια νέα αστρονομία, προτείνει έναν νέο τρόπο να αντιμετωπίζουμε τις αστρονομικές ανωμαλίες, χωρίς να τις απορρίπτουμε βιαστικά.

Στο Lo! (1931), ίσως το πιο ώριμο έργο του, ο Fort επιστρέφει σε μια ευρύτερη καταγραφή παράξενων φυσικών και κοινωνικών φαινομένων. Το ύφος του γίνεται ακόμη πιο σατιρικό, ενώ οι φιλοσοφικές του παρατηρήσεις αποκτούν μεγαλύτερο βάθος. Αντί να επιδιώκει να καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα, φαίνεται να απολαμβάνει την ίδια τη διαδικασία της αμφισβήτησης, υπενθυμίζοντας συνεχώς στον αναγνώστη ότι η πραγματικότητα πιθανότατα είναι πολύ πιο περίπλοκη από τις θεωρίες που χρησιμοποιούμε για να την περιγράψουμε.

Το τελευταίο του βιβλίο, Wild Talents (1932), εκδόθηκε λίγο πριν από τον θάνατό του. Εδώ συγκεντρώνει αναφορές που αφορούν ανεξήγητες ανθρώπινες ικανότητες, παράξενες συμπτώσεις, ψυχικά φαινόμενα και άλλα περιστατικά που κινούνται στα όρια της ψυχολογίας και της παραψυχολογίας. Ακόμη και σε αυτό το έργο, ωστόσο, παραμένει συνεπής στη βασική του αρχή, δεν παρουσιάζει αυτές τις ιστορίες ως αποδείξεις, αλλά ως ερωτήματα που αξίζουν να παραμείνουν ανοιχτά.

Παρατηρώντας συνολικά το έργο του, γίνεται φανερό ότι ο Charles Fort δεν έγραψε πέντε ανεξάρτητα βιβλία. Έγραψε πέντε διαφορετικές προσεγγίσεις πάνω στο ίδιο θεμελιώδες ερώτημα, τι συμβαίνει με τα γεγονότα που δεν χωρούν εύκολα στις θεωρίες μας;

Ίσως γι’ αυτό εξακολουθεί να εμπνέει τόσο διαφορετικούς ανθρώπους. Από επιστήμονες που ενδιαφέρονται για την ιστορία της γνώσης μέχρι ερευνητές των ufo/uap, συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας, δημοσιογράφους, ιστορικούς των ιδεών και μελετητές της ανθρώπινης αντίληψης. Ο καθένας αναγνωρίζει στον Fort κάτι διαφορετικό. Άλλοι βλέπουν έναν σκεπτικιστή, άλλοι έναν ρομαντικό συλλέκτη του παράξενου, άλλοι έναν πρόδρομο της διαθεματικής έρευνας. Ίσως όλοι να έχουν δίκιο, γιατί ο ίδιος αρνήθηκε να περιορίσει τον εαυτό του σε μία μόνο ταυτότητα.

Και ίσως εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο μάθημα που μας αφήνει. Η πραγματική πρόοδος της γνώσης δεν προκύπτει όταν υπερασπιζόμαστε πεισματικά όσα ήδη γνωρίζουμε, αλλά όταν έχουμε το θάρρος να εξετάσουμε με σοβαρότητα εκείνα που ακόμη δεν μπορούμε να εξηγήσουμε. Όχι για να τα μετατρέψουμε σε νέα δόγματα, αλλά για να τα χρησιμοποιήσουμε ως υπενθύμιση ότι η ανθρώπινη κατανόηση παραμένει πάντοτε ένα έργο σε εξέλιξη.

Περισσότερο από έναν αιώνα μετά την έκδοση του “The Book of the Damned”, ο κόσμος έχει αλλάξει ριζικά. Τα τηλεσκόπια έχουν αντικατασταθεί από διαστημικά παρατηρητήρια, οι βιβλιοθήκες από ψηφιακά αρχεία, οι χειρόγραφες σημειώσεις από τεράστιες βάσεις δεδομένων και η αναζήτηση πληροφοριών από αλγορίθμους τεχνητής νοημοσύνης που επεξεργάζονται δισεκατομμύρια δεδομένα μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα.

Κι όμως, το βασικό ερώτημα του Charles Fort παραμένει αναπάντητο.

Ποιος αποφασίζει ποια δεδομένα αξίζει να θυμόμαστε και ποια όχι;

Σήμερα τα Damned Data ίσως να μην καταλήγουν στα συρτάρια μιας βιβλιοθήκης. Ίσως να χάνονται μέσα στον ατελείωτο θόρυβο της ψηφιακής πληροφορίας, να παραμένουν θαμμένα σε ξεχασμένες βάσεις δεδομένων ή να μην εμφανίζονται ποτέ μπροστά μας επειδή κάποιος αλγόριθμος έκρινε ότι δεν είναι αρκετά σχετικά. Η μορφή της λήθης άλλαξε. Η ουσία της, όμως, παραμένει εκπληκτικά ίδια.

Ίσως, τελικά, αυτή να είναι η μεγαλύτερη παρακαταθήκη του Charles Fort. Δεν μας ζήτησε να πιστέψουμε στις βροχές βατράχων, στα παράξενα ουράνια φώτα ή στα ανεξήγητα περιστατικά που κατέγραφε με επιμονή. Μας ζήτησε κάτι πολύ δυσκολότερο, να αποκτήσουμε την πνευματική ταπεινότητα να παραδεχόμαστε ότι η πραγματικότητα είναι πάντοτε μεγαλύτερη από τα μοντέλα με τα οποία προσπαθούμε να την περιγράψουμε.

Και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που, περισσότερο από ενενήντα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Charles Fort εξακολουθεί να θεωρείται μία από τις σημαντικότερες μορφές της εναλλακτικής γνωσιολογίας. Όχι επειδή έδωσε τις απαντήσεις, αλλά επειδή διατύπωσε τις σωστές ερωτήσεις.

Σε μια εποχή όπου η πληροφορία πολλαπλασιάζεται ταχύτερα από την ανθρώπινη δυνατότητα να την κατανοήσει, το πραγματικό μήνυμα του Fort ίσως να είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Ανάμεσα σε όσα γνωρίζουμε και σε όσα πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε, υπάρχει πάντοτε ένας χώρος γεμάτος αβεβαιότητα, περιέργεια και αναπάντητα ερωτήματα.

Εκεί ακριβώς, στα όρια του αποδεκτού και του ανεξερεύνητου, συνεχίζουν να βρίσκονται τα Damned Data. Όχι ως αποδείξεις ενός κρυμμένου κόσμου, αλλά ως διαρκής υπενθύμιση ότι η ιστορία της ανθρώπινης γνώσης δεν γράφεται μόνο από τις βεβαιότητες που επιβεβαιώνονται, αλλά και από τις απορίες που επιμένουν να μην σβήνουν.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…