Backrooms: Από μια ανώνυμη εικόνα στο 4chan έως τη γέννηση ενός σύγχρονου ψηφιακού αστικού μύθου που πέρασε από το διαδίκτυο στο Hollywood


Backrooms: Από μια ανώνυμη εικόνα στο 4chan έως τη γέννηση ενός σύγχρονου ψηφιακού αστικού μύθου που πέρασε από το διαδίκτυο στο Hollywood

 

Με αφορμή το πρόσφατο κινηματογραφικό φιλμ Backrooms, το οποίο παρουσίασε στη μεγάλη οθόνη ένα από τα πιο χαρακτηριστικά φαινόμενα της σύγχρονης διαδικτυακής κουλτούρας, χιλιάδες χρήστες του διαδικτύου αναζητούν ξανά την προέλευση ενός μυστηρίου που γεννήθηκε από μια και μόνο εικόνα. Τα Backrooms δεν αποτελούν απλώς ακόμη μία ιστορία τρόμου ή ένα ακόμη διαδικτυακό creepypasta. Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια εξελίχθηκαν σε έναν παγκόσμιο ψηφιακό αστικό μύθο, έναν συλλογικό θρύλο που δημιουργήθηκε ανώνυμα, εμπλουτίστηκε από χιλιάδες ανθρώπους και τελικά επηρέασε τη σύγχρονη αισθητική του τρόμου, τα βιντεοπαιχνίδια, το YouTube, ακόμη και τον κινηματογράφο.

Πώς όμως μια φωτογραφία ενός άδειου δωματίου με κιτρινισμένους τοίχους και βουητό από φθορίζοντα φώτα κατάφερε να γεννήσει μια ολόκληρη μυθολογία; Γιατί εκατομμύρια άνθρωποι αισθάνονται μια ανεξήγητη ανησυχία κοιτάζοντας αυτούς τους φαινομενικά συνηθισμένους χώρους; Και τι αποκαλύπτει η τεράστια επιτυχία των Backrooms για τον τρόπο με τον οποίο το διαδίκτυο δημιουργεί πλέον τους δικούς του σύγχρονους μύθους; Η ιστορία των Backrooms δεν αφορά μόνο έναν φανταστικό τόπο. Αφορά την ίδια την εξέλιξη της ψηφιακής κουλτούρας, την ψυχολογία του ανθρώπου και τη γέννηση μιας νέας μορφής λαογραφίας στον 21ο αιώνα.

Η ιστορία ξεκινά όχι από κάποιο κινηματογραφικό στούντιο, ούτε από έναν γνωστό συγγραφέα τρόμου, αλλά από έναν από τους πιο χαοτικούς και απρόβλεπτους χώρους του διαδικτύου. Εκεί όπου η ανωνυμία κυριαρχεί, οι ιδέες γεννιούνται χωρίς υπογραφή και οι πιο παράξενες αφηγήσεις μπορούν μέσα σε λίγες ώρες να διαδοθούν σε ολόκληρο τον κόσμο.

Το website 4chan, που δημιουργήθηκε το 2003, υπήρξε για περισσότερο από δύο δεκαετίες ένα από τα σημαντικότερα εργαστήρια της διαδικτυακής κουλτούρας. Μέσα από τις ανώνυμες συζητήσεις του γεννήθηκαν αμέτρητα memes, διαδικτυακά αστεία, θεωρίες, καλλιτεχνικά ρεύματα αλλά και σύγχρονοι αστικοί μύθοι. Σε αντίθεση με τα κοινωνικά δίκτυα, όπου το προσωπικό προφίλ αποτελεί μέρος της ταυτότητας του χρήστη, στο 4chan σχεδόν όλοι δημοσιεύουν ως Anonymous (Anons). Η ιδέα προηγείται του δημιουργού και η συλλογική φαντασία αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την ατομική αναγνώριση.

Ίσως ακριβώς αυτή η ανωνυμία να αποτέλεσε το ιδανικό περιβάλλον για τη γέννηση των Backrooms.

Τον Μάιο του 2019, σε μια συζήτηση της θεματικής ενότητας που ήταν αφιερωμένη στο παραφυσικό, ένας ανώνυμος χρήστης κάλεσε τους υπόλοιπους να δημοσιεύσουν εικόνες που προκαλούσαν ένα παράξενο αίσθημα δυσφορίας. Όχι εικόνες με τέρατα, φαντάσματα ή αιματηρές σκηνές, αλλά φωτογραφίες που απλώς έμοιαζαν… λανθασμένες. Εικόνες που δεν μπορούσε κανείς να εξηγήσει γιατί προκαλούσαν ανησυχία. Ανάμεσα στις πολλές δημοσιεύσεις εμφανίστηκε μια φωτογραφία ενός άδειου εσωτερικού χώρου. Δεν υπήρχε τίποτα τρομακτικό μέσα της. Κανένα πρόσωπο. Καμία σκιά. Καμία απειλή. Μόνο κιτρινωποί τοίχοι, μια παλιά μοκέτα και μια σειρά από φθορίζοντα φωτιστικά που έκαναν τον χώρο να μοιάζει αφύσικα ομοιόμορφος.

Λίγο αργότερα, ένας άλλος ανώνυμος χρήστης απάντησε με μία μόνο παράγραφο. Μια παράγραφο που έμελλε να αλλάξει για πάντα την ιστορία αυτής της εικόνας.

Σύμφωνα με εκείνη την ανάρτηση, αν κάποιος δεν είναι αρκετά προσεκτικός, μπορεί να κάνει noclip έξω από την πραγματικότητα και να βρεθεί στα Βackrooms. Εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά η μυρωδιά μιας παλιάς υγρής μοκέτας, το μονοτονικό κίτρινο των τοίχων, ο ατελείωτος βόμβος από τα φθορίζοντα φώτα και εκατοντάδες εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα από άδειους, επαναλαμβανόμενους χώρους. Και αν ακούσεις κάτι να κινείται κάπου κοντά σου, προειδοποιούσε το μήνυμα, να θυμάσαι ότι πιθανότατα σε έχει ήδη ακούσει κι εκείνο.

Είναι εντυπωσιακό ότι ολόκληρη η μυθολογία των Backrooms γεννήθηκε ουσιαστικά από μία μόνο παράγραφο. Δεν υπήρχε πρωταγωνιστής. Δεν υπήρχε πλοκή. Δεν υπήρχε εξήγηση. Υπήρχε μόνο μια ιδέα. Και ακριβώς αυτή η απουσία λεπτομερειών λειτούργησε ως καταλύτης για τη συλλογική φαντασία. Αντί να περιορίσει τον αναγνώστη, του έδωσε έναν άδειο καμβά πάνω στον οποίο μπορούσε να προβάλλει τους δικούς του φόβους.

Καθοριστική ήταν και η χρήση της λέξης noclip. Για εκατομμύρια ανθρώπους που μεγάλωσαν με τα βιντεοπαιχνίδια, ο όρος ήταν ήδη γνωστός. Στη γλώσσα των παιχνιδιών, το noclip είναι μια λειτουργία που απενεργοποιεί τις συγκρούσεις με το περιβάλλον, επιτρέποντας στον παίκτη να περάσει μέσα από τοίχους, δάπεδα ή άλλα αντικείμενα, αποκαλύπτοντας περιοχές που κανονικά παραμένουν αόρατες. Η αρχική ανάρτηση μετέφερε αυτή την έννοια στον πραγματικό κόσμο. Αντί να περάσει κάποιος μέσα από τους τοίχους ενός ψηφιακού παιχνιδιού, περνούσε έξω από τα όρια της ίδιας της πραγματικότητας και κατέληγε σε έναν χώρο που δεν θα έπρεπε να υπάρχει.

Η ιδέα αυτή υπήρξε εξαιρετικά ισχυρή επειδή αξιοποιούσε μια εμπειρία ήδη γνώριμη στη γενιά του διαδικτύου. Σχεδόν κάθε παίκτης έχει βρεθεί κάποια στιγμή εκτός των ορίων ενός παιχνιδιού, σε εκείνες τις ατελείωτες περιοχές όπου οι δημιουργοί δεν περίμεναν ποτέ ότι θα φτάσει κανείς. Τα Backrooms έμοιαζαν ακριβώς με αυτό, ένα «σφάλμα» της ίδιας της πραγματικότητας, ένας χώρος που βρίσκεται πίσω από τη σκηνή του κόσμου, εκεί όπου κανονικά δεν θα έπρεπε να μπορεί να φτάσει άνθρωπος.

Και κάπως έτσι, χωρίς κανείς να το έχει σχεδιάσει, χωρίς εκδοτικούς οίκους, χωρίς κινηματογραφικά στούντιο και χωρίς κάποιον επίσημο δημιουργό, γεννήθηκε ένας από τους πιο επιτυχημένους ψηφιακούς αστικούς μύθους του 21ου αιώνα. Το παράδοξο ήταν ότι από εκείνη τη στιγμή και μετά τα Backrooms δεν ανήκαν πλέον σε κανέναν. Ανήκαν σε ολόκληρο το διαδίκτυο.

Εάν κάποιος κοιτάξει προσεκτικά την πρώτη φωτογραφία των Backrooms, ίσως παρατηρήσει κάτι παράδοξο. Δεν υπάρχει τίποτα αντικειμενικά τρομακτικό μέσα της. Δεν διακρίνεται κάποιο πλάσμα, δεν υπάρχουν ίχνη βίας, αίματος ή εγκατάλειψης, ούτε κάποια εμφανής απειλή που να δικαιολογεί τον φόβο που προκαλεί. Κι όμως, εκατομμύρια άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο περιγράφουν την ίδια αίσθηση: ότι κάτι δεν πάει καλά. Ότι αυτός ο χώρος δεν θα έπρεπε να υπάρχει.

Η απάντηση δεν βρίσκεται τόσο στον τρόμο, όσο στην ψυχολογία.

Τα τελευταία χρόνια, ένας όρος εμφανίζεται ολοένα και συχνότερα τόσο στην αρχιτεκτονική όσο και στην ψηφιακή κουλτούρα, οι μεταβατικοί χώροι (liminal spaces). Η λέξη προέρχεται από τη λατινική limen, που σημαίνει κατώφλι, και χρησιμοποιείται για να περιγράψει καταστάσεις ή χώρους που βρίσκονται ανάμεσα σε δύο διαφορετικές πραγματικότητες. Πρόκειται για μέρη που δεν αποτελούν προορισμό, αλλά πέρασμα. Διαδρόμους ξενοδοχείων, σκάλες, αίθουσες αναμονής, υπόγειους σταθμούς, άδεια εμπορικά κέντρα μετά το κλείσιμο, σχολικούς διαδρόμους τα μεσάνυχτα ή πισίνες χωρίς κανέναν λουόμενο. Είναι χώροι σχεδιασμένοι για να φιλοξενούν ανθρώπους, αλλά που ξαφνικά εμφανίζονται εντελώς άδειοι.

Αυτή ακριβώς η αντίφαση είναι που προκαλεί δυσφορία. Ο εγκέφαλός μας έχει μάθει να συνδέει κάθε χώρο με μια συγκεκριμένη λειτουργία. Ένα γραφείο σημαίνει εργαζόμενους. Ένα σχολείο σημαίνει παιδιά. Ένα εμπορικό κέντρο σημαίνει κόσμο, φωνές, μουσική και κίνηση. Όταν όμως όλα αυτά απουσιάζουν, δημιουργείται μια ανεπαίσθητη αλλά έντονη αίσθηση ότι κάτι δεν ταιριάζει με την εικόνα που αντικρίζουμε. Ο χώρος μοιάζει γνώριμος, αλλά ταυτόχρονα εντελώς ξένος.

Τα Backrooms αξιοποιούν ακριβώς αυτή την ψυχολογική αδυναμία της ανθρώπινης αντίληψης. Δεν μας τρομάζουν επειδή είναι εξωπραγματικοί χώροι οπως για παράδειγμα στην περίπτωση του H.P.Lovecraft. Μας τρομάζουν επειδή μοιάζουν υπερβολικά πραγματικοί. Θυμίζουν εκείνα τα ξεχασμένα γραφεία της δεκαετίας του 1980, τους ατελείωτους διαδρόμους παλιών ξενοδοχείων ή τους αποθηκευτικούς χώρους πίσω από ένα εμπορικό κατάστημα. Είναι περιβάλλοντα που σχεδόν όλοι έχουμε συναντήσει κάποια στιγμή στη ζωή μας, αλλά ποτέ δεν έχουμε δει εντελώς άδεια και ατελείωτα.

Η αίσθηση αυτή ενισχύεται ακόμη περισσότερο από ένα δεύτερο χαρακτηριστικό των Backrooms, την απόλυτη επανάληψη. Οι ίδιοι τοίχοι. Η ίδια ξεθωριασμένη κίτρινη ταπετσαρία. Η ίδια φθαρμένη μοκέτα. Ο ίδιος φωτισμός. Καμία πινακίδα. Καμία πόρτα που να οδηγεί κάπου συγκεκριμένα. Καμία αναγνωρίσιμη λεπτομέρεια που να βοηθά τον προσανατολισμό. Κάθε δωμάτιο μοιάζει σχεδόν ίδιο με το προηγούμενο, αλλά ποτέ απολύτως ίδιο. Αυτή η ανεπαίσθητη διαφοροποίηση δημιουργεί την εντύπωση ενός λαβυρίνθου που δεν υπακούει στους γνωστούς κανόνες του χώρου.

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές περιγραφές των Backrooms αναφέρουν πως όποιος βρεθεί εκεί μπορεί να περπατά σε ευθεία γραμμή για ώρες και τελικά να επιστρέψει στο σημείο από όπου ξεκίνησε. Οι αποστάσεις αλλάζουν, οι γωνίες μοιάζουν να μετακινούνται και οι νόμοι της γεωμετρίας παύουν να έχουν νόημα. Ο χώρος λειτουργεί περισσότερο σαν ένα όνειρο παρά σαν ένα πραγματικό κτίριο. Η λογική καταρρέει αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα, μέχρι ο επισκέπτης να μην μπορεί πλέον να εμπιστευτεί ούτε την ίδια του την αντίληψη.

Αυτή η εμπειρία συνδέεται με έναν ακόμη ψυχολογικό μηχανισμό, γνωστό ως ασαφής απειλή (threat ambiguity). Ο άνθρωπος δεν φοβάται μόνο όταν βλέπει έναν κίνδυνο. Συχνά φοβάται περισσότερο όταν δεν μπορεί να αποφασίσει αν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος ή όχι. Η αβεβαιότητα ενεργοποιεί την προσοχή, αυξάνει την επαγρύπνηση και ωθεί τον εγκέφαλο να αναζητά συνεχώς ενδείξεις για κάτι που ίσως δεν υπάρχει καν.

Τα Backrooms αποτελούν ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του μηχανισμού. Δεν παρουσιάζουν ποτέ ξεκάθαρα τον εχθρό. Το ίδιο το περιβάλλον γίνεται η απειλή. Η σιωπή. Ο βόμβος των λαμπτήρων. Η αίσθηση ότι κάποιος βρίσκεται λίγο πιο πέρα, χωρίς ποτέ να εμφανίζεται πραγματικά. Το μυαλό αρχίζει να συμπληρώνει μόνο του τα κενά. Και πολλές φορές, η φαντασία αποδεικνύεται πολύ πιο τρομακτική από οποιοδήποτε τέρας θα μπορούσε να σχεδιάσει ένας δημιουργός ταινιών τρόμου.

Για αρκετούς ερευνητές του θέματος, το μεγαλύτερο μυστικό της επιτυχίας των Backrooms βρίσκεται ακριβώς εδώ. Δεν μας λένε τι να φοβηθούμε. Μας αφήνουν να το αποφασίσουμε μόνοι μας.

Οι περισσότεροι αστικοί μύθοι ακολουθούν μια σχετικά γνώριμη πορεία. Κάποιος αφηγείται μια ιστορία, κάποιος άλλος την επαναλαμβάνει, οι λεπτομέρειες αλλάζουν με τα χρόνια και, σταδιακά, η αφήγηση αποκτά τη μορφή λαϊκού θρύλου. Η διαδικασία αυτή χρειάζεται συνήθως δεκαετίες ή ακόμη και αιώνες για να ολοκληρωθεί. Οι ιστορίες ταξιδεύουν από στόμα σε στόμα, περνούν από γενιά σε γενιά και μεταμορφώνονται αργά μέσα στον χρόνο.

Τα Backrooms, όμως, απέδειξαν ότι στην εποχή του διαδικτύου η διαδικασία αυτή μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα σε λίγες μόλις εβδομάδες.

Η αρχική ανάρτηση στο 4chan δεν ξεπερνούσε μερικές γραμμές. Δεν περιείχε ονόματα, ιστορία, εξηγήσεις ή κάποιον κεντρικό ήρωα. Αντί να δώσει όλες τις απαντήσεις, άφησε εσκεμμένα τεράστια κενά. Και αυτά ακριβώς τα κενά ήταν που προσκάλεσαν χιλιάδες ανθρώπους να συμμετάσχουν στη δημιουργία του μύθου.

Σχεδόν αμέσως άρχισαν να εμφανίζονται νέες εικόνες, νέες περιγραφές και νέες θεωρίες. Κάποιοι φαντάστηκαν ότι τα Backrooms αποτελούνται από αμέτρητα επίπεδα, το καθένα με διαφορετική μορφή και διαφορετικούς κανόνες. Άλλοι πρόσθεσαν παράξενα πλάσματα που κατοικούν στους ατελείωτους διαδρόμους. Κάποιοι δημιούργησαν ομάδες εξερευνητών, φανταστικές οργανώσεις που καταγράφουν τους χώρους, ενώ άλλοι σχεδίασαν χάρτες, αρχεία, ημερολόγια και ολόκληρες εγκυκλοπαίδειες γύρω από έναν κόσμο που λίγες ημέρες νωρίτερα δεν υπήρχε καν.

Το εντυπωσιακό είναι ότι τίποτε από όλα αυτά δεν προήλθε από κάποιον επίσημο δημιουργό. Δεν υπήρχε συγγραφέας που να αποφασίζει τι είναι σωστό και τι λάθος. Δεν υπήρχε εταιρεία που να ορίζει ποια ιστορία ανήκει στον «επίσημο» κόσμο των Backrooms. Η ίδια η κοινότητα ανέλαβε αυτόν τον ρόλο.

Εδώ ακριβώς εμφανίζεται ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον φαινόμενο της σύγχρονης διαδικτυακής κουλτούρας, το οποίο αρκετοί ερευνητές περιγράφουν ως κανόνα συλλογικής προσθήκης (Open Source Canon). Όπως συμβαίνει στο λογισμικό ανοικτού κώδικα, έτσι και εδώ το βασικό έργο παραμένει ανοιχτό σε συνεισφορές. Κάθε δημιουργός μπορεί να προσθέσει μια νέα ιδέα, έναν νέο χώρο, μια νέα ιστορία ή ακόμη και έναν νέο κανόνα λειτουργίας του σύμπαντος. Ο μύθος δεν εξελίσσεται κάθε λίγα χρόνια από έναν συγγραφέα. Εξελίσσεται καθημερινά από χιλιάδες ανθρώπους ταυτόχρονα.

Αυτό αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες διαφορές ανάμεσα στους παραδοσιακούς αστικούς μύθους και στους ψηφιακούς μύθους του 21ου αιώνα. Στην παραδοσιακή λαογραφία, η κοινότητα διατηρεί την ιστορία. Στην ψηφιακή λαογραφία, η κοινότητα γίνεται η ίδια ο συγγραφέας.

Οι διαδικτυακές εγκυκλοπαίδειες των Backrooms άρχισαν να γεμίζουν με νέα επίπεδα (Levels). Το αρχικό δωμάτιο ονομάστηκε αργότερα Level 0, το σημείο από το οποίο ξεκινούν σχεδόν όλοι οι υποτιθέμενοι εξερευνητές. Από εκεί και πέρα, ο κόσμος άρχισε να επεκτείνεται προς κάθε δυνατή κατεύθυνση. Ατελείωτες πόλεις, εγκαταλελειμμένα γραφεία, άδειες πισίνες, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, ξενοδοχεία, παιδικές χαρές και λαβυρινθώδη συγκροτήματα εμφανίστηκαν ως διαφορετικά επίπεδα μιας ατέρμονης πραγματικότητας. Κάθε δημιουργός πρόσθετε το δικό του κομμάτι στο παζλ, χωρίς να γνωρίζει πού ακριβώς τελειώνει η φαντασία του ενός και αρχίζει του επόμενου.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η συνεχής αυτή επέκταση δημιούργησε και διαφωνίες. Ένα μέρος της κοινότητας υποστήριζε ότι τα Backrooms έπρεπε να παραμείνουν όσο το δυνατόν πιο κοντά στην αρχική ιδέα, άδειοι, ατελείωτοι χώροι χωρίς τέρατα, χωρίς μάχες και χωρίς περίπλοκες αφηγήσεις. Για αυτούς, ο πραγματικός τρόμος βρισκόταν στην απομόνωση, στην αβεβαιότητα και στην ψυχολογική πίεση ενός χώρου που μοιάζει γνώριμος αλλά δεν οδηγεί πουθενά.

Άλλοι, αντίθετα, αντιμετώπισαν τα Backrooms ως τη βάση για τη δημιουργία ενός τεράστιου φανταστικού σύμπαντος. Εμφανίστηκαν νέες οντότητες, οργανώσεις, μηχανισμοί επιβίωσης και εκατοντάδες διαφορετικές ιστορίες. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, ένας απλός ψηφιακός θρύλος είχε μετατραπεί σε έναν ολόκληρο κόσμο με δικούς του κανόνες, γεωγραφία και ιστορία.

Ίσως όμως αυτό να ήταν αναπόφευκτο. Το διαδίκτυο δεν λειτουργεί όπως η παραδοσιακή αφήγηση. Δεν αρκείται να καταναλώνει ιστορίες. Θέλει να συμμετέχει στη δημιουργία τους.

Και τα Backrooms αποδείχθηκαν το ιδανικό πεδίο γι’ αυτό το συλλογικό πείραμα. Για πρώτη φορά, ένας μύθος δεν εξαπλωνόταν απλώς μέσω του διαδικτύου.

Γεννιόταν, εξελισσόταν και ξαναγραφόταν καθημερινά μέσα σε αυτό.

Ενώ η κοινότητα των Backrooms συνέχιζε να επεκτείνει αδιάκοπα τον φανταστικό της κόσμο, το 2022 εμφανίστηκε ένας νεαρός δημιουργός που επρόκειτο να αλλάξει οριστικά τον τρόπο με τον οποίο το κοινό αντιλαμβανόταν αυτόν τον ψηφιακό μύθο. Ο δεκαεξάχρονος τότε Kane Parsons, περισσότερο γνωστός ως Kane Pixels, δημοσίευσε στο YouTube το μικρού μήκους φιλμ “The Backrooms (Found Footage)”, χωρίς να μπορεί να φανταστεί ότι μέσα σε λίγες εβδομάδες θα δημιουργούσε ένα από τα σημαντικότερα διαδικτυακά κινηματογραφικά φαινόμενα της τελευταίας δεκαετίας.

Το -> The Backrooms (Found Footage) @ YouTube <-

 

Η επιτυχία του έργου δεν οφειλόταν μόνο στα εντυπωσιακά οπτικά εφέ που δημιούργησε σχεδόν μόνος του χρησιμοποιώντας το λογισμικό Blender. Το σημαντικότερο στοιχείο ήταν ότι ο Parsons κατάφερε να κατανοήσει κάτι που πολλοί άλλοι δημιουργοί είχαν παραβλέψει. Οι Backrooms δεν χρειάζονταν περισσότερα τέρατα, περισσότερη δράση ή περισσότερες εξηγήσεις. Χρειάζονταν ατμόσφαιρα.

Το βίντεο ακολουθεί τη γνωστή αισθητική του found footage, παρουσιάζοντας την υποτιθέμενη καταγραφή ενός νεαρού κινηματογραφιστή που, μετά από ένα ανεξήγητο ατύχημα, βρίσκεται παγιδευμένος σε έναν ατελείωτο λαβύρινθο από άδειους χώρους. Η κάμερα τρέμει, οι φωτισμοί είναι ατελείς, η εικόνα θυμίζει παλιά βιντεοκάμερα της δεκαετίας του 1990 και οι ήχοι περιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά στον γνώριμο βόμβο των φθοριζόντων λαμπτήρων και στις ανάσες του πρωταγωνιστή. Όλα μοιάζουν απλά, σχεδόν ερασιτεχνικά. Και ακριβώς γι’ αυτό μοιάζουν αληθινά.

Σε αντίθεση με μεγάλο μέρος της διαδικτυακής μυθολογίας που είχε δημιουργηθεί γύρω από τα Backrooms, ο Kane Pixels δεν προσπάθησε να μεταφέρει εκατοντάδες επίπεδα, οργανώσεις και δεκάδες διαφορετικές οντότητες. Δημιούργησε τη δική του εκδοχή του σύμπαντος, το δικό του αφηγηματικό σύμπαν, με επίκεντρο την εταιρεία Async Research Institute και τα πειράματα που οδήγησαν στην ανακάλυψη μιας παράλληλης διάστασης. Με αυτόν τον τρόπο απέδειξε ότι τα Backrooms δεν ήταν απλώς μια εικόνα ή ένα διαδικτυακό αστείο, αλλά μια ιδέα αρκετά ισχυρή ώστε να υποστηρίξει μια ολοκληρωμένη κινηματογραφική αφήγηση.

Η επιτυχία υπήρξε εντυπωσιακή. Το πρώτο βίντεο συγκέντρωσε δεκάδες εκατομμύρια προβολές, αναλύθηκε από εκατοντάδες δημιουργούς περιεχομένου, ενέπνευσε νέα παιχνίδια, εικαστικά έργα και αμέτρητες θεωρίες. Για πολλούς θεατές, αυτή ήταν η πρώτη τους επαφή με τα Backrooms. Ένας μύθος που είχε γεννηθεί σε μια ανώνυμη ανάρτηση του 4chan είχε πλέον αποκτήσει τη δική του κινηματογραφική γλώσσα.

‘Ομως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι αυτό που ακολούθησε. Η επιτυχία της διαδικτυακής σειράς δεν πέρασε απαρατήρητη από τη βιομηχανία του κινηματογράφου. Σύντομα ανακοινώθηκε η ανάπτυξη μιας μεγάλου μήκους κινηματογραφικής μεταφοράς των Backrooms, με τον ίδιο τον Kane Parsons να συμμετέχει ως σκηνοθέτης, επιβεβαιώνοντας ότι ένα έργο που ξεκίνησε ως προσωπικό δημιουργικό εγχείρημα στο YouTube είχε πλέον περάσει στον χώρο της παγκόσμιας κινηματογραφικής παραγωγής.

Αν κάποιος επιχειρούσε να προβλέψει μια τέτοια εξέλιξη πριν από δέκα χρόνια, πιθανότατα θα αντιμετωπιζόταν με δυσπιστία. Η ιδέα ότι μια ανώνυμη εικόνα σε ένα διαδικτυακό forum, χωρίς συγγραφέα, χωρίς εκδοτικό οίκο και χωρίς εταιρεία παραγωγής, θα κατέληγε να μετατραπεί σε κινηματογραφικό franchise θα έμοιαζε σχεδόν αδιανόητη.

Κι όμως, αυτό ακριβώς συνέβη.

Τα Backrooms απέδειξαν ότι η διαδικτυακή κουλτούρα δεν ακολουθεί πλέον την παραδοσιακή πορεία της δημιουργίας. Δεν χρειάζεται απαραίτητα έναν διάσημο συγγραφέα, έναν μεγάλο εκδοτικό οργανισμό ή ένα κινηματογραφικό στούντιο για να γεννήσει έναν νέο μύθο. Μερικές φορές αρκεί μια εικόνα, μία παράγραφος και μια κοινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων που αποφασίζει να συνεχίσει την ιστορία.

Είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η ψηφιακή εποχή δημιουργεί πλέον τη δική της λαογραφία. Εκεί όπου οι προηγούμενοι αιώνες γέννησαν θρύλους για στοιχειωμένα δάση, ξεχασμένα κάστρα και μυστηριώδεις ταξιδιώτες, ο 21ος αιώνας δημιούργησε ατελείωτους εταιρικούς διαδρόμους, κιτρινισμένους τοίχους, βουητό από φθορίζοντα φώτα και έναν κόσμο που μοιάζει να βρίσκεται ακριβώς πίσω από το σκηνικό της πραγματικότητας.

Κατά πάσα πιθανότητα είναι και ο λόγος που τα Backrooms συνεχίζουν να μας γοητεύουν. Δεν βασίζονται στον τρόμο του αγνώστου, αλλά στον τρόμο του οικείου. Δεν μας δείχνουν έναν εξωτικό κόσμο γεμάτο τέρατα, αλλά έναν χώρο που θα μπορούσε να βρίσκεται πίσω από οποιαδήποτε πόρτα ενός παλιού γραφείου ή στο εγκαταλελειμμένο τμήμα ενός εμπορικού κέντρου. Είναι αρκετά γνώριμος ώστε να μας κάνει να πιστέψουμε ότι ίσως υπάρχει και αρκετά παράξενος ώστε να μας κάνει να αμφισβητήσουμε την ίδια μας την αντίληψη.

Το σημαντικότερο ερώτημα δεν είναι αν τα Backrooms θα μπορούσαν ποτέ να υπάρχουν. Η πραγματική τους αξία βρίσκεται αλλού. Απέδειξαν ότι το διαδίκτυο δεν αποτελεί πλέον μόνο έναν χώρο ανταλλαγής πληροφοριών ή ψυχαγωγίας. Έχει εξελιχθεί σε έναν μηχανισμό παραγωγής σύγχρονων μύθων, συλλογικών αφηγήσεων και νέων πολιτισμικών συμβόλων που εξαπλώνονται με ταχύτητα πρωτόγνωρη στην ανθρώπινη ιστορία.

Τα Backrooms έγιναν διάσημα επειδή απέδειξαν κάτι ενδιαφέρον, ότι στην εποχή του διαδικτύου μπορούμε να παρακολουθήσουμε τη γέννηση μιας νέας μυθολογίας σε πραγματικό χρόνο. Και αυτή η διαπίστωση είναι, πιθανότατα, πολύ πιο συναρπαστική από οποιονδήποτε ατελείωτο διάδρομο με κίτρινους τοίχους θα μπορούσε ποτέ να είναι.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…