Το μυστικό πείραμα σύφιλης στη Γουατεμάλα. Μια ακόμη ακραία περίπτωση ανθρώπινης εκμετάλλευσης στο όνομα της επιστήμης.

Το μυστικό πείραμα σύφιλης στη Γουατεμάλα. Μια ακόμη ακραία περίπτωση ανθρώπινης εκμετάλλευσης στο όνομα της επιστήμης.

Υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις στην ιστορία όπου η επιστήμη δεν προχωρά μπροστά, δεν εξελίσσεται αλλά εκτρέπεται. Όχι από λάθος, αλλά από επιλογή. Το πείραμα της σύφιλης στη Γουατεμάλα είναι μια τέτοια περίπτωση. Είναι ένα σημείο καμπής, όπου η επιστημονική γνώση συναντά την εξουσία και η ηθική εγκαταλείπεται σιωπηλά στο περιθώριο. 

Στα μέσα της δεκαετίας του 1940, ο κόσμος προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Όμως, κάτω από την επιφάνεια της επιστροφής στην κανονικότητα, οι ίδιες λογικές που είχαν οδηγήσει σε στρατιωτικά πειράματα και βιολογικούς ανταγωνισμούς συνέχιζαν να λειτουργούν. Η ασθένεια δεν ήταν απλώς ιατρικό ζήτημα. Ήταν στρατηγικό πρόβλημα. Ειδικά για τον αμερικανικό στρατό, τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα αποτελούσαν έναν αόρατο εχθρό, που μπορούσε να αποδυναμώσει ολόκληρες μονάδες.

Η ανακάλυψη της πενικιλίνης είχε δημιουργήσει νέες ελπίδες. Ήταν πλέον γνωστό ότι μπορούσε να θεραπεύσει τη σύφιλη. Αυτό που δεν ήταν σαφές, όμως, ήταν κάτι πολύ πιο κρίσιμο, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί προληπτικά; Μπορούσε να λειτουργήσει ως “ασπίδα” μετά από έκθεση; Και αν ναι, πόσο αποτελεσματική ήταν σε σχέση με άλλες ουσίες, όπως το orvus-mapharsen;

Για να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, η U.S. Public Health Service σχεδίασε ένα πρόγραμμα που αρχικά προοριζόταν να διεξαχθεί εντός των Ηνωμένων Πολιτειών. Τα πρώτα πειράματα είχαν ήδη γίνει στο Terre Haute της Ιντιάνα, με κρατούμενους που είχαν δώσει συναίνεση. Όμως τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά. Η μόλυνση δεν επιτυγχανόταν εύκολα, και η “φυσική” μετάδοση αποδεικνυόταν απρόβλεπτη.

Κάπου εδώ, η επιστήμη έκανε ένα βήμα που δεν μπορούσε να πάρει πίσω.

Η λύση που προτάθηκε δεν ήταν να βελτιωθεί η μεθοδολογία, αλλά να αλλάξει το περιβάλλον. Και έτσι, το πείραμα μεταφέρθηκε στη Γουατεμάλα, μια χώρα με φτωχούς πληθυσμούς, περιορισμένες υποδομές και ένα κράτος πρόθυμο να συνεργαστεί. Η επιλογή δεν ήταν τυχαία. Ήταν, όπως δείχνουν μεταγενέστερες αναλύσεις, αποτέλεσμα μιας βαθύτερης λογικής, ότι ορισμένοι πληθυσμοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως “πειραματικό υλικό” χωρίς τις ίδιες ηθικές δεσμεύσεις.

Το πρόγραμμα ξεκίνησε το 1946 και τέθηκε υπό την καθοδήγηση του γιατρού John Charles Cutler, μιας φιγούρας που θα συνδεθεί αργότερα και με το Tuskegee. Από την αρχή, ο στόχος δεν ήταν απλώς η παρατήρηση, αλλά η ενεργή παρέμβαση. Οι ερευνητές δεν περίμεναν να εμφανιστεί η ασθένεια. Τη δημιουργούσαν.

Αρχικά, επιχειρήθηκε αυτό που ονομάστηκε “natural exposure”. Μολυσμένες εργάτριες του σεξ χρησιμοποιούνταν ως φορείς μετάδοσης, πληρωμένες από το ίδιο το πρόγραμμα, ώστε να έχουν επαφή με κρατούμενους. Η ιδέα ήταν να προσομοιωθεί μια “φυσική” μετάδοση. Στην πράξη, όμως, η μέθοδος δεν απέδωσε. Οι μολύνσεις ήταν λιγότερες από τις αναμενόμενες και η διαδικασία δεν μπορούσε να ελεγχθεί επαρκώς.

Και τότε, το πείραμα πέρασε σε ένα πιο σκοτεινό στάδιο.

Οι ερευνητές εγκατέλειψαν τη φυσική μετάδοση και προχώρησαν σε άμεση μόλυνση. Βακτήρια σύφιλης εγχέονταν απευθείας στο σώμα των ασθενών. Σε κάποιες περιπτώσεις, προκαλούσαν σκόπιμα τραυματισμούς στο δέρμα, κυρίως στα γεννητικά όργανα, στα χέρια ή στο πρόσωπο, ώστε να διευκολύνουν την είσοδο του παθογόνου. Σε άλλες, πραγματοποιούσαν επεμβάσεις στο νωτιαίο υγρό μέσω διάτρησης στο πίσω μέρος του κρανίου.

Η εικόνα που προκύπτει δεν θυμίζει απλώς ιατρική έρευνα. Θυμίζει εργαστήριο ελέγχου.

Οι πληθυσμοί που χρησιμοποιήθηκαν ήταν ενδεικτικοί της λογικής του προγράμματος, φυλακισμένοι, στρατιώτες, ψυχιατρικοί ασθενείς, παιδιά από ορφανοτροφεία. Άτομα δηλαδή που δεν είχαν φωνή. Συνολικά, περισσότεροι από 5.000 άνθρωποι συμμετείχαν σε διάφορες φάσεις, ενώ πάνω από 1.300 εκτέθηκαν σκόπιμα σε ασθένειες όπως η σύφιλη, η γονόρροια και το chancroid.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι η έρευνα δεν περιορίστηκε στη φάση της μόλυνσης. Ακολούθησαν εκτεταμένες ορολογικές μελέτες: λήψεις αίματος, εγκεφαλονωτιαίου υγρού και άλλων δειγμάτων από χιλιάδες άτομα, συμπεριλαμβανομένων παιδιών ακόμη και ενός έτους. Οι εξετάσεις αυτές συνεχίστηκαν μέχρι το 1953, πολύ μετά τη λήξη της “επίσημης” φάσης του πειράματος.

Και εδώ εμφανίζεται ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο, η έλλειψη συναίνεσης δεν ήταν ατύχημα. Ήταν σχεδιασμένη. Οι συμμετέχοντες δεν ενημερώθηκαν ποτέ για τη φύση των πειραμάτων. Ακόμη και οι τοπικές αρχές δεν είχαν πλήρη εικόνα. Έγγραφα δείχνουν ότι οι υπεύθυνοι γνώριζαν πως τέτοιες πρακτικές δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στις Ηνωμένες Πολιτείες και επέλεξαν συνειδητά ένα περιβάλλον όπου οι κανόνες μπορούσαν να παρακαμφθούν.

Το αποτέλεσμα ήταν μια από τις πιο ακραίες περιπτώσεις ανθρώπινης εκμετάλλευσης στο όνομα της επιστήμης. Περίπου οι μισοί από όσους μολύνθηκαν έλαβαν κάποια μορφή θεραπείας. Οι υπόλοιποι αφέθηκαν να εξελιχθούν μέσα στην ασθένεια. Τουλάχιστον 83 άνθρωποι πέθαναν τα επόμενα χρόνια, αν και η ακριβής σχέση με τα πειράματα δεν καταγράφηκε ποτέ με σαφήνεια.

Και όμως, παρά τον όγκο των δεδομένων, το πρόγραμμα δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Δεν αποτέλεσε επιστημονική εργασία. Δεν έγινε αντικείμενο συζήτησης. Ήταν σαν να μην υπήρξε.

Η σιωπή αυτή δεν ήταν τυχαία. Ήταν μέρος της ίδιας της δομής του πειράματος.

Χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν εξήντα χρόνια για να αποκαλυφθεί η υπόθεση. Το 2005, η ιστορικός Susan Reverby εντόπισε τα αρχεία του Cutler και ξεκίνησε την έρευνα που οδήγησε στην αποκάλυψη. Το 2010, η αμερικανική κυβέρνηση αναγκάστηκε να παραδεχτεί την ύπαρξη των πειραμάτων και να ζητήσει συγγνώμη.

Η καθυστέρηση αυτή δεν είναι απλώς χρονική. Είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η εξουσία όταν συνδέεται με την επιστήμη. Τα δεδομένα διατηρούνται. Η γνώση δεν χάνεται. Αλλά η αλήθεια παραμένει κρυφή, μέχρι να πάψει να είναι επικίνδυνη.

Το πείραμα της Γουατεμάλας δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός. Είναι μέρος μιας ευρύτερης αλυσίδας. Από το Tuskegee μέχρι τα προγράμματα βιολογικού πολέμου και τα πειράματα ακτινοβολίας, διακρίνεται το ίδιο μοτίβο, η μετατροπή του ανθρώπου σε μέσο.

Και ίσως αυτό είναι το πιο δύσκολο σημείο να αποδεχτούμε. Ότι αυτά τα γεγονότα δεν συνέβησαν επειδή κάποιοι παράφρονες επιστήμονες έχασαν τον έλεγχο. Συνέβησαν επειδή το σύστημα τα επέτρεψε. Επειδή εξυπηρετούσαν έναν σκοπό. Επειδή εντάσσονταν σε μια λογική όπου η γνώση είχε μεγαλύτερη αξία από τον άνθρωπο.

Σήμερα, το πείραμα της Γουατεμάλας διδάσκεται ως παράδειγμα προς αποφυγή. Ως ενα ακόμη σκοτεινό κεφάλαιο. Αλλά αυτή η φράση, όσο εύκολη και αν ακούγεται, ίσως είναι και η πιο επικίνδυνη. Γιατί υπονοεί ότι ανήκει στο παρελθόν.

Η ιστορία, όμως, δεν λειτουργεί έτσι.

Δεν επαναλαμβάνεται απαραίτητα με τον ίδιο τρόπο. Αλλά οι μηχανισμοί της παραμένουν. Και όσο η επιστήμη συνεχίζει να συνδέεται με την εξουσία, το ερώτημα δεν είναι αν τέτοια γεγονότα μπορούν να συμβούν ξανά.

Το ερώτημα είναι, με ποια μορφή θα εμφανιστούν την επόμενη φορά.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…