Η αρχιτεκτονική του φόβου: Από τον Gustave Le Bon στον Edward Bernays και απο τα Soviet Active Measures στην Laura Loomer και την σύγχρονη προπαγάνδα

Η αρχιτεκτονική του φόβου: Από τον Gustave Le Bon στον Edward Bernays και απο τα Soviet Active Measures στην Laura Loomer και την σύγχρονη προπαγάνδα

Υπάρχει μια λεπτή στιγμή, σχεδόν ανεπαίσθητη, όπου η πληροφορία παύει να λειτουργεί ως ενημέρωση και αρχίζει να δρα ως συναίσθημα. Δεν είναι απαραίτητα ένα γεγονός, ούτε μια είδηση που αλλάζει τα πάντα. Είναι περισσότερο ένα αίσθημα που εγκαθίσταται σταδιακά, μια αόρατη ένταση, μια υποψία ότι «κάτι έρχεται».

Στη σύγχρονη ψηφιακή πραγματικότητα, αυτό το αίσθημα δεν γεννιέται τυχαία. Καλλιεργείται μέσα από αποσπασματικά βίντεο που εμφανίζονται και εξαφανίζονται, μέσα από φράσεις χωρίς πλαίσιο, μέσα από εικόνες που δεν εξηγούνται αλλά υπονοούν. Μια σημαία σε αλλοιωμένη μορφή. Ένα ηχητικό απόσπασμα που σταματά πριν ολοκληρωθεί. Μια δήλωση που δεν επιβεβαιώνεται, αλλά ούτε και διαψεύδεται. Όλα μαζί συνθέτουν ένα περιβάλλον όπου η αγωνία προηγείται της κατανόησης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πληροφορία δεν λειτουργεί πλέον ως εργαλείο γνώσης, αλλά ως μηχανισμός συναισθηματικής προετοιμασίας. Και το ερώτημα που προκύπτει δεν είναι μόνο τι συμβαίνει, αλλά γιατί μοιάζει να δημιουργείται η αίσθηση ότι κάτι πρόκειται να συμβεί.

Σε αυτό το περιβάλλον εντάσσεται και η περίπτωση της Laura Loomer. Μια προσωπικότητα που κινείται στα όρια μεταξύ ακτιβισμού, πολιτικής επιρροής και ψηφιακής παρουσίας, και η οποία έχει κατά καιρούς συνδεθεί, άμεσα ή έμμεσα, με κύκλους εξουσίας στις Η.Π.Α.. Η Loomer δεν αποτελεί απαραίτητα το κέντρο της αφήγησης. Αντίθετα, λειτουργεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός ευρύτερου φαινομένου, της ανάδυσης προσώπων που, μέσω της έντονης ρητορικής τους, επηρεάζουν το δημόσιο αίσθημα.

Σε μία από τις αναρτήσεις της, η ίδια διατυπώνει μια πρόβλεψη που, περισσότερο από το περιεχόμενό της, αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο δομείται το συναίσθημα του φόβου:

«Σύντομα θα υπάρξει μια μαζική ισλαμική επίθεση στην Αμερική και οι δράστες πιθανότατα θα έχουν οικονομικές διασυνδέσεις με podcasters και με όσους σπέρνουν διχόνοια για λογαριασμό ξένων δυνάμεων εντός των Ηνωμένων Πολιτειών. Προβλέπω ότι θα υπάρξουν πολλά θύματα και μόνο τότε ίσως συνειδητοποιηθεί ότι οι άνθρωποι εξαπατήθηκαν ώστε να υποστηρίξουν ένα τρομοκρατικό αφήγημα που αποσπά την προσοχή από την απειλή του Ισλάμ, ενώ ο εχθρός σχεδίαζε να καταστρέψει τη χώρα μας εκ των έσω μέσω παράλογων θεωριών συνωμοσίας. Πιθανότατα θα είναι δέκα φορές χειρότερο από την 11η Σεπτεμβρίου και με κάποιον τρόπο θα συνδεθεί με το λεγόμενο “woke reich”. Έχω απλώς αυτό το προαίσθημα.»

Η συγκεκριμένη δήλωση δεν λειτουργεί ως πληροφορία με την κλασική έννοια. Δεν παρουσιάζει δεδομένα, ούτε τεκμήρια. Αντίθετα, δημιουργεί ένα πλαίσιο προσδοκίας. Εισάγει την ιδέα ενός μελλοντικού γεγονότος με τέτοιο τρόπο, ώστε το συναίσθημα να προηγείται της επιβεβαίωσης. Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά τέτοιου είδους παρεμβάσεις ιδιαίτερα ισχυρές, δεν απαιτούν απόδειξη για να επιδράσουν.

Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια έχουν εμφανιστεί και άλλες μορφές επικοινωνίας από κύκλους που σχετίζονται με τον Λευκό Οίκο ή κινούνται στο περιβάλλον του. Σύντομα βίντεο λίγων δευτερολέπτων, τα οποία δεν παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα online, παρουσιάζουν αποσπάσματα διαλόγων ή εικόνες που αφήνουν υπαινιγμούς χωρίς να προσφέρουν εξήγηση. Σε αυτά, ακούγονται φράσεις που παραπέμπουν σε επικείμενα γεγονότα, χωρίς να τα κατονομάζουν. Η δύναμή τους δεν βρίσκεται στο περιεχόμενο, αλλά στην ασάφεια.

Αυτή η αισθητική της αποσπασματικής πληροφορίας λειτουργεί μέσω συγκεκριμένων ψυχολογικών μηχανισμών. Η ασάφεια (ambiguity) ενεργοποιεί την ανάγκη του εγκεφάλου να συμπληρώσει τα κενά. Η προσμονή (anticipation) δημιουργεί ένταση. Και η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε τέτοιου είδους ερεθίσματα οδηγεί σε μια μορφή συναισθηματικής προετοιμασίας, ένα είδος “εκπαίδευσης” στον φόβο.

Στο ίδιο πλαίσιο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος με τον οποίο οπτικά μέσα, όπως τα εξώφυλλα διεθνών περιοδικών, εντάσσονται σε αυτή τη δυναμική. Το εξώφυλλο του The World Ahead απο το Economist για το τρέχον έτος, με τις απεικονίσεις πιθανών επιθέσεων και κρίσεων που αφορούν τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν αποτελεί πρόβλεψη με την αυστηρή έννοια. Ωστόσο, λειτουργεί ως οπτικό αφήγημα. Παρέχει ένα σύνολο εικόνων που μπορούν εύκολα να ενσωματωθούν σε ήδη υπάρχουσες ανησυχίες, ενισχύοντας την αίσθηση ότι η απειλή είναι όχι μόνο υπαρκτή, αλλά και αναπόφευκτη.

Για να κατανοηθεί πλήρως αυτό το φαινόμενο, είναι απαραίτητο να επιστρέψουμε στις ρίζες της σύγχρονης προπαγάνδας. Ο Edward Bernays, ανιψιός του Sigmund Freud, υπήρξε από τους πρώτους που συστηματοποίησαν τη χρήση της ψυχολογίας στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Ο Bernays δεν αντιμετώπισε το κοινό ως σύνολο ορθολογικών ατόμων, αλλά ως μια μάζα που επηρεάζεται κυρίως από ασυνείδητα κίνητρα και συναισθηματικά ερεθίσματα.

Η βασική του συμβολή δεν ήταν απλώς η προώθηση προϊόντων ή ιδεών, αλλά η κατανόηση ότι η αντίληψη της πραγματικότητας μπορεί να διαμορφωθεί μέσω συμβόλων, εικόνων και αφηγήσεων. Η “κατασκευή συναίνεσης”, όπως ο ίδιος την περιέγραψε, βασίζεται ακριβώς σε αυτή την αρχή, ότι οι άνθρωποι μπορούν να οδηγηθούν σε συγκεκριμένα συμπεράσματα χωρίς να αντιληφθούν τη διαδικασία που τους οδήγησε εκεί.

Αυτή η προσέγγιση συνδέεται άμεσα με την ψυχολογία των μαζών. Ο Gustave Le Bon είχε ήδη από τον 19ο αιώνα επισημάνει ότι τα άτομα, όταν λειτουργούν ως μέρος μιας μάζας, τείνουν να χάνουν την ατομική τους κρίση και να υιοθετούν πιο πρωτόγονα συναισθηματικά μοτίβα. Ο φόβος, σε αυτό το πλαίσιο, αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά εργαλεία επιρροής. Δημιουργεί συνοχή, αλλά ταυτόχρονα περιορίζει την κριτική σκέψη.

Η χρήση τέτοιων τεχνικών δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης εποχής. Κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, οι λεγόμενες Soviet Active Measures περιλάμβαναν ένα ευρύ φάσμα ενεργειών που στόχευαν στην αποσταθεροποίηση του αντιπάλου μέσω παραπληροφόρησης, ψυχολογικού πολέμου και δημιουργίας σύγχυσης. Η διάδοση αντικρουόμενων αφηγήσεων, η ενίσχυση υπαρχόντων φόβων και η κατασκευή νέων απειλών αποτέλεσαν βασικά εργαλεία αυτής της στρατηγικής.

Σήμερα, αυτές οι πρακτικές δεν έχουν εξαφανιστεί. Έχουν εξελιχθεί και προσαρμοστεί στο ψηφιακό περιβάλλον. Τα social media λειτουργούν ως επιταχυντές πληροφορίας, αλλά και ως πολλαπλασιαστές συναισθημάτων. Η ταχύτητα με την οποία διαδίδεται μια ανησυχία ή ένας φόβος είναι πλέον πρωτοφανής. Και σε αυτό το περιβάλλον, η διάκριση μεταξύ αυθεντικής πληροφορίας και κατασκευασμένης αφήγησης γίνεται όλο και πιο δύσκολη.

Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση ενός οικοσυστήματος όπου ο φόβος δεν αποτελεί απλώς αντίδραση σε γεγονότα, αλλά συστατικό στοιχείο της ίδιας της πραγματικότητας. Πολιτικά πρόσωπα, ψηφιακά μέσα, εικόνες και ιστορικές τεχνικές προπαγάνδας συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η ένταση διατηρείται ακόμη και απουσία συγκεκριμένων γεγονότων.

Σε αυτό το σημείο, η ανάλυση παύει να αφορά αποκλειστικά τις Η.Π.Α.. Το φαινόμενο αποκτά ευρύτερες διαστάσεις. Σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία είναι συνεχής και αδιάκοπη, η συναισθηματική της επίδραση καθίσταται εξίσου σημαντική με το περιεχόμενό της. Και ίσως εδώ βρίσκεται η ουσία του ζητήματος.

Υπάρχει ένα σημείο όπου η ιστορία αποκαλύπτει ότι η γραμμή ανάμεσα στην πραγματικότητα και την κατασκευή της είναι πολύ πιο λεπτή από όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε. Οι αφηγήσεις που διαμορφώνουν την αντίληψή μας για τον κόσμο δεν είναι πάντα αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής. Συχνά είναι το προϊόν μιας συνεχούς έκθεσης σε εικόνες, λέξεις και συναισθήματα που λειτουργούν κάτω από το επίπεδο της συνειδητής σκέψης.

Και τελικά, ίσως το πιο σημαντικό ερώτημα δεν είναι αν θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο. Αλλά αν, σε έναν κόσμο όπου η πραγματικότητα μπορεί να σχεδιαστεί, θα μπορούσαμε ποτέ να το αναγνωρίσουμε όταν συμβαίνει. Ή αν, χωρίς να το αντιληφθούμε, έχουμε ήδη αρχίσει να ζούμε μέσα σε αυτή τη νέα εκδοχή της.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…