Ο Pellegrino Maria Ernetti και η συσκευή Chronovisor.

Ο Pellegrino Maria Ernetti και η συσκευή Chronovisor.

Υπάρχει μια ιδέα που επανέρχεται διαρκώς, ανεξάρτητα από εποχές, θρησκείες και τεχνολογικά επίπεδα, ότι το παρελθόν δεν εξαφανίζεται. Ότι δεν σβήνει, αλλά παραμένει αποθηκευμένο κάπου, σαν ίχνος στο ίδιο το ύφασμα της πραγματικότητας. Στα τέλη του 20ού αιώνα, αυτή η ιδέα πήρε μια απρόσμενα συγκεκριμένη μορφή. Και δεν προήλθε από κάποιον φυσικό ή μηχανικό, αλλά από έναν καθολικό μοναχό.

Το όνομα του ήταν Pellegrino Maria Ernetti. Βενεδικτίνος μοναχός, θεολόγος, μουσικολόγος και άνθρωπος με βαθιά γνώση φυσικής.

Ο Ernetti γεννήθηκε το 1925 στην Ιταλία και εντάχθηκε στο Βενεδικτινό τάγμα σε νεαρή ηλικία. Η πνευματική του διαδρομή δεν περιορίστηκε στη θεολογία. Σπούδασε μουσικολογία με ιδιαίτερη έμφαση στη γρηγοριανή μουσική και την αρχαία εκκλησιαστική παράδοση, ένα πεδίο που απαιτεί βαθιά κατανόηση μαθηματικών αναλογιών, ακουστικής και φυσικών φαινομένων. Υπήρξε καθηγητής στο Ωδείο Benedetto Marcello της Βενετίας και εργάστηκε για την ανασύσταση χαμένων μουσικών έργων της αρχαιότητας και του Μεσαίωνα. Για τον Ernetti, ο ήχος δεν ήταν απλώς τέχνη, αλλά φυσικό γεγονός με διάρκεια και μνήμη.

Δεν ήταν περιθωριακή φιγούρα, ούτε κάποιος εύκολος στόχος για χλευασμό. Συνεργάστηκε με ακαδημαϊκά ιδρύματα, είχε επαφές με επιστήμονες και κινείτο άνετα ανάμεσα στη θεολογία και την επιστημονική σκέψη. Και ήταν αυτός που, τη δεκαετία του ’60, ισχυρίστηκε ότι συμμετείχε στην κατασκευή μιας συσκευής ικανής να βλέπει το παρελθόν.

Η συσκευή αυτή έμεινε γνωστή ως Chronovisor.

Σύμφωνα με τον Ernetti, ο Chronovisor δεν ήταν μηχανή του χρόνου με τη στενή, κινηματογραφική έννοια. Δεν μετέφερε ανθρώπους στο παρελθόν. Δεν άνοιγε πύλες. Δεν παραβίαζε τη γραμμικότητα του χρόνου. Αντίθετα, λειτουργούσε σαν ένα εξαιρετικά πολύπλοκο όργανο παρατήρησης. Η βασική του αρχή ήταν απλή αλλά ριζοσπαστική, όλα όσα συμβαίνουν αφήνουν ένα ενεργειακό αποτύπωμα. Κάθε ήχος, κάθε εικόνα, κάθε γεγονός προκαλεί δονήσεις που δεν εξαφανίζονται, αλλά διαχέονται στο σύμπαν.

Σύμφωνα με τις αφηγήσεις του, η συσκευή αξιοποιούσε έναν συνδυασμό ηλεκτρομαγνητικών κεραιών, καθοδικών σωλήνων και ειδικών μετάλλων, ικανών να συντονίζονται με τα υπολείμματα αυτών των δονήσεων. Όπως ένα ραδιόφωνο δεν δημιουργεί τον ήχο αλλά τον λαμβάνει, έτσι και ο Chronovisor δεν παρήγαγε εικόνες, αλλά τις αποκωδικοποιούσε. Το παρελθόν, στη σκέψη του Ernetti, δεν είχε χαθεί απλώς βρισκόταν εκτός του συνήθους φάσματος αντίληψης.

Ο χρόνος, σύμφωνα με αυτή τη λογική, δεν είναι ποτάμι που ρέει και χάνεται, αλλά αρχείο. Και αν το αρχείο υπάρχει, τότε θεωρητικά μπορεί να ανακτηθεί.

Ο Ernetti ισχυρίστηκε ότι η ομάδα του κατάφερε να συντονίσει ηλεκτρομαγνητικά σήματα και υπολείμματα ακτινοβολίας με τέτοιο τρόπο ώστε να συντονίζονται με συγκεκριμένες χρονικές στιγμές. Το αποτέλεσμα, όπως είπε, ήταν εικόνες και ήχοι από το παρελθόν. Όχι ανακατασκευές, αλλά καταγραφές. Ο ίδιος υποστήριξε ότι είδε σκηνές από την αρχαία Ρώμη, ότι παρακολούθησε θεατρικές παραστάσεις που θεωρούνταν χαμένες, και το πιο αμφιλεγόμενο  ότι είδε τη Σταύρωση του Ιησού.

Η ιστορία παρέμεινε σχετικά άγνωστη μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν ο Ernetti μίλησε δημόσια για πρώτη φορά. Δεν παρουσίασε τη συσκευή. Δεν έδωσε τεχνικά σχέδια. Αλλά έδωσε λεπτομέρειες. Ανέφερε ότι στο project συμμετείχαν σημαντικοί επιστήμονες της εποχής, ακόμη και ο Enrico Fermi και ο Wernher von Braun. Ισχυρισμοί που δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ, αλλά ούτε και διαψεύστηκαν πλήρως, καθώς αφορούσαν ανεπίσημες συνεργασίες.

Το Βατικανό, επισήμως, δεν επιβεβαίωσε τίποτα. Ούτε όμως καταδίκασε άμεσα τον Ernetti. Αυτό από μόνο του τροφοδότησε υποψίες. Αν η ιστορία ήταν καθαρή φαντασία, γιατί δεν απορρίφθηκε ξεκάθαρα; Γιατί παρέμεινε σε αυτή τη γκρίζα ζώνη, όπου κανείς δεν μιλά αλλά όλοι γνωρίζουν;

Το πιο αμφιλεγόμενο στοιχείο εμφανίστηκε όταν δημοσιεύθηκε μια φωτογραφία που, σύμφωνα με τον Ernetti, απεικόνιζε τον Ιησού επάνω στον σταυρό, τραβηγμένη μέσω του Chronovisor. Η εικόνα αργότερα αποδείχθηκε ότι έμοιαζε εντυπωσιακά με ένα ξύλινο άγαλμα που υπήρχε ήδη σε ιταλική εκκλησία. Αυτό το γεγονός υπονόμευσε σοβαρά την αξιοπιστία της ιστορίας. Πολλοί θεώρησαν ότι επρόκειτο για κατασκευή ή συμβολική αναπαράσταση και όχι για πραγματικό τεκμήριο.

Ο ίδιος ο Ernetti, ωστόσο, δεν ανακάλεσε ποτέ πλήρως. Αντίθετα, δήλωσε ότι η συσκευή διαλύθηκε σκόπιμα, επειδή κρίθηκε επικίνδυνη. Όχι τεχνολογικά, αλλά ηθικά. Υποστήριξε ότι η δυνατότητα παρακολούθησης του παρελθόντος θα κατέστρεφε έννοιες όπως η ιδιωτικότητα, η ελευθερία και ίσως ακόμη και η ίδια η πίστη. Ένας κόσμος όπου μπορείς να δεις τα πάντα δεν είναι απαραίτητα ένας καλύτερος κόσμος.

Και εδώ η ιστορία αποκτά άλλη βαρύτητα. Διότι, ανεξάρτητα από το αν ο Chronovisor υπήρξε πραγματικά, η ιδέα του δεν είναι επιστημονικά αφελής. Η σύγχρονη φυσική πράγματι συζητά έννοιες όπως η μη τοπικότητα, η πληροφορία που δεν χάνεται, τα αποτυπώματα γεγονότων στο χωροχρονικό συνεχές. Θεωρίες για το ότι το σύμπαν κατά κάποιο τρόπο θυμάται υπάρχουν, έστω και σε θεωρητικό επίπεδο.

Η ύπαρξη μιας τέτοιας συσκευής, αν ήταν εφικτή, δεν θα άλλαζε μόνο την ιστορία. Θα κατέστρεφε την έννοια της. Η ιδιωτικότητα του παρελθόντος, το δικαίωμα στη λήθη, η δυνατότητα της εξουσίας να επιλέγει τι θυμόμαστε και τι όχι, θα έπαυαν να υπάρχουν. Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με τον Ernetti, το Chronovisor δεν έπρεπε ποτέ να χρησιμοποιηθεί δημόσια.

Η ερώτηση λοιπόν μετατοπίζεται. Δεν είναι πια «υπήρξε η μηχανή;». Είναι «αν μπορούσε να υπάρξει, τι θα σήμαινε αυτό;».

Ένα τέτοιο εργαλείο δεν θα ήταν απλώς επιστημονικό. Θα ήταν πολιτικό, θρησκευτικό, υπαρξιακό. Θα αμφισβητούσε την ιστορία, τη μαρτυρία, ακόμη και την έννοια της αλήθειας.

Σήμερα, σε μια εποχή όπου η ψηφιακή καταγραφή δεν αφήνει τίποτα να χαθεί, όπου αλγόριθμοι ανασυνθέτουν φωνές, πρόσωπα και στιγμές που δεν ζήσαμε ποτέ, η ιστορία του Chronovisor μοιάζει λιγότερο παράλογη απ’ όσο φαινόταν τη δεκαετία του ’60. Ίσως όχι ως συσκευή, αλλά ως προειδοποίηση.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…