Ποιος πρέπει να έχει πρόσβαση στον κρατήρα Cabeus στην Σελήνη και στις αποκαλύψεις του ?

Ποιος πρέπει να έχει πρόσβαση στον κρατήρα Cabeus στην Σελήνη και στις αποκαλύψεις του ?
Απο το πείραμα LCROSS στο πρόγραμμα Artemis 2 και την προοπτική ρομποτικών αστροναυτών με τεχνητή νοημοσύνη.
Για δεκαετίες, η Σελήνη παρουσιαζόταν ως ένας νεκρός κόσμος, ένα απολιθωμένο απομεινάρι της δημιουργίας του ηλιακού συστήματος, παγωμένο μέσα στον χρόνο και αποκομμένο από κάθε έννοια δυναμικής εξέλιξης. Ήταν το απόλυτο σύμβολο της ακινησίας, ένας ουράνιο σώμα χωρίς ατμόσφαιρα, χωρίς ζωή, χωρίς μυστήριο. Όμως, όπως συμβαίνει συχνά στην ιστορία, η πραγματικότητα αποδεικνύεται πιο σύνθετη και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πιο ανησυχητικά ενδιαφέρουσα από τις αρχικές μας βεβαιότητες.
Εκεί στον νότιο πόλο της Σελήνης, σε μια περιοχή όπου το φως του Ήλιου δεν αγγίζει ποτέ το έδαφος και οι θερμοκρασίες παραμένουν σταθερά σε ακραία χαμηλά επίπεδα, ο κρατήρας Cabeus στέκεται σιωπηλός και παγωμένος. Σε έναν κόσμο χωρίς ατμόσφαιρα και χωρίς τα δυναμικά φαινόμενα της Γης, τέτοιοι κρατήρες λειτουργούν σαν χρονοκάψουλες, φυλάσσοντας δεδομένα που μπορούν να αναδιαμορφώσουν όχι μόνο την κατανόησή μας για το παρελθόν της Σελήνης, αλλά και τις προοπτικές της ανθρώπινης παρουσίας πέρα από τη Γη. Πρόκειται για κάτι που μοιάζει με μια φυσική αποθήκη μνήμης.
Στις 9 Οκτωβρίου 2009, μέσα σε ένα δωμάτιο ελέγχου γεμάτο οθόνες και σιωπηλή ένταση, επιστήμονες και τεχνικοί παρακολουθούσαν δεδομένα να ρέουν σε πραγματικό χρόνο. Δεν επρόκειτο για μια τυπική επιστημονική παρατήρηση. Δεν υπήρχε τηλεσκόπιο στραμμένο προς τα άστρα, ούτε κάποιο όχημα που θα προσγειωνόταν προσεκτικά σε μια άγνωστη επιφάνεια. Αυτό που συνέβαινε εκείνη τη στιγμή ήταν κάτι πιο ωμό, σχεδόν πρωτογενές, η ανθρωπότητα επιχειρούσε να χτυπήσει το άγνωστο και να δει τι θα αποκαλύψει.
Πίσω από αυτή την ιδέα βρισκόταν ο Anthony Colaprete, ένας επιστήμονας που δεν δίστασε να προτείνει μια μέθοδο που, εκ πρώτης όψεως, έμοιαζε ακραία. Και όμως, τα αποτελέσματα δικαίωσαν την προσέγγιση. Το νέφος που δημιουργήθηκε από τη σύγκρουση αποκάλυψε κάτι που μέχρι τότε υπήρχε μόνο ως υπόθεση, την παρουσία νερού σε συγκεντρώσεις που άλλαζαν δραματικά την εικόνα της Σελήνης ως άνυδρου κόσμου.
Η αποστολή LCROSS είχε σχεδιαστεί πάνω σε μια ιδέα που, για τα δεδομένα της σύγχρονης διαστημικής τεχνολογίας, έμοιαζε απλή έως και παράδοξη. Ένα χρησιμοποιημένο ανώτερο στάδιο πυραύλου, ένας μεταλλικός κύλινδρος πολλών τόνων, δεν θα εγκαταλειπόταν στο διάστημα όπως συνήθως. Αντίθετα, θα κατευθυνόταν με ακρίβεια προς έναν από τους πιο σκοτεινούς και απρόσιτους στόχους της Σελήνης, τον κρατήρα Cabeus. Έναν κρατήρα του οποίου το εσωτερικό δεν είχε δει το φως του Ήλιου για δισεκατομμύρια χρόνια.
Η σύγκρουση δεν ήταν το τέλος του πειράματος. Λίγα λεπτά πίσω από το κύριο σώμα, ένα δεύτερο, μικρότερο σκάφος ακολουθούσε την ίδια πορεία. Ο ρόλος του δεν ήταν να χτυπήσει, αλλά να περάσει μέσα από το νέφος που θα δημιουργούνταν. Να ανιχνεύσει το σκοτάδι, μεταφρασμένο πλέον σε σωματίδια, αέρια και φως.
Για μερικά δευτερόλεπτα μετά την πρόσκρουση, τα δεδομένα έμοιαζαν χαοτικά. Οθόνες γεμάτες με σήματα, ενδείξεις που δεν σχημάτιζαν ακόμη ένα σαφές μοτίβο. Ήταν εκείνη η οριακή στιγμή όπου η επιστήμη ισορροπεί ανάμεσα στο τίποτα και στην ανακάλυψη. Και έπειτα, σταδιακά, τα σήματα άρχισαν να αποκτούν συνοχή. Δεν επρόκειτο για κάτι ασαφές ή έμμεσο. Δεν ήταν μια ένδειξη που θα μπορούσε να ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους. Τα δεδομένα έδειχναν κάτι συγκεκριμένο, νερό.
Σε έναν κρατήρα που είχε παραμείνει βυθισμένος στο απόλυτο σκοτάδι για χρονικά διαστήματα που προηγούνται της ίδιας της ζωής στη Γη, η παρουσία νερού πέρα απο επιστημονικό εύρημα. Είναι μια ανατροπή. Η εικόνα της Σελήνης ως ενός εντελώς άνυδρου, αδρανούς κόσμου κατέρρεε. Και στη θέση της εμφανιζόταν κάτι πολύ πιο πολύπλοκο, ένα περιβάλλον που, έστω και σε παγωμένη μορφή, διατηρούσε στοιχεία απαραίτητα για ζωή και εξερεύνηση.
Έναν μήνα αργότερα, τα αποτελέσματα ανακοινώθηκαν επίσημα. Η ανακάλυψη επιβεβαιώθηκε, καταγράφηκε και εντάχθηκε στο σώμα της επιστημονικής γνώσης. Και τυπικά, εκεί θα μπορούσε να είχε ολοκληρωθεί η ιστορία. Μια επιτυχημένη αποστολή, μια σημαντική ανακάλυψη, ένα ακόμη βήμα στην κατανόηση του φυσικού μας δορυφόρου.
Η αρχική ερώτηση ήταν απλή και σχεδόν θεμελιώδης. Υπάρχει νερό σε αυτούς τους κρατήρες; Η απάντηση, όταν τελικά ήρθε, ήταν καταφατική. Όμως η φαινομενική της απλότητα έκρυβε μια πολύ πιο σύνθετη αλυσίδα συνεπειών. Διότι από τη στιγμή που επιβεβαιώθηκε η παρουσία νερού, το ερώτημα μετατοπίστηκε αθόρυβα από το “τι υπάρχει εκεί” στο “τι σημαίνει αυτό για εμάς”.
Και από εκεί, σε ερωτήματα που δεν ανήκουν πλέον αποκλειστικά στην επιστήμη, αλλά αγγίζουν τη γεωπολιτική, την οικονομία και την ίδια τη στρατηγική της μελλοντικής παρουσίας στο διάστημα, αν αυτοί οι πόροι είναι πραγματικοί και αξιοποιήσιμοι, ποιος θα έχει πρόσβαση σε αυτούς, ποιος θα τους ελέγχει, και με ποιο πλαίσιο θα καθοριστεί αυτός ο έλεγχος; Και ίσως το πιο ανησυχητικά απλό ερώτημα από όλα, γιατί, παρά τη βαρύτητα αυτής της ανακάλυψης, η άμεση και εις βάθος εξερεύνηση των ίδιων αυτών περιοχών παραμένει μέχρι σήμερα περιορισμένη και προσεκτική;
Διότι η εικόνα που διαμορφώνεται συνολικά έχει μια σχεδόν παράδοξη ισορροπία. Από τη μία πλευρά, η ανθρωπότητα έχει ήδη αποδείξει ότι κάτι υπάρχει μέσα σε αυτά τα μόνιμα σκοτεινά περιβάλλοντα, έχει επενδύσει τεχνολογικά μέσα, επιστημονικούς πόρους και διεθνή συνεργασία για να πλησιάσει όσο το δυνατόν περισσότερο σε αυτά τα σημεία. Από την άλλη όμως, το ίδιο το εσωτερικό τους, εκεί όπου συγκεντρώνονται οι πιο κρίσιμες πληροφορίες και πιθανόν οι πιο σημαντικές απαντήσεις, παραμένει ουσιαστικά ανεξερεύνητο. Σαν να έχει φτάσει η γνώση στην άκρη ενός γεωλογικού χάσματος, αναγνωρίζοντας την ύπαρξη του βάθους, αλλά σταματώντας λίγο πριν από την κάθοδο σε αυτό.
Το ίδιο το νερό, όμως, δεν λειτούργησε ποτέ ως απλό εύρημα. Αντιμετωπίστηκε σχεδόν από την αρχή ως ένδειξη μετατόπισης της κατανόησής μας για τη Σελήνη. Δεν ήταν απλώς ένας δείκτης παρουσίας πόρου, αλλά ένα στοιχείο που υποδήλωνε ότι ο δορυφόρος μας δεν είναι ένα εντελώς νεκρό σώμα, αλλά ένα περιβάλλον με στρώσεις ιστορίας και υλικών καταγραφών. Μαζί με το νερό εντοπίστηκαν και άλλες πτητικές ενώσεις, δημιουργώντας την εικόνα ότι οι σκιώδεις περιοχές της Σελήνης λειτουργούν ως παθητικοί αποδέκτες και αποθήκες υλικών που έχουν ταξιδέψει για δισεκατομμύρια χρόνια μέσα στο ηλιακό σύστημα. Κομήτες που διέσχισαν το διάστημα, μικρομετεωρίτες που διασπάστηκαν στην επιφάνεια, αλλά και αρχέγονες ουσίες από την πρώιμη φάση σχηματισμού του ηλιακού συστήματος φαίνεται πως έχουν παγιδευτεί εκεί, διατηρούμενες σχεδόν αναλλοίωτες μέσα στο απόλυτο σκοτάδι και το ψύχος.
Αν η ιστορία σταματούσε εκεί, θα επρόκειτο απλώς για μία ακόμη επιτυχημένη αποστολή της σύγχρονης διαστημικής επιστήμης. Όμως, στην πράξη, το τέλος της αποστολής LCROSS δεν σήμανε και το τέλος της επιρροής της. Αντίθετα, αποτέλεσε την αρχή μιας μετατόπισης που δεν έγινε άμεσα αντιληπτή στο ευρύ κοινό, αλλά ήταν εμφανής σε όσους παρακολουθούσαν τις εξελίξεις πέρα από τα επιστημονικά συνέδρια.
Διότι το νερό, σε ένα περιβάλλον όπως η Σελήνη, είναι ένας πόρος. Και κάθε πόρος, ανεξαρτήτως του πού βρίσκεται, ενεργοποιεί μηχανισμούς που ξεπερνούν την επιστήμη. Μέσα σε λίγα χρόνια από την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, η συζήτηση άρχισε να μετατοπίζεται. Δεν αφορούσε πλέον μόνο το “αν υπάρχει”, αλλά το “πώς μπορεί να αξιοποιηθεί”. Και εκεί, η γλώσσα της επιστήμης άρχισε να συναντά τη γλώσσα της στρατηγικής.
Η NASA δεν ήταν η μόνη που κατανόησε τη σημασία αυτής της ανακάλυψης. Άλλες διαστημικές δυνάμεις, όπως η Κίνα, η Ινδία και διεθνείς συνεργασίες που επεκτείνονται πέρα από τα παραδοσιακά πλαίσια, άρχισαν να στρέφουν την προσοχή τους στην ίδια περιοχή. Ο νότιος πόλος της Σελήνης, και ιδιαίτερα οι περιοχές γύρω από κρατήρες όπως ο Cabeus, μετατράπηκαν σταδιακά σε σημεία υψηλής προτεραιότητας.
Η γεωγραφία αυτών των περιοχών παίζει καθοριστικό ρόλο. Δεν πρόκειται για αχανείς, εύκολα προσβάσιμες εκτάσεις. Αντίθετα, τα σημεία που συνδυάζουν πρόσβαση σε ηλιακή ενέργεια και εγγύτητα σε μόνιμα σκιασμένους κρατήρες είναι περιορισμένα, συχνά εκτεινόμενα σε στενές κορυφογραμμές γύρω από σχηματισμούς όπως ο κρατήρας Shackleton. Αυτές οι περιοχές, που σε άλλες εποχές θα θεωρούνταν απλώς γεωλογικές ιδιαιτερότητες, αποκτούν πλέον χαρακτηριστικά στρατηγικής σημασίας.
Και όταν οι πόροι είναι περιορισμένοι, η πρόσβαση σε αυτούς δεν είναι ποτέ ουδέτερη υπόθεση. Οι ανακοινώσεις αποστολών, οι επιλογές σημείων προσεδάφισης, ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται τα προγράμματα στο κοινό, αρχίζουν να αποκτούν ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης. Δεν είναι μόνο επιστημονικές αποφάσεις. Είναι και τοποθετήσεις σε έναν χάρτη που, αν και δεν ανήκει σε κανένα κράτος, αρχίζει να αντιμετωπίζεται σαν να έχει ήδη διανεμηθεί.
Σε αυτό το περιβάλλον εντάσσεται και το πρόγραμμα Artemis. Η αποστολή Artemis II δεν έχει ως στόχο την άμεση εξερεύνηση των σκοτεινών κρατήρων. Δεν θα κατέβει στο εσωτερικό τους, ούτε θα επιχειρήσει να δώσει απαντήσεις στα πιο άμεσα ερωτήματα που προέκυψαν μετά το 2009. Αντίθετα, λειτουργεί ως ένα ενδιάμεσο βήμα, μια επαναφορά της ανθρώπινης παρουσίας σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη, μια προετοιμασία για ό,τι πρόκειται να ακολουθήσει.
Και εδώ η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Ενώ η τεχνολογία υπάρχει για να εξερευνηθούν πιο άμεσα αυτές οι περιοχές, με ρομποτικά μέσα, με αυτόνομα συστήματα, με αποστολές χαμηλότερου ρίσκου, η επιλογή φαίνεται να είναι διαφορετική. Η ανθρωπότητα επιστρέφει πρώτα στην επιφάνεια, στις άκρες αυτών των περιοχών, πριν επιχειρήσει να εισέλθει στο εσωτερικό τους. Σαν να υπάρχει μια προτεραιότητα που δεν σχετίζεται μόνο με την απόκτηση δεδομένων, αλλά με την παρουσία.
Διότι η παρουσία έχει πάντα ένα συμβολικό βάρος που η μηχανική εξερεύνηση δεν μπορεί να αντικαταστήσει. Ένας άνθρωπος που στέκεται σε μια επιφάνεια δηλώνει κάτι περισσότερο από μια επιστημονική επιτυχία. Δηλώνει πρόσβαση, δυνατότητα και, σε κάποιο βαθμό, κυριαρχία. Και ίσως αυτό να εξηγεί γιατί, παρά την πρόοδο της τεχνητής νοημοσύνης και των ρομποτικών συστημάτων, η ανθρώπινη επιστροφή στη Σελήνη παραμένει στο επίκεντρο.
Ωστόσο, αυτή η επιλογή δεν ακυρώνει το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό από το 2009. Αν γνωρίζουμε ότι μέσα σε αυτούς τους κρατήρες υπάρχουν στοιχεία που μπορούν να αλλάξουν την κατανόησή μας για τη Σελήνη και τη μελλοντική εξερεύνηση, γιατί η άμεση διερεύνησή τους προχωρά με τόσο προσεκτικά, σχεδόν διστακτικά βήματα; Είναι θέμα τεχνολογίας, ασφάλειας ή προτεραιοτήτων; Ή μήπως πρόκειται για μια πιο σύνθετη εξίσωση, όπου η γνώση και η πρόσβαση δεν κατανέμονται ταυτόχρονα;
Η απάντηση δεν είναι προφανής. Αλλά το γεγονός ότι το ερώτημα παραμένει ενεργό, δεκαπέντε και πλέον χρόνια μετά την πρώτη επιβεβαίωση της ύπαρξης νερού, είναι από μόνο του ενδεικτικό. Διότι σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία μεταδίδεται άμεσα και οι τεχνολογικές δυνατότητες εξελίσσονται με ταχύτητα, οι καθυστερήσεις σπάνια είναι τυχαίες. Και οι επιλογές, ακόμη και όταν παρουσιάζονται ως τεχνικές, συχνά αντανακλούν κάτι βαθύτερο.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό ενδιαφέρον. Διότι η επιστήμη σπάνια λειτουργεί σε κενό. Κάθε ανακάλυψη, ιδιαίτερα όταν αφορά πόρους, ενεργοποιεί ένα ευρύτερο σύστημα συμφερόντων. Το νερό στη Σελήνη δεν είναι απλώς ένα στοιχείο προς μελέτη. Είναι καύσιμο. Είναι οξυγόνο. Είναι ζωή. Σε πρακτικό επίπεδο, σημαίνει ότι η Σελήνη μπορεί να αποτελέσει ενδιάμεσο σταθμό για αποστολές πέρα από αυτήν, προς τον Άρη και ακόμα πιο μακριά. Σημαίνει ότι η ανθρωπότητα δεν χρειάζεται να μεταφέρει τα πάντα από τη Γη. Μπορεί να αξιοποιήσει αυτό που ήδη υπάρχει εκεί.
Δεν προκαλεί, λοιπόν, έκπληξη το γεγονός ότι ο νότιος πόλος της Σελήνης έχει μετατραπεί σε σημείο έντονου ενδιαφέροντος για τις μεγάλες δυνάμεις. Η NASA, η Κίνα, η Ινδία και άλλοι παίκτες έχουν στρέψει την προσοχή τους σε αυτή την περιοχή. Δεν πρόκειται απλώς για επιστημονική περιέργεια. Πρόκειται για στρατηγική τοποθέτηση. Σε έναν κόσμο όπου οι πόροι της Γης γίνονται ολοένα και πιο περιορισμένοι, η δυνατότητα εξόρυξης και αξιοποίησης εξωγήινων πόρων αποκτά τεράστια σημασία.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το πρόγραμμα Artemis. Η αποστολή Artemis II, αν και δεν περιλαμβάνει προσελήνωση, αποτελεί ένα κρίσιμο βήμα προς την επιστροφή ανθρώπων στη Σελήνη. Είναι μια αποστολή δοκιμής, μια επανάληψη της τροχιακής πτήσης γύρω από τη Σελήνη, που θυμίζει σε πολλούς την εποχή του Apollo program. Όμως οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Τότε, η Σελήνη ήταν ένα σύμβολο τεχνολογικής υπεροχής μέσα στον ψυχρό πόλεμο. Σήμερα, είναι κάτι περισσότερο. Είναι ένα πιθανό “οικόπεδο” στο διάστημα.
Και εδώ τίθεται ένα ερώτημα που δεν απαντάται εύκολα. Αν ο στόχος είναι ο νότιος πόλος, γιατί οι αποστολές δεν κατευθύνονται άμεσα εκεί; Γιατί αυτή η σταδιακή προσέγγιση; Η επίσημη απάντηση αφορά την ασφάλεια, τη δοκιμή συστημάτων, την ανάγκη για σταδιακή πρόοδο. Όμως, σε κάθε μεγάλο πρόγραμμα, υπάρχουν πάντα και παράγοντες που δεν ανακοινώνονται πλήρως. Τεχνικές δυσκολίες, άγνωστοι κίνδυνοι, ακόμα και πολιτικές ισορροπίες μπορεί να επηρεάζουν τον ρυθμό και την κατεύθυνση των αποστολών.
Η επιστροφή στη Σελήνη όμως δεν είναι απλώς μια επανάληψη του παρελθόντος. Είναι μια μετάβαση σε κάτι νέο. Και αυτό το νέο δεν αφορά μόνο το πού θα πάμε, αλλά και το πώς θα πάμε. Διότι, όσο προχωρά η τεχνολογία, τόσο πιο έντονα τίθεται ένα διαφορετικό ερώτημα, είναι απαραίτητη η φυσική παρουσία του ανθρώπου;
Η ιδέα της αποστολής ρομπότ αστροναυτών με τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι πλέον επιστημονική φαντασία. Είναι μια ρεαλιστική πρόταση που εξετάζεται σοβαρά. Μηχανές που μπορούν να λειτουργούν σε ακραίες συνθήκες, να λαμβάνουν αποφάσεις σε πραγματικό χρόνο, να εξερευνούν χωρίς τον περιορισμό της ανθρώπινης αντοχής. Σε έναν τόπο όπως ο κρατήρας Cabeus, όπου οι συνθήκες είναι ακραίες και επικίνδυνες, η χρήση τέτοιων συστημάτων μοιάζει όχι μόνο λογική, αλλά σχεδόν αναπόφευκτη.
Και όμως, αυτή η μετάβαση δεν είναι μόνο τεχνική, είναι βαθιά φιλοσοφική. Αν η εξερεύνηση του διαστήματος αρχίσει να πραγματοποιείται ολοένα και περισσότερο από μηχανές, τότε το ερώτημα μετατοπίζεται από το “πώς” στο “ποιος”. Ποιος εξερευνά πραγματικά; Ο άνθρωπος που σχεδιάζει και καθοδηγεί ή το σύστημα που εκτελεί, μαθαίνει και προσαρμόζεται αυτόνομα; Σε ένα περιβάλλον όπου οι μηχανές μπορούν να λειτουργούν χωρίς άμεση ανθρώπινη παρέμβαση, η ίδια η έννοια της εξερεύνησης παύει να είναι αποκλειστικά ανθρώπινη και μετατρέπεται σε μια υβριδική διαδικασία, όπου η παρουσία δεν ορίζεται πλέον μόνο από το σώμα, αλλά και από την προέκτασή του μέσω της τεχνολογίας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το ερώτημα παύει να αφορά αποκλειστικά το τι εντοπίστηκε στον κρατήρα Cabeus ή το πόσο νερό υπάρχει στη Σελήνη. Αρχίζει να αγγίζει κάτι ευρύτερο και πιο ουσιαστικό, τον τρόπο με τον οποίο τέτοιες ανακαλύψεις επαναπροσδιορίζουν την κατεύθυνση της ανθρωπότητας. Διότι κάθε τεχνολογικό άλμα συνοδεύεται από μια μεταβολή στην ίδια μας την ταυτότητα. Από τους πρώτους εξερευνητές που διέσχισαν άγνωστες θάλασσες μέχρι τους αστροναύτες του 20ού αιώνα, η εξερεύνηση ήταν πάντα μια βαθιά ανθρώπινη πράξη. Σήμερα, για πρώτη φορά, αυτή η πράξη αρχίζει να μοιράζεται με κάτι που δεν είναι ακριβώς ανθρώπινο, αλλά ούτε και εντελώς ξένο.
Έτσι, η Σελήνη μετατρέπεται σε ένα σημείο καμπής. Έναν χώρο όπου η επιστήμη συναντά τη στρατηγική, η τεχνολογία συναντά τη φιλοσοφία και η περιέργεια συναντά την ανάγκη. Ο κρατήρας που δεν έχει δει ποτέ το φως του Ήλιου δεν αποτελεί πλέον απλώς έναν στόχο εξερεύνησης, αλλά ένα όριο αντίληψης, ένα σημείο από το οποίο η ανθρωπότητα καλείται να κοιτάξει πέρα από τον εαυτό της και προς το επόμενο στάδιο της ύπαρξής της.
Μέσα σε αυτή τη μόνιμη σκιά δεν κρύβεται μόνο το παρελθόν της Σελήνης, αλλά και μια αντανάκλαση του μέλλοντος μας, ενός μέλλοντος στο οποίο η ανθρώπινη παρουσία στο σύμπαν δεν θα ορίζεται μόνο από το πού φτάνουμε, αλλά και από το τι επιλέγουμε να γίνουμε στην πορεία.