Lonestars Scientific Group. Μισός αιώνας έρευνας εναλλακτικής γνωσιολογίας.

Lonestars Scientific Group. Μισός αιώνας έρευνας εναλλακτικής γνωσιολογίας
Το Lonestars Scientific Group είναι από εκείνα τα ονόματα που σπάνια συναντά κανείς στην επίσημη ιστορία της αμερικανικής τεχνολογικής εξέλιξης, αλλά συχνά εμφανίζονται στις υποσημειώσεις, σε παλιά τεχνικά παραρτήματα, σε συνοδευτικά έγγραφα συμβολαίων, σε βιβλιογραφίες ξεχασμένων μελετών, ή σε ψιθυριστές αναφορές πρώην συνεργατών που μιλούν με προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις. Η ομάδα εμφανίζεται στα τέλη της δεκαετίας του ’60 στο Τέξας, κάπου ανάμεσα σε πανεπιστημιακά εργαστήρια, μικρούς βιομηχανικούς subcontractors και το ευρύτερο οικοσύστημα της αεροδιαστημικής έρευνας που ανθούσε στον Νότο την εποχή του ψυχρού πολέμου. Από την αρχή, η ταυτότητα της ομάδας ήταν υβριδική, δεν ανήκε πλήρως σε ακαδημαϊκό χώρο ούτε σε εταιρικό R&D, αλλά κινούνταν αθόρυβα σε μια ενδιάμεση ζώνη ευελιξίας, με υψηλή τεχνολογική εξειδίκευση και χαμηλή δημόσια έκθεση.
Οι πρώτες τους προσπάθειες συνδέθηκαν με εργαστήρια γύρω από την εξελισσόμενη NASA και την αναδυόμενη στρατιωτική έρευνα στο Τέξας. Το Lonestars δεν εμφανίστηκε εξαρχής ως επίσημη οντότητα ήταν περισσότερο ένα δίκτυο ατόμων που μοιραζόταν δεδομένα και μεθοδολογίες μακριά από τα τυπικά κανάλια με έμφαση στα παράξενα, στα μη-γραμμικά, στα ανεξερεύνητα. Στα χρόνια αυτά το όνομα «Lonestars» εμφανίζεται σποραδικά, μόνο ως κωδικός σε ανυπόγραφες τεχνικές αναφορές, λευκές εκθέσεις με περίεργες λεπτομέρειες για θερμική καταπόνηση υλικών, ασυνήθιστες συχνότητες ηλεκτρομαγνητικών παλμών και μελέτες sensory interference που δεν συνάδουν με καμία επίσημη γραμμή έρευνας. Ήταν η εποχή που η ομάδα έστρωνε τα θεμέλιά της, πειράματα πολύ μικρά για να προσελκύσουν προσοχή, αλλά πολύ προχωρημένα για να τα αγνοήσει η αμυντική βιομηχανία.
Με τη δεκαετία του ’70, το Lonestars είχε ήδη μετατραπεί σε ημι-επίσημο τεχνικό σχηματισμό. Τα άτομα που περνούσαν από εκεί, φυσικοί, μηχανικοί, επιστήμονες υλικών ήταν άνθρωποι που δεν αποζητούσαν την αναγνώριση. Ξεχώριζε ο φυσικός Raymond Cole, γνωστός για τις εκκεντρικές αλλά ακριβείς θεωρήσεις του πάνω στην μη κλασική διάδοση ηλεκτρομαγνητικών παλμών, και η υλική επιστήμονας Martha Ellison, που είχε αφιερωθεί στη μελέτη σύνθετων υλικών που παρουσίαζαν απροσδόκητη συμπεριφορά σε συνθήκες απότομης θερμικής πίεσης. Η φήμη της ομάδας άρχισε τότε να φουσκώνει, όχι μέσω επίσημων δημοσιεύσεων, αλλά μέσω πειραμάτων που περνούσαν από στόμα σε στόμα.
Τη δεκαετία του ’80, το Lonestars εισέρχεται σε μια περίοδο όπου τα έργα του συνδέονται ανοιχτά με τεχνολογίες υψηλής εμπιστευτικότητας. Εμφανίζεται σε συμβάσεις DARPA, πάντοτε όμως ως σιωπηρός συνεργάτης, ως subcontractor που παρέχει μοντέλα, δεδομένα, πειράματα, χωρίς να διεκδικεί την πρωτοκλασάτη θέση. Η ομάδα εστίασε σε έρευνες που αφορούσαν τη μείωση των radar cross sections, τη συμπεριφορά μαγνητικών πεδίων σε ακραίες θερμικές μεταβολές, την ανίχνευση μικροσκοπικών ηλεκτρομαγνητικών διαταραχών σε περιβάλλοντα όπου κανονικά δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Εργάστηκαν στη σκιά της ανάπτυξης των stealth τεχνολογιών, μια σκιά όπου η υπερβολικά εξειδικευμένη γνώση ήταν πολύτιμη, αλλά η πηγή της έπρεπε να παραμείνει όσο το δυνατόν πιο αόρατη.
Αυτή την περίοδο εμφανίζονται για πρώτη φορά και οι φήμες που συνδέουν την ομάδα με έρευνες που ξεφεύγουν από το συμβατικό πλαίσιο. Πειράματα με ηλεκτρομαγνητικές ανωμαλίες σε υψηλά υψόμετρα, περίεργες υπογραφές στα δεδομένα ραντάρ, υλικά που αντιδρούσαν με τρόπους που δεν εξηγούνταν με την κλασική φυσική. Τίποτα από αυτά δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ, όμως άφησαν πίσω τους κάτι σαν μύθο, ότι το Lonestars αγγίζει σύνορα γνώσης που δεν είναι εύκολο να αποδοθούν δημόσια.
Στη δεκαετία του ’90, η ομάδα βυθίζεται σε έναν νέο κόσμο, τα τεράστια datasets δορυφορικών αισθητήρων. Η δουλειά τους αποκτά μια πιο υπολογιστική, σχεδόν πληροφοριακή διάσταση. Αναλύουν ασυνήθιστες θερμικές υπογραφές, μικρο-αποκλίσεις σε σειρές δεδομένων, ηλεκτρομαγνητικά μοτίβα που αποκλίνουν από προβλεπόμενα μοντέλα. Το Lonestars εξελίσσεται πλέον από μια ομάδα υλικών και αεροναυπηγών σε ένα περίεργο υβρίδιο ειδικών σε advanced materials, signal analysis και computational anomaly detection.
Σε αυτό το σημείο, αρχίζει να ξεδιπλώνεται και η πιο ενδιαφέρουσα σχέση της ομάδας, εκείνη με το πρόγραμμα O.S.A.P. (Advanced Aerospace Weapon System Applications Program), το οποίο δημιουργήθηκε το 2007 υπό τη D.I.A., με πρωτοβουλία του Harry Reid και κεντρική φιγούρα τον James Lacatski. Το O.S.A.P. και το παραπλήσιο A.A.T.I.P. δεν ήταν ποτέ απλά U.F.O. προγράμματα, αλλά αναζητούσαν νέες τεχνολογικές απειλές, ανωμαλίες αισθητήρων, επιδράσεις άγνωστης τεχνολογίας στο προσωπικό, και βιομηχανικές εφαρμογές προηγμένων υλικών. Στην καρδιά αυτού του πλέγματος συνεργασιών βρίσκονταν η Bigelow Aerospace, και εκεί εμφανίζεται το όνομα Jacques Vallée.
Ο Vallée, ήδη από τη δεκαετία του ’70, είχε χαράξει μια διαδρομή που τον τοποθετούσε στο σταυροδρόμι ανάμεσα στην ακαδημαϊκή έρευνα, την ανάλυση ανεξήγητων φαινομένων και την τεχνολογική βιομηχανία. Η ιδιαίτερη μεθοδολογία του μια μίξη πληροφορικής, φυσικής, βιολογίας και συστημικής σκέψης ήταν ακριβώς αυτό που αναζητούσε το O.S.A.P.. Αν και δεν είχε επίσημη θέση στο πρόγραμμα, εργάστηκε ως εξωτερικός συνεργάτης μέσω της Bigelow Aerospace Advanced Space Studies. Είδε δείγματα μετα-υλικών, ανέλυσε isotopic anomalies, προσέφερε τις δικές του πληροφοριακές προσεγγίσεις στην ανάλυση των δεδομένων από το Skinwalker Ranch και συμμετείχε σε συζητήσεις που παρέμειναν εκτός δημοσιότητας.
Είναι εδώ που οι Lonestars και ο Vallée τέμνονται. Οι Lonestars αποτέλεσαν έναν παράπλευρο, σχεδόν άτυπο συνεργάτη του O.S.A.P.. Συγκέντρωναν δεδομένα, ανέπτυσσαν πρωτογενείς αναφορές, διαχειρίζονταν υλικά και αναλύσεις που δεν ήταν κατάλληλες για επίσημη γραμμή. Πολλά από τα meta-material samples που κατέληξαν στη Bigelow, οπως περίεργα πολυστρωματικά υλικά, με ανομοιογενείς δομές και μη συμβατικές μεθόδους κατασκευής, πέρασαν πρώτα από τα χέρια των Lonestars. Και σε κάποια από αυτά, ο Vallée συμμετείχε ενεργά στην επιστημονική διερεύνηση.
Υπάρχει μάλιστα η αίσθηση, σχεδόν τεκμηριωμένη από πολλαπλές μαρτυρίες, ότι τα αναλυτικά μοντέλα των Lonestars επηρεάστηκαν βαθιά από τις θεωρίες του Vallée για τα anomalous signatures, για τα φαινόμενα ως πληροφοριακές οντότητες, για την οργανωτική δομή των ανωμαλιών ως συστήματα και όχι ως μεμονωμένα γεγονότα. Τα Lonestar reports, που λειτουργούσαν ως ανεπεξέργαστα datasets, βρέθηκαν στο γραφείο του Vallée. Και αντίστροφα, οι θεωρητικές του προσεγγίσεις ενσωματώθηκαν στις μεθοδολογίες της ομάδας.
Μετά το 2000, το Lonestars Scientific Group συνεχίζει να υπάρχει, αλλά όπως και πάντα, όλα του τα ίχνη είναι αποτυπωμένα στα αποτελέσματα και όχι στην ονομασία του. Πολλές από τις τεχνικές που ανέπτυξε ενσωματώθηκαν σε drones, σε συνθετικά υλικά προηγμένης αντοχής, σε ανιχνευτές μικρο-ανωμαλιών, σε συστήματα χαμηλής παρατηρησιμότητας. Στον χώρο της μετα-ufoλογίας, το Lonestars έχει σχεδόν μυθολογικό ρόλο, μια ομάδα που δεν αναζητά φως, που λειτουργεί μακριά από τα μάτια, αλλά που αφήνει πίσω της μια τεχνολογική σκιά που ακόμη εξετάζεται.
Η πραγματική σχέση του Vallée με το Lonestars παραμένει αθέατη, όπως και όλα όσα αφορούν αυτή την ομάδα. Δεν ήταν ποτέ μέλος της όμως υπήρξε συνοδοιπόρος, συνεργάτης, και ενίοτε καθοδηγητική επιρροή. Αντάλλαξαν δεδομένα, συναντήθηκαν σε εγκαταστάσεις της Bigelow, εξέτασαν τα ίδια δείγματα, ανίχνευσαν τα ίδια παράξενα ίχνη τεχνολογίας. Ήταν δύο διαφορετικές οντότητες που κινούνταν στο ίδιο υπόγειο οικοσύστημα, συχνά παράλληλα, μερικές φορές διασταυρούμενες, πάντοτε όμως εντός ενός πεδίου όπου το ανεξήγητο δεν ήταν αφορμή για φαντασία, αλλά για επιστημονική επιμονή.
Το Lonestars Scientific Group παραμένει ένας οργανισμός φάντασμα, ποτέ εντελώς ορατός, αλλά πάντα παρών. Κάτι ανάμεσα σε τεχνικό θρύλο, στρατιωτικό μυστικό και επιστημονική εμμονή. Και στο κέντρο αυτής της σκιάς, ο Jacques Vallée λειτουργεί σαν μια ήσυχη γέφυρα, ένα μυαλό που ένωσε την ερευνητική περιέργεια με την τεχνική αυστηρότητα, και που χωρίς να το επιδιώξει, έγινε μία από τις σημαντικότερες αόρατες επιρροές στην ιστορία της ομάδας.