Το project Stargate. Όταν το remote viewing δοκιμάστηκε ως εργαλείο της ψυχικής κατασκοπείας.

Το project Stargate. Όταν το remote viewing δοκιμάστηκε ως εργαλείο της ψυχικής κατασκοπείας.
Υπάρχουν προγράμματα που γεννήθηκαν αποκλειστικά μέσα στη σφαίρα της φαντασίας, τροφοδοτημένα από ειδήσεις χαμηλής αξιοπιστίας και διαδικτυακά φόρουμ. Και υπάρχουν προγράμματα που άφησαν τόσο έντονο αποτύπωμα στην πραγματικότητα, ώστε η γραμμή ανάμεσα στο τεκμηριωμένο και στο μυθικό να θολώνει με έναν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τρόπο. Το project Stargate ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, όχι επειδή περιείχε εξωτικές τεχνολογίες ή διαστατικές θύρες, αλλά γιατί αποτέλεσε τη σπάνια στιγμή όπου η αμερικανική κυβέρνηση επένδυσε χρόνο, χρήμα και ανθρώπινο δυναμικό σε ένα σημείο όπου η επιστήμη, η ψυχολογία και η εναλλακτική γνωσιολογία συναντιούνται.
Το πρόγραμμα ηταν μια επίσημη προσπάθεια της C.I.A., της D.I.A. και διαφόρων στρατιωτικών φορέων να διερευνήσουν και να αξιοποιήσουν παραψυχολογικές ικανότητες για σκοπούς κατασκοπείας. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 μέχρι το 1995, το Stargate εξελίχθηκε σε μια παράξενη αλλά απολύτως πραγματική έρευνα, η οποία επιχειρούσε να αξιοποιήσει το ανθρώπινο μυαλό ως αισθητήρα από απόσταση.
Η απαρχή, ψυχρός πόλεμος και εναλλακτικές ανησυχίες
Η ιστορία ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν η C.I.A. έλαβε αναφορές ότι η Σοβιετική Ένωση ερευνούσε εντατικά την ψυχοτρονική, την τηλεπάθεια, τη διανοητική επιρροή και την ψυχική ανίχνευση στρατηγικών στόχων. Σε ένα κλίμα όπου ο ψυχρός πόλεμος μετατρεπόταν σε ανταγωνισμό όχι μόνο για πυρηνικά και δορυφόρους, αλλά και για κάθε πιθανή ή υποθετική τεχνολογία, η C.I.A. δεν μπορούσε να αγνοήσει τέτοιες πληροφορίες. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα ενός προγράμματος που θα έβαζε στο μικροσκόπιο φαινόμενα πέρα από τα συμβατικά όρια της επιστήμης.
Το Stanford Research Institute (SRI) στη Silicon Valley, ένας χώρος όπου η καινοτομία συναντούσε τον πειραματισμό χωρίς προαπαιτούμενα, ανέλαβε το πρώτο κύμα ερευνών. Εκεί άρχισαν να καταγράφονται συστηματικά αναφορές για ανθρώπους που μπορούσαν σύμφωνα με τους ερευνητές να περιγράψουν τοποθεσίες, αντικείμενα και καταστάσεις χωρίς καμία φυσική πρόσβαση.
Remote Viewing: Το εργαλείο της ψυχικής κατασκοπείας
Το κεντρικό αντικείμενο του προγράμματος ήταν το remote viewing, μια τεχνική κατά την οποία ο συμμετέχων επιχειρούσε να συλλέξει πληροφορίες για έναν μακρινό ή κρυφό στόχο, χρησιμοποιώντας καθαρά την επίγνωση και τη φαντασία του. Παρά τις συχνές παρεξηγήσεις, το remote viewing δεν μοιάζει με τις μεταφυσικές περιγραφές που συναντάμε στο διαδίκτυο. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια διαδικασία που προσπαθούσε να συνδυάσει χαλαρή συγκέντρωση, διαλογιστικές τεχνικές, γρήγορη αποτύπωση εντυπώσεων και συγκεκριμένα πρωτόκολλα περιγραφής.
Οι συμμετέχοντες συχνά άτομα χωρίς προηγούμενη ψυχική φήμη εκπαιδεύονταν να μπαίνουν σε κατάσταση μειωμένης νοητικής παρεμβολής. Στη συνέχεια, επιχειρούσαν να σκιαγραφήσουν μορφές, κτίρια, κατευθύνσεις, δομές ή δραστηριότητες που σχετίζονταν με έναν στόχο τον οποίο οι ίδιοι δεν γνώριζαν εκ των προτέρων. Στρατιωτικοί αναλυτές συγκέντρωναν τις αναφορές και τις συνέκριναν με δορυφορικές εικόνες, διαβαθμισμένα δεδομένα ή επιχειρησιακά reports.
Παρότι η ακρίβεια των αποτελεσμάτων δεν ήταν σταθερή, υπήρχαν αρκετές περιπτώσεις όπου οι περιγραφές θεωρήθηκαν αξιοσημείωτα κοντινές στην πραγματικότητα. Αυτό οδήγησε σε αύξηση της χρηματοδότησης και στη συνέχιση του προγράμματος για σχεδόν δύο δεκαετίες.
Οι βασικές προσωπικότητες πίσω από το πρόγραμμα
Στο επίκεντρο της έρευνας βρέθηκαν αρκετά πρόσωπα που διαμόρφωσαν τη φυσιογνωμία του Stargate. Στη SRI, οι φυσικοί Russell Targ και Harold Puthoff ανέλαβαν να δημιουργήσουν τα πρώτα πειραματικά πρωτόκολλα, ενώ άνθρωποι όπως ο Pat Price και ο Ingo Swann εξελίχθηκαν σε κεντρικές φιγούρες λόγω των εξαιρετικά τολμηρών (και συχνά αμφιλεγόμενων) αναφορών τους. Αργότερα, στο στρατιωτικό σκέλος, ο απόστρατος αξιωματικός Joe McMoneagle θεωρήθηκε ένας από τους σημαντικότερους remote viewers, με αποστολές που αφορούσαν σοβιετικές εγκαταστάσεις, πειρατικές επιχειρήσεις και διεθνείς εντάσεις.
Αυτά τα πρόσωπα, ακόμη κι αν δεν έγιναν ποτέ δημόσιοι ήρωες, διαμόρφωσαν ένα σκιώδες πεδίο όπου στρατιωτικές δομές, επιστημονικά πειράματα και ανθρώπινες ιδιαιτερότητες συνυπήρχαν σε μια σπάνια, αμφιλεγόμενη ισορροπία.
Χρονική εξέλιξη και κάμψη του προγράμματος
Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, η κυβέρνηση άρχισε να αναθεωρεί την αποτελεσματικότητα του προγράμματος. Παρότι υπήρχαν στιγμές που θεωρήθηκαν εντυπωσιακές, το συνολικό στατιστικό αποτέλεσμα δεν προσέφερε την επιχειρησιακή αξιοπιστία που ζητούσαν οι υπηρεσίες. Με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την αλλαγή της γεωπολιτικής πραγματικότητας, τέτοιες εναλλακτικές έρευνες δεν θεωρήθηκαν πια προτεραιότητα.
Το 1995, η CIA ανέθεσε σε ανεξάρτητους αναλυτές να εξετάσουν τα πορίσματα. Η επίσημη αναφορά ήταν αποθαρρυντική, οι μέθοδοι δεν θεωρήθηκαν σταθερά επαναλήψιμες και, αν και δεν απορρίφθηκαν πλήρως, κρίθηκε ότι δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αξιόπιστο εργαλείο πληροφοριών. Έτσι, το Project Stargate έκλεισε επίσημα.
Η μεταγενέστερη σκιά του Stargate
Κι όμως, το τέλος του προγράμματος δεν ήταν το τέλος της ιστορίας του.
Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90, το αποχαρακτηρισμένο υλικό και οι μαρτυρίες πρώην μελών δημιούργησαν ένα νέο είδος αφήγησης. Το Stargate έγινε σύμβολο του πώς το αμερικανικό κράτος είναι πρόθυμο να εξερευνήσει ακόμη και τα πιο ανεπίσημα πεδία πιθανής ισχύος. Για τις διαδικτυακές κοινότητες των early 2000s, για τα πρώτα forums που συνδύαζαν τεχνολογία με μυστικότητα και για τους λάτρεις της συγκεκριμένης γνωσιολογίας, το Stargate ήταν η απόδειξη ότι ο κυβερνητικός μηχανισμός κοιτάζει πιο βαθιά από ό,τι δηλώνει δημόσια.
Δεν χρειάστηκε εξωτική τεχνολογία για να παραμείνει εμβληματικό. Η απλή, αδιαμφισβήτητη ύπαρξή του, με επίσημους φακέλους και κρατική χρηματοδότηση, ήταν αρκετή για να τροφοδοτήσει μια ολόκληρη κουλτούρα συζητήσεων.
Από το Stargate στο Looking Glass και στο Montauk
Εκεί ακριβώς μπαίνει στο παιχνίδι και η μεταγενέστερη διαδικτυακή αφήγηση, όπου προγράμματα όπως το Looking Glass, το Montauk Project ή οι δηλώσεις του πρώην Navy Seal Bill Wood άρχισαν να συνδέονται, όχι επειδή υπήρχαν πραγματικές επιχειρησιακές σχέσεις, αλλά επειδή μοιράζονταν ένα κοινό υπόβαθρο, την ιδέα ότι η κυβέρνηση εξερευνά τα όρια της ανθρώπινης αντίληψης και της πιθανής μη συμβατικής πληροφορίας.
Οι ισχυρισμοί για το Looking Glass μιλούσαν για χρονο-παρατηρητικές τεχνολογίες, ενώ το Montauk περιστρεφόταν γύρω από ψυχοτρονικά πειράματα και τεχνητές μεταβολές συνείδησης. Παρότι δεν σχετίζονται άμεσα με το πραγματικό Stargate, αξιοποιούσαν την ύπαρξή του ως νομιμοποίηση των δικών τους ιστοριών. Το σκεπτικό ήταν απλό, αφού η CIA χρηματοδότησε remote viewing, τότε ίσως πειραματίστηκε και με ακόμη πιο ριζοσπαστικές δυνατότητες.
Οι αφηγήσεις του Bill Wood πρόσθεσαν ένα ακόμη στρώμα, υποστηρίζοντας ότι το κράτος όχι μόνο παρατηρεί πιθανές μελλοντικές εξελίξεις αλλά και τις επηρεάζει. Έτσι, το project stargate έγινε η βάση, ένα πραγματικό πρόγραμμα που επέτρεψε σε πολύ λιγότερο τεκμηριωμένες ιστορίες να βρουν πρόσφορο έδαφος.
Τελικά, αυτό που ενώνει αυτά τα διαφορετικά νήματα δεν είναι η τεχνολογία, αλλά το μοτίβο, η συνεχής επιθυμία των κρατικών μηχανισμών να αποκτήσουν πρόσβαση σε πληροφορίες που ξεπερνούν τα όρια της συμβατικής επιστήμης.
Το project Stargate ως πραγματικότητα και ως αρχέτυπο
Σήμερα, το project Stargate παραμένει ένα από τα πιο ασυνήθιστα, αλλά και πιο γήινα, παραδείγματα μυστικών προγραμμάτων. Δεν απέδειξε την ύπαρξη ψυχικών δυνάμεων, δεν άνοιξε διαστάσεις και δεν αποκάλυψε τεχνολογίες του μέλλοντος. Αλλά αποκάλυψε κάτι ίσως πιο ενδιαφέρον, ότι η ανθρώπινη ανάγκη για πρόσβαση στην κρυμμένη γνώση είναι τόσο ισχυρή, ώστε μπορεί να κινητοποιήσει τις μεγαλύτερες υπηρεσίες πληροφοριών του κόσμου.
Κι αν κάτι μένει ως κληρονομιά, δεν είναι οι ακριβείς αναφορές των remote viewers, αλλά η διαρκής περιέργεια ενός κράτους που, για δύο δεκαετίες, επένδυσε στο ενδεχόμενο ότι ο ανθρώπινος νους ίσως είναι ικανός για κάτι περισσότερο.