Ο Juan Orlando Hernández, η Prospera και το πείραμα της Ονδούρας.

Ο Juan Orlando Hernández, η Prospera και το πείραμα της Ονδούρας.
Μια ιστορία εξουσίας, διαφθοράς και τεχνο-αποικιοκρατίας στον 21ο αιώνα.

Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική ιστορία που μοιάζουν περισσότερο με επεισόδιο από μια δυστοπική σειρά, παρά με πραγματικότητα. Η Ονδούρα, μια χώρα που συνήθισε τις παρεμβάσεις, τα πραξικοπήματα και τις οικονομικές αναταράξεις, έγινε ξανά το επίκεντρο παγκόσμιας συζήτησης όταν ο πρώην πρόεδρος της, ο Juan Orlando Hernández, καταδικασμένος για εμπόριο ναρκωτικών στις ΗΠΑ, ξαναβγήκε από τη φυλακή χάρη σε μια προεδρική χάρη του Donald Trump. Κι ενώ ο κόσμος εστίασε στη θεαματική απελευθέρωση, κάποιοι παρατήρησαν κάτι πιο βαθύ, ότι αυτή η ιστορία δεν είναι απλώς για έναν διεφθαρμένο πολιτικό. Είναι για την αδιόρατη συνενοχή μεταξύ κράτους, ιδιωτικής ισχύος και ενός νέου μοντέλου γεωπολιτικής και των «ιδιωτικών πόλεων» όπως η Prospera.

Η Prospera δεν είναι μια τυχαία λεπτομέρεια είναι το σκηνικό ενός πειράματος. Εκεί όπου επιχειρηματίες, τεχνοκράτες, διακρατικές συμφωνίες και τοπική διαφθορά συναντιούνται για να χτίσουν κάτι που μοιάζει με «μετα-κράτος». Κι ο Hernández ήταν ο άνθρωπος που άνοιξε τις πόρτες, έστω κι αν σήμερα παρουσιάζεται ως ένας πεσμένος μονάρχης της Κεντρικής Αμερικής.

Η ιστορία ξεκινά πριν την άνοδο του Hernández στην εξουσία, αλλά αποκτά μορφή μαζί του. Γεννημένος το 1968, σε μια φτωχή αγροτική οικογένεια από την Lempira, ο Juan Orlando Hernandez δεν είχε ποτέ το προφίλ του ανατρεπτικού πολιτικού. Σπούδασε νομικά, έδρασε μέσα σε κομματικούς μηχανισμούς από νεαρή ηλικία και γρήγορα εξελίχθηκε σε ένα πρόσωπο που καταλάβαινε καλύτερα από όλους την λειτουργία της εξουσίας, όχι σαν όραμα, αλλά σαν δίκτυο, σαν αλυσίδα συμφερόντων που έπρεπε να διατηρείται συμπαγής για να τροφοδοτείται. Δεν ήταν δημαγωγός, ούτε ιδεολόγος ήταν πραγματιστής, ένας τεχνοκράτης με αμερικανικές διασυνδέσεις, ο οποίος ήξερε ότι η Ονδούρα ήταν στρατηγικό κομμάτι της αμερικανικής πολιτικής στην Κεντρική Αμερική.

Αυτό ήταν το πρώτο μέρος της εξίσωσης η θέση του κράτους ως υποδοχέα ξένων συμφερόντων. Το δεύτερο μέρος ήταν το ίδιο το σύστημα της χώρας ένα πλέγμα από εγκληματικά δίκτυα, στρατούς, τοπικούς άρχοντες, καρτέλ, διεφθαρμένους θεσμούς. Στην Ονδούρα, όπου οι θεσμοί έχουν για δεκαετίες υπονομευτεί από αμερικανικές παρεμβάσεις, πραξικοπήματα και οικονομικές κρίσεις, η κρατική εξουσία δεν είναι ποτέ καθαρή. Το να φτάσεις στην κορυφή σημαίνει σχεδόν μαθηματικά ότι πρέπει να διαπραγματευτείς με σκιές. Ο Hernández το έκανε, και το έκανε καλύτερα από οποιονδήποτε.

Από όταν ανέλαβε την προεδρία το 2014, και ιδιαίτερα μετά την αμφιλεγόμενη επανεκλογή του το 2017 όπου το αποτέλεσμα χρειάστηκε «διορθώσεις» και παρεμβάσεις για να παραμείνει στην εξουσία έγινε σαφές ότι η Ονδούρα δεν βρισκόταν σε μια κανονική πολιτική φάση. Το κράτος μετατρεπόταν σε κάτι άλλο, σε έναν σταθμό διέλευσης όχι μόνο για τα ναρκωτικά, αλλά και για χρήμα, συμφέροντα και πολιτικές συμμαχίες με διεθνείς διαστάσεις.

Οι αμερικανικές αρχές, χρόνια μετά, παρουσίασαν το πορτρέτο ενός προέδρου που λειτουργούσε σαν «προστάτης» σημαντικών καρτέλ. Σύμφωνα με τις κατηγορίες, ο Hernández υποστήριξε και διευκόλυνε τη μεταφορά εκατοντάδων τόνων κοκαΐνης προς τις ΗΠΑ. Οι δωροδοκίες ήταν συστηματικές. Το δίκτυο διαφθοράς μεγάλο. Κι όμως, όσο ήταν στην εξουσία, παρέμενε δημόσια ένας «σύμμαχος κατά των ναρκωτικών», ένας ηγέτης που υπέγραφε προγράμματα «ασφάλειας» χρηματοδοτούμενα από τις ΗΠΑ. Αυτή η αντίφαση δεν είναι τυχαία είναι το θεμέλιο όλης της ιστορίας της Κεντρικής Αμερικής με την Ουάσινγκτον.

Η Αμερική ήθελε σταθερότητα. Ο Hernández της την προσέφερε. Σε αντάλλαγμα, είχε ένα καθεστώς σχεδόν απόλυτης ασυλίας. Μέχρι που η ασπίδα αυτή έσπασε κι όταν έσπασε, έγινε με εντυπωσιακή ταχύτητα, σύλληψη, δίκη, καταδίκη, φυλάκιση.

Και τότε συνέβη το αδιανόητο, ο Donald Trump, μέσα σε ένα κλίμα εντάσεων και ανταλλαγών πολιτικών χαρών, του έδωσε χάρη. Ένας πρόεδρος των ΗΠΑ χάρισε έναν πρώην πρόεδρο μιας χώρας που κατηγορήθηκε για μαζική διακίνηση ναρκωτικών προς τις ΗΠΑ. Η πραγματικότητα ξεπέρασε την πολιτική φαντασία.

Εδώ, όμως, το πολιτικό δράμα είναι μόνο η επιφάνεια.

Κάτω από αυτήν υπάρχει το πείραμα Prospera.

Για να κατανοήσει κανείς πώς συνδέονται όλα, πρέπει να δει την Prospera όχι ως επιχειρηματικό project, αλλά ως μοντέλο εξουσίας του 21ου αιώνα. Η Prospera μια ZEDE, μια “ιδιωτική πόλη” στο νησί Roatán δημιουργήθηκε με βάση μια νομοθεσία που πέρασε στη διάρκεια της εποχής Hernández. Η ιδέα ήταν να δημιουργηθούν ζώνες με «αυτονομία». Δηλαδή περιοχές που δεν θα λειτουργούν με τους νόμους της Ονδούρας, αλλά με δικούς τους κανονισμούς, δική τους φορολογία, δική τους διοίκηση, ακόμη και δικό τους δικαστικό σύστημα βασισμένο στο αγγλοσαξονικό δίκαιο.

Για πολλούς ήταν ευκαιρία. Για άλλους ήταν ξεπούλημα. Για τους κατοίκους που ζουν γύρω από την περιοχή, ήταν απειλή. Για τους επιχειρηματίες πίσω από την Prospera, ήταν επανάσταση, η δυνατότητα να χτιστεί μια «πόλη-startup», μια οικονομία χαμηλής φορολογίας, υψηλής ελευθερίας, τεχνολογικής ταχύτητας και διεθνών επενδύσεων.

Αλλά για τους ειδικούς που μελέτησαν το μοντέλο, η Prospera δεν ήταν τίποτα από αυτά ήταν το πρώτο δείγμα σύγχρονης εταιρικής αποικιοκρατίας. Ένας χώρος όπου η τοπική δημοκρατία δεν έχει λόγο. Ένα κομμάτι γης που λειτουργεί σαν εταιρία. Ένα πείραμα που επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα, μπορεί μια πόλη να διοικείται όχι από κράτος, αλλά από εταιρεία;

Ο Juan Orlando Hernández ήταν ο πολιτικός που έδωσε το «ναι». Ήταν ο άνθρωπος που άνοιξε θεσμικά τον δρόμο για αυτήν την μορφή εξουσίας. Είτε επειδή πίστευε πραγματικά στο μοντέλο, είτε επειδή εξυπηρετούσε συμφέροντα, είτε επειδή είχε ανάγκη συμμάχους που θα του εξασφάλιζαν υποστήριξη και κεφάλαιο, είτε επειδή ήξερε ότι όσο κρατούσε το σύστημα κλειστό, κανείς δεν θα τον ακουμπούσε.

Αυτό εξηγεί και γιατί η Prospera συνέχισε να λειτουργεί ακόμη και μετά την πτώση του το νομικό της υπόβαθρο ήταν τόσο δεμένο με την παλιά κυβέρνηση, που χρειάστηκε παρέμβαση του Ανώτατου Δικαστηρίου για να κριθεί αντισυνταγματική ολόκληρη η νομοθεσία των ZEDE. Αλλά ακόμη κι έτσι, οι επενδυτές της Prospera ισχυρίζονται ότι έχουν συμφωνία 50 ετών που τους εξασφαλίζει σταθερότητα. Έτσι, η «ιδιωτική πόλη» ζει σε ένα νομικό μεσοδιάστημα ούτε ακριβώς νόμιμη, ούτε ακριβώς παράνομη.

Η Prospera δεν μπορεί να αποκοπεί από το δράμα Hernández, γιατί αναδύθηκαν από την ίδια πολιτική εποχή, την ίδια λογική, ότι το κράτος είναι δοχείο, όχι μηχανισμός. Ότι η γη, η εργασία, οι άνθρωποι μπορούν να αποτελέσουν κομμάτι μιας ευρύτερης στρατηγικής, όπου δημόσια και ιδιωτική εξουσία αναμειγνύονται χωρίς σαφή διαχωρισμό.

Και ακριβώς εδώ εμφανίζεται η σύνδεση με την Αμερική, όχι την Αμερική ως λαό, αλλά την Αμερική ως γεωπολιτικό μηχανισμό. Η Ουάσινγκτον από τη δεκαετία του ’80 χρησιμοποιεί την Κεντρική Αμερική ως περιοχή επιρροής. Αντι-κομμουνιστικά κινήματα, χρηματοδοτήσεις, επιχειρήσεις «σταθεροποίησης», «πόλεμος κατά των ναρκωτικών». Όλα αυτά δημιούργησαν χώρο για πολιτικούς όπως ο Hernández, που μπορούσαν να εμφανίζονται ως σύμμαχοι ενώ ταυτόχρονα λειτουργούσαν μέσα σε σκιές.

Η Prospera, με το μοντέλο της ιδιωτικοποιημένης διακυβέρνησης, είναι κάτι που ταιριάζει σε αυτήν τη λογική. Χώρες που είναι πολύ αδύναμες για να προστατεύσουν την κυριαρχία τους γίνονται πεδίο για εταιρικά πειράματα. Κι αν το πείραμα πετύχει, μπορεί να εξαχθεί σε άλλα κράτη που χρειάζονται «επενδύσεις». Αν αποτύχει, οι εταιρείες απλώς φεύγουν, αφήνοντας πίσω τους κοινωνική και περιβαλλοντική ζημιά.

Γι’ αυτό το νήμα μεταξύ Prospera, Hernández και ΗΠΑ δεν είναι τυχαίο. Είναι μέρος μιας νέας τεχνο-γεωπολιτικής τάσης, να αντιμετωπίζεται η κρατική κυριαρχία σαν διαπραγματεύσιμο αγαθό. Οι πολιτικοί προσφέρουν γη και νομική αυτονομία. Οι επιχειρηματίες προσφέρουν χρήμα και τεχνολογική λάμψη. Οι υπερδυνάμεις προσφέρουν πλάτη. Και οι τοπικές κοινωνίες προσφέρουν σιωπή ή αντίσταση, αλλά με τίμημα.

Ο Juan Orlando Hernández έπεσε όχι επειδή το σύστημα μισεί τη διαφθορά, αλλά επειδή έπαψε να είναι χρήσιμος. Η αμερικανική δικαιοσύνη τον κυνήγησε όταν η πολιτική του ασπίδα εξαφανίστηκε. Κι όμως, ο ίδιος μηχανισμός που τον οδήγησε στη φυλακή τον έβγαλε πάλι έξω όταν οι συνθήκες άλλαξαν. Η χάρη Trump δεν ήταν μια παρορμητική απόφαση ήταν ένας πολιτικός δείκτης, ότι η γεωπολιτική σκοπιμότητα μπορεί να υπερισχύσει της θεσμικής ηθικής.

Για την Ονδούρα, η υπόθεση Hernández είναι υπενθύμιση ότι η διαφθορά δεν είναι απλώς χαρακτηριστικό του κράτους, είναι εργαλείο. Για την Prospera, είναι υπενθύμιση ότι η ιδέα της «ιδιωτικής πόλης» δεν μπορεί να αποκοπεί από το πολιτικό περιβάλλον που τη δημιούργησε. Για τις ΗΠΑ, είναι ακόμη ένα επεισόδιο σε μια μακρά ιστορία παρεμβάσεων που δεν λογαριάζουν τις τοπικές συνέπειες. Και για τον υπόλοιπο κόσμο, είναι παράδειγμα του πώς ο 21ος αιώνας δημιουργεί νέες μορφές εξουσίας, νέες αποικίες, νέα όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού.

Η Ονδούρα βρίσκεται σε σταυροδρόμι, με ένα πρώην πρόεδρο που μπήκε και βγήκε από φυλακή σαν να ήταν κεφάλαιο από μαύρο μυθιστόρημα, με μια ιδιωτική πόλη που διεκδικεί κυριαρχία, με έναν λαό που παλεύει να ορίσει τη γη του, και με μια διεθνή κοινότητα που παρακολουθεί σιωπηλά. Κάποιοι ονειρεύονται ότι η Prospera θα γίνει τεχνολογικός παράδεισος. Άλλοι φοβούνται πως θα γίνει σημείο εκκίνησης για ένα νέο είδος παγκόσμιας ανισότητας.

Σε κάθε περίπτωση, ο κόσμος πρέπει να κοιτάξει την Ονδούρα όχι σαν εξωτικό γεγονός, αλλά σαν καθρέφτη. Ό,τι συμβαίνει εκεί, δεν είναι μακριά. Είναι απλώς πιο ωμά εκτεθειμένο. Είναι αυτό που θα δούμε ξανά και ξανά σε περιοχές όπου η φτώχεια συναντά τα μεγάλα συμφέροντα και η αδυναμία του κράτους γίνεται ευκαιρία για νέα μοντέλα κυριαρχίας. Η Ονδούρα ήταν απλώς η αρχή.

Και σε αυτήν την αρχή, ο Juan Orlando Hernández ήταν ο ιδανικός μεσάζων. Όχι γιατί ήταν χαρισματικός, ούτε γιατί ήταν δαιμόνιος. Αλλά γιατί ανήκε σε μια γενιά ηγετών που έμαθαν να επιβιώνουν σε συστήματα όπου η διαφθορά, η βία και η ξένη επιρροή δεν είναι παθολογίες είναι δομικά στοιχεία.

Η Prospera ήταν το αποτέλεσμα αυτού του κόσμου. Η χάρη Trump το επισφράγισε. Και η ιστορία της Ονδούρας είναι πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της ευρύτερης αφήγησης του πώς το 21ο αιώνα, η εξουσία μπορεί να ανήκει είτε στο κράτος είτε στην εταιρεία και συχνά, όταν κανείς δεν κοιτάζει, και στα δύο ταυτόχρονα.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…