Graham Hancock. Ενας ρομαντικός εξερευνητής της ανθρώπινης μνήμης η ένας επικίνδυνος αιρετικός ?

Graham Hancock. Ενας ρομαντικός εξερευνητής της ανθρώπινης μνήμης η ένας επικίνδυνος αιρετικός ?

Υπάρχουν συγγραφείς που ακολουθούν την πεπατημένη οδό, γράφουν με βάση την ακαδημαϊκή συναίνεση, κινούμενοι στα όρια της «ασφαλούς» γνώσης. Και υπάρχουν κι εκείνοι που, με κόστος την κατακραυγή αλλά και με αντάλλαγμα μια φανατική αναγνωστική βάση, τολμούν να θέσουν ερωτήματα που οι περισσότεροι αποφεύγουν. Ο Graham Hancock, γεννημένος το 1950 στο Εδιμβούργο της Σκωτίας, ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Για άλλους είναι ένας χαρισματικός αφηγητής που ξαναφέρνει στο προσκήνιο τη συζήτηση για χαμένους πολιτισμούς για τους επικριτές του, είναι απλώς ένας αιρετικός ιστορικός που στήνει εντυπωσιακές θεωρίες πάνω σε ελλιπή στοιχεία. Σε κάθε περίπτωση όμως, έχει καταφέρει να γίνει ένα παγκόσμιο φαινόμενο.

Η διαδρομή του από τα πρώτα βήματα στη δημοσιογραφία, μέχρι την παγκόσμια απήχηση των βιβλίων του και τη συνεργασία με το Netflix στη σειρά Ancient Apocalypse, είναι ένα ταξίδι που αντανακλά την ανάγκη της σύγχρονης κοινωνίας για νέες αφηγήσεις της ιστορίας πιο μυστηριώδεις, πιο αμφιλεγόμενες, πιο συναρπαστικές.

Ο Graham Bruce Hancock γεννήθηκε στις 2 Αυγούστου 1950 στο Εδιμβούργο, αλλά μεγάλωσε κυρίως στην Ινδία, καθώς ο πατέρας του εργαζόταν εκεί ως χειρουργός. Η εμπειρία του να μεγαλώνει σε μια χώρα πλούσια σε μνημεία, μύθους και πολιτισμούς άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στον νεαρό Graham. Ο ίδιος έχει πει πως η παιδική του ηλικία στην Ινδία φύτεψε το σπόρο για την αέναη αναζήτηση του άγνωστου στην ιστορία της ανθρωπότητας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Durham University (από όπου αποφοίτησε το 1973), ωστόσο η κλασική ακαδημαϊκή πορεία δεν τον γοήτευσε ποτέ. Η καρδιά του ήταν στη συγγραφή, στη δημοσιογραφία, και κυρίως στην εξερεύνηση. Έτσι, στράφηκε στον κόσμο του ρεπορτάζ και του ελεύθερου σχολιασμού.

Στη δεκαετία του 1970 και στις αρχές του 1980, ο Hancock εργάστηκε ως δημοσιογράφος για μεγάλα μέσα του Ηνωμένου Βασιλείου, όπως The Times, The Sunday Times, The Independent και The Economist. Εκεί ανέπτυξε το ιδιαίτερο ύφος του, μια ανάμειξη τεκμηριωμένων στοιχείων με ελεύθερη αφήγηση. Ήταν σαφές ότι η πένα του μπορούσε να κρατήσει τον αναγνώστη, ακόμα κι όταν το θέμα ήταν απαιτητικό. Σύντομα όμως, η κλασική πολιτική και κοινωνική δημοσιογραφία δεν του αρκούσε. Η αληθινή του έλξη ήταν τα μεγάλα μυστήρια της ιστορίας. Έτσι άρχισε να ερευνά θέματα που άλλοι θεωρούσαν περιθωριακά, θρησκευτικά κείμενα, μύθους, αρχαία μνημεία.

Το 1992, ο Hancock κυκλοφόρησε το πρώτο του μεγάλο βιβλίο, το The Sign and the Seal: The Quest for the Lost Ark of the Covenant. Εδώ, συνδύασε ταξιδιωτική αφήγηση, ιστορική έρευνα και μυστήριο για να παρουσιάσει την τολμηρή του θεωρία, ότι η Κιβωτός της Διαθήκης, το μυθικό κιβώτιο με τις δέκα εντολές δεν χάθηκε, αλλά βρέθηκε καταφύγιο στην Αιθιοπία. Το βιβλίο έγινε διεθνές best-seller, καθιερώνοντας τον Hancock ως συγγραφέα που μπορούσε να παντρέψει την περιπέτεια με την ιστορική έρευνα. Ήταν η πρώτη γεύση αυτού που θα ακολουθούσε.

Το 1995, ο Hancock κυκλοφόρησε το έργο που τον έκανε παγκόσμια γνωστό. Fingerprints of the Gods: The Evidence of Earth’s Lost Civilization. Σε αυτό το βιβλίο, ο Hancock παρουσίασε μια συναρπαστική θεωρία, ότι πριν από τον καταγεγραμμένο ιστορικό χρόνο, υπήρξε ένας προηγμένος πολιτισμός ο οποίος καταστράφηκε από έναν κατακλυσμό γύρω στο τέλος της τελευταίας Εποχής των Παγετώνων (περίπου 10.500 π.Χ.). Τα υπολείμματα αυτού του πολιτισμού, σύμφωνα με τον ίδιο, έδωσαν την ώθηση για την ανάπτυξη όλων των γνωστών πολιτισμών από την Αίγυπτο μέχρι τη Μεσοποταμία και τη Νότια Αμερική. Το βιβλίο έσπασε ρεκόρ πωλήσεων, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και έφερε τον συγγραφέα στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Για εκατομμύρια αναγνώστες, ο Hancock δεν ήταν πια ένας δημοσιογράφος με περιέργεια, αλλά ένας τολμηρός ιστορικός του άγνωστου.

Η επιτυχία του Fingerprints of the Gods έφερε και τις πρώτες σοβαρές συγκρούσεις με την επιστημονική κοινότητα. Αρχαιολόγοι και ιστορικοί κατηγόρησαν τον Hancock για «ψευδοεπιστήμη», επισημαίνοντας ότι οι θεωρίες του στηρίζονται σε υποθέσεις και επιλεκτική χρήση δεδομένων. Ο ίδιος απάντησε ότι οι επιστήμονες «φοβούνται να αμφισβητήσουν το κατεστημένο αφήγημα» και ότι πολλά στοιχεία παραγνωρίζονται εσκεμμένα. Παρά την κριτική, το κοινό συνέχισε να τον ακολουθεί. Και όσο οι επιστήμονες τον κατηγορούσαν, τόσο περισσότερο γινόταν δημοφιλής.

Μετά το Fingerprints of the Gods, ο Hancock συνέχισε με μια σειρά από βιβλία που εξερευνούσαν ακόμη πιο αμφιλεγόμενα θέματα:

– Heaven’s Mirror: Quest for the Lost Civilization (1998) – σε συνεργασία με τη σύζυγό του, φωτογράφο Santha Faiia, το βιβλίο εστιάζει στη σχέση μεταξύ αρχαίων μνημείων και αστρονομίας.

– Underworld: The Mysterious Origins of Civilization (2002) – εδώ, ο Hancock ερευνά βυθισμένες τοποθεσίες και υποστηρίζει ότι ίχνη χαμένων πολιτισμών βρίσκονται κάτω από τη θάλασσα, εξαιτίας της ανόδου της στάθμης των υδάτων μετά το τέλος της Εποχής των Παγετώνων.

– Supernatural: Meetings with the Ancient Teachers of Mankind (2005) – ένα πιο φιλοσοφικό βιβλίο, όπου ο Hancock ασχολείται με την ανθρώπινη συνείδηση, τα οράματα σαμάνων και τον ρόλο παραισθησιογόνων ουσιών στην ιστορία.

– Magicians of the Gods (2015) – θεωρείται συνέχεια του Fingerprints of the Gods, όπου παρουσιάζει νέα στοιχεία που στηρίζουν τη θεωρία του περί χαμένου πολιτισμού που καταστράφηκε γύρω στο 10.500 π.Χ.

– America Before: The Key to Earth’s Lost Civilization (2019) – σε αυτό, ο Hancock υποστηρίζει ότι η Βόρεια και Νότια Αμερική φιλοξενούσαν προηγμένους πολιτισμούς πολύ πριν την «επίσημη» ιστορία.

Παράλληλα με τα βιβλία, ο Graham Hancock έγινε ιδιαίτερα γνωστός μέσω τηλεοπτικών εμφανίσεων. Συμμετείχε σε εκπομπές όπως το Ancient Aliens, ενώ παρουσίασε και δικά του ντοκιμαντέρ. Το στυλ του παθιασμένο, θεατρικό αλλά και με αυτοπεποίθηση τον έκανε αγαπητή φιγούρα στις κάμερες. Ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, από τις πυραμίδες της Αιγύπτου και τα μνημεία της Νότιας Αμερικής, μέχρι βυθισμένες τοποθεσίες στην Ασία. Οι εικόνες συνδυασμένες με τις θεωρίες του προσέφεραν το τέλειο υλικό για τηλεοπτική αφήγηση.

Το αποκορύφωμα της δημόσιας εικόνας του Hancock ήρθε με το Netflix και τη σειρά Ancient Apocalypse (2022). Στη σειρά αυτή, που έγινε γρήγορα από τις πιο δημοφιλείς του είδους της, ο Hancock παρουσιάζει τις θεωρίες του σε ένα παγκόσμιο κοινό εκατομμυρίων. Η σειρά προκάλεσε και πάλι θύελλα αντιδράσεων. Αρχαιολόγοι μίλησαν για «επικίνδυνη ψευδοεπιστήμη», ενώ άλλοι είδαν σε αυτήν ένα συναρπαστικό ταξίδι στον κόσμο των χαμένων πολιτισμών. Σε κάθε περίπτωση, το Netflix έδωσε στον Hancock κάτι που ποτέ δεν είχε στο παρελθόν, πρόσβαση σε ένα πραγματικά παγκόσμιο κοινό.

Πέρα από τις επιμέρους θεωρίες, ο Graham Hancock πρεσβεύει κάτι βαθύτερο, την ιδέα ότι η ιστορία δεν είναι κλειστή υπόθεση, αλλά ένα ανοιχτό βιβλίο που συνεχώς επανεξετάζεται. Υποστηρίζει ότι οι μύθοι των λαών κρύβουν μνήμες πραγματικών γεγονότων κυρίως ενός μεγάλου κατακλυσμού που άλλαξε τον κόσμο. Θεωρεί ότι η ακαδημαϊκή ιστορία πάσχει από υπερβολικό συντηρητισμό και δεν τολμά να δει τα στοιχεία που υποδηλώνουν πως η ανθρώπινη ιστορία είναι πολύ πιο παλιά και περίπλοκη.

Οι επικριτές του τον χαρακτηρίζουν «συγγραφέα ψευδοεπιστήμης», τον κατηγορούν ότι αποπροσανατολίζει το κοινό και ότι «πουλάει» μυστήριο. Ωστόσο, οι υποστηρικτές του βλέπουν σε αυτόν έναν τολμηρό ερευνητή που δεν φοβάται να αμφισβητήσει την κυρίαρχη αφήγηση. Ενδεικτικό είναι ότι σε κάθε δημόσια αντιπαράθεση, ο Hancock δεν αποφεύγει τον διάλογο· αντίθετα, τον επιδιώκει. Αυτό έχει συμβάλει στο να τον δει το κοινό όχι μόνο ως συγγραφέα, αλλά και ως μαχητή ιδεών.

Σήμερα, ο Graham Hancock συνεχίζει να γράφει, να δίνει διαλέξεις και να ερευνά. Ζει στο Ηνωμένο Βασίλειο με τη σύζυγό του Santha Faiia, ενώ παραμένει ιδιαίτερα δραστήριος στα κοινωνικά δίκτυα. Η δουλειά του, είτε συμφωνεί κανείς είτε όχι, έχει επηρεάσει βαθιά τη σύγχρονη κουλτούρα των μυστικών της ιστορίας. Για πολλούς νέους ερευνητές, ο Hancock άνοιξε τον δρόμο ώστε θέματα όπως οι χαμένοι πολιτισμοί, οι μύθοι και οι γεωλογικές καταστροφές να ξαναμπούν στο τραπέζι της συζήτησης.

Ο Graham Hancock πέρα απο συγγραφέας που πούλησε εκατομμύρια βιβλία, είναι το ζωντανό παράδειγμα ότι η ιστορία δεν γράφεται μόνο από πανεπιστημιακές έδρες, αλλά και από ανθρώπους που τολμούν να αμφισβητήσουν. Για άλλους είναι ένας ρομαντικός εξερευνητής της ανθρώπινης μνήμης για τους αντιπάλους του, ένας επικίνδυνος αιρετικός. Στην πραγματικότητα, ίσως να είναι και τα δύο. Το βέβαιο είναι ότι έχει καταφέρει κάτι σπάνιο,να κάνει εκατομμύρια ανθρώπους να κοιτάξουν την ιστορία με διαφορετικό μάτι. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο αποτύπωμα του Graham Hancock όχι οι ίδιες οι θεωρίες του, αλλά η αίσθηση ότι η ιστορία είναι ζωντανή, γεμάτη ερωτήματα και πάντα έτοιμη να ξαναγραφεί.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…