Όταν ο άνθρωπος εγκαταλείπει τη Γη: Οι παράξενες εμπειρίες των αστροναυτών και τα όρια της ανθρώπινης αντίληψης. Πόσο διαφορετική γίνεται η πραγματικότητα όταν βρισκόμαστε μακριά από τον κόσμο που γνωρίζουμε;

Όταν ο άνθρωπος εγκαταλείπει τη Γη: Οι παράξενες εμπειρίες των αστροναυτών και τα όρια της ανθρώπινης αντίληψης. Πόσο διαφορετική γίνεται η πραγματικότητα όταν βρισκόμαστε μακριά από τον κόσμο που γνωρίζουμε;
Υπάρχει μια πλευρά της διαστημικής εξερεύνησης που σπάνια βρίσκεται στο επίκεντρο των μεγάλων ιστορικών αφηγήσεων. Δεν αφορά την ισχύ των πυραύλων, την ακρίβεια των τροχιακών υπολογισμών ή τις τεχνολογικές δυνατότητες των διαστημοπλοίων. Αφορά εκείνες τις στιγμές κατά τις οποίες ένας άνθρωπος, απομονωμένος μέσα σε μια μικρή μεταλλική κατασκευή, ακούει κάτι που δεν μπορεί αμέσως να εξηγήσει, βλέπει ένα αντικείμενο που δεν αναγνωρίζει ή βιώνει ένα αισθητηριακό φαινόμενο που δεν έχει συναντήσει ποτέ στη Γη.
Πρόκειται για στιγμές οι οποίες μπορεί να διαρκούν μόλις λίγα δευτερόλεπτα, αλλά αποκαλύπτουν κάτι ουσιαστικό για τη σχέση μας με το Σύμπαν, όσο προηγμένη και αν γίνεται η τεχνολογία μας, ο άνθρωπος εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται το περιβάλλον του μέσα από αισθήσεις που διαμορφώθηκαν σε έναν και μοναδικό πλανήτη.
Στη Γη, η καθημερινή εμπειρία μάς προσφέρει αμέτρητα σημεία αναφοράς. Μπορούμε να υπολογίσουμε κατά προσέγγιση την απόσταση ενός αντικειμένου, να αναγνωρίσουμε την προέλευση ενός ήχου, να συνδέσουμε μια σκιά με την παρουσία μιας επιφάνειας και να προσανατολιστούμε χρησιμοποιώντας τον ορίζοντα, τη βαρύτητα και τις κινήσεις του σώματός μας.
Στο διάστημα, όμως, πολλές από αυτές τις βεβαιότητες παύουν να ισχύουν με τον συνηθισμένο τρόπο. Ένα αντικείμενο έξω από το παράθυρο μπορεί να βρίσκεται λίγα μέτρα ή πολλά χιλιόμετρα μακριά. Ένας μεταλλικός χτύπος μπορεί να μεταφέρεται μέσα από το ίδιο το περίβλημα του διαστημοπλοίου. Μια φωτεινή λάμψη μπορεί να μην προέρχεται από το εξωτερικό περιβάλλον, αλλά από ένα σωματίδιο κοσμικής ακτινοβολίας που αλληλεπιδρά με το οπτικό σύστημα του αστροναύτη.
Αυτή η αβεβαιότητα δεν σημαίνει ότι οι εμπειρίες είναι φανταστικές. Αντίθετα, αρκετές από τις πιο παράξενες μαρτυρίες των αστροναυτών έχουν καταγραφεί με τρόπο που επιτρέπει την επιστημονική τους διερεύνηση. Ορισμένες έχουν πλέον πειστικές φυσικές εξηγήσεις. Άλλες παραμένουν ατελώς ταυτοποιημένες, όχι επειδή αποδεικνύουν κάποια εξωγήινη δραστηριότητα, αλλά επειδή οι διαθέσιμες παρατηρήσεις δεν επαρκούν για ένα ασφαλές συμπέρασμα. Υπάρχουν, τέλος, και ιστορίες που γεννήθηκαν μέσα στο κλίμα μυστικότητας του ψυχρού πολέμου και μετατράπηκαν σε θρύλους, συχνά συγχέοντας πραγματικές ανθρώπινες τραγωδίες με ατεκμηρίωτες αφηγήσεις.
Από τη μουσική που άκουσαν οι αστροναύτες του Απόλλων 10 πίσω από τη Σελήνη μέχρι τους μυστηριώδεις χτύπους του πρώτου Κινέζου αστροναύτη, και από τις φωτεινές λάμψεις των σεληνιακών αποστολών μέχρι τις υποτιθέμενες τελευταίες μεταδόσεις χαμένων κοσμοναυτών, οι ιστορίες αυτές δεν αποτελούν απλώς μια συλλογή ασυνήθιστων περιστατικών. Συνθέτουν μια διαδρομή στην ιστορία της ανθρώπινης παρουσίας στο διάστημα και ταυτόχρονα μια εξερεύνηση των ορίων της αντίληψης, της μνήμης, της τεχνολογίας και της ιστορικής γνώσης.
Τον Μάιο του 1969, η ανθρωπότητα βρισκόταν μόλις λίγες εβδομάδες μακριά από την πρώτη επανδρωμένη προσεδάφιση στη Σελήνη. Η αποστολή Απόλλων 10 (Apollo 10) αποτελούσε ουσιαστικά τη γενική δοκιμή του εγχειρήματος. Οι Τόμας Στάφορντ (Thomas Stafford), Τζον Γιανγκ (John Young) και Γιουτζίν Σέρναν (Eugene Cernan) ταξίδεψαν μέχρι τη Σελήνη, δοκίμασαν τη σεληνάκατο και εκτέλεσαν κρίσιμους ελιγμούς χωρίς να επιχειρήσουν προσεδάφιση.
Η επιτυχία τους θα επέτρεπε στην επόμενη αποστολή να πραγματοποιήσει το αποφασιστικό βήμα. Ωστόσο, ανάμεσα στις πολυάριθμες τεχνικές διαδικασίες, στις μετρήσεις και στις επικοινωνίες, καταγράφηκε και μια εμπειρία που έμελλε να αποκτήσει μια σχεδόν μυθολογική θέση στη δημοφιλή ιστορία της διαστημικής εξερεύνησης.
Καθώς τα διαστημικά οχήματα βρίσκονταν κοντά στη Σελήνη, οι αστροναύτες άκουσαν μέσα από τα ακουστικά τους έναν παράξενο ήχο, ένα παρατεταμένο ηλεκτρονικό σφύριγμα που τους θύμιζε μουσική. Η περιγραφή αυτή είναι σημαντική όχι επειδή ο ήχος ήταν πραγματικά μουσική, αλλά επειδή δείχνει την προσπάθεια των αστροναυτών να ερμηνεύσουν ένα ασυνήθιστο ακουστικό ερέθισμα χρησιμοποιώντας μια γνώριμη εμπειρία.
Η συσχέτιση του περιστατικού με την αθέατη πλευρά της Σελήνης πρόσθεσε ένα ακόμη στοιχείο ατμόσφαιρας. Εκεί, η μάζα της Σελήνης εμπόδιζε την απευθείας ραδιοεπικοινωνία με τη Γη, δημιουργώντας ένα χρονικό διάστημα κατά το οποίο το πλήρωμα δεν μπορούσε να συνομιλεί με το κέντρο ελέγχου όπως συνήθως.
Στη μεταγενέστερη παρουσίαση της ιστορίας, αυτός ο συνδυασμός απομόνωσης και ασυνήθιστου ήχου τροφοδότησε εικασίες για μυστηριώδη σήματα από τη Σελήνη. Η πιο εύλογη τεχνική ερμηνεία, ωστόσο, είναι πολύ λιγότερο εξωτική. Τα συστήματα επικοινωνίας του σκάφους διακυβέρνησης και της σεληνακάτου μπορούσαν να δημιουργήσουν ραδιοπαρεμβολές, παράγοντας ήχους που έμοιαζαν με ηλεκτρονικούς τόνους ή σφυρίγματα.
Η παρουσία τέτοιων παρεμβολών δεν είναι παράδοξη σε ένα περιβάλλον γεμάτο πομπούς, δέκτες και ηλεκτρονικό εξοπλισμό. Εκείνο που παραμένει ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι η ίδια η εμπειρία, άνθρωποι εκπαιδευμένοι να αντιμετωπίζουν τεχνικές ανωμαλίες άκουσαν κάτι απροσδόκητο σε ένα από τα πιο απομονωμένα σημεία που είχε φτάσει ποτέ ο άνθρωπος.
Περισσότερες από τρεις δεκαετίες αργότερα, μια διαφορετική αποστολή θα προσέθετε ένα ακόμη παράξενο κεφάλαιο στην ιστορία των ήχων του διαστήματος. Στις 15 Οκτωβρίου 2003, ο Γιανγκ Λιγουέι (Yang Liwei) εκτοξεύθηκε με το Σεντζού 5 (Shenzhou 5), αποτελώντας τον πρώτο άνθρωπο που ταξίδεψε στο διάστημα στο πλαίσιο του κινεζικού επανδρωμένου διαστημικού προγράμματος.
Η πτήση του διήρκεσε περίπου είκοσι μία ώρες και πραγματοποιήθηκε σε χαμηλή τροχιά γύρω από τη Γη. Σε αντίθεση με τα πολυμελή πληρώματα των αποστολών Απόλλων, ο Γιανγκ βρισκόταν μόνος μέσα στο σκάφος του. Η μοναχική αυτή συνθήκη προσδίδει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη μαρτυρία του για έναν επαναλαμβανόμενο χτύπο που ακουγόταν από το περίβλημα της κάψουλας.
Ο ήχος, όπως τον περιέγραψε, θύμιζε κάποιον να χτυπά έναν μεταλλικό κουβά με ξύλινο σφυρί. Δεν ήταν ένας συνηθισμένος συνεχής μηχανικός θόρυβος, αλλά ένα ερέθισμα που έδινε την εντύπωση ξεχωριστών χτυπημάτων. Ο Γιανγκ προσπάθησε να εντοπίσει την προέλευσή του και να διαπιστώσει εάν κάτι βρισκόταν έξω από το διαστημόπλοιο, χωρίς να εντοπίσει κάποια εμφανή αιτία. Αργότερα, παρόμοιοι θόρυβοι αναφέρθηκαν και σε άλλες κινεζικές διαστημικές πτήσεις. Η επανάληψη του φαινομένου υποδεικνύει ότι η εξήγηση πρέπει πιθανότατα να αναζητηθεί στη λειτουργία ή στη συμπεριφορά των υλικών των διαστημοπλοίων και όχι σε κάποιο μοναδικό εξωτερικό γεγονός.
Ένα διαστημόπλοιο δεν είναι ένα αμετάβλητο μεταλλικό αντικείμενο. Κατά την περιφορά του γύρω από τη Γη, περνά διαδοχικά από περιοχές έντονης ηλιακής ακτινοβολίας σε περιοχές σκιάς. Οι μεταβολές της θερμοκρασίας προκαλούν διαστολές, συστολές και μηχανικές τάσεις σε διαφορετικά μέρη της κατασκευής. Αυτές οι μεταβολές μπορούν να δημιουργήσουν κρότους, τριγμούς ή απότομες δονήσεις, οι οποίες μεταφέρονται μέσα από τα στερεά υλικά και γίνονται ακουστές στην καμπίνα. Η συγκεκριμένη εξήγηση είναι εύλογη, αν και δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως εργαστηριακά αποδεδειγμένη αιτία κάθε χτύπου που άκουσε ο Γιανγκ.
Η ουσία της εμπειρίας βρίσκεται στη διαφορά ανάμεσα στον φυσικό μηχανισμό και στην ανθρώπινη αντίληψή του. Ένας μεταλλικός χτύπος μέσα σε ένα κτίριο στη Γη μπορεί να μη μας προκαλέσει καμία ιδιαίτερη ανησυχία. Ο ίδιος ήχος, όμως, μέσα σε ένα διαστημόπλοιο, αποκτά διαφορετικό νόημα. Το περίβλημα της κάψουλας δεν είναι απλώς ένας τοίχος.
Είναι το μοναδικό όριο ανάμεσα στον άνθρωπο και σε ένα εξωτερικό περιβάλλον όπου δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς προστασία. Οποιοσδήποτε ασυνήθιστος θόρυβος μπορεί επομένως να εκληφθεί ως πιθανή ένδειξη τεχνικής βλάβης. Η αβεβαιότητα δεν αποτελεί αδυναμία του αστροναύτη, αλλά μέρος της ευθύνης του να αναγνωρίζει εγκαίρως μια πραγματική απειλή.
Ανάλογες αφηγήσεις έχουν κυκλοφορήσει και για τον σοβιετικό και αργότερα ρωσικό διαστημικό σταθμό Μιρ (Mir), όπου οι κοσμοναύτες ζούσαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα μέσα σε ένα σύνθετο μηχανικό περιβάλλον. Ο σταθμός διέθετε συστήματα εξαερισμού, αντλίες, μηχανισμούς προσανατολισμού και εξοπλισμό που παρήγαγε συνεχή ακουστική δραστηριότητα.
Οι πιο δραματικές ιστορίες για χτύπους που έμοιαζαν με κωδικοποιημένα μηνύματα δεν διαθέτουν, στην παρούσα έρευνα, επαρκή πρωτογενή τεκμηρίωση ώστε να παρουσιαστούν ως εξακριβωμένα περιστατικά. Η ευρύτερη συνθήκη, ωστόσο, είναι πραγματική, η μακροχρόνια διαβίωση σε ένα διαστημικό εργαστήριο σημαίνει ότι ο άνθρωπος κοιμάται, εργάζεται και αναπαύεται μέσα σε μια κατασκευή της οποίας οι ήχοι αποτελούν διαρκές μέρος της καθημερινότητάς του.
Υπάρχει, τέλος, μια ουσιώδης φυσική διάκριση. Το σχεδόν απόλυτο κενό του διαστήματος δεν μεταφέρει συνηθισμένα ηχητικά κύματα όπως ο αέρας της Γης. Αυτό δεν σημαίνει ότι μέσα σε ένα διαστημόπλοιο επικρατεί σιωπή. Ο αέρας της καμπίνας μεταφέρει ήχους, τα στερεά υλικά μεταφέρουν δονήσεις και τα ηλεκτρονικά συστήματα μπορούν να μετατρέπουν ηλεκτρομαγνητικά σήματα σε ακουστικά ερεθίσματα.
Έτσι, οι «ήχοι του διαστήματος» που περιγράφουν οι αστροναύτες είναι συχνά ήχοι των ίδιων των οχημάτων ή των συστημάτων επικοινωνίας τους. Αυτό, όμως, δεν αφαιρεί τίποτε από την ανθρώπινη σημασία των περιστατικών. Αντίθετα, μας θυμίζει ότι ακόμη και όταν ταξιδεύουμε στο Σύμπαν, το πρώτο περιβάλλον που πρέπει να κατανοήσουμε είναι εκείνο που δημιουργήσαμε για να επιβιώσουμε μέσα του.
Εάν οι παράξενοι ήχοι των διαστημοπλοίων αποκαλύπτουν πόσο διαφορετική μπορεί να γίνει η ακουστική εμπειρία μακριά από τη Γη, οι οπτικές μαρτυρίες των αστροναυτών οδηγούν σε ένα ακόμη βαθύτερο ερώτημα. Τι σημαίνει πραγματικά να βλέπουμε κάτι; Στην καθημερινότητα θεωρούμε αυτονόητο ότι μια φωτεινή εικόνα αντιστοιχεί σε κάποιο εξωτερικό αντικείμενο ή γεγονός.
Η ανθρώπινη όραση, όμως, δεν είναι μια απλή φωτογραφική μηχανή. Είναι ένα σύνθετο βιολογικό σύστημα που μετατρέπει φυσικά ερεθίσματα σε νευρικά σήματα, τα οποία στη συνέχεια ερμηνεύονται από τον εγκέφαλο. Στο διάστημα, αυτό το σύστημα εκτίθεται σε συνθήκες που μπορούν να δημιουργήσουν εμπειρίες σχεδόν αδιανόητες για κάποιον που δεν έχει εγκαταλείψει ποτέ την προστασία της Γης.
Κατά τις αποστολές Απόλλων (Apollo), αρκετοί αστροναύτες ανέφεραν ότι έβλεπαν στιγμιαίες φωτεινές λάμψεις ακόμη και όταν βρίσκονταν μέσα στο σκοτάδι, με τα μάτια τους κλειστά. Οι περιγραφές διέφεραν. Ορισμένοι μιλούσαν για μικρές φωτεινές κουκκίδες, άλλοι για σύντομες γραμμές ή αστραπιαίες λάμψεις που εμφανίζονταν χωρίς κάποια εμφανή εξωτερική πηγή.
Ανάμεσα σε όσους περιέγραψαν τέτοιες εμπειρίες ήταν και ο Μπαζ Όλντριν (Buzz Aldrin), μέλος της ιστορικής αποστολής Απόλλων 11. Το φαινόμενο δεν μπορούσε να εξηγηθεί απλώς ως αντανάκλαση φωτός από κάποιο όργανο, αφού εμφανιζόταν ακόμη και σε συνθήκες όπου δεν υπήρχε ορατό φως που να εισέρχεται στα μάτια των αστροναυτών.
Οι ερευνητές στράφηκαν στην κοσμική ακτινοβολία. Έξω από την ισχυρότερη προστασία που προσφέρει το γήινο μαγνητικό πεδίο, τα διαστημόπλοια εκτίθενται σε σωματίδια υψηλής ενέργειας τα οποία προέρχονται από τον Ήλιο και από αστροφυσικές διεργασίες πολύ μακρύτερα στο Σύμπαν. Ορισμένα από αυτά μπορούν να διαπεράσουν την κατασκευή ενός διαστημοπλοίου και να αλληλεπιδράσουν με τους ιστούς του ανθρώπινου σώματος.
Εάν η αλληλεπίδραση συμβεί στο οπτικό σύστημα, μπορεί να προκαλέσει την αντίληψη φωτός χωρίς να έχει προηγηθεί η συνηθισμένη διαδικασία εισόδου φωτονίων από το εξωτερικό περιβάλλον. Τέτοιες αισθήσεις φωτός ονομάζονται φωσφαίνια (phosphenes), αν και οι ακριβείς φυσιολογικοί μηχανισμοί μπορεί να διαφέρουν.
Η NASA δεν αντιμετώπισε αυτές τις μαρτυρίες ως απλές περιέργειες. Στις αποστολές Απόλλων 15, 16 και 17 πραγματοποιήθηκαν ειδικές παρατηρήσεις, ενώ χρησιμοποιήθηκε και ο ανιχνευτής κινούμενων φωτογραφικών γαλακτωμάτων για φωτεινές λάμψεις (Apollo Light Flash Moving Emulsion Detector – ALFMED). Η συσκευή τοποθετούνταν γύρω από το κεφάλι του αστροναύτη και περιείχε υλικά ευαίσθητα στη διέλευση φορτισμένων σωματιδίων. Σκοπός ήταν να συσχετιστούν οι αναφερόμενες λάμψεις με πραγματικά ίχνη κοσμικής ακτινοβολίας. Η έρευνα συνέβαλε στην κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στα ενεργητικά σωματίδια και στην ανθρώπινη οπτική αντίληψη.
Η ιστορία αυτή είναι αξιοσημείωτη επειδή αντιστρέφει την αρχική εντύπωση του μυστηρίου. Οι αστροναύτες δεν παρατηρούσαν απαραίτητα κάποιο ανεξήγητο αντικείμενο έξω από το σκάφος τους. Βίωναν μια πραγματική φυσική αλληλεπίδραση που εκδηλωνόταν ως οπτική εμπειρία. Το σύμπαν, με έναν τρόπο, γινόταν αισθητό απευθείας μέσα από το ανθρώπινο σώμα.
Μια κοσμική ακτίνα, αόρατη υπό συνηθισμένες συνθήκες, μπορούσε να δημιουργήσει την υποκειμενική εντύπωση μιας λάμψης. Η επιστημονική εξήγηση δεν μειώνει την παραδοξότητα του φαινομένου. Αντίθετα, την καθιστά ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, επειδή δείχνει ότι οι αισθήσεις μας μπορούν να αποτελέσουν μέρος μιας φυσικής διαδικασίας την οποία δεν αντιλαμβανόμαστε συνειδητά.
Μια διαφορετική περίπτωση οπτικής αβεβαιότητας καταγράφηκε τον Ιούνιο του 1965, κατά την αποστολή Τζέμινι 4 (Gemini 4). Οι αστροναύτες Τζέιμς ΜακΝτίβιτ (James McDivitt) και Έντουαρντ Γουάιτ (Edward White) πραγματοποιούσαν μια τετραήμερη πτήση γύρω από τη Γη. Η αποστολή έμεινε στην ιστορία κυρίως για τον πρώτο αμερικανικό διαστημικό περίπατο, που πραγματοποίησε ο Γουάιτ. Ωστόσο, ο ΜακΝτίβιτ ανέφερε και ένα περιστατικό το οποίο αργότερα συνδέθηκε με τη συζήτηση για τα άγνωστα ιπτάμενα αντικείμενα.
Ενώ ο Γουάιτ κοιμόταν και το διαστημόπλοιο περιστρεφόταν, ο ΜακΝτίβιτ κοίταξε έξω από το παράθυρο και παρατήρησε ένα λευκό αντικείμενο με γεωμετρικό σχήμα. Το παρομοίασε με μεταλλικό κουτί αναψυκτικού από το οποίο προεξείχε κάτι σαν μολύβι. Δεν μπορούσε να καταλάβει πόσο κοντά βρισκόταν ούτε να προσδιορίσει το μέγεθός του. Προσπάθησε να το φωτογραφίσει, όμως η περιστροφή του διαστημοπλοίου το έβγαλε από το οπτικό του πεδίο. Όταν επιχείρησε να επαναφέρει τον προσανατολισμό του σκάφους, δεν κατάφερε να το εντοπίσει ξανά.
Η περιγραφή αυτή δεν βασίζεται αποκλειστικά σε μεταγενέστερες αφηγήσεις τρίτων. Ο ίδιος ο ΜακΝτίβιτ μίλησε αναλυτικά για το περιστατικό σε συνέντευξη που παραχώρησε το 1999 στο πρόγραμμα προφορικής ιστορίας του διαστημικού κέντρου Τζόνσον (Johnson Space Center Oral History Project) της NASA. Εξήγησε τις συνθήκες της παρατήρησης, την περιστροφή του σκάφους, τη δυσκολία χειρισμού του εξοπλισμού και την αδυναμία του να προσδιορίσει την πραγματική φύση του αντικειμένου. Δεν ισχυρίστηκε ότι είχε συναντήσει κάποιο εξωγήινο όχημα.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η σημασία της υπόθεσης. Στη Γη, όταν παρατηρούμε ένα αεροπλάνο, ένα πουλί ή ένα αντικείμενο στον ουρανό, ο εγκέφαλός μας χρησιμοποιεί ασυνείδητα πληροφορίες για την κλίμακα, την απόσταση, το περιβάλλον και την κίνηση. Στο διάστημα, μπροστά σε ένα σκοτεινό υπόβαθρο χωρίς σταθερά σημεία αναφοράς, οι πληροφορίες αυτές μπορεί να απουσιάζουν.
Ένα μικρό αντικείμενο κοντά στο διαστημόπλοιο μπορεί να μοιάζει με κάτι μεγαλύτερο και μακρινότερο. Η σχετική κίνηση του παρατηρητή μπορεί να δημιουργήσει εντυπώσεις που δεν αντιστοιχούν στην πραγματική τροχιά του αντικειμένου. Το γεγονός ότι ο ΜακΝτίβιτ δεν κατάφερε να ταυτοποιήσει αυτό που είδε δεν αποδεικνύει ότι επρόκειτο για κάτι εξωγήινο, αλλά ούτε δικαιολογεί την απόρριψη της εμπειρίας του ως επινόησης.
Η διάκριση ανάμεσα στην παρατήρηση και στην ερμηνεία είναι κρίσιμη. Ο αστροναύτης μπορεί να περιγράφει με απόλυτη ειλικρίνεια αυτό που αντιλήφθηκε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι διαθέτει αρκετές πληροφορίες για να αναγνωρίσει την αιτία του. Το ίδιο ισχύει για κάθε ανθρώπινο παρατηρητή, είτε βρίσκεται σε τροχιά γύρω από τη Γη είτε στην επιφάνειά της. Το διάστημα απλώς καθιστά αυτή την αβεβαιότητα περισσότερο εμφανή.
Οι εμπειρίες των αστροναυτών δεν περιορίζονται σε όσα οι ίδιοι βλέπουν και ακούν μέσα στα διαστημόπλοιά τους. Υπάρχει και μια άλλη κατηγορία ιστοριών, στην οποία ο ανθρώπινος παράγοντας εμφανίζεται μέσα από ραδιοφωνικές μεταδόσεις, υποτιθέμενες τελευταίες λέξεις και αφηγήσεις για αποστολές που δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ επίσημα.
Αυτές οι ιστορίες έχουν ιδιαίτερη σχέση με την περίοδο του ψυχρού πολέμου, όταν η διαστημική εξερεύνηση δεν αποτελούσε μόνο επιστημονικό εγχείρημα, αλλά και πεδίο έντονου πολιτικού ανταγωνισμού. Η επιτυχία ενός αστροναύτη ή κοσμοναύτη μπορούσε να παρουσιαστεί ως απόδειξη της ανωτερότητας ενός ολόκληρου πολιτικού συστήματος. Αντίστοιχα, μια αποτυχία μπορούσε να θεωρηθεί εθνική ήττα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον γεννήθηκε ο θρύλος των χαμένων κοσμοναυτών (Lost Cosmonauts). Σύμφωνα με την πιο γνωστή εκδοχή του, η Σοβιετική Ένωση είχε πραγματοποιήσει μυστικές επανδρωμένες διαστημικές αποστολές πριν ή γύρω από την ιστορική πτήση του Γιούρι Γκαγκάριν (Yuri Gagarin), στις 12 Απριλίου 1961. Ορισμένοι από αυτούς τους υποτιθέμενους κοσμοναύτες φέρονται να χάθηκαν κατά την εκτόξευση, την παραμονή τους σε τροχιά ή την επιστροφή τους στη Γη. Επειδή οι αποστολές δεν ανακοινώθηκαν ποτέ, οι άνθρωποι αυτοί υποτίθεται ότι εξαφανίστηκαν από την επίσημη ιστορία.
Σημαντικό ρόλο στη διάδοση του θρύλου διαδραμάτισαν δύο Ιταλοί αδελφοί, ο Ακίλε και ο Τζοβάνι Μπατίστα Τζούντικα-Κορντίλια (Achille and Giovanni Battista Judica-Cordiglia). Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές της επόμενης, οι δύο ερασιτέχνες ασυρματιστές δημιούργησαν έναν σταθμό παρακολούθησης ραδιοσημάτων κοντά στο Τορίνο. Η εποχή ήταν ιδανική για τέτοιες δραστηριότητες. Οι πρώτοι τεχνητοί δορυφόροι είχαν μετατρέψει τον ουρανό σε ένα νέο πεδίο τεχνολογικών σημάτων, ενώ η δυνατότητα λήψης εκπομπών από διαστημικά οχήματα προκαλούσε τεράστιο ενδιαφέρον στους ραδιοερασιτέχνες.
Οι αδελφοί ισχυρίστηκαν ότι είχαν καταγράψει σήματα τα οποία προέρχονταν από άγνωστες σοβιετικές αποστολές. Ανάμεσα στις πιο δραματικές ηχογραφήσεις που τους αποδίδονται βρίσκεται μια γυναικεία φωνή, η οποία φέρεται να περιγράφει αυξανόμενη θερμοκρασία και επικείμενη καταστροφή κατά την επανείσοδο στην ατμόσφαιρα. Η εικόνα μιας άγνωστης γυναίκας κοσμοναύτη, απομονωμένης μέσα σε μια υπερθερμαινόμενη κάψουλα, απέκτησε τεράστια αφηγηματική δύναμη. Η υποτιθέμενη φωνή έγινε σύμβολο μιας σκοτεινής εκδοχής της διαστημικής κούρσας, στην οποία η επιτυχία των επίσημων αποστολών έκρυβε αμέτρητες ανθρώπινες θυσίες.
Ωστόσο, η ιστορική τεκμηρίωση δεν επιβεβαιώνει αυτή την αφήγηση. Οι ηχογραφήσεις έχουν προκαλέσει σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με τη γλώσσα, την ορολογία και τις διαδικασίες επικοινωνίας που υποτίθεται ότι χρησιμοποιούσαν οι κοσμοναύτες. Επιπλέον, η μεταγενέστερη πρόσβαση σε σοβιετικά διαστημικά αρχεία δεν αποκάλυψε στοιχεία που να τεκμηριώνουν την ύπαρξη των συγκεκριμένων μυστικών επανδρωμένων αποστολών.
Η Σοβιετική Ένωση πράγματι απέκρυψε ορισμένες αποτυχίες και σημαντικές λεπτομέρειες του προγράμματός της. Αυτό, όμως, δεν αποδεικνύει ότι κάθε μεταγενέστερος ισχυρισμός για εξαφανισμένους κοσμοναύτες ανταποκρίνεται σε πραγματικά γεγονότα.
Η ιστορία των χαμένων κοσμοναυτών έχει επομένως αξία κυρίως ως μελέτη της σχέσης ανάμεσα στη μυστικότητα και στη δημιουργία θρύλων. Όταν η επίσημη πληροφόρηση είναι περιορισμένη, το κενό μπορεί να γεμίσει με υποθέσεις, φόβους και ιστορίες που μοιάζουν πιθανές λόγω του γενικότερου ιστορικού περιβάλλοντος. Η συναισθηματική ισχύς μιας αφήγησης, ιδιαίτερα όταν περιλαμβάνει μια ανθρώπινη φωνή που φέρεται να ζητά βοήθεια, μπορεί να την καταστήσει περισσότερο πειστική από όσο επιτρέπουν τα πραγματικά στοιχεία.
Η τραγωδία του Βλαντίμιρ Κομαρόφ (Vladimir Komarov), αντίθετα, δεν αποτελεί θρύλο. Στις 23 Απριλίου 1967, ο Σοβιετικός κοσμοναύτης εκτοξεύθηκε με το Σογιούζ 1 (Soyuz 1), σε μια αποστολή που προοριζόταν να εγκαινιάσει ένα νέο κεφάλαιο του σοβιετικού επανδρωμένου διαστημικού προγράμματος. Το διαστημόπλοιο αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα σχεδόν αμέσως μετά την είσοδό του σε τροχιά. Ένας ηλιακός συλλέκτης δεν αναπτύχθηκε σωστά, περιορίζοντας την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ παρουσιάστηκαν δυσκολίες στον προσανατολισμό και στη λειτουργία των συστημάτων ελέγχου. Η αποστολή έπρεπε να τερματιστεί πρόωρα.
Ο Κομαρόφ χρειάστηκε να αντιμετωπίσει μια σειρά τεχνικών δυσκολιών και να πραγματοποιήσει απαιτητικούς χειρισμούς για να επιστρέψει στη Γη. Παρά τα προβλήματα, κατάφερε να οδηγήσει το σκάφος στην επανείσοδο στην ατμόσφαιρα. Η καταστροφή συνέβη κατά την τελική κάθοδο. Το κύριο αλεξίπτωτο δεν αναπτύχθηκε όπως έπρεπε και το εφεδρικό δεν μπόρεσε να λειτουργήσει αποτελεσματικά, με αποτέλεσμα η κάψουλα να προσκρούσει στο έδαφος με θανατηφόρα ταχύτητα στις 24 Απριλίου 1967. Ο Κομαρόφ έγινε ο πρώτος άνθρωπος που έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια διαστημικής πτήσης.
Οι μεταγενέστερες έρευνες αποκάλυψαν σοβαρά προβλήματα στον σχεδιασμό και στην προετοιμασία της αποστολής. Οι τεχνικές δυσλειτουργίες συνδέθηκαν με ένα ευρύτερο περιβάλλον πίεσης, στο οποίο οι πολιτικές απαιτήσεις και ο ανταγωνισμός με τις Ηνωμένες Πολιτείες επηρέαζαν το χρονοδιάγραμμα του σοβιετικού προγράμματος. Σχετικές ιστορικές μελέτες της NASA περιγράφουν τόσο την αποτυχία του συστήματος αλεξιπτώτων όσο και τις οργανωτικές συνθήκες που συνέβαλαν στην τραγωδία.
Γύρω από τις τελευταίες στιγμές του Κομαρόφ δημιουργήθηκαν επίσης δραματικές αφηγήσεις. Σύμφωνα με ορισμένες δημοφιλείς εκδοχές, ο κοσμοναύτης γνώριζε ότι θα πεθάνει και καταριόταν μέσω ασυρμάτου εκείνους που τον είχαν στείλει σε ένα επικίνδυνο διαστημόπλοιο. Παρότι υπήρχαν πραγματικές ανησυχίες για την ασφάλεια του Σογιούζ και παρότι η αποστολή αποδείχθηκε καταστροφική, οι συγκεκριμένοι διάλογοι δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως επιβεβαιωμένες τελευταίες λέξεις του. Η πραγματική ιστορία είναι ήδη αρκετά συγκλονιστική χωρίς να χρειάζεται η προσθήκη ατεκμηρίωτων λεπτομερειών.
Η αντιπαραβολή των δύο ιστοριών είναι αποκαλυπτική. Από τη μία πλευρά έχουμε τις υποτιθέμενες φωνές ανθρώπων για τους οποίους δεν διαθέτουμε αξιόπιστες αποδείξεις ότι ταξίδεψαν ποτέ στο διάστημα. Από την άλλη, έχουμε έναν πραγματικό κοσμοναύτη, μια τεκμηριωμένη αποστολή και μια τραγωδία που αποκαλύπτει το κόστος των τεχνολογικών και πολιτικών αποφάσεων. Το κοινό στοιχείο είναι η ανθρώπινη ανάγκη να δώσει πρόσωπο και φωνή στους κινδύνους της εξερεύνησης. Η διαφορά είναι ότι η ιστορική έρευνα οφείλει να διακρίνει την αποδεδειγμένη ανθρώπινη εμπειρία από την αφήγηση που δημιουργήθηκε γύρω της.
Οι προηγούμενες ιστορίες μοιάζουν αρχικά να ανήκουν σε διαφορετικούς κόσμους. Η μουσική του Απόλλων 10 συνδέεται με τα ηλεκτρονικά συστήματα επικοινωνίας. Οι χτύποι του Σεντζού 5 πιθανότατα με τη μηχανική συμπεριφορά του διαστημοπλοίου. Οι φωτεινές λάμψεις των αστροναυτών αποτελούν φυσιολογικές αντιδράσεις σε ενεργητικά σωματίδια, ενώ η παρατήρηση του ΜακΝτίβιτ αναδεικνύει τη δυσκολία οπτικής αναγνώρισης ενός αντικειμένου σε τροχιά.
Οι ιστορίες των χαμένων κοσμοναυτών σχετίζονται με τη μυστικότητα και τη διάδοση αμφισβητούμενων μαρτυριών, ενώ η τραγωδία του Κομαρόφ αφορά την πραγματική ανθρώπινη ευαλωτότητα απέναντι στην τεχνολογική αποτυχία. Κι όμως, όλες συναντιούνται σε ένα κοινό σημείο: την προσπάθεια του ανθρώπου να κατανοήσει και να ερμηνεύσει την εμπειρία του σε ένα περιβάλλον για το οποίο δεν διαθέτει φυσική εξοικείωση.
Ο ανθρώπινος οργανισμός έχει εξελιχθεί υπό τη συνεχή επίδραση της γήινης βαρύτητας. Η ισορροπία, ο προσανατολισμός και η αντίληψη της κίνησης εξαρτώνται από τη συνεργασία της όρασης, του αιθουσαίου συστήματος του εσωτερικού αυτιού και των αισθητήρων που πληροφορούν τον εγκέφαλο για τη θέση των μελών του σώματος.
Σε συνθήκες μικροβαρύτητας, οι πληροφορίες αυτές αλλάζουν. Η έννοια του πάνω και του κάτω παύει να έχει τη συνηθισμένη φυσική σημασία, ενώ ο εγκέφαλος πρέπει να προσαρμοστεί σε ένα νέο σύνολο αισθητηριακών δεδομένων. Η προσαρμογή αυτή μπορεί να συνοδεύεται από αποπροσανατολισμό, δυσφορία και μεταβολές στην αντίληψη της κίνησης, ιδιαίτερα κατά τις πρώτες ημέρες μιας αποστολής.
Η ίδια η οργάνωση του χρόνου μεταβάλλεται. Σε χαμηλή γήινη τροχιά, ένας διαστημικός σταθμός ολοκληρώνει περίπου μία περιφορά κάθε ενενήντα λεπτά. Οι αστροναύτες μπορούν επομένως να παρατηρούν πολλές ανατολές και δύσεις του Ήλιου μέσα σε ένα γήινο εικοσιτετράωρο. Ο φυσικός κύκλος φωτός και σκότους δεν αντιστοιχεί πλέον στον συνηθισμένο ρυθμό ύπνου και εγρήγορσης. Γι’ αυτό η διατήρηση σταθερού προγράμματος, ο κατάλληλος φωτισμός και η παρακολούθηση της ποιότητας του ύπνου αποτελούν σημαντικά στοιχεία της διαστημικής ιατρικής.
Η απομόνωση προσθέτει μια ακόμη διάσταση. Ένα πλήρωμα μπορεί να επικοινωνεί τακτικά με τη Γη, αλλά εξακολουθεί να ζει μέσα σε έναν περιορισμένο χώρο, με μικρό αριθμό ανθρώπων και περιορισμένες δυνατότητες απομάκρυνσης από το περιβάλλον εργασίας του. Οι καθημερινές διαπροσωπικές σχέσεις, η έλλειψη ιδιωτικότητας, η επανάληψη των ίδιων ερεθισμάτων και η ανάγκη συνεχούς επιχειρησιακής ετοιμότητας μπορούν να επηρεάσουν τη διάθεση και την ψυχολογική κατάσταση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αστροναύτες χάνουν την ικανότητά τους να αξιολογούν αξιόπιστα όσα συμβαίνουν γύρω τους. Η εκπαίδευσή τους περιλαμβάνει ακριβώς την αναγνώριση ανωμαλιών και την αντιμετώπιση απροσδόκητων περιστατικών. Σημαίνει, όμως, ότι η ανθρώπινη αντίληψη λειτουργεί πάντοτε μέσα σε ένα συγκεκριμένο σωματικό και ψυχολογικό πλαίσιο.
Το σημαντικότερο ίσως συμπέρασμα είναι ότι δεν υπάρχει μία ενιαία εξήγηση για όλες τις παράξενες εμπειρίες του διαστήματος. Θα ήταν εξίσου λανθασμένο να τις αποδώσουμε συλλήβδην σε εξωγήινη δραστηριότητα ή να τις χαρακτηρίσουμε όλες ψευδαισθήσεις. Κάθε περιστατικό απαιτεί διαφορετική διερεύνηση. Χρειάζονται τα τεχνικά δεδομένα του διαστημοπλοίου, οι πρωτογενείς καταγραφές, οι περιγραφές των αυτοπτών μαρτύρων, η γνώση των φυσικών συνθηκών και, όπου είναι δυνατόν, η επανάληψη της παρατήρησης. Η επιστήμη δεν προχωρά απορρίπτοντας τις ασυνήθιστες εμπειρίες, αλλά εξετάζοντας ποιες από αυτές μπορούν να μετατραπούν σε ελέγξιμα ερωτήματα.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια διαφορετική κατηγορία ανθρώπινων εμπειριών στο διάστημα, η οποία δεν σχετίζεται με φόβο, ανεξήγητους ήχους ή αμφίβολες παρατηρήσεις. Πρόκειται για τη βαθιά συναισθηματική επίδραση που μπορεί να έχει η θέα της Γης από ψηλά. Αρκετοί αστροναύτες έχουν περιγράψει μια έντονη μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον πλανήτη, την ανθρωπότητα και τη θέση τους στο Σύμπαν. Η εμπειρία αυτή έγινε γνωστή ως φαινόμενο της πανοραμικής θέασης (Overview Effect), όρος που καθιερώθηκε από τον συγγραφέα και ερευνητή Φρανκ Γουάιτ (Frank White) το 1987.
Από την επιφάνεια της Γης, ο άνθρωπος βλέπει έναν κόσμο γεμάτο γεωγραφικά, πολιτικά και κοινωνικά όρια. Από το διάστημα, όμως, η εικόνα μεταβάλλεται. Οι ήπειροι, οι ωκεανοί και τα νέφη σχηματίζουν ένα ενιαίο πλανητικό σύστημα. Η ατμόσφαιρα εμφανίζεται ως μια εξαιρετικά λεπτή φωτεινή ζώνη, η οποία χωρίζει το περιβάλλον της ζωής από το σκοτάδι του διαστήματος.
Οι εθνικές διαχωριστικές γραμμές που κυριαρχούν στους χάρτες δεν είναι ορατές με τον ίδιο τρόπο. Για ορισμένους αστροναύτες, αυτή η θέα προκαλεί μια βαθιά αίσθηση ενότητας και ευθύνης απέναντι στον πλανήτη. Η NASA έχει συγκεντρώσει πολλές τέτοιες προσωπικές μαρτυρίες, ενώ το φαινόμενο έχει αποτελέσει αντικείμενο ψυχολογικής και κοινωνικής έρευνας.
Εδώ η ανθρώπινη αντίληψη δεν αποδεικνύεται αναξιόπιστη. Αντίθετα, αποκτά πρόσβαση σε μια νέα οπτική γωνία, η οποία μπορεί να αλλάξει την ερμηνεία ήδη γνωστών πραγμάτων. Οι αστροναύτες γνωρίζουν πριν από την αποστολή τους ότι η Γη είναι ένας πλανήτης, ότι η ατμόσφαιρά της είναι λεπτή σε σχέση με τη διάμετρό της και ότι τα πολιτικά σύνορα αποτελούν ανθρώπινες συμβάσεις. Ωστόσο, άλλο είναι να γνωρίζει κανείς κάτι θεωρητικά και άλλο να το βιώνει μέσα από μια άμεση εμπειρία. Το διάστημα μπορεί επομένως να δημιουργεί τόσο στιγμές αισθητηριακής αβεβαιότητας όσο και στιγμές ασυνήθιστης διαύγειας.
Αυτή η αντίθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εάν σκεφτούμε το μέλλον των επανδρωμένων αποστολών. Ένα ταξίδι προς τον Άρη δεν θα αποτελεί απλώς μια μεγαλύτερη εκδοχή της παραμονής σε χαμηλή γήινη τροχιά. Η απόσταση, η διάρκεια, οι καθυστερήσεις στην επικοινωνία και η αδυναμία άμεσης επιστροφής θα δημιουργήσουν συνθήκες διαφορετικές από εκείνες που έχουν βιώσει μέχρι σήμερα τα περισσότερα πληρώματα.
Οι αστροναύτες θα χρειαστεί να αντιμετωπίζουν τεχνικές ανωμαλίες με μεγαλύτερη αυτονομία, να διατηρούν την ψυχολογική τους ανθεκτικότητα για πολύ μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα και να προσαρμόζονται σε ένα περιβάλλον όπου η Γη δεν θα καταλαμβάνει πλέον μια εντυπωσιακή θέση έξω από το παράθυρο, αλλά θα εμφανίζεται ως ένα μακρινό φωτεινό σημείο.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι παράξενες εμπειρίες του παρελθόντος αποκτούν μια νέα σημασία. Δεν είναι απλώς περιστατικά που προσφέρονται για μυστηριώδεις αφηγήσεις. Αποτελούν υπενθυμίσεις ότι η διαστημική εξερεύνηση είναι ταυτόχρονα ένα τεχνολογικό και ένα ανθρώπινο εγχείρημα. Η επιτυχία μιας αποστολής δεν εξαρτάται μόνο από το εάν οι κινητήρες λειτουργούν σωστά, αλλά και από το εάν οι άνθρωποι μπορούν να κατανοούν αξιόπιστα το περιβάλλον τους, να συνεργάζονται υπό πίεση και να αντιμετωπίζουν όσα δεν είχαν προβλέψει οι σχεδιαστές των συστημάτων τους.
Η ιστορία της διαστημικής εξερεύνησης συχνά παρουσιάζεται ως μια διαδοχή κατακτήσεων. Ο πρώτος άνθρωπος σε τροχιά, ο πρώτος διαστημικός περίπατος, η πρώτη προσεδάφιση στη Σελήνη, οι πρώτοι μακροχρόνιοι διαστημικοί σταθμοί. Πίσω από κάθε τέτοιο επίτευγμα, όμως, υπάρχουν άνθρωποι που χρειάστηκε να ζήσουν στιγμές αβεβαιότητας, φόβου, έκπληξης και βαθιάς συγκίνησης. Άνθρωποι που άκουσαν ήχους χωρίς να αναγνωρίζουν αμέσως την προέλευσή τους, που παρατήρησαν αντικείμενα χωρίς να μπορούν να εκτιμήσουν την απόστασή τους και που είδαν φως εκεί όπου, σύμφωνα με την καθημερινή τους εμπειρία, θα έπρεπε να επικρατεί απόλυτο σκοτάδι.
Οι εμπειρίες αυτές δεν αποδεικνύουν ότι το διάστημα κατοικείται από άγνωστες παρουσίες ή ότι οι φυσικοί νόμοι παύουν να ισχύουν μακριά από τη Γη. Αποδεικνύουν κάτι διαφορετικό και ίσως εξίσου ενδιαφέρον: ότι η ανθρώπινη αντίληψη δεν αποτελεί ένα ανεξάρτητο παράθυρο προς την πραγματικότητα. Είναι μέρος της πραγματικότητας που επιχειρεί να παρατηρήσει. Οι αισθήσεις μας επηρεάζονται από τις φυσικές συνθήκες, το σώμα μας, την προηγούμενη εμπειρία μας και τα διαθέσιμα σημεία αναφοράς. Όταν αυτές οι συνθήκες μεταβάλλονται, μεταβάλλεται και ο τρόπος με τον οποίο βιώνουμε τον κόσμο.
Η επιστημονική εξήγηση ενός φαινομένου δεν αναιρεί απαραίτητα τη συγκίνηση της αρχικής εμπειρίας. Η μουσική του Απόλλων 10 μπορεί να ήταν προϊόν ραδιοπαρεμβολών, αλλά οι αστροναύτες εξακολουθούσαν να βρίσκονται στην αθέατη πλευρά της Σελήνης όταν την άκουσαν. Οι φωτεινές λάμψεις των αποστολών Απόλλων συνδέθηκαν με την κοσμική ακτινοβολία, αλλά παραμένει εντυπωσιακό ότι ένα σωματίδιο από το διάστημα μπορούσε να δημιουργήσει μια οπτική αίσθηση μέσα στο ανθρώπινο σώμα.
Ο Τζέιμς ΜακΝτίβιτ μπορεί να παρατήρησε κάποιο αντικείμενο σχετικό με τη διαστημική δραστηριότητα, όμως η αδυναμία του να προσδιορίσει την απόσταση και την ταυτότητά του αποκαλύπτει πόσο διαφορετική γίνεται η παρατήρηση όταν απουσιάζουν τα γνώριμα σημεία αναφοράς. Ίσως λοιπόν το μεγαλύτερο μυστήριο να μην είναι πάντοτε αυτό που βρίσκεται έξω από το παράθυρο ενός διαστημοπλοίου. Ίσως να είναι και ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος μετατρέπει ένα άγνωστο ερέθισμα σε εμπειρία, μια εμπειρία σε αφήγηση και μια αφήγηση σε γνώση ή σε θρύλο.
Καθώς σχεδιάζουμε ολοένα μεγαλύτερα ταξίδια, από την επιστροφή στη Σελήνη μέχρι τις μελλοντικές επανδρωμένες αποστολές στον Άρη, το ερώτημα γίνεται περισσότερο επίκαιρο. Θα μεταφέρουμε μαζί μας μηχανές, επιστημονικά όργανα, υπολογιστές και συστήματα τεχνητής νοημοσύνης. Θα μεταφέρουμε όμως και κάτι πολύ παλαιότερο από κάθε τεχνολογία, τις ανθρώπινες αισθήσεις, τη μνήμη, τη φαντασία, τον φόβο και την ανάγκη να κατανοούμε όσα μας περιβάλλουν.
Και όταν ο άνθρωπος βρεθεί ακόμη μακρύτερα από τη Γη, σε κόσμους όπου τίποτε δεν θα του είναι οικείο, πόσο διαφορετική θα γίνει όχι μόνο η εικόνα που έχει για το σύμπαν, αλλά και η ίδια του η αντίληψη για την πραγματικότητα;