PROMIS – Robert Maxwell – The Octopus: Το λογισμικό που βρέθηκε στο επίκεντρο μιας κρατικής σύγκρουσης η αναζήτηση ενός κρυφού δικτύου και ο άνθρωπος ανάμεσα στα μέσα ενημέρωσης και στις υπηρεσίες πληροφοριών. Αποκαλύφθηκε ένα δίκτυο εξουσίας η παρέμεινε στο σκοτάδι;

PROMIS – Robert Maxwell – The Octopus: Το λογισμικό που βρέθηκε στο επίκεντρο μιας κρατικής σύγκρουσης η αναζήτηση ενός κρυφού δικτύου και ο άνθρωπος ανάμεσα στα μέσα ενημέρωσης και στις υπηρεσίες πληροφοριών. Αποκαλύφθηκε ένα δίκτυο εξουσίας η παρέμεινε στο σκοτάδι;
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, μια δικαστική διαμάχη ανάμεσα σε μια αμερικανική εταιρεία λογισμικού και το Υπουργείο Δικαιοσύνης των Ηνωμένων Πολιτειών είχε αρχίσει να αποκτά διαστάσεις που ξεπερνούσαν κατά πολύ το αρχικό της αντικείμενο. Εκείνο που φαινόταν να αφορά τα δικαιώματα χρήσης ενός προγράμματος ηλεκτρονικών υπολογιστών συνδέθηκε σταδιακά με καταγγελίες για μυστικές υπηρεσίες, διεθνείς επιχειρηματικές δραστηριότητες, πολιτικά συμφέροντα και ένα υποτιθέμενο δίκτυο εξουσίας που λειτουργούσε μακριά από τη δημόσια παρατήρηση.
Το λογισμικό ονομαζόταν “Σύστημα Διαχείρισης Πληροφοριών Εισαγγελικών Υποθέσεων” (Prosecutor’s Management Information System – PROMIS). Η εταιρεία ήταν η Ίνσλο (Inslaw), ενώ ανάμεσα στα πρόσωπα που θα συνδέονταν με την ευρύτερη υπόθεση βρίσκονταν ο Βρετανός εκδότης Ρόμπερτ Μάξγουελ (Robert Maxwell) και ο Αμερικανός ερευνητής δημοσιογράφος Ντάνι Κασολάρο (Danny Casolaro). Ο τελευταίος πίστευε ότι πίσω από διαφορετικές πολιτικές και οικονομικές υποθέσεις υπήρχε ένα εκτεταμένο δίκτυο διασυνδέσεων, το οποίο αποκαλούσε “Το Χταπόδι” (The Octopus).
Η ονομασία αποτύπωνε την αντίληψή του ότι διαφορετικές δραστηριότητες αποτελούσαν βραχίονες ενός μεγαλύτερου μηχανισμού, του οποίου το πραγματικό κέντρο παρέμενε αόρατο. Στην έρευνά του, το PROMIS δεν ήταν απλώς ένα πρόγραμμα ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ήταν ενδεχομένως ένα εργαλείο που επέτρεπε σε υπηρεσίες πληροφοριών να αποκτούν πρόσβαση σε δεδομένα ξένων κυβερνήσεων και οργανισμών, χωρίς οι τελευταίοι να γνωρίζουν ότι παρακολουθούνταν.
Τον Αύγουστο του 1991, ο Κασολάρο βρέθηκε νεκρός σε δωμάτιο ξενοδοχείου στη Δυτική Βιρτζίνια. Οι αρχές χαρακτήρισαν τον θάνατό του αυτοκτονία, όμως συγγενείς και συνεργάτες του αμφισβήτησαν το συμπέρασμα. Η εξέλιξη αυτή πρόσθεσε μια νέα διάσταση σε μια ήδη αμφιλεγόμενη ιστορία, ενισχύοντας την πεποίθηση ορισμένων ότι ο δημοσιογράφος είχε πλησιάσει επικίνδυνες αποκαλύψεις.
Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από μια απλή αφήγηση συνωμοσίας. Το PROMIS υπήρξε πραγματικά. Η δικαστική διαμάχη της Inslaw υπήρξε πραγματικά. Οι επίσημες έρευνες, οι αντικρουόμενες αξιολογήσεις και οι καταγγελίες για διεθνή κατασκοπεία αποτελούν επίσης μέρος της ιστορικής καταγραφής. Αυτό που δεν έχει αποδειχθεί είναι ότι όλα αυτά συνδέονταν πράγματι με ένα ενιαίο, οργανωμένο δίκτυο μυστικών επιχειρήσεων.
Η υπόθεση θέτει επομένως ένα ερώτημα που υπερβαίνει την ιστορία ενός λογισμικού. Είναι δυνατόν μια πραγματική σύγκρουση συμφερόντων να αποκάλυψε τμήματα ενός μεγαλύτερου μηχανισμού που δεν έγινε ποτέ πλήρως γνωστός; Ή μήπως διαφορετικά γεγονότα, αμφισβητούμενες μαρτυρίες και συμπτώσεις ενώθηκαν σταδιακά σε έναν μύθο που απέκτησε μεγαλύτερη ισχύ από τα ίδια τα στοιχεία;
Για να εξετάσουμε αυτή τη δυνατότητα, χρειάζεται να επιστρέψουμε στην εποχή κατά την οποία η πληροφορία άρχιζε να μετατρέπεται από διοικητικό εργαλείο σε στρατηγικό πόρο.
Η ιστορία του PROMIS ξεκινά από ένα πρακτικό πρόβλημα της αμερικανικής δικαιοσύνης. Κατά τη δεκαετία του 1970, η διαχείριση ποινικών υποθέσεων απαιτούσε την οργάνωση μεγάλου όγκου πληροφοριών σχετικά με κατηγορουμένους, δικαστικές διαδικασίες, εισαγγελικές ενέργειες και εκκρεμείς υποθέσεις. Πολλές υπηρεσίες εξακολουθούσαν να εξαρτώνται από έντυπα αρχεία ή περιορισμένα μηχανογραφικά συστήματα, γεγονός που δυσκόλευε τη συστηματική παρακολούθηση και αξιοποίηση των δεδομένων.
Το PROMIS αναπτύχθηκε για να αντιμετωπίσει αυτές τις αδυναμίες. Επέτρεπε την οργάνωση πληροφοριών, την παρακολούθηση της εξέλιξης υποθέσεων και τη συσχέτιση διαφορετικών δεδομένων μέσα σε ένα ενιαίο πληροφοριακό περιβάλλον. Η σημασία του δεν περιοριζόταν στην ηλεκτρονική αποθήκευση. Βρισκόταν κυρίως στη δυνατότητα αναζήτησης και αξιοποίησης πληροφοριών που προηγουμένως παρέμεναν διασκορπισμένες σε διαφορετικά αρχεία.
Οι πρώτες εκδόσεις του αναπτύχθηκαν με δημόσια χρηματοδότηση, ενώ το 1981 η δραστηριότητα μεταφέρθηκε στην εμπορική εταιρεία Inslaw, υπό τον Γουίλιαμ και τη Νάνσι Χάμιλτον (William and Nancy Hamilton). Η εταιρεία συνέχισε να εξελίσσει το λογισμικό, υποστηρίζοντας ότι οι μεταγενέστερες βελτιώσεις αποτελούσαν ιδιόκτητη τεχνολογία. Η διάκριση ανάμεσα στην αρχική δημόσια έκδοση και στις εμπορικές βελτιώσεις θα αποτελούσε αργότερα το βασικό αντικείμενο της δικαστικής αντιπαράθεσης.
Τον Μάρτιο του 1982, το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης υπέγραψε σύμβαση αξίας περίπου 9,6 εκατομμυρίων δολαρίων με την Inslaw, για την εγκατάσταση του PROMIS σε ομοσπονδιακά εισαγγελικά γραφεία. Το πρόγραμμα επρόκειτο να συμβάλει στον εκσυγχρονισμό της διαχείρισης δικαστικών υποθέσεων. Ωστόσο, η συνεργασία επιδεινώθηκε γρήγορα εξαιτίας τεχνικών, οικονομικών και συμβατικών διαφωνιών.
Η Inslaw κατηγόρησε το υπουργείο ότι χρησιμοποιούσε βελτιωμένες εκδόσεις του PROMIS χωρίς να διαθέτει τα απαραίτητα δικαιώματα και χωρίς να καταβάλλει την αντίστοιχη αποζημίωση. Το υπουργείο αμφισβήτησε τις καταγγελίες, υποστηρίζοντας ότι οι ενέργειές του καλύπτονταν από τις συμφωνίες που είχαν συναφθεί. Η αντιπαράθεση κλιμακώθηκε και το 1985 η εταιρεία κατέφυγε σε διαδικασία πτωχευτικής αναδιοργάνωσης.
Για τους Χάμιλτον, η υπόθεση δεν αποτελούσε απλώς μια αποτυχημένη εμπορική συνεργασία. Πίστευαν ότι είχαν βρεθεί αντιμέτωποι με μια οργανωμένη προσπάθεια οικονομικής αποδυνάμωσης της εταιρείας τους και ιδιοποίησης της τεχνολογίας της. Η άποψη αυτή απέκτησε ιδιαίτερη σημασία όταν η διαμάχη μεταφέρθηκε στα δικαστήρια.
Το 1988, ομοσπονδιακό πτωχευτικό δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ της Inslaw, κρίνοντας ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης είχε ενεργήσει παράνομα ως προς τη χρήση του βελτιωμένου λογισμικού. Η απόφαση επικυρώθηκε σε επόμενο δικαστικό στάδιο το 1989. Ωστόσο, το 1991, ομοσπονδιακό εφετείο ανέτρεψε τις προηγούμενες αποφάσεις για λόγους που αφορούσαν τη δικαιοδοσία και τη νομική διαδικασία.
Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε μια σημαντική διάκριση ανάμεσα στη δικαστική έκβαση και στις ευρύτερες καταγγελίες. Οι αρχικές αποφάσεις δεν αποδείκνυαν την ύπαρξη διεθνούς κατασκοπευτικού δικτύου, ενώ η μεταγενέστερη ανατροπή τους δεν αποτελούσε αυτομάτως πλήρη ιστορική απάντηση σε κάθε ζήτημα που είχε ανακύψει.
Το 1992, η Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής των Αντιπροσώπων δημοσίευσε έκθεση έπειτα από εκτεταμένη έρευνα. Η πλειοψηφία της επιτροπής εντόπισε σοβαρές ενδείξεις αθέμιτης ιδιοποίησης του βελτιωμένου PROMIS και ζήτησε περαιτέρω διερεύνηση. Η έκθεση περιλάμβανε, ωστόσο, και αντίθετες απόψεις, αποτυπώνοντας τη διαφωνία γύρω από την αξιολόγηση των στοιχείων.
Το 1993, ο ειδικός σύμβουλος Νίκολας Μπούα (Nicholas Bua) κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα, αναφέροντας ότι δεν είχαν εντοπιστεί αξιόπιστα στοιχεία που να αποδεικνύουν τις καταγγελίες για οργανωμένη συνωμοσία με σκοπό την κλοπή του λογισμικού. Το 1994, το Υπουργείο Δικαιοσύνης επανεξέτασε την υπόθεση και υιοθέτησε αντίστοιχη θέση.
Οι διαφορετικές αυτές αξιολογήσεις δεν σημαίνουν ότι όλες οι ερμηνείες έχουν την ίδια αποδεικτική ισχύ. Αποκαλύπτουν όμως ότι η υπόθεση υπήρξε αντικείμενο πραγματικής θεσμικής σύγκρουσης, με διαφορετικές εκτιμήσεις για τη συμπεριφορά του υπουργείου και τη σημασία των διαθέσιμων στοιχείων.
Στο μεταξύ, είχε εμφανιστεί μια ακόμη σοβαρότερη καταγγελία. Σύμφωνα με ορισμένες μαρτυρίες, το PROMIS δεν είχε απλώς χρησιμοποιηθεί χωρίς άδεια, αλλά ενδεχομένως είχε τροποποιηθεί ώστε να επιτρέπει μυστική πρόσβαση σε πληροφορίες και στη συνέχεια είχε διοχετευθεί σε ξένες κυβερνήσεις.
Εάν αυτό είχε συμβεί, η υπόθεση θα ξεπερνούσε τα όρια μιας εμπορικής διαμάχης και θα αποκτούσε διαστάσεις διεθνούς κατασκοπείας. Η συγκεκριμένη εκδοχή, ωστόσο, δεν επιβεβαιώθηκε από τις διαθέσιμες επίσημες έρευνες.
Και σε αυτό ακριβώς το σημείο εμφανίζεται ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα πρόσωπα της ιστορίας.
Ο Ρόμπερτ Μάξγουελ (Robert Maxwell) υπήρξε μία από τις πιο ισχυρές και αντιφατικές προσωπικότητες της βρετανικής εκδοτικής βιομηχανίας. Γεννημένος το 1923 στην τότε Τσεχοσλοβακία, επέζησε του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, υπηρέτησε στον βρετανικό στρατό και στη συνέχεια δημιούργησε μια επιχειρηματική αυτοκρατορία που περιλάμβανε επιστημονικές εκδόσεις, εφημερίδες και διεθνείς εμπορικές δραστηριότητες.
Η επιρροή του δεν περιοριζόταν στην οικονομία. Ο Μάξγουελ διατηρούσε επαφές με πολιτικούς, επιχειρηματίες και ισχυρούς παράγοντες διαφορετικών χωρών. Σε μια εποχή όπου οι εφημερίδες και οι εκδοτικοί οργανισμοί αποτελούσαν βασικούς μηχανισμούς διαμόρφωσης της δημόσιας γνώμης, ένας εκδότης με διεθνή παρουσία κατείχε ιδιαίτερη θέση στο σύστημα διακίνησης της πληροφορίας.
Οι δραστηριότητες και οι διασυνδέσεις του προκάλεσαν επανειλημμένα ερωτήματα σχετικά με πιθανές σχέσεις με υπηρεσίες πληροφοριών. Ιδιαίτερα έντονες υπήρξαν οι καταγγελίες που τον συνέδεαν με την ισραηλινή Μοσάντ (Mossad). Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είχαν όλοι την ίδια προέλευση ή τεκμηρίωση, ενώ ο ίδιος αρνήθηκε τις σχετικές κατηγορίες.
Τον Οκτώβριο του 1991, ο Αμερικανός ερευνητής δημοσιογράφος Σίμουρ Χερς (Seymour Hersh) δημοσίευσε το βιβλίο “Η Επιλογή του Σαμψών” (The Samson Option), στο οποίο περιλαμβάνονταν καταγγελίες που συνέδεαν τον Μάξγουελ και συνεργάτες του με ισραηλινές δραστηριότητες πληροφοριών. Ο εκδότης αντέδρασε έντονα και κινήθηκε νομικά εναντίον του δημοσιογράφου. Η αντιπαράθεση ενίσχυσε τη δημόσια συζήτηση γύρω από τον Μάξγουελ, χωρίς να αποδεικνύει το σύνολο των ισχυρισμών.
Η σύνδεσή του με το PROMIS προέκυψε μέσα από καταγγελίες σύμφωνα με τις οποίες τροποποιημένες εκδόσεις του λογισμικού φέρονταν να είχαν διανεμηθεί διεθνώς, ενδεχομένως με τη συμμετοχή του ίδιου ως ενδιάμεσου. Η υποτιθέμενη επιχείρηση βασιζόταν σε μια ανησυχητική τεχνολογική δυνατότητα, ένα πρόγραμμα που εγκαθίσταται για τη διαχείριση πληροφοριών θα μπορούσε, εφόσον είχε τροποποιηθεί κατάλληλα, να επιτρέπει σε τρίτους την πρόσβαση σε δεδομένα χωρίς τη γνώση των χρηστών του.
Η έννοια της κρυφής πρόσβασης (backdoor) είναι πραγματική στην ασφάλεια των υπολογιστών. Ένα λογισμικό μπορεί να περιλαμβάνει μη εξουσιοδοτημένες λειτουργίες, ευπάθειες ή μηχανισμούς μεταφοράς δεδομένων. Ωστόσο, η τεχνική δυνατότητα ύπαρξης τέτοιων μηχανισμών δεν αποδεικνύει ότι συγκεκριμένες εκδόσεις του PROMIS τους περιείχαν.
Για να επιβεβαιωθεί η καταγγελία θα απαιτούνταν αξιόπιστα τεχνικά ευρήματα, στοιχεία διανομής, επιχειρησιακά αρχεία ή επαρκώς διασταυρωμένες μαρτυρίες. Οι διαθέσιμες επίσημες έρευνες δεν τεκμηρίωσαν ένα τέτοιο διεθνές σχέδιο.
Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα σημεία της υπόθεσης. Ο Μάξγουελ διέθετε πραγματική οικονομική ισχύ, διεθνείς διασυνδέσεις και επαφές με πρόσωπα υψηλής επιρροής. Υπήρξε επίσης αντικείμενο σοβαρών δημοσιογραφικών καταγγελιών. Όμως, η ύπαρξη αυτών των στοιχείων δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι συμμετείχε σε συγκεκριμένη επιχείρηση κατασκοπείας μέσω του PROMIS.
Τον Νοέμβριο του 1991, ο Μάξγουελ βρέθηκε νεκρός στη θάλασσα, έχοντας εξαφανιστεί από το γιοτ του κοντά στις Κανάριες Νήσους. Ο θάνατός του προκάλεσε έντονο ενδιαφέρον, ιδιαίτερα επειδή είχε προηγηθεί η αντιπαράθεση σχετικά με τις φερόμενες σχέσεις του με υπηρεσίες πληροφοριών. Λίγο αργότερα, αποκαλύφθηκαν σοβαρές οικονομικές ατασθαλίες στην επιχειρηματική του αυτοκρατορία, μεταξύ των οποίων η παράνομη χρήση κεφαλαίων συνταξιοδοτικών ταμείων.
Οι αποκαλύψεις αυτές κατέδειξαν μια πραγματική πλευρά της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, αλλά δεν επιβεβαίωσαν αυτομάτως τις καταγγελίες περί συμμετοχής του σε διεθνές κατασκοπευτικό δίκτυο. Ο θάνατός του, οι οικονομικές παρατυπίες και οι ισχυρισμοί για υπηρεσίες πληροφοριών αποτελούν διαφορετικά ιστορικά ζητήματα, τα οποία δεν μπορούν να ενωθούν σε ένα μοναδικό σχέδιο χωρίς πρόσθετη τεκμηρίωση.
Παρά ταύτα, η παρουσία του στην αφήγηση του “Χταποδιού” δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Ένας επιχειρηματίας που συνδύαζε εκδοτική ισχύ, διεθνείς σχέσεις και αμφιλεγόμενες δραστηριότητες μπορούσε να εμφανίζεται ως πιθανός συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε φαινομενικά ανεξάρτητα γεγονότα.
Το εάν αυτός ο κρίκος υπήρξε πραγματικά με τη μορφή που περιγράφηκε παραμένει διαφορετικό ερώτημα.
Και ήταν ακριβώς τέτοιες πιθανές διασυνδέσεις που προσπαθούσε να εντοπίσει ο Ντάνι Κασολάρο.
Ο Κασολάρο ξεκίνησε την έρευνά του εξετάζοντας την υπόθεση Inslaw και τις καταγγελίες σχετικά με το PROMIS. Σταδιακά, όμως, οι πληροφορίες που συγκέντρωνε τον οδήγησαν σε ένα πολύ ευρύτερο πεδίο. Πρόσωπα που εμφανίζονταν στη διαμάχη της εταιρείας φαίνονταν, σύμφωνα με τις πηγές του, να συνδέονται με άλλες πολιτικές και οικονομικές υποθέσεις. Καταγγελίες για κρατικές παρεμβάσεις οδηγούσαν σε αναφορές για υπηρεσίες πληροφοριών, χρηματοοικονομικά δίκτυα και μυστικές επιχειρήσεις.
Ο δημοσιογράφος άρχισε να πιστεύει ότι διαφορετικά γεγονότα αποτελούσαν τμήματα ενός μεγαλύτερου μηχανισμού. Ονόμασε το υποτιθέμενο δίκτυο «Το Χταπόδι» (The Octopus), θεωρώντας ότι κάθε υπόθεση αποτελούσε έναν βραχίονα που συνδεόταν με ένα κοινό, αθέατο κέντρο εξουσίας.
Η έρευνά του επεκτάθηκε σε πραγματικά πολιτικά και οικονομικά σκάνδαλα, όπως η υπόθεση Ιράν–Κόντρα (Iran–Contra) και η δραστηριότητα της Τράπεζας Πίστης και Εμπορίου (Bank of Credit and Commerce International – BCCI). Ασχολήθηκε επίσης με τις καταγγελίες που έγιναν γνωστές ως “Έκπληξη του Οκτωβρίου” (October Surprise), σχετικά με υποτιθέμενες παρασκηνιακές ενέργειες κατά την κρίση των Αμερικανών ομήρων στο Ιράν το 1980.
Ορισμένες από αυτές τις υποθέσεις είχαν αποκαλύψει πραγματικές μορφές πολιτικής αδιαφάνειας, παράνομων δραστηριοτήτων ή μυστικής συνεργασίας. Αυτό, όμως, δεν αποδείκνυε ότι όλες συνδέονταν με έναν ενιαίο μηχανισμό, όπως υποψιαζόταν ο Κασολάρο.
Η δυσκολία βρίσκεται στη φύση των ίδιων των διασυνδέσεων. Πολιτικοί, επιχειρηματίες, τραπεζίτες, δικηγόροι και πρώην στελέχη υπηρεσιών πληροφοριών συχνά κινούνται σε επικαλυπτόμενους κύκλους. Η εμφάνιση των ίδιων προσώπων σε διαφορετικές υποθέσεις μπορεί να έχει σημασία, αλλά δεν αποδεικνύει από μόνη της κοινή διοίκηση, κοινό σχέδιο ή οργανωμένη συνεργασία.
Για να τεκμηριωθεί η ύπαρξη ενός τέτοιου δικτύου, χρειάζονται στοιχεία που να αποδεικνύουν συγκεκριμένες ενέργειες, κοινές επιδιώξεις και μηχανισμούς συντονισμού. Διαφορετικά, μια σειρά πραγματικών γεγονότων μπορεί να αποκτήσει την εικόνα ενός ενιαίου σχεδίου χωρίς να έχει αποδειχθεί ότι πράγματι υπήρξε.
Ο Κασολάρο, ωστόσο, πίστευε ότι είχε πλησιάσει μια σημαντική αποκάλυψη. Εργαζόταν πάνω σε ένα βιβλίο που θα παρουσίαζε την έρευνά του και είχε αναφέρει σε ανθρώπους του περιβάλλοντός του ότι συγκέντρωνε κρίσιμες πληροφορίες. Τον Αύγουστο του 1991 ταξίδεψε στο Μάρτινσμπεργκ (Martinsburg) της Δυτικής Βιρτζίνια, όπου, σύμφωνα με όσα είχε δηλώσει, επρόκειτο να συναντήσει μια πηγή σχετική με την υπόθεσή του.
Στις 10 Αυγούστου 1991 βρέθηκε νεκρός στην μπανιέρα του δωματίου του ξενοδοχείου όπου διέμενε. Έφερε πολλαπλά τραύματα στους καρπούς και στα χέρια. Οι τοπικές αρχές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι είχε αυτοκτονήσει, όμως η οικογένεια και ορισμένοι συνεργάτες του αμφισβήτησαν αυτή την εκτίμηση.
Σύμφωνα με μαρτυρίες συγγενών του, ο Κασολάρο είχε εκφράσει ανησυχίες για την ασφάλειά του και είχε προειδοποιήσει ότι, εάν του συνέβαινε κάτι, δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί αυτονόητα πως επρόκειτο για αυτοκτονία. Ερωτήματα προκάλεσαν επίσης ορισμένες πλευρές της αρχικής διαχείρισης της υπόθεσης, όπως η ταρίχευση της σορού πριν ενημερωθεί η οικογένειά του.
Οι συνθήκες αυτές συνέβαλαν στη δημιουργία έντονης δυσπιστίας. Δεν αποτελούν, ωστόσο, από μόνες τους απόδειξη δολοφονίας ή εμπλοκής κάποιου μυστικού δικτύου.
Ο θάνατος του Κασολάρο δημιούργησε μια παράδοξη κατάσταση. Ο άνθρωπος που επιχειρούσε να αποδείξει την ύπαρξη ενός αόρατου μηχανισμού εξουσίας μετατράπηκε, μετά τον θάνατό του, σε ένα από τα κεντρικά στοιχεία της αφήγησης που ο ίδιος ερευνούσε. Για όσους πίστευαν ότι είχε πλησιάσει μια επικίνδυνη αλήθεια, η τραγωδία ενίσχυσε τις υποψίες. Για άλλους, η σύνδεση του θανάτου του με το υποτιθέμενο δίκτυο αποτελούσε μια ερμηνεία που δεν στηριζόταν σε επαρκείς αποδείξεις.
Το 1994, το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης επανεξέτασε την υπόθεση και συμφώνησε με το συμπέρασμα των τοπικών αρχών περί αυτοκτονίας. Παράλληλα, απέρριψε τις ευρύτερες καταγγελίες για οργανωμένη κλοπή και διεθνή κατασκοπευτική εκμετάλλευση του PROMIS.
Η επίσημη αυτή αξιολόγηση αποτελεί ουσιώδες μέρος της ιστορικής καταγραφής. Δεν εξαφάνισε, ωστόσο, τις αμφιβολίες όσων αμφισβητούσαν τις αρχικές έρευνες ή θεωρούσαν ότι ορισμένες πτυχές της υπόθεσης παρέμεναν ανεξιχνίαστες.
Η ιστορία του Κασολάρο απέκτησε έτσι δύο παράλληλες διαστάσεις. Η πρώτη αφορά έναν πραγματικό δημοσιογράφο, την έρευνά του, τις πηγές του και τον θάνατό του. Η δεύτερη αφορά την εικόνα ενός ανθρώπου που ίσως πλησίασε μια αλήθεια μεγαλύτερη από όσα μπορούσε να αποδείξει.
Οι δύο διαστάσεις δεν είναι ταυτόσημες, αλλά στη δημόσια μνήμη συχνά συγχωνεύτηκαν.
Και εδώ ανακύπτει ένα από τα δυσκολότερα ερωτήματα της υπόθεσης, όταν ένας ερευνητής εντοπίζει πραγματικά σκάνδαλα, αμφισβητούμενες μαρτυρίες και επαναλαμβανόμενες διασυνδέσεις, αλλά δεν κατορθώνει να αποδείξει το συνολικό σχέδιο που υποψιάζεται, έχει ανακαλύψει ένα ατελές τμήμα μιας μεγαλύτερης πραγματικότητας ή έχει αποδώσει στα γεγονότα περισσότερη συνοχή από όση πραγματικά διαθέτουν;
Η υπόθεση PROMIS βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περιοχή της ιστορικής έρευνας. Δεν αποτελεί μια αφήγηση χωρίς πραγματικό υπόβαθρο, αλλά ούτε και μια αποδεδειγμένη διεθνή συνωμοσία. Περιλαμβάνει τεκμηριωμένα γεγονότα, αντικρουόμενες θεσμικές αξιολογήσεις και καταγγελίες που δεν επιβεβαιώθηκαν από τις διαθέσιμες έρευνες.
Ο πρώτος πυρήνας είναι σαφής. Η Inslaw ανέπτυξε βελτιωμένες εκδόσεις του PROMIS, υπέγραψε σύμβαση με το Υπουργείο Δικαιοσύνης και ενεπλάκη σε πολυετή αντιδικία σχετικά με τη χρήση και τα δικαιώματα του λογισμικού. Ακολούθησαν δικαστικές αποφάσεις, κοινοβουλευτικές έρευνες και διαφορετικά επίσημα πορίσματα.
Ο δεύτερος πυρήνας αφορά τις καταγγελίες για διεθνή κατασκοπεία. Εδώ η τεκμηρίωση είναι σημαντικά ασθενέστερη. Οι ισχυρισμοί ότι το PROMIS τροποποιήθηκε ώστε να επιτρέπει μυστική πρόσβαση και στη συνέχεια διανεμήθηκε σε ξένες κυβερνήσεις εξετάστηκαν, αλλά δεν επιβεβαιώθηκαν από τις επίσημες έρευνες. Αντίστοιχα, δεν αποδείχθηκε ότι ο Ρόμπερτ Μάξγουελ διηύθυνε ή συμμετείχε σε μια τέτοια επιχείρηση.
Ο τρίτος πυρήνας αφορά το ίδιο το «Χταπόδι». Ο Κασολάρο συνέδεσε διαφορετικές πραγματικές υποθέσεις, πρόσωπα και καταγγελίες, αναζητώντας ένα κοινό σύστημα εξουσίας. Η προσπάθειά του αποτελεί ιστορικό γεγονός, αλλά η ύπαρξη του ενιαίου δικτύου που περιέγραφε δεν τεκμηριώθηκε.
Η διάκριση αυτή δεν σημαίνει ότι κάθε ανεπιβεβαίωτη πληροφορία πρέπει να απορρίπτεται εκ των προτέρων. Η ιστορία έχει καταγράψει μυστικές κρατικές επιχειρήσεις που αποκαλύφθηκαν πολλά χρόνια μετά την πραγματοποίησή τους. Υπάρχουν επομένως λόγοι να αντιμετωπίζονται σοβαρά συγκεκριμένες καταγγελίες, όταν συνοδεύονται από στοιχεία που μπορούν να ελεγχθούν.
Από την άλλη πλευρά, η απουσία δημόσιων εγγράφων δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη συγκάλυψης. Το γεγονός ότι κάτι θα μπορούσε να έχει συμβεί δεν σημαίνει ότι συνέβη, ενώ η ύπαρξη πραγματικών σχέσεων μεταξύ προσώπων δεν αποδεικνύει αναγκαστικά κοινό σχέδιο.
Η ιστορία του PROMIS είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα επειδή εξελίχθηκε σε μια εποχή κατά την οποία η πληροφορία αποκτούσε ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική αξία. Τα ηλεκτρονικά συστήματα δεν χρησιμοποιούνταν πλέον μόνο για την αποθήκευση αρχείων, αλλά για τη σύνδεση δεδομένων, την αναγνώριση σχέσεων και την υποστήριξη αποφάσεων. Η δυνατότητα αυτή μπορούσε να βελτιώσει τη λειτουργία των οργανισμών, αλλά ταυτόχρονα δημιουργούσε νέα ερωτήματα σχετικά με την πρόσβαση, την ασφάλεια και τον έλεγχο.
Ακόμη και αν η ευρύτερη θεωρία του «Χταποδιού» δεν αποδειχθεί ποτέ, η υπόθεση αναδεικνύει ένα πραγματικό πρόβλημα, τι συμβαίνει όταν ένας οργανισμός εξαρτάται από ένα πληροφοριακό σύστημα του οποίου τη λειτουργία δεν μπορεί να επαληθεύσει πλήρως; Ποιος ελέγχει τις πληροφορίες και ποιος μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα ότι δεν υπάρχουν μη εξουσιοδοτημένοι μηχανισμοί πρόσβασης;
Η τεχνολογική αυτή διάσταση δεν αποδεικνύει τις καταγγελίες για το PROMIS. Εξηγεί, όμως, γιατί η υπόθεση διατηρεί τη σημασία της ακόμη και πέρα από τα ιστορικά πρόσωπα που συνδέθηκαν μαζί της.
Ίσως ο Κασολάρο να εντόπισε ορισμένες πραγματικές διασυνδέσεις χωρίς να κατορθώσει να τεκμηριώσει το σύνολο της θεωρίας του. Ίσως διαφορετικά σκάνδαλα, αμφισβητούμενες μαρτυρίες και συμπτώσεις να ενώθηκαν σταδιακά σε μια αφήγηση μεγαλύτερη από τα διαθέσιμα στοιχεία. Οι δύο πιθανότητες δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως εξίσου αποδεδειγμένες, αλλά η εξέτασή τους βοηθά να κατανοήσουμε γιατί η υπόθεση εξακολουθεί να προκαλεί ενδιαφέρον.
Το σημαντικό είναι ότι η πραγματικότητα δεν είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί μία από δύο απόλυτες εκδοχές. Μια ιστορία μπορεί να περιλαμβάνει πραγματικές καταχρήσεις, λανθασμένες εκτιμήσεις, ελλιπή στοιχεία και αναπάντητα ερωτήματα ταυτόχρονα.
Και ίσως αυτή η σύνθετη εκδοχή να βρίσκεται συχνά πιο κοντά στην ιστορική πραγματικότητα από μια αφήγηση που υπόσχεται να εξηγήσει τα πάντα.
Η ιστορία του PROMIS δεν διαθέτει μια οριστική κατάληξη που να απαντά σε κάθε ερώτημα. Δεν υπάρχει ένα αδιαμφισβήτητο έγγραφο που να αποκαλύπτει ολόκληρη την υποτιθέμενη επιχείρηση, ούτε μια τελική ομολογία που να συνδέει όλα τα πρόσωπα και τις υποθέσεις σε ένα ενιαίο σχέδιο. Υπάρχουν πραγματικά γεγονότα, δικαστικές αποφάσεις, επίσημες έρευνες, αντικρουόμενες αξιολογήσεις και καταγγελίες που δεν απέκτησαν την απαιτούμενη τεκμηρίωση.
Ο Ρόμπερτ Μάξγουελ πέθανε αφήνοντας πίσω του μια σύνθετη και αμφιλεγόμενη κληρονομιά. Ο Ντάνι Κασολάρο πέθανε πριν ολοκληρώσει το βιβλίο με το οποίο πίστευε ότι θα παρουσίαζε ένα ευρύτερο δίκτυο μυστικών δραστηριοτήτων. Η Inslaw συνέχισε να διεκδικεί την αναγνώριση των δικαιωμάτων της, ενώ οι επίσημες έρευνες δεν κατέληξαν όλες στις ίδιες εκτιμήσεις για σημαντικές πτυχές της διαμάχης.
Το «Χταπόδι», ως συνολική θεωρία, δεν απέκτησε ποτέ την τεκμηρίωση που θα το μετέτρεπε από αμφισβητούμενη ερευνητική υπόθεση σε αποδεδειγμένη ιστορική πραγματικότητα.
Ωστόσο, η υπόθεση θέτει ένα ερώτημα που παραμένει επίκαιρο, πόσο εύκολα μπορεί η συγκέντρωση και η διασύνδεση πληροφοριών να μετατραπεί σε μηχανισμό εξουσίας; Στην εποχή του PROMIS, η δυνατότητα συνδυασμού δεδομένων από διαφορετικά αρχεία αποτελούσε σημαντική τεχνολογική εξέλιξη. Σήμερα, παρόμοιες λειτουργίες βρίσκονται στον πυρήνα της ψηφιακής πραγματικότητας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα σύγχρονα πληροφοριακά συστήματα αποτελούν συνέχεια της υποτιθέμενης επιχείρησης PROMIS. Σημαίνει ότι η ανάγκη διαφάνειας, ελέγχου και προστασίας των δεδομένων έχει γίνει ακόμη σημαντικότερη.
Η ιστορία μάς υπενθυμίζει επίσης πόσο δύσκολο είναι να διαχωρίσουμε ένα πραγματικό μυστικό από έναν μύθο που δημιουργήθηκε γύρω του. Η ύπαρξη κρατικής μυστικότητας δεν αποδεικνύει κάθε καταγγελία, όπως και η αδυναμία επιβεβαίωσης μιας καταγγελίας δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι γνωρίζουμε ολόκληρη την ιστορία.
Ίσως το «Χταπόδι» να μην υπήρξε ποτέ με τη μορφή που ο Κασολάρο πίστευε ότι ανακάλυπτε. Ίσως πραγματικά σκάνδαλα και αμφισβητούμενες μαρτυρίες να ενώθηκαν σταδιακά σε μια αφήγηση που απέκτησε δική της ζωή. Δεν μπορεί, ωστόσο, να αποκλειστεί εκ των προτέρων ότι ορισμένες πτυχές της υπόθεσης δεν έχουν αποκαλυφθεί πλήρως. Αυτό που δεν επιτρέπεται είναι να μετατραπεί αυτή η δυνατότητα σε ιστορική βεβαιότητα χωρίς στοιχεία.
Και έτσι, σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά τις πρώτες συγκρούσεις γύρω από το PROMIS, το ουσιαστικό ερώτημα παραμένει ανοιχτό:
Όταν γνωρίζουμε ότι ένα μέρος της ιστορίας συνέβη πραγματικά, πώς μπορούμε να διακρίνουμε αν όσα παραμένουν στο σκοτάδι αποτελούν τα τελευταία κομμάτια της αλήθειας ή την αρχή ενός μύθου που δημιουργήσαμε για να την εξηγήσουμε;
Το άρθρο στηρίχθηκε κυρίως στην ομοσπονδιακή εφετειακή απόφαση Inslaw v. United States (1991), στην έκθεση της Επιτροπής Δικαιοσύνης της Βουλής The INSLAW Affair (1992), στην έρευνα του Νίκολας Μπούα (1993), στην επανεξέταση του Υπουργείου Δικαιοσύνης (1994), καθώς και σε σύγχρονες των γεγονότων δημοσιογραφικές καταγραφές για τον Κασολάρο και τον Μάξγουελ.