Princeton Engineering Anomalies Research Laboratory: Μπορεί η ανθρώπινη πρόθεση να επηρεάσει την πραγματικότητα; 


Princeton Engineering Anomalies Research Laboratory: Μπορεί η ανθρώπινη πρόθεση να επηρεάσει την πραγματικότητα; 

 

Στην ιστορία της επιστήμης υπάρχουν στιγμές όπου το πραγματικά εντυπωσιακό δεν είναι μια νέα ανακάλυψη, αλλά η ίδια η απόφαση να τεθεί ένα ερώτημα που οι περισσότεροι θεωρούν ακατάλληλο για σοβαρή έρευνα. Η επιστήμη έχει οικοδομήσει την αξιοπιστία της πάνω στην αμφισβήτηση, στην παρατήρηση και στην επαναληψιμότητα των πειραμάτων. Ωστόσο, κάθε τόσο εμφανίζονται φαινόμενα που, ανεξάρτητα από το αν αποδεικνύονται πραγματικά ή όχι, δοκιμάζουν τα όρια αυτής της διαδικασίας. Όχι επειδή ανατρέπουν τους φυσικούς νόμους, αλλά επειδή αναγκάζουν τους ερευνητές να αναρωτηθούν αν υπάρχουν ακόμη πλευρές της πραγματικότητας που δεν έχουν κατανοηθεί πλήρως. Λίγες ιστορίες εκφράζουν καλύτερα αυτή την ένταση ανάμεσα στην επιστημονική περιέργεια και στον ακαδημαϊκό σκεπτικισμό από εκείνη του Princeton Engineering Anomalies Research Laboratory, περισσότερο γνωστού ως PEAR.

Το γεγονός που κάνει το PEAR μοναδικό δεν είναι ότι ασχολήθηκε με θέματα τα οποία πολλοί θα χαρακτήριζαν παραψυχολογικά. Πανεπιστήμια και ιδιωτικά ιδρύματα είχαν κατά καιρούς ασχοληθεί με την τηλεπάθεια, την ψυχοκίνηση ή άλλα αμφιλεγόμενα φαινόμενα ήδη από τις αρχές του εικοστού αιώνα. Αυτό που διαφοροποιεί το PEAR είναι κάτι πολύ πιο ουσιαστικό. Δεν ιδρύθηκε από μια ομάδα αποκρυφιστών ή από ερευνητές που βρίσκονταν στο περιθώριο της ακαδημαϊκής κοινότητας. Ιδρύθηκε μέσα σε ένα από τα σημαντικότερα πανεπιστήμια του κόσμου, στο Princeton University, από έναν διακεκριμένο μηχανικό αεροδιαστημικής, ο οποίος είχε ήδη κατακτήσει την επιστημονική αναγνώριση πολύ πριν στραφεί σε αυτά τα ερωτήματα.

Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Robert G. Jahn. Καθηγητής μηχανικής, ειδικός στην προώθηση διαστημικών συστημάτων και αργότερα Κοσμήτορας της Σχολής Μηχανικών του Princeton, ο Jahn δεν ταίριαζε στο στερεότυπο του ερευνητή που γοητεύεται από ανεξήγητα φαινόμενα. Η καριέρα του είχε οικοδομηθεί πάνω στην αυστηρή εφαρμοσμένη φυσική, στην αεροναυπηγική και στη μηχανική υψηλής ακρίβειας. Είχε συνεργαστεί με τη NASA, είχε δημοσιεύσει σημαντικές επιστημονικές εργασίες και θεωρούνταν μια από τις πλέον αξιόπιστες φυσιογνωμίες στον χώρο της αεροδιαστημικής μηχανικής. Ίσως γι’ αυτό η επόμενη επιλογή του προκάλεσε τόσο μεγάλη έκπληξη.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, ο Jahn άρχισε να λαμβάνει επιστολές από ανθρώπους που περιέγραφαν προσωπικές εμπειρίες τις οποίες πίστευαν ότι δεν μπορούσαν να εξηγηθούν εύκολα μέσα από τη συμβατική επιστήμη. Αρχικά αντιμετώπισε αυτές τις αναφορές με την επιφυλακτικότητα που χαρακτηρίζει έναν μηχανικό. Αντί όμως να τις απορρίψει χωρίς δεύτερη σκέψη, διατύπωσε μια διαφορετική σκέψη. Αν ακόμη και ένα μικρό ποσοστό αυτών των ισχυρισμών έκρυβε κάποιο πραγματικό φυσικό φαινόμενο, τότε η μόνη σωστή στάση δεν ήταν η χλεύη αλλά η πειραματική διερεύνηση. Δεν τον ενδιέφερε να αποδείξει την ύπαρξη της ψυχοκίνησης ή της τηλεπάθειας. Τον ενδιέφερε να εξετάσει αν υπήρχε οποιοδήποτε μετρήσιμο αποτέλεσμα που να δικαιολογεί περαιτέρω επιστημονική μελέτη.

Αυτή η στάση υπήρξε η απαρχή του PEAR. Το εργαστήριο ιδρύθηκε επίσημα το 1979 και από την πρώτη στιγμή ξεκαθάρισε ότι δεν επρόκειτο να βασιστεί σε αφηγήσεις, προσωπικές εμπειρίες ή εντυπωσιακές επιδείξεις. Αντίθετα, θα χρησιμοποιούσε τη γλώσσα που γνωρίζει καλύτερα η επιστήμη, αριθμούς, στατιστική, αυτοματοποιημένα όργανα μέτρησης και πειράματα που μπορούσαν να επαναληφθούν χιλιάδες ή ακόμη και εκατομμύρια φορές. Ήταν μια προσέγγιση που διέφερε ριζικά από τη μέχρι τότε ιστορία της παραψυχολογικής έρευνας.

Λίγο αργότερα, δίπλα στον Jahn θα βρεθεί η Brenda J. Dunne, η οποία έμελλε να εξελιχθεί στη σημαντικότερη συνεργάτιδά του και στη δεύτερη κεντρική μορφή του εργαστηρίου. Η Dunne δεν προερχόταν από τον χώρο της φυσικής αλλά διέθετε βαθιά γνώση της πειραματικής μεθοδολογίας και της ανάλυσης δεδομένων. Ο συνδυασμός της τεχνικής σκέψης του Jahn και της συστηματικότητας της Dunne καθόρισε την πορεία του PEAR για σχεδόν τρεις δεκαετίες. Αντί να αναζητούν ανθρώπους που ισχυρίζονταν ότι είχαν υπερφυσικές ικανότητες, αποφάσισαν να εξετάσουν αν ο μέσος άνθρωπος μπορούσε, έστω και ανεπαίσθητα, να επηρεάσει τη συμπεριφορά ενός φυσικού συστήματος που λειτουργούσε τυχαία. Η ίδια η διατύπωση του ερωτήματος ήταν ιδιαίτερα προσεκτική. Δεν μιλούσαν για μαγικές δυνάμεις ούτε για ψυχική ενέργεια. Μιλούσαν για πιθανές μικροσκοπικές αποκλίσεις από την αναμενόμενη στατιστική συμπεριφορά.

Η επιλογή αυτή υπήρξε στρατηγική. Εάν κάποιος ζητούσε από έναν άνθρωπο να μετακινήσει ένα αντικείμενο μόνο με τη σκέψη του, το αποτέλεσμα θα ήταν είτε θεαματικό είτε ανύπαρκτο. Αν όμως ζητούσε από τον ίδιο άνθρωπο να επηρεάσει ελάχιστα την έξοδο μιας γεννήτριας τυχαίων αριθμών μέσα από εκατομμύρια επαναλήψεις, τότε οποιαδήποτε σταθερή απόκλιση θα μπορούσε να αναλυθεί στατιστικά. Η ερώτηση έπαυε να είναι «υπάρχει ψυχοκίνηση;» και μετατρεπόταν σε κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο, υπάρχει κάποιο εξαιρετικά μικρό αλλά επαναλαμβανόμενο αποτέλεσμα που δεν εξηγείται εύκολα από την τυχαιότητα;

Η προσέγγιση αυτή δεν έπεισε όλους. Από την πρώτη κιόλας ανακοίνωση της ίδρυσης του εργαστηρίου, αρκετοί επιστήμονες εξέφρασαν την αντίθεσή τους. Υποστήριζαν ότι ένα πανεπιστήμιο όπως το Princeton κινδύνευε να συνδέσει το όνομά του με θέματα που βρίσκονταν στο περιθώριο της επιστημονικής έρευνας. Άλλοι θεωρούσαν ότι ακόμη και η διάθεση πόρων για τέτοιου είδους πειράματα αποτελούσε λάθος προτεραιότητα. Ο Jahn, όμως, απαντούσε με μια θέση που θα χαρακτήριζε ολόκληρη τη φιλοσοφία του PEAR. Η επιστήμη, έλεγε, δεν πρέπει να φοβάται τα δύσκολα ερωτήματα. Πρέπει να φοβάται μόνο τις εύκολες βεβαιότητες.

Καθώς τα πρώτα πειράματα άρχισαν να πραγματοποιούνται, οι περισσότεροι περίμεναν ότι το εγχείρημα θα ολοκληρωνόταν γρήγορα, χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα. Κανείς δεν φανταζόταν ότι το PEAR θα συνέχιζε να λειτουργεί για σχεδόν τριάντα χρόνια, συγκεντρώνοντας μία από τις μεγαλύτερες βάσεις πειραματικών δεδομένων στην ιστορία της παραψυχολογικής έρευνας. Ακόμη λιγότεροι μπορούσαν να προβλέψουν ότι οι δημοσιεύσεις του θα προκαλούσαν μία από τις πιο έντονες αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε υποστηρικτές και σκεπτικιστές, μια αντιπαράθεση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν ήταν αν το PEAR θα αποδείκνυε την ύπαρξη κάποιου ανεξήγητου φαινομένου. Το πραγματικό ερώτημα ήταν αν η ανθρώπινη πρόθεση μπορούσε να μετατραπεί από φιλοσοφική έννοια σε μετρήσιμο επιστημονικό μέγεθος. Για να το εξετάσουν, οι ερευνητές του Princeton σχεδίασαν μια σειρά πειραμάτων που δεν έμοιαζαν με τίποτε από όσα είχαν προηγηθεί στην ιστορία της παραψυχολογίας. Και όλα ξεκινούσαν από μια φαινομενικά απλή συσκευή, η οποία είχε σχεδιαστεί για να κάνει μόνο ένα πράγμα, να παράγει απόλυτα τυχαία αποτελέσματα.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετώπιζε εξαρχής το PEAR δεν ήταν η έλλειψη ιδεών ούτε η δυσπιστία της επιστημονικής κοινότητας. Ήταν ένα πολύ πιο θεμελιώδες ερώτημα. Πώς μπορεί να σχεδιαστεί ένα πείραμα που να εξετάζει αντικειμενικά έναν ισχυρισμό όπως η επίδραση της ανθρώπινης πρόθεσης στην ύλη; Για τον Robert Jahn και την Brenda Dunne, οποιαδήποτε έρευνα βασισμένη σε προσωπικές εμπειρίες ή μεμονωμένα περιστατικά θα ήταν καταδικασμένη να αποτύχει. Αν το PEAR επρόκειτο να έχει θέση μέσα στο Princeton, όφειλε να χρησιμοποιήσει τα ίδια εργαλεία που χρησιμοποιεί κάθε επιστημονικό εργαστήριο, αυστηρά πρωτόκολλα, αυτοματοποιημένες μετρήσεις, στατιστική ανάλυση και επαναληψιμότητα.

Η βασική ιδέα ήταν απλή αλλά ιδιαίτερα έξυπνη. Αντί να προσπαθήσουν να αποδείξουν εντυπωσιακά φαινόμενα, όπως η μετακίνηση αντικειμένων μόνο με τη σκέψη, αποφάσισαν να εξετάσουν κάτι πολύ πιο διακριτικό. Μπορούσε ένας άνθρωπος να επηρεάσει, έστω και ανεπαίσθητα, ένα σύστημα που λειτουργούσε απολύτως τυχαία; Αν υπήρχε κάποιο αποτέλεσμα, δεν θα εκδηλωνόταν ως ένα θεαματικό γεγονός, αλλά ως μια εξαιρετικά μικρή στατιστική απόκλιση, η οποία θα γινόταν αντιληπτή μόνο ύστερα από εκατοντάδες χιλιάδες ή και εκατομμύρια επαναλήψεις.

Για να εξετάσουν αυτό το ενδεχόμενο, οι ερευνητές σχεδίασαν μια σειρά από Random Event Generators (REGs), ηλεκτρονικές συσκευές που παρήγαν ακολουθίες τυχαίων δυαδικών αποτελεσμάτων, αντίστοιχων με τη ρίψη ενός νομίσματος. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, το σύστημα έπρεπε να παράγει, μακροπρόθεσμα, ίσο αριθμό «υψηλών» και «χαμηλών» τιμών. Οποιαδήποτε μικρή απόκλιση θα μπορούσε να αποδοθεί στην τυχαιότητα, αρκεί να βρισκόταν μέσα στα αναμενόμενα στατιστικά όρια. Το πείραμα ζητούσε από τους συμμετέχοντες να προσπαθήσουν, μόνο με την πρόθεσή τους, να αυξήσουν ή να μειώσουν τη συχνότητα αυτών των αποτελεσμάτων. Η οδηγία ήταν σχεδόν παιδικά απλή, «προσπάθησε να οδηγήσεις τα αποτελέσματα προς τα πάνω» ή «προσπάθησε να τα οδηγήσεις προς τα κάτω». Στη συνέχεια υπήρχαν και περίοδοι ελέγχου, στις οποίες οι συμμετέχοντες παρέμεναν μπροστά στη συσκευή χωρίς να επιχειρούν καμία νοητική παρέμβαση. Με αυτόν τον τρόπο, κάθε άτομο λειτουργούσε ταυτόχρονα ως πειραματική και ως ομάδα ελέγχου.

Η επιλογή αυτή είχε δύο σημαντικά πλεονεκτήματα. Πρώτον, εξάλειφε όσο ήταν δυνατόν την ανθρώπινη παρέμβαση κατά τη συλλογή των δεδομένων. Τα αποτελέσματα καταγράφονταν αυτόματα από τον υπολογιστή και δεν εξαρτώνταν από την υποκειμενική κρίση του ερευνητή. Δεύτερον, επέτρεπε τη συγκέντρωση τεράστιου όγκου δεδομένων. Αντί να βασιστεί σε δέκα ή είκοσι δοκιμές, το PEAR πραγματοποίησε εκατομμύρια πειραματικές επαναλήψεις με εκατοντάδες συμμετέχοντες στη διάρκεια σχεδόν τριών δεκαετιών. Αυτή η εμμονή στη στατιστική ήταν που έκανε το εργαστήριο να διαφέρει από μεγάλο μέρος της προγενέστερης παραψυχολογικής έρευνας.

Όμως οι ηλεκτρονικές γεννήτριες τυχαιότητας δεν ήταν τα μοναδικά όργανα του εργαστηρίου. Ίσως η πιο εντυπωσιακή κατασκευή του PEAR ήταν μια γιγαντιαία μηχανική διάταξη, γνωστή ανεπίσημα ως Murphy. Επρόκειτο για μια κατασκευή σχεδόν τριών μέτρων ύψους, μέσα στην οποία περίπου εννέα χιλιάδες μικρές μεταλλικές ή γυάλινες σφαίρες κατέβαιναν μέσα από εκατοντάδες μεταλλικούς πείρους και κατέληγαν σε δεκαεννέα διαφορετικούς κάδους συλλογής. Θεωρητικά, η κατανομή τους ακολουθούσε πάντοτε τη γνωστή καμπύλη της πιθανότητας, συγκεντρώνοντας τις περισσότερες σφαίρες στο κέντρο και ολοένα λιγότερες προς τα άκρα. Οι συμμετέχοντες καλούνταν να προσπαθήσουν να μετατοπίσουν, νοητικά, αυτή την κατανομή προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά. Η ίδια η Brenda Dunne θυμόταν αργότερα ότι το Murphy ήταν τόσο μεγάλο και τόσο πολύπλοκο ώστε «οτιδήποτε μπορούσε να χαλάσει, κάποια στιγμή χαλούσε», εξ ου και το όνομά του. Παρ’ όλα αυτά, αποτέλεσε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σύμβολα του εργαστηρίου.

Εκτός από το Murphy, το PEAR χρησιμοποίησε και άλλες φυσικές διατάξεις. Εκκρεμή υψηλής ευαισθησίας, συστήματα που μεταβάλλονταν μέσω ροής υγρών και ηλεκτρομηχανικές συσκευές σχεδιασμένες όχι μόνο για ακρίβεια αλλά και για άμεση αλληλεπίδραση με τους επισκέπτες του εργαστηρίου. Η Dunne έχει περιγράψει ότι στόχος τους δεν ήταν να «μελετήσουν τους ανθρώπους», αλλά να μελετήσουν τη σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους και στα φυσικά συστήματα. Γι’ αυτό πολλές από αυτές τις διατάξεις είχαν και έναν σχεδόν καλλιτεχνικό χαρακτήρα, ενθαρρύνοντας τους συμμετέχοντες να αισθανθούν άνετα και να αλληλεπιδράσουν φυσικά με το πείραμα, αντί να αντιμετωπίζουν τη διαδικασία ως ψυχολογική δοκιμασία.

Καθώς συσσωρεύονταν τα δεδομένα, οι ερευνητές παρατήρησαν κάτι που θεωρούσαν ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Οι αποκλίσεις που κατέγραφαν δεν ήταν θεαματικές. Αντίθετα, ήταν εξαιρετικά μικρές, της τάξης λίγων μονάδων ανά χιλιάδες μετρήσεις. Για τον Robert Jahn, όμως, αυτό δεν αποτελούσε ένδειξη αποτυχίας. Στην αεροδιαστημική μηχανική, στη φυσική στοιχειωδών σωματιδίων ή στη μελέτη υποατομικών φαινομένων, πολλά αποδεκτά αποτελέσματα βασίζονται επίσης σε πολύ μικρές στατιστικές αποκλίσεις που γίνονται ορατές μόνο μέσα από τεράστιο αριθμό επαναλήψεων. Το επιχείρημά του ήταν ότι η ισχύς ενός αποτελέσματος δεν εξαρτάται από το μέγεθός του αλλά από τη συνέπειά του μέσα στον χρόνο.

Η Brenda Dunne, από την πλευρά της, άρχισε να παρατηρεί και κάτι ακόμη πιο παράξενο. Σύμφωνα με τις αναλύσεις του εργαστηρίου, δεν φαινόταν να αρκεί μια απλή διανοητική επιθυμία, όπως «θέλω να βγουν περισσότερα υψηλά αποτελέσματα». Πολλοί συμμετέχοντες περιέγραφαν ότι ένιωθαν πως έπρεπε να αναπτύξουν μια ιδιαίτερη συναισθηματική σύνδεση με τη διαδικασία, μια κατάσταση που οι ίδιοι χαρακτήριζαν ως resonance, δηλαδή έναν είδος εσωτερικού συγχρονισμού με το σύστημα. Η παρατήρηση αυτή δεν αποτέλεσε ποτέ αποδεκτή επιστημονική θεωρία, όμως οδήγησε το PEAR σε μια νέα σειρά πειραμάτων, όπου οι φορητές γεννήτριες τυχαιότητας μεταφέρονταν έξω από το εργαστήριο. Οι συσκευές τοποθετούνταν σε συναυλίες, διαλογισμούς, θρησκευτικές τελετές ή άλλες συγκεντρώσεις όπου πολλοί άνθρωποι βίωναν έντονα κοινά συναισθήματα. Οι ερευνητές υποστήριξαν ότι σε ορισμένα από αυτά τα περιβάλλοντα παρατηρήθηκαν αποκλίσεις μεγαλύτερες από εκείνες που εμφανίζονταν σε καθημερινές δραστηριότητες, όπως επιχειρηματικές συναντήσεις ή πανεπιστημιακές διαλέξεις. Η ιδέα αυτή αποτέλεσε αργότερα την αφετηρία για το γνωστό Global Consciousness Project του Roger Nelson, αν και αυτό εξελίχθηκε σε ανεξάρτητο ερευνητικό πρόγραμμα.

Οι ερευνητές του PEAR προχώρησαν ακόμη περισσότερο. Σε μεταγενέστερα πειράματα ζήτησαν από συμμετέχοντες να επιχειρήσουν να επηρεάσουν τις γεννήτριες τυχαιότητας από μεγάλες αποστάσεις, ακόμη και από άλλες πολιτείες ή χώρες. Σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις του εργαστηρίου, τα στατιστικά αποτελέσματα δεν παρουσίαζαν ουσιαστική διαφορά σε σχέση με τα πειράματα όπου ο συμμετέχων βρισκόταν δίπλα στη συσκευή. Αν αυτή η παρατήρηση αντανακλούσε κάποιο πραγματικό φυσικό φαινόμενο, τότε η απόσταση δεν φαινόταν να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα. Η συγκεκριμένη θέση υπήρξε μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες της ιστορίας του PEAR, καθώς ερχόταν σε αντίθεση με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τις αλληλεπιδράσεις των φυσικών συστημάτων.

Οι ίδιοι οι ερευνητές δεν ισχυρίστηκαν ποτέ ότι είχαν ανακαλύψει τον μηχανισμό πίσω από αυτά τα αποτελέσματα. Αντίθετα, παραδέχονταν επανειλημμένα ότι δεν γνώριζαν ποια φυσική διεργασία θα μπορούσε να εξηγήσει τις παρατηρούμενες αποκλίσεις. Για αυτούς, το ζητούμενο δεν ήταν να παρουσιάσουν μια νέα θεωρία της φύσης αλλά να τεκμηριώσουν την ύπαρξη ενός επίμονου στατιστικού φαινομένου που, κατά τη γνώμη τους, άξιζε περαιτέρω διερεύνησης.

Και ακριβώς εκεί βρισκόταν η μεγάλη δυσκολία. Γιατί όσο περισσότερα δεδομένα δημοσίευε το PEAR, τόσο εντονότερη γινόταν η αντίδραση ενός μεγάλου μέρους της επιστημονικής κοινότητας. Οι επικριτές δεν αμφισβητούσαν μόνο τα συμπεράσματα. Αμφισβητούσαν την ίδια τη μεθοδολογία, τη στατιστική ερμηνεία και την επαναληψιμότητα των αποτελεσμάτων. Έτσι, το εργαστήριο που ξεκίνησε με σκοπό να εξετάσει μια μικρή στατιστική απόκλιση βρέθηκε στο επίκεντρο μιας από τις πιο μακροχρόνιες αντιπαραθέσεις στην ιστορία της σύγχρονης παραψυχολογικής έρευνας.

Όσο περισσότερα δεδομένα συγκέντρωνε το Princeton Engineering Anomalies Research Laboratory, τόσο περισσότερο μεταβαλλόταν η φύση της δημόσιας συζήτησης γύρω από το έργο του. Στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, αρκετοί επιστήμονες αντιμετώπιζαν το εργαστήριο σχεδόν με αδιαφορία, θεωρώντας ότι επρόκειτο για μια ενδιαφέρουσα αλλά μάλλον περιθωριακή ερευνητική προσπάθεια, η οποία αργά ή γρήγορα θα ολοκληρωνόταν χωρίς ιδιαίτερη επίδραση στην επιστήμη. Καθώς όμως το PEAR συνέχιζε να δημοσιεύει αποτελέσματα, να συγκεντρώνει εκατομμύρια πειραματικές καταγραφές και να επιμένει ότι οι αποκλίσεις από την τυχαιότητα ήταν στατιστικά σημαντικές, η αδιαφορία μετατράπηκε σταδιακά σε μία από τις πιο έντονες αντιπαραθέσεις στην ιστορία της σύγχρονης παραψυχολογικής έρευνας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η συζήτηση δεν περιστρεφόταν γύρω από θεαματικά αποτελέσματα. Κανείς δεν ισχυριζόταν ότι οι συμμετέχοντες μπορούσαν να λυγίσουν κουτάλια, να μετακινήσουν αντικείμενα ή να παράγουν εντυπωσιακές εκδηλώσεις ψυχοκίνησης. Αντίθετα, οι ίδιοι οι ερευνητές του PEAR υποστήριζαν ότι οι αποκλίσεις που κατέγραφαν ήταν εξαιρετικά μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες σε κάθε μεμονωμένη δοκιμή. Η σημασία τους, σύμφωνα με τους ίδιους, αναδυόταν μόνο όταν αναλύονταν εκατομμύρια πειραματικά δεδομένα. Αυτή ακριβώς η στατιστική φύση των αποτελεσμάτων υπήρξε ταυτόχρονα το ισχυρότερο και το πιο αμφιλεγόμενο χαρακτηριστικό της έρευνας.

Οι υποστηρικτές του PEAR επισήμαιναν ότι πολλές περιοχές της σύγχρονης φυσικής λειτουργούν με παρόμοιο τρόπο. Στην πειραματική φυσική, στη μελέτη στοιχειωδών σωματιδίων ή ακόμη και στην κοσμολογία, οι επιστήμονες δεν βασίζονται σε ένα μοναδικό γεγονός αλλά σε τεράστιες βάσεις δεδομένων, από τις οποίες αναδύονται εξαιρετικά μικρές αποκλίσεις. Αν αυτές οι αποκλίσεις είναι επαναλαμβανόμενες και στατιστικά αξιόπιστες, τότε μπορούν να οδηγήσουν σε νέες θεωρίες ή ακόμη και σε αναθεώρηση παλαιότερων αντιλήψεων. Ο Robert Jahn υποστήριζε ότι το ίδιο ακριβώς θα έπρεπε να ισχύει και στην περίπτωση του PEAR. Αν οι γεννήτριες τυχαιότητας εμφάνιζαν συστηματικά μικρές αποκλίσεις όταν συμμετείχαν άνθρωποι με συγκεκριμένη πρόθεση, τότε το φαινόμενο δεν έπρεπε να απορριφθεί επειδή φαινόταν απίθανο. Έπρεπε να εξεταστεί ακόμη αυστηρότερα.

Οι επικριτές, όμως, είχαν μια εντελώς διαφορετική ανάγνωση των ίδιων δεδομένων. Ο ψυχολόγος Ray Hyman, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του επιστημονικού σκεπτικισμού, υποστήριξε ότι όταν οι αποκλίσεις είναι τόσο μικρές, ακόμη και ελάχιστες μεθοδολογικές αδυναμίες μπορούν να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση ενός πραγματικού αποτελέσματος. Ανέφερε ότι σε τόσο μεγάλες βάσεις δεδομένων είναι απαραίτητος ο εξαιρετικά αυστηρός έλεγχος όλων των παραγόντων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις μετρήσεις, από την επιλογή των συμμετεχόντων μέχρι την επεξεργασία των στατιστικών αποτελεσμάτων.

Αντίστοιχα, ο Καναδός ψυχολόγος James Alcock διατύπωσε μια ακόμη πιο θεμελιώδη ένσταση. Κατά την άποψή του, οποιοδήποτε φαινόμενο προτείνεται ως πραγματικό οφείλει να εντάσσεται σε ένα συνεκτικό θεωρητικό πλαίσιο. Στην περίπτωση του PEAR, δεν υπήρχε αποδεκτός φυσικός μηχανισμός που να εξηγεί πώς η ανθρώπινη πρόθεση θα μπορούσε να επηρεάζει μια ηλεκτρονική γεννήτρια τυχαιότητας. Αυτό δεν αποτελούσε από μόνο του απόδειξη ότι το φαινόμενο ήταν αδύνατο, όμως, σύμφωνα με τον Alcock, αύξανε σημαντικά το επίπεδο των αποδείξεων που απαιτούνταν για να γίνει αποδεκτό. Με άλλα λόγια, όσο πιο ασυνήθιστος είναι ένας ισχυρισμός, τόσο ισχυρότερη πρέπει να είναι και η τεκμηρίωσή του.

Ένα ακόμη σημείο αντιπαράθεσης αφορούσε το ζήτημα της αναπαραγωγιμότητας. Στην επιστήμη, ένα αποτέλεσμα θεωρείται ιδιαίτερα αξιόπιστο όταν ανεξάρτητες ερευνητικές ομάδες μπορούν να το επαναλάβουν χρησιμοποιώντας την ίδια μεθοδολογία και να καταλήξουν σε αντίστοιχα συμπεράσματα. Το PEAR υποστήριζε ότι αρκετά από τα ευρήματά του είχαν επιβεβαιωθεί σε άλλες έρευνες. Οι επικριτές, αντίθετα, επισήμαιναν ότι πολλές προσπάθειες ανεξάρτητης αναπαραγωγής είτε απέτυχαν είτε παρήγαγαν πολύ μικρότερα αποτελέσματα από εκείνα που ανέφερε το Princeton. Η διαφωνία αυτή παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα σημαντικότερα σημεία της σχετικής βιβλιογραφίας.

Στη συζήτηση προστέθηκε και ένα ακόμη ζήτημα, γνωστό στη στατιστική ως file drawer effect. Πρόκειται για την πιθανότητα να δημοσιεύονται κυρίως τα πειράματα που παρουσιάζουν θετικά αποτελέσματα, ενώ όσα δεν εμφανίζουν αποκλίσεις να παραμένουν στα συρτάρια των ερευνητών και να μην βλέπουν ποτέ το φως της δημοσιότητας. Το PEAR απέρριπτε αυτή την κριτική, επισημαίνοντας ότι διατηρούσε αναλυτικά αρχεία όλων των πειραματικών συνεδριών και ότι η μεγάλη διάρκεια λειτουργίας του εργαστηρίου επέτρεπε την αξιολόγηση ολόκληρου του συνόλου των δεδομένων και όχι μόνο επιλεγμένων αποτελεσμάτων. Παρ’ όλα αυτά, το ζήτημα συνέχισε να απασχολεί τους στατιστικολόγους και τους φιλοσόφους της επιστήμης.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι αρκετοί επιστήμονες οι οποίοι δεν συμμερίζονταν τα συμπεράσματα του PEAR αναγνώριζαν, παρ’ όλα αυτά, την ποιότητα της πειραματικής του οργάνωσης. Δεν υποστήριζαν ότι το εργαστήριο λειτουργούσε πρόχειρα ή αντιεπιστημονικά. Αντίθετα, θεωρούσαν ότι επρόκειτο για μια ιδιαίτερα προσεγμένη ερευνητική προσπάθεια, η οποία όμως, κατά τη γνώμη τους, δεν κατάφερε να υπερβεί τα όρια που θέτει η στατιστική αβεβαιότητα. Αυτή η διάκριση είναι ουσιαστική. Η διαφωνία δεν αφορούσε τόσο την ειλικρίνεια των ερευνητών όσο την ερμηνεία των αποτελεσμάτων τους.

Από την άλλη πλευρά, προσωπικότητες όπως ο Dean Radin, που συνέχισαν να εργάζονται στον χώρο της πειραματικής παραψυχολογίας, υποστήριξαν ότι η επίμονη εμφάνιση μικρών αλλά σταθερών αποκλίσεων σε διαφορετικά εργαστήρια δεν μπορεί να απορριφθεί απλώς ως στατιστικός θόρυβος. Κατά τη γνώμη τους, ακόμη κι αν δεν γνωρίζουμε τον φυσικό μηχανισμό, η επιστήμη οφείλει να συνεχίσει την έρευνα αντί να αποκλείει ένα φαινόμενο μόνο και μόνο επειδή δεν ταιριάζει στα υπάρχοντα θεωρητικά μοντέλα. Για αυτούς, το PEAR δεν αποτελούσε την τελική απάντηση αλλά την αφετηρία ενός πολύ μεγαλύτερου ερευνητικού προγράμματος γύρω από τη σχέση ανάμεσα στη συνείδηση και στον φυσικό κόσμο.

Παρατηρώντας σήμερα αυτή την αντιπαράθεση από χρονική απόσταση, ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο δεν είναι ποια πλευρά είχε τελικά δίκιο. Είναι το γεγονός ότι και οι δύο πλευρές επικαλούνταν τις ίδιες θεμελιώδεις αρχές της επιστήμης. Οι ερευνητές του PEAR ζητούσαν να εξεταστούν προσεκτικά τα δεδομένα, ακόμη κι αν τα αποτελέσματά τους φαίνονταν απίθανα. Οι επικριτές ζητούσαν να εφαρμοστούν ακόμη αυστηρότερα κριτήρια ακριβώς επειδή τα αποτελέσματα ήταν τόσο ασυνήθιστα. Και οι δύο πλευρές επικαλούνταν τη στατιστική, την επαναληψιμότητα και την πειραματική αυστηρότητα, διαφωνούσαν όμως στο αν τα διαθέσιμα στοιχεία ήταν αρκετά για να οδηγήσουν σε ένα νέο επιστημονικό συμπέρασμα.

Ίσως αυτή να είναι και η σημαντικότερη κληρονομιά του Princeton PEAR Laboratory. Δεν κατάφερε να δημιουργήσει συναίνεση γύρω από τα ευρήματά του. Κατάφερε όμως να μετατρέψει ένα θέμα που μέχρι τότε βρισκόταν σχεδόν αποκλειστικά στη σφαίρα της προσωπικής πίστης ή της λαϊκής κουλτούρας σε αντικείμενο μιας σοβαρής επιστημονικής αντιπαράθεσης. Και αυτό από μόνο του αποτελεί ένα ασυνήθιστο κεφάλαιο στην ιστορία της σύγχρονης επιστήμης.

Το 2007, έπειτα από σχεδόν τρεις δεκαετίες συνεχούς λειτουργίας, το Princeton Engineering Anomalies Research Laboratory έκλεισε οριστικά τις πόρτες του. Για αρκετούς επικριτές του εργαστηρίου, η εξέλιξη αυτή θεωρήθηκε σχεδόν αναμενόμενη. Κατά την άποψή τους, το PEAR δεν είχε καταφέρει να προσφέρει αποδείξεις αρκετά ισχυρές ώστε να μεταβάλουν τον τρόπο με τον οποίο η επιστήμη αντιλαμβάνεται τη σχέση ανάμεσα στη συνείδηση και στον φυσικό κόσμο. Για τους υποστηρικτές του, όμως, το τέλος του εργαστηρίου δεν σήμαινε αποτυχία. Σήμαινε την ολοκλήρωση ενός εξαιρετικά μακροχρόνιου ερευνητικού προγράμματος, το οποίο είχε συγκεντρώσει μία από τις μεγαλύτερες βάσεις πειραματικών δεδομένων που δημιουργήθηκαν ποτέ γύρω από αυτό το ερώτημα. Οι ίδιες οι συσκευές μπορεί να σίγησαν, όμως η συζήτηση που είχαν προκαλέσει όχι μόνο δεν σταμάτησε, αλλά συνεχίζεται μέχρι σήμερα σε πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και φιλοσοφικά συνέδρια σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ίσως, όμως, το σημαντικότερο στοιχείο στην ιστορία του PEAR να μην βρίσκεται στα αποτελέσματά του αλλά στον τρόπο με τον οποίο προσέγγισε ένα εξαιρετικά αμφιλεγόμενο ζήτημα. Ο Robert Jahn δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι ανακάλυψε έναν νέο φυσικό νόμο. Η Brenda Dunne δεν υποστήριξε ποτέ ότι είχε αποδείξει την ύπαρξη ψυχοκίνησης με τον τρόπο που αποδεικνύεται η ύπαρξη ενός στοιχειώδους σωματιδίου ή ενός ηλεκτρομαγνητικού φαινομένου. Αντίθετα, και οι δύο επαναλάμβαναν συχνά ότι τα δεδομένα τους περιέγραφαν μια επίμονη στατιστική ανωμαλία, η οποία, κατά τη γνώμη τους, άξιζε να μελετηθεί χωρίς προκαταλήψεις. Το ερώτημα δεν ήταν αν είχαν ήδη όλες τις απαντήσεις. Το ερώτημα ήταν αν η επιστήμη όφειλε να συνεχίσει να θέτει τις κατάλληλες ερωτήσεις.

Αυτό ακριβώς είναι και το σημείο όπου το Princeton PEAR Laboratory ξεπερνά τα όρια της παραψυχολογίας και αγγίζει τη φιλοσοφία της επιστήμης. Στην ιστορία της γνώσης υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις όπου ένα ασυνήθιστο πείραμα οδήγησε τελικά σε μια σημαντική ανακάλυψη. Υπάρχουν όμως ακόμη περισσότερες όπου μια επίμονη ανωμαλία αποδείχθηκε ότι οφειλόταν σε περιορισμούς των οργάνων, σε στατιστικές παρανοήσεις ή σε ελλιπή θεωρητικά μοντέλα. Η επιστήμη προχωρά και προς τις δύο κατευθύνσεις. Δεν είναι μόνο η διαδικασία επιβεβαίωσης μιας νέας ιδέας, είναι και η διαδικασία απόρριψής της όταν τα στοιχεία δεν επαρκούν. Και στις δύο περιπτώσεις, αυτό που παραμένει σταθερό είναι η μεθοδολογία.

Ίσως γι’ αυτό το PEAR συνεχίζει να προκαλεί τόσο έντονο ενδιαφέρον. Δεν πρόκειται μόνο για μια συζήτηση σχετικά με το αν η ανθρώπινη πρόθεση μπορεί να επηρεάσει μια γεννήτρια τυχαιότητας. Πρόκειται για ένα βαθύτερο ερώτημα, πώς αντιδρά η επιστήμη όταν συναντά ένα αποτέλεσμα που βρίσκεται στο όριο ανάμεσα στο πιθανό και στο απίθανο; Πόσα στοιχεία απαιτούνται για να θεωρηθεί μια υπόθεση άξια σοβαρής διερεύνησης; Και πόσο εύκολα μπορεί μια ακαδημαϊκή κοινότητα να εξετάσει μια ιδέα που συγκρούεται με τις επικρατούσες αντιλήψεις χωρίς να υποκύψει είτε στον άκριτο ενθουσιασμό είτε στην αυτόματη απόρριψη;

Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί φιλόσοφοι της επιστήμης χρησιμοποίησαν την ιστορία του PEAR ως παράδειγμα για να συζητήσουν τα όρια της επιστημονικής γνώσης. Η ιστορία της φυσικής είναι γεμάτη από φαινόμενα που αρχικά θεωρήθηκαν παράδοξα. Από τις πρώτες παρατηρήσεις του ηλεκτρισμού μέχρι την κβαντική μηχανική, πολλές ανακαλύψεις πέρασαν από μια περίοδο κατά την οποία αντιμετωπίζονταν με επιφυλακτικότητα ή ακόμη και δυσπιστία. Η σύγκριση αυτή δεν σημαίνει ότι το PEAR θα δικαιωθεί κάποτε με ανάλογο τρόπο. Θα ήταν ιστορικά και επιστημονικά αδικαιολόγητο να εξαχθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα. Υπενθυμίζει όμως κάτι σημαντικό, η αξία μιας επιστημονικής διαδικασίας δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το αν επιβεβαιώνει την αρχική της υπόθεση. Καθορίζεται και από το πόσο αυστηρά ήταν σχεδιασμένη, πόσο ανοιχτή ήταν στην κριτική και πόσο πρόθυμη ήταν να επανεξετάσει τα ίδια της τα συμπεράσματα.

Εξίσου ενδιαφέρον είναι ότι, παρά τη δημοτικότητα που απέκτησε το PEAR στους κύκλους της εναλλακτικής γνωσιολογίας, οι ίδιοι οι ερευνητές του απέφευγαν συστηματικά τις υπερβολικές διατυπώσεις. Δεν παρουσίαζαν τα αποτελέσματά τους ως απόδειξη υπερφυσικών δυνάμεων ούτε ως επιβεβαίωση μεταφυσικών πεποιθήσεων. Αντίθετα, σε πολλές συνεντεύξεις τους τόνιζαν ότι η μεγαλύτερη υποχρέωση ενός επιστήμονα είναι να αναγνωρίζει τα όρια των γνώσεών του. Η Brenda Dunne διατύπωσε κάποτε αυτή τη στάση με μια φράση που συνοψίζει ίσως ολόκληρη τη φιλοσοφία του εργαστηρίου, ο πραγματικός ερευνητής πρέπει να έχει το θάρρος να πει «δεν γνωρίζω ακόμη».

Η συγκεκριμένη θέση αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή όπου η δημόσια συζήτηση τείνει συχνά να πολώνεται ανάμεσα σε δύο άκρα. Από τη μία πλευρά βρίσκονται όσοι θεωρούν ότι κάθε ανεξήγητο φαινόμενο αποτελεί απόδειξη κάποιας υπερφυσικής πραγματικότητας. Από την άλλη, όσοι απορρίπτουν κάθε ασυνήθιστη υπόθεση πριν ακόμη εξεταστεί πειραματικά. Το PEAR προσπάθησε να κινηθεί σε έναν πολύ δυσκολότερο δρόμο. Να αντιμετωπίσει ένα αμφιλεγόμενο θέμα με τα εργαλεία της επιστήμης, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι τα αποτελέσματα ίσως να μην οδηγήσουν ποτέ σε οριστική απάντηση.

Αυτή ακριβώς είναι και η σημαντικότερη παρακαταθήκη του. Όχι επειδή απέδειξε ή διέψευσε την ψυχοκίνηση, αλλά επειδή υπενθύμισε ότι η επιστήμη είναι, πάνω απ’ όλα, μια διαδικασία διαρκούς διερεύνησης. Ένα εργαστήριο μπορεί να κλείσει. Ένα πείραμα μπορεί να αμφισβητηθεί. Μια θεωρία μπορεί να εγκαταλειφθεί. Εκείνο όμως που παραμένει είναι η αξία της ερώτησης. Και ίσως αυτό να είναι το στοιχείο που κάνει το Princeton Engineering Anomalies Research Laboratory τόσο ξεχωριστό στην ιστορία της σύγχρονης γνώσης.

Για σχεδόν τριάντα χρόνια, μια μικρή ομάδα ερευνητών μέσα σε ένα από τα σημαντικότερα πανεπιστήμια του κόσμου επέλεξε να αφιερώσει τον χρόνο της σε ένα ερώτημα που οι περισσότεροι συνάδελφοί της θεωρούσαν υπερβολικά αβέβαιο ή υπερβολικά τολμηρό. Άλλοι θα πουν ότι δεν κατάφεραν ποτέ να αποδείξουν όσα αναζητούσαν. Άλλοι θα υποστηρίξουν ότι άνοιξαν έναν δρόμο που η επιστήμη δεν έχει ακόμη εξερευνήσει πλήρως. Ίσως και οι δύο πλευρές να έχουν δίκιο, η καθεμία από τη δική της οπτική.

Το βέβαιο είναι ότι το PEAR άφησε πίσω του κάτι πολύ πιο πολύτιμο από μια σειρά στατιστικών πινάκων ή επιστημονικών δημοσιεύσεων. Άφησε μια υπενθύμιση ότι η ανθρώπινη γνώση δεν επεκτείνεται μόνο μέσα από τις βεβαιότητες αλλά και μέσα από τις αμφιβολίες. Ότι η πρόοδος δεν γεννιέται μόνο όταν επιβεβαιώνουμε όσα ήδη γνωρίζουμε, αλλά και όταν τολμούμε να εξετάσουμε, με αυστηρότητα και πνευματική εντιμότητα, ερωτήματα που βρίσκονται στα όρια της κατανόησής μας.

Αυτη είναι η πραγματική ιστορία του Princeton PEAR Laboratory. Όχι η ιστορία ενός εργαστηρίου που απέδειξε ή διέψευσε την ύπαρξη μιας άγνωστης δύναμης της ανθρώπινης συνείδησης, αλλά η ιστορία ανθρώπων που αρνήθηκαν να θεωρήσουν ότι η επιστήμη έχει ήδη διατυπώσει όλες τις σωστές ερωτήσεις. Γιατί, τελικά, κάθε μεγάλη ανακάλυψη στην ιστορία της ανθρωπότητας ξεκίνησε με μια απορία που κάποτε φαινόταν υπερβολικά παράξενη για να αξίζει να τεθεί. Και όσο θα υπάρχουν ερευνητές πρόθυμοι να εξετάζουν με ειλικρίνεια τόσο τις πιθανότητες όσο και τα όρια της γνώσης, η αναζήτηση αυτή δεν θα ολοκληρώνεται ποτέ. Αυτό, ίσως περισσότερο από οποιοδήποτε στατιστικό αποτέλεσμα, είναι το διαχρονικό μήνυμα που εξακολουθεί να αφήνει πίσω του το Princeton Engineering Anomalies Research Laboratory.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…