Operation Midnight Climax. Από τα άδυτα του MK-Ultra στις φωνές των γυναικών που μίλησαν.

Operation Midnight Climax. Από τα άδυτα του MK-Ultra στις φωνές των γυναικών που μίλησαν.

Υπάρχουν ιστορίες που δεν χωρούν σε απλές κατηγορίες. Δεν ανήκουν ούτε στην επίσημη ιστορική αφήγηση ούτε στον χώρο των θεωριών συνωμοσίας. Bρίσκονται ανάμεσα, σε μια νεκρή ζώνη όπου το αδιανόητο κι όμως αληθινό περιμένει να αποκαλυφθεί. Η Operation Midnight Climax ανήκει ακριβώς σε αυτή την περιοχή. Για άλλους μοιάζει με σκοτεινό pulp τίτλο, για άλλους με περιθωριακή παρανόηση. Όμως για όποιον εξερευνά την εναλλακτική γνωσιολογία, για όποιον μελετά τα μη κανονικά μονοπάτια της ιστορίας, η συγκεκριμένη επιχείρηση αποτελεί κεντρικό κόμβο, έναν σταθμό όπου διασταυρώνονται η κρατική επιστήμη, η καταχρηστική εξουσία και η ανθρώπινη ευαλωτότητα.

Μέσα στη δεκαετία του 1950, όταν ο ψυχρός πόλεμος διαμόρφωνε τις πιο ακραίες φοβίες και τις πιο ριζοσπαστικές αποφάσεις των μυστικών υπηρεσιών, η C.I.A. δημιούργησε μια σειρά από «ασφαλή σπίτια», διαμερίσματα που εξωτερικά έμοιαζαν συνηθισμένα αλλά εσωτερικά κρύβανε ολόκληρο σύστημα παρακολούθησης. Πίσω από διπλούς καθρέφτες και διακριτικά τοποθετημένες οπές παρατηρούσαν πράκτορες, κατέγραφαν αντιδράσεις, συμπεριφορές και κάθε πιθανό ψυχολογικό παραπάτημα. Για την υπηρεσία, τα διαμερίσματα αυτά ήταν ένα είδος θεάτρου. Για τους ανθρώπους που έμπαιναν σε αυτά, ήταν παγίδα.

Οι πράκτορες είχαν στρατολογήσει γυναίκες που εργάζονταν ως ιερόδουλες, τις οποίες πλήρωναν για να προσελκύουν άντρες στα διαμερίσματα της C.I.A.. Εκεί, χωρίς καμία ενημέρωση ή συναίνεση, οι «φιλοξενούμενοι» κατανάλωναν ποτά στα οποία είχε προστεθεί LSD ή άλλες ψυχοδραστικές ουσίες. Από τη στιγμή που έκλεινε η πόρτα πίσω τους, μετατρέπονταν σε άθελά τους πειραματόζωα. Κάθε τους αντίδραση, κάθε τους φόβος, κάθε τους παράλογη σκέψη, κάθε ειλικρινής εξομολόγηση, όλα γίνονταν υλικό καταγραφής για τον μηχανισμό του MK-Ultra.

Αξίζει να ειπωθεί ότι η Operation Midnight Climax δεν ήταν ένα αυτόνομο πρόγραμμα. Ήταν κλάδος, παρακλάδι, παρασκηνιακό πείραμα μέσα στον μεγάλο ιστό του MK-Ultra, του προγράμματος που μπορεί πλέον να θεωρηθεί μία από τις πιο σκοτεινές και αποδεδειγμένες προσπάθειες πλύσης εγκεφάλου και ανεξέλεγκτων ψυχολογικών πειραμάτων της C.I.A.. Ενώ το MK-Ultra διερευνούσε την υπνωτιστική υποβολή, την αισθητηριακή αποστέρηση, τις παραισθησιογόνες ουσίες, ακόμη και την κατασκευή τεχνητών καταστάσεων διάλυσης της προσωπικότητας, η Operation Midnight Climax είχε έναν πιο συγκεκριμένο στόχο, να δει τι μπορεί να συμβεί όταν κάποιος γίνεται απολύτως ευάλωτος μέσα σε συνθήκες σεξ, ψυχοδραστικών ουσιών και πλήρους απώλειας ελέγχου.

Σε αυτό το σκοτεινό πεδίο, η CIA δεν παρατηρούσε απλώς τις φαρμακολογικές επιπτώσεις του LSD. Παρατηρούσε το πώς ένας άνθρωπος μπορεί να καταρρεύσει, να χάσει την αίσθηση του εαυτού, να προδώσει μυστικά ή λεπτομέρειες που σε νηφάλια κατάσταση θα κρατούσε σφιχτά. Ήταν ένα πείραμα πλήρους αποδόμησης της συνείδησης, σχεδιασμένο όχι απλώς για την επιστημονική γνώση αλλά για την πρακτική ανακριτικής ή επιχειρησιακής εφαρμογής. Η λογική ήταν απλή, αν μπορεί κανείς να χειραγωγήσει έναν άνθρωπο στο χαμηλότερο σημείο της ανθρώπινης ευθραυστότητάς του, τότε μπορεί να χειραγωγήσει οποιονδήποτε.

Παράλληλα με τις μυστικές επιχειρήσεις της C.I.A., υπήρχαν και εκείνοι που βίωσαν την άλλη πλευρά του πειράματος, οι γυναίκες που στρατολογήθηκαν για να φέρνουν τους άντρες στα διαμερίσματα. Στη δεκαετία του 1970, όταν το MK-Ultra άρχισε να ξετυλίγεται δημόσια μέσα από έρευνες της Γερουσίας, ορισμένες από αυτές τις γυναίκες αποφάσισαν να μιλήσουν. Μερικές, όπως η Iris Flowers ή η λεγόμενη “Agent Sue” (ψευδώνυμο για την προστασία της ταυτότητάς της), περιέγραψαν ένα περιβάλλον όπου οι ίδιες ένιωθαν να χρησιμοποιούνται όχι μόνο ως δολώματα αλλά ως εργαλεία. Μίλησαν για πιέσεις, για εκβιασμούς, για την αίσθηση ότι βρέθηκαν να εργάζονται σε κάτι που δεν κατανοούσαν, σε μια επιχείρηση που τις αντιμετώπιζε όχι ως ανθρώπους αλλά ως λειτουργικά εξαρτήματα ενός μεγαλύτερου μηχανισμού.

Κάποιες ανέφεραν ψυχολογικές επιπτώσεις που κουβαλούσαν για χρόνια, ενοχές, φόβο, δεκάδες ερωτήματα χωρίς απαντήσεις, συναισθήματα συνενοχής, ακόμη κι αν ποτέ δεν είχαν συναινέσει σε κάτι παράνομο. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλές από τις μαρτυρίες τους αγνοήθηκαν για δεκαετίες. Μόνο όταν εμφανίστηκαν αποχαρακτηρισμένα έγγραφα και επίσημες επιβεβαιώσεις, μόνο τότε άρχισαν να ακούγονται οι φωνές τους. Και αυτό ίσως είναι η πιο πικρή αλήθεια, πως μια κοινωνία χρειάζεται την έγκριση ενός φακέλου της CIA για να πάρει στα σοβαρά την ιστορία μιας γυναίκας.

Καθώς οι έρευνες της δεκαετίας του 1970 αποκάλυπταν όλο και περισσότερα στοιχεία, η Operation Midnight Climax έπεσε σαν σκιά πάνω από το MK-Ultra. Η ίδια η αμερικανική κυβέρνηση αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως πράκτορες διοχέτευαν ναρκωτικά σε ανυποψίαστους πολίτες, ότι παρακολουθούσαν μυστικά σεξουαλικές πράξεις, ότι παραβίαζαν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, και ότι τα χρήματα του κράτους διοχετεύονταν σε παράνομους οίκους ανοχής παρά σε οποιαδήποτε επιστημονική ή επιχειρησιακή ανάγκη. Αργότερα, ο Πρόεδρος Φορντ εξέδωσε επίσημη συγγνώμη για τις παραβιάσεις του MK-Ultra, αλλά η καθυστερημένη αυτή απολογία έμοιαζε περισσότερο με πολιτική υποχρέωση παρά με πραγματική αναγνώριση του εύρους της ηθικής καταστροφής.

Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο ιστορικό. Είναι βαθιά σύγχρονο. Η Operation Midnight Climax μας αφορά, επειδή αποτελεί παράδειγμα του τι μπορεί να συμβεί όταν μια υπηρεσία λειτουργεί ανεξέλεγκτα, όταν η εξουσία δεν λογοδοτεί, όταν ο φόβος δικαιολογεί οτιδήποτε. Είναι υπενθύμιση ότι η ανθρώπινη ελευθερία μπορεί να γίνει εργαλείο, πειραματόζωο, σημείωση σε κάποιο φάκελο. Είναι καθρέφτης που μας δείχνει ότι ακόμη και κοινωνίες που θεωρούν τον εαυτό τους δημοκρατικό μπορούν να γλιστρήσουν σε πρακτικές που μοιάζουν περισσότερο με δυστοπική μυθοπλασία παρά με οργανωμένο κράτος δικαίου.

Η Operation Midnight Climax δεν υπήρξε μεμονωμένο επεισόδιο ακραίας κρατικής παρέκκλισης. Αντίθετα, αποτελεί μέρος μιας μακράς ιστορίας όπου κράτη και μυστικοί μηχανισμοί είδαν τον άνθρωπο ως υλικό προς χειρισμό, ως πόρο και όχι ως φορέα δικαιωμάτων. Παρόμοιες πρακτικές έχουν καταγραφεί σε πολλές άλλες ιστορικές περιπτώσεις, που συχνά παρέμειναν στο σκοτάδι για δεκαετίες πριν αποκαλυφθούν. Το αυστραλιανό Pine Gap, για παράδειγμα, λειτουργεί από τη δεκαετία του 1960 ως ένα από τα πιο απόκρυφα κέντρα παρακολούθησης του πλανήτη, μια βάση όπου η διασύνδεση Η.Π.Α. και Αυστραλίας δημιούργησε ένα περιβάλλον πλήρους αδιαφάνειας, μακριά από δημοκρατικό έλεγχο. Η ύπαρξή του δείχνει πως η κατασκοπευτική τεχνολογία μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς ηθικούς φραγμούς όταν διακυβεύονται γεωπολιτικά συμφέροντα.

Ακόμη πιο ακραία, η ιαπωνική Μονάδα 731 έθεσε τον πήχη της απανθρωπιάς σε δυσθεώρητα ύψη, διεξάγοντας βιολογικά και χημικά πειράματα σε αιχμαλώτους πολέμου, με ανείπωτη βαρβαρότητα. Αντίστοιχα, στις ΗΠΑ, τα πειράματα του Edgewood Arsenal δοκίμαζαν νευροτοξικούς παράγοντες και ψυχοτρόπες ουσίες σε στρατιώτες που δεν γνώριζαν τι υφίστανται, ενώ τα προγράμματα Sea-Spray και Project Sunshine έδειξαν πως ολόκληρος ο πληθυσμός μπορούσε να γίνει υποκείμενο μελετών χωρίς ενημέρωση, από τη διάχυση βακτηρίων σε αστικές περιοχές μέχρι τη συλλογή ιστών νεκρών βρεφών για την αξιολόγηση ραδιενέργειας. Ακόμη και το Tavistock Institute, που θεωρείται η ακαδημαϊκή πτέρυγα της μελέτης της μαζικής συμπεριφοράς, έχει κατηγορηθεί ότι αποτέλεσε θεμέλιο για σύγχρονες τεχνικές κοινωνικής μηχανικής, όπου ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο ψυχολογικής διαμόρφωσης και όχι ως αυτεξούσιο υποκείμενο.

Στο μεταπολεμικό περιβάλλον, προγράμματα όπως το αμερικανικό Paperclip και το σοβιετικό Osoaviakhim φανερώνουν μια ακόμη σκοτεινή διάσταση, τη συνειδητή ενσωμάτωση επιστημόνων που είχαν υπηρετήσει ολοκληρωτικά καθεστώτα και είχαν εμπλακεί σε εγκληματικά πειράματα. Οι δύο υπερδυνάμεις δεν δίστασαν να παρακάμψουν κάθε ηθικό όριο για να αποκτήσουν τεχνογνωσία. Οι άνθρωποι που κάποτε υπηρετούσαν μεθόδους βασανισμού, βιολογικού πολέμου ή ψυχολογικών πειραμάτων βρέθηκαν ξαφνικά ενσωματωμένοι σε νέα ερευνητικά προγράμματα, αυτή τη φορά στο όνομα της ασφάλειας και της στρατιωτικής υπεροχής. Το μήνυμα ήταν σαφές: όταν ο κρατικός μηχανισμός το θεωρεί αναγκαίο, η ηθική παύει να αποτελεί εμπόδιο και η επιστήμη μετατρέπεται σε εργαλείο ισχύος.

Όλες αυτές οι περιπτώσεις από τα πειράματα της Μονάδας 731 έως τα ψυχολογικά πρωτόκολλα του Tavistock, από το Pine Gap έως το Camp Hero και τον κρυφό κόσμο του The Pond καταγράφουν ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Όταν οι κυβερνήσεις λειτουργούν στο σκοτάδι, όταν η μυστικότητα αντικαθιστά τη λογοδοσία, όταν η ασφάλεια χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για την πλήρη αποδόμηση των δικαιωμάτων, τότε η ανθρώπινη αξιοπρέπεια γίνεται το πρώτο θύμα. Η Operation Midnight Climax δεν είναι, λοιπόν, απλώς μία παράξενη ιστορία της CIA, είναι μέρος ενός παζλ όπου βλέπουμε την ίδια λογική να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, η πειραματική ηθική αναστέλλεται, ο άνθρωπος γίνεται αντικείμενο, και η κρατική εξουσία αν μείνει ανεξέλεγκτη μετατρέπεται σε μηχανισμό ικανό για τα πιο αδιανόητα.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…