Oak Ridge 1944, από την απόλυτη μυστικότητα στην παραδοχή. Τα ανθρώπινα πειράματα που έμειναν κρυμμένα πίσω από το Manhattan Project.

Oak Ridge 1944, από την απόλυτη μυστικότητα στην παραδοχή. Τα ανθρώπινα πειράματα που έμειναν κρυμμένα πίσω από το Manhattan Project.

Το Oak Ridge του Τενεσί, το 1944, δεν υπήρχε στους χάρτες. Δεν υπήρχε στις εφημερίδες. Δεν υπήρχε στις επίσημες αναφορές. Κι όμως, μέσα σε λίγους μήνες, μια ολόκληρη πόλη με δεκάδες χιλιάδες κατοίκους, εργοστάσια γιγαντιαίας κλίμακας και στρατιωτική επιτήρηση από άκρη σε άκρη, είχε αναδυθεί μέσα από τα δάση και τα χωράφια της αμερικανικής υπαίθρου. Ήταν μια «πόλη χωρίς όνομα», ένα κρυφό κομμάτι του Σχεδίου Μανχάταν (Manhattan Project), του προγράμματος που θα οδηγούσε στη δημιουργία της πρώτης ατομικής βόμβας.

Οι άνθρωποι που ζούσαν εκεί δεν ήξεραν τι ακριβώς παρήγαγαν. Ήξεραν μόνο ότι εργάζονταν σε κάτι «εξαιρετικά σημαντικό για τον πόλεμο». Εργάτριες που ρύθμιζαν διακόπτες χωρίς να γνωρίζουν τι μετρούν, τεχνικοί που χειρίζονταν μηχανήματα χωρίς να ξέρουν τι παράγουν, επιστήμονες που δούλευαν πίσω από στρώματα μυστικότητας, όλοι τους κομμάτια ενός παζλ του οποίου την εικόνα γνώριζαν ελάχιστοι. Στο Oak Ridge λειτουργούσαν οι εγκαταστάσεις Y-12, K-25 και S-50, τεράστιες μονάδες εμπλουτισμού ουρανίου. Εκεί παραγόταν το υλικό που θα τροφοδοτούσε τη βόμβα της Χιροσίμα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον απόλυτης μυστικότητας, γεννήθηκε και μια άλλη, λιγότερο γνωστή ιστορία. Μια ιστορία που δεν αφορά μόνο την τεχνολογία και τη στρατηγική, αλλά τον ίδιο τον ανθρώπινο οργανισμό ως «εργαλείο» επιστημονικής μέτρησης. Καθώς οι επιστήμονες του Manhattan Project χειρίζονταν για πρώτη φορά στην ιστορία μεγάλες ποσότητες πλουτωνίου και άλλων ραδιενεργών στοιχείων, συνειδητοποιούσαν ότι γνώριζαν ελάχιστα για το πώς αυτά συμπεριφέρονται μέσα στο ανθρώπινο σώμα. Πόσο απορροφάται; Πού συσσωρεύεται; Πώς αποβάλλεται; Πόσο επικίνδυνο είναι πραγματικά για όσους εργάζονται καθημερινά δίπλα του;

Αυτά τα ερωτήματα δεν ήταν θεωρητικά. Αφορούσαν άμεσα την ασφάλεια χιλιάδων εργαζομένων και στρατιωτικού προσωπικού. Όμως ο τρόπος με τον οποίο επιχειρήθηκε να απαντηθούν θα μείνει στην ιστορία ως ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα κεφάλαια της αμερικανικής επιστημονικής έρευνας.

Από το 1945 έως το 1947, σε νοσοκομεία που συνδέονταν με το Manhattan Project — ανάμεσά τους και το νοσοκομείο του Oak Ridge — τουλάχιστον δεκαοκτώ άνθρωποι έλαβαν ενέσεις πλουτωνίου. Όχι ως θεραπεία. Όχι ως πειραματική αγωγή με πιθανό όφελος. Αλλά ως «ζωντανά δείγματα» για να μελετηθεί η πορεία του ραδιενεργού στοιχείου στον οργανισμό τους. Οι περισσότεροι δεν γνώριζαν τι ακριβώς τους χορηγείται. Κάποιοι υπέγραψαν ασαφή έντυπα συγκατάθεσης χωρίς να ενημερωθούν για τη φύση του πειράματος. Άλλοι δεν ρωτήθηκαν καν.

Ο πρώτος άνθρωπος που έλαβε πλουτώνιο στην ιστορία ήταν ο Ebb Cade, ένας Αφροαμερικανός εργάτης οικοδομών που εργαζόταν στο Oak Ridge. Τον Μάρτιο του 1945 ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με κατάγματα. Πριν ακόμη του παρασχεθεί η πλήρης ορθοπεδική φροντίδα, του εγχύθηκε πλουτώνιο. Στα αρχεία δεν αναφέρεται με το όνομά του αλλά ως HP-12. Οι γιατροί συνέλεγαν δείγματα ούρων και κοπράνων, του αφαίρεσαν δόντια για ανάλυση, κατέγραφαν συστηματικά τη βιολογική του ανταπόκριση. Ο Cade δεν ενημερώθηκε ποτέ τι είχε συμβεί. Πέθανε το 1953 από καρδιακή ανεπάρκεια, χωρίς να μάθει ότι το σώμα του είχε γίνει ένα από τα πρώτα «εργαστήρια» της πυρηνικής εποχής.

Σε άλλη άκρη της χώρας, ο Albert Stevens, ένας ζωγράφος σπιτιών από το Οχάιο, διαγνώστηκε λανθασμένα με καρκίνο στο στομάχι και νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο της Καλιφόρνια. Εκεί του χορηγήθηκε πλουτώνιο. Αργότερα αποδείχθηκε ότι δεν είχε καν καρκίνο αλλά ένα σοβαρό έλκος. Οι γιατροί όμως συνέχισαν να τον παρακολουθούν επί σχεδόν έναν χρόνο, συλλέγοντας βιολογικά δείγματα για να μετρήσουν την παραμονή του στοιχείου στο σώμα του. Ο Stevens έζησε για περισσότερα από είκοσι χρόνια μετά την ένεση και πέθανε το 1966 από καρδιακή νόσο, φέροντας τη μεγαλύτερη καταγεγραμμένη συσσωρευμένη δόση ραδιενέργειας σε άνθρωπο.

Ακόμη πιο σοκαριστική είναι η περίπτωση του μικρού Simeon Shaw, ενός τετράχρονου αγοριού από την Αυστραλία με οστεογενές σάρκωμα. Οι γονείς του τον έφεραν στις ΗΠΑ για θεραπεία. Στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο του Σαν Φρανσίσκο, στο πλαίσιο των ίδιων πρωτοκόλλων, του χορηγήθηκε πλουτώνιο. Δεν υπήρχε θεραπευτικός λόγος. Το παιδί χρησιμοποιήθηκε ως βιολογικό υπόδειγμα. Επέστρεψε στην Αυστραλία και πέθανε λίγους μήνες αργότερα από την ασθένειά του.

Παρόμοιες ιστορίες υπάρχουν και για άλλους συμμετέχοντες, όπως ο Elmer Allen, τραυματισμένος εργαζόμενος που νοσηλεύτηκε στο UCSF και έλαβε πλουτώνιο χωρίς να το γνωρίζει. Χρόνια αργότερα, όταν προσπάθησε να μάθει τι του είχε συμβεί, κάποιοι γιατροί τον χαρακτήρισαν «παρανοϊκό». Τα αρχεία τον κατέγραφαν με κωδικό, όχι με όνομα.

Κοινό στοιχείο σε όλες αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι ο θάνατος από την ακτινοβολία, οι περισσότεροι πέθαναν από τις ήδη υπάρχουσες ασθένειές τους, αλλά η πλήρης απουσία ουσιαστικής ενημερωμένης συγκατάθεσης. Οι άνθρωποι αυτοί δεν επέλεξαν συνειδητά να συμμετάσχουν. Δεν γνώριζαν ότι συμμετείχαν.

Οι επιστήμονες πίσω από αυτά τα πειράματα, όπως ο Joseph Gilbert Hamilton, ο Hymer Friedell και άλλοι γιατροί του Manhattan Project, δεν λειτουργούσαν με τη λογική του σαδισμού ή της πρόθεσης πρόκλησης βλάβης. Λειτουργούσαν μέσα σε ένα πλαίσιο απόλυτης στρατιωτικής μυστικότητας, επιστημονικής βιασύνης και πίστης ότι ο στόχος, η κατανόηση της ραδιενέργειας και η προστασία χιλιάδων εργαζομένων, δικαιολογούσε μεθόδους που σήμερα θεωρούνται αδιανόητες.

Το πρόβλημα, όπως επισημαίνουν σύγχρονοι ιστορικοί και βιοηθικοί μελετητές, δεν ήταν το επιστημονικό ερώτημα αλλά ο τρόπος που επιχειρήθηκε να απαντηθεί. Παραβιάστηκαν βασικές αρχές που σήμερα θεωρούνται θεμελιώδεις, η ενημερωμένη συγκατάθεση, ο σεβασμός στην αυτονομία του ατόμου, η διαφάνεια και η ελαχιστοποίηση του κινδύνου.

Για δεκαετίες, αυτές οι πρακτικές έμειναν κρυφές. Τα αρχεία ήταν απόρρητα. Οι οικογένειες δεν γνώριζαν. Οι ίδιοι οι συμμετέχοντες δεν γνώριζαν. Μόνο τη δεκαετία του 1990, μέσα από δημοσιογραφικές έρευνες και ιστορικές μελέτες όπως το βιβλίο The Plutonium Files της Eileen Welsome, ήρθαν στο φως ονόματα, ημερομηνίες, δοσολογίες και λεπτομέρειες. Η αποκάλυψη προκάλεσε δημόσια συζήτηση, κυβερνητικές ανασκοπήσεις και βαθιά επανεξέταση της βιοηθικής στην ιατρική έρευνα.

Σε αντίθεση με τα εγκλήματα πολέμου άλλων καθεστώτων της εποχής, τα πειράματα αυτά δεν είχαν χαρακτήρα βασανισμού ή εξόντωσης. Ήταν όμως προϊόν μιας εποχής όπου η επιστημονική πρόοδος, η στρατιωτική ανάγκη και η κρατική μυστικότητα υπερίσχυαν της ατομικής αυτονομίας. Αυτό ακριβώς τα καθιστά ιστορικά τόσο σημαντικά, το οτι πραγματοποιήθηκαν από επιστήμονες που πίστευαν ότι υπηρετούν έναν ανώτερο σκοπό.

Το Oak Ridge του 1944 δεν ήταν μόνο το λίκνο της πυρηνικής εποχής. Ήταν και ένα από τα σημεία όπου φάνηκε ξεκάθαρα πόσο εύκολα η επιστήμη μπορεί να απομακρυνθεί από την ηθική όταν λειτουργεί σε συνθήκες μυστικότητας και φόβου. Από αυτές τις ιστορίες γεννήθηκε, έμμεσα, η ανάγκη για αυστηρούς κανόνες δεοντολογίας, επιτροπές βιοηθικής, υποχρεωτική ενημερωμένη συγκατάθεση και θεσμική διαφάνεια στην ιατρική έρευνα.

Σήμερα, κάθε κλινική δοκιμή, κάθε πείραμα με ανθρώπους, περνά από φίλτρα που δεν υπήρχαν τότε. Και ένα μέρος αυτών των φίλτρων οφείλει την ύπαρξή του σε εκείνους τους ανθρώπους που, χωρίς να το γνωρίζουν, έγιναν τα πρώτα «βιολογικά δεδομένα» της πυρηνικής εποχής.

Η ιστορία του Oak Ridge δεν είναι μόνο ιστορία τεχνολογίας και πολέμου. Είναι και ιστορία ορίων. Του πού τελειώνει η επιστήμη και πού αρχίζει η ευθύνη απέναντι στον άνθρωπο.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…