Ο Φρίντριχ Νίτσε το “Τάδε έφη Ζαρατούστρα” και ο Ζωροαστρισμός.

Ο Φρίντριχ Νίτσε το “Τάδε έφη Ζαρατούστρα” και ο Ζωροαστρισμός.
Όταν κάποιος ακούει τον τίτλο “Τάδε έφη Ζαρατούστρα” του Φρίντριχ Νίτσε, είναι σχεδόν φυσικό να υποθέσει ότι πρόκειται για ένα βιβλίο που σχετίζεται με τον Ζωροαστρισμό και τον ιστορικό προφήτη Ζαρατούστρα. Στην πραγματικότητα όμως, η σχέση είναι ελάχιστη. Ο Νίτσε δεν είχε στόχο να μιλήσει για τον Ζωροαστρισμό, ούτε να αποδώσει με ακρίβεια τις διδασκαλίες του. Χρησιμοποίησε το όνομα του Ζαρατούστρα περισσότερο ως συμβολική φιγούρα, έναν χαρακτήρα και φορέα ιδεών, για να παρουσιάσει τις δικές του ριζοσπαστικές φιλοσοφικές θέσεις. Αυτό από μόνο του έχει μια ιδιαίτερη ειρωνεία, παίρνει τον πρώτο μεγάλο νομοθέτη της ηθικής στην ιστορία, και τον κάνει όχημα για την αποδόμηση της ίδιας της ηθικής.
Ο ιστορικός Ζαρατούστρα, ή Ζωροάστρης όπως συνηθίζεται να λέγεται, υπήρξε ο ιδρυτής του Ζωροαστρισμού, μιας θρησκείας που άνθισε στην αρχαία Περσία και επηρέασε βαθιά τη σκέψη πολλών μεταγενέστερων παραδόσεων. Ο Ζωροαστρισμός στηρίζεται σε μια κοσμοθεωρία δυϊσμού, ο κόσμος είναι το πεδίο μάχης ανάμεσα στο καλό και το κακό, ανάμεσα στον Αχούρα Μάζδα, τον θεό του φωτός και της δικαιοσύνης, και στον Ανγκρα Μαϊνιού, το πνεύμα του σκότους και της καταστροφής. Ηθικά, η θρησκεία αυτή διδάσκει την επιλογή του καλού, της αλήθειας και της τάξης, σε αντίθεση με το ψέμα και το χάος. Για τον Ζωροαστρισμό, το ζήτημα είναι καθαρά θρησκευτικό και ηθικό, οι άνθρωποι έχουν καθήκον να στηρίξουν το καλό ώστε να επικρατήσει στο τέλος.
Ο Νίτσε γνώριζε ότι ο Ζαρατούστρα ήταν ο πρώτος που εισήγαγε μια τέτοια δυϊστική θεώρηση της ηθικής. Κι εκεί έρχεται το ειρωνικό του παιχνίδι. Αν ο Ζαρατούστρα ήταν αυτός που έφερε για πρώτη φορά την έννοια του καλού και του κακού, τότε είναι ο ιδανικός συμβολικός ήρωας για να την ανατρέψει. Στο βιβλίο του, ο Ζαρατούστρα δεν είναι προφήτης μιας θεϊκής αλήθειας. Είναι μια φανταστική φιγούρα που κατεβαίνει από το βουνό για να ανακοινώσει ότι ο Θεός είναι νεκρός, ότι η παλιά ηθική δεν ισχύει πλέον, και ότι ήρθε η ώρα ο άνθρωπος να δημιουργήσει τις δικές του αξίες.
Ο Ζαρατούστρα του Νίτσε διδάσκει το πέρασμα από τον άνθρωπο στον Υπεράνθρωπο, τον Übermensch, μια φιγούρα που ξεπερνά τις συμβάσεις της κοινωνίας και τοποθετεί τον εαυτό της ως δημιουργό νέων αξιών. Αυτός ο Υπεράνθρωπος δεν είναι απλώς ισχυρός ή ανώτερος με την παραδοσιακή έννοια. Είναι εκείνος που έχει το θάρρος να σταθεί μπροστά στο κενό που αφήνει η απουσία του Θεού και να πει, “εγώ θα φτιάξω το νόημα της ζωής μου”. Μαζί με αυτό έρχεται και η ιδέα της αιώνιας επιστροφής, ότι όλα επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά, μια ιδέα που καλεί τον άνθρωπο να ζήσει σαν να ήθελε η κάθε του πράξη να επαναλαμβάνεται αιώνια.
Αν συγκρίνει κανείς αυτόν τον φανταστικό Ζαρατούστρα με τον ιστορικό, οι διαφορές είναι χαώδεις. Ο ένας μιλά για θεούς, μάχη καλού και κακού και θρησκευτικό καθήκον. Ο άλλος απορρίπτει θεούς, απορρίπτει την ιδέα του απόλυτου καλού και κακού, και μιλά για έναν άνθρωπο που πρέπει να βρει δύναμη μέσα του να δημιουργήσει τις δικές του αξίες. Ο Ζωροαστρισμός είναι βαθιά θρησκευτικός, ο Νίτσε είναι ριζικά αντιθρησκευτικός. Ο Ζωροαστρισμός στηρίζεται σε μια θεϊκή μάχη που θα τελειώσει με την επικράτηση του καλού, ο Νίτσε μιλά για ένα σύμπαν χωρίς θεϊκή τάξη, όπου η ευθύνη πέφτει στον ίδιο τον άνθρωπο.
Πώς λοιπόν εξηγείται αυτή η επιλογή του Νίτσε; Από τη μια, ήταν μια ειρωνική κίνηση. Διάλεξε τον πρώτο μεγάλο κήρυκα της ηθικής για να τον κάνει αγγελιαφόρο του θανάτου της ηθικής. Από την άλλη, ήταν και μια συμβολική κίνηση. Ο Ζαρατούστρα ήταν μια φιγούρα από το παρελθόν, γεμάτη βάρος και κύρος, που μπορούσε να δώσει στο φιλοσοφικό του μανιφέστο την αίσθηση ενός νέου “ευαγγελίου”. Το βιβλίο άλλωστε έχει μια μορφή σχεδόν ποιητική και προφητική. Ο Νίτσε δεν έγραψε απλώς φιλοσοφία· έγραψε μια αφήγηση που θυμίζει θρησκευτικό κείμενο, με αφορισμούς, παραβολές και συμβολικές ιστορίες. Και γι’ αυτό χρειαζόταν έναν προφήτη, αλλά έναν προφήτη φανταστικό.
Πολλοί αναγνώστες μπερδεύτηκαν και ίσως ακόμα μπερδεύονται. Είναι εύκολο να φανταστεί κανείς ότι το βιβλίο έχει σχέση με τον Ζωροαστρισμό, ειδικά αν δεν γνωρίζει σε βάθος τις λεπτομέρειες. Όμως, αν το διαβάσει κανείς προσεκτικά, βλέπει ότι δεν υπάρχει σχεδόν καμία αναφορά στις αυθεντικές διδασκαλίες της περσικής θρησκείας. Ο Νίτσε δεν ενδιαφερόταν να τις παρουσιάσει ούτε να τις ερμηνεύσει. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να χρησιμοποιήσει τον Ζαρατούστρα ως ένα όνομα γεμάτο βάρος και ιστορική σημασία, για να πει μέσα από αυτόν τις δικές του ριζοσπαστικές ιδέες.
Κάποιοι μελετητές μάλιστα υποστηρίζουν ότι αυτή η επιλογή δεν ήταν τυχαία. Ο Νίτσε ήθελε να τονίσει την αντιστροφή. Αν ο πρώτος διδάσκαλος της ηθικής ήταν ο Ζαρατούστρα, τότε αυτός είναι και ο κατάλληλος να έρθει τώρα και να την αποκηρύξει. Το βιβλίο του Νίτσε είναι ένα είδος αντι-ευαγγελίου, κι ο Ζαρατούστρα του είναι ένας αντι-προφήτης που γκρεμίζει ό,τι είχε χτίσει ο ιστορικός του προκάτοχος.
Στην πραγματικότητα, αν κάποιος θέλει να μάθει για τον Ζωροαστρισμό, δεν θα πρέπει να στραφεί στον Νίτσε. Ο Ζωροαστρισμός είναι μια από τις παλαιότερες μονοθεϊστικές θρησκείες, με βαθιά μεταφυσική και τελετουργικά που επηρέασαν τον Ιουδαϊσμό, τον Χριστιανισμό και το Ισλάμ. Ο Ζαρατούστρα του Νίτσε, αντίθετα, είναι ένας φανταστικός χαρακτήρας που δεν έχει καμία θεολογική πρόθεση. Ο σκοπός του είναι καθαρά φιλοσοφικός: να προκαλέσει τον αναγνώστη να ξανασκεφτεί τα θεμέλια της ηθικής και να αναμετρηθεί με το κενό που αφήνει η κατάρρευση του Θεού.
Το “Τάδε έφη Ζαρατούστρα” είναι λοιπόν κάτι περισσότερο από ένα βιβλίο φιλοσοφίας. Είναι ένα λογοτεχνικό και ποιητικό έργο που μοιάζει με προφητεία, αλλά στην ουσία είναι μια φιλοσοφική πρόκληση. Η σχέση του με τον πραγματικό Ζωροαστρισμό είναι σχεδόν μηδενική. Κι όμως, το όνομα που διάλεξε ο Νίτσε δεν είναι τυχαίο. Είναι ένα όνομα και σύμβολο, που κουβαλάει την ιστορία μιας από τις παλαιότερες θρησκείες, αλλά το χρησιμοποιεί για να μιλήσει για το τέλος των θρησκειών, για τον θάνατο του Θεού και για την ανάγκη του ανθρώπου να γίνει δημιουργός του ίδιου του εαυτού του.
Αν το δούμε έτσι, το βιβλίο του Νίτσε είναι ένα ειρωνικό παιχνίδι με την ιστορία και τη φιλοσοφία. Παίρνει μια ιερή φιγούρα και την μετατρέπει σε φωνή της άρνησης του ιερού. Παίρνει την ιδέα της αποκάλυψης και την κάνει αποκάλυψη του κενού. Και μέσα από αυτό, ανοίγει τον δρόμο για μια νέα θεώρηση της ύπαρξης, πέρα από θεούς και απόλυτες αλήθειες. Αυτό είναι και το μεγαλείο αλλά και η πρόκληση του έργου: δεν μιλά για τον Ζωροαστρισμό, αλλά μιλά για τον άνθρωπο που μένει μόνος του, μπροστά σε έναν κόσμο χωρίς θεό, και πρέπει να βρει μόνος του τη δύναμη να δημιουργήσει νόημα.