Σοβιετική Ένωση 1924 : Ο Ίλια Ιβάνοφ και το υβρίδιο ανθρώπου και πιθήκου. Επιστήμη, αθεΐα και η βιολογική αποδόμηση του ιερού.

Σοβιετική Ένωση 1924 : Ο Ίλια Ιβάνοφ και το υβρίδιο ανθρώπου και πιθήκου. Επιστήμη, αθεΐα και η βιολογική αποδόμηση του ιερού.
Στην αυγή του 20ού αιώνα, η επιστήμη δεν ήταν απλώς γνώση ήταν υπόσχεση. Υπόσχεση προόδου, ανατροπής, επαναπροσδιορισμού του ίδιου του ανθρώπου. Και πουθενά αυτή η υπόσχεση δεν έλαβε τόσο ριζοσπαστική μορφή όσο στη νεοσύστατη Σοβιετική Ένωση της δεκαετίας του 1920. Εκεί, μέσα σε ένα καθεστώς που οικοδομούσε τον εαυτό του πάνω στον υλισμό και την απόρριψη κάθε μεταφυσικής θεμελίωσης, γεννήθηκε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα βιολογικά εγχειρήματα της σύγχρονης ιστορίας, η απόπειρα δημιουργίας υβριδίου ανθρώπου και πιθήκου, του ανθρωπιθήκου (humanzee).
Στο κέντρο αυτής της ιστορίας βρίσκεται ο Ίλια Ιβάνοφ, ένας επιστήμονας που δεν υπήρξε περιθωριακός ή εκκεντρικός, αλλά αντίθετα αναγνωρισμένος πρωτοπόρος της τεχνητής γονιμοποίησης. Ο Ιβάνοφ είχε ήδη επιτύχει διασταυρώσεις μεταξύ συγγενικών ειδών ζώων και θεωρούνταν ειδικός σε πειράματα υβριδισμού. Όταν λοιπόν πρότεινε την ιδέα της διασταύρωσης ανθρώπου και χιμπαντζή, δεν το έκανε ως φαντασιόπληκτος, αλλά ως ερευνητής που πίστευε ότι η βιολογία μπορούσε να απαντήσει στα πιο θεμελιώδη ερωτήματα για την προέλευση και τη φύση του ανθρώπου.
Για να κατανοήσουμε όμως το βάθος και τη σημασία αυτής της απόπειρας, πρέπει να την εντάξουμε στο ιδεολογικό περιβάλλον της εποχής. Η Σοβιετική Ένωση μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση δεν οικοδομούσε απλώς ένα νέο πολιτικό σύστημα. Επιδίωκε τη δημιουργία ενός νέου ανθρώπου, απαλλαγμένου από θρησκευτικές πεποιθήσεις και μεταφυσικές εξαρτήσεις. Ο Βλαντίμιρ Λένιν είχε ήδη υιοθετήσει τη μαρξιστική θέση ότι η θρησκεία αποτελεί το «όπιο του λαού». Η Εκκλησία θεωρούνταν όχι απλώς θεσμικός αντίπαλος, αλλά εμπόδιο στην ιστορική πρόοδο. Η Ένωση των Μαχητικών Αθέων, τα αντιθρησκευτικά μουσεία, οι δημόσιες διαλέξεις περί εξέλιξης και η συστηματική γελοιοποίηση της ιερατικής εξουσίας εντάσσονταν σε ένα ευρύτερο πρόγραμμα αποδόμησης του ιερού.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ιδέα ενός υβριδίου ανθρώπου και πιθήκου αποκτούσε σημασία που υπερέβαινε το εργαστήριο. Η Δαρβινική θεωρία είχε ήδη κλονίσει τη θεολογική βεβαιότητα περί μοναδικότητας του ανθρώπου. Όμως η θεωρία παρέμενε, για πολλούς, αφηρημένη. Ένα επιτυχημένο πείραμα υβριδισμού θα αποτελούσε υλική απόδειξη. Θα μετέτρεπε την εξελικτική συγγένεια σε βιολογικό γεγονός με άμεση αναπαραγωγική συνέπεια. Η διάκριση μεταξύ ανθρώπου και ζώου, θεμελιώδης για την έννοια του «κατ’ εικόνα Θεού», θα κατέρρεε όχι φιλοσοφικά, αλλά βιολογικά.
Το 1926 ο Ιβάνοφ μετέβη στη Γαλλική Γουινέα, αναζητώντας πρόσβαση σε χιμπαντζήδες για τα πειράματά του. Η επιλογή της αποικιακής Αφρικής δεν ήταν τυχαία. Η απόσταση από τα σοβιετικά κέντρα εξουσίας, η ύπαρξη ζωολογικών σταθμών και το ελαστικότερο πλαίσιο ελέγχου επέτρεπαν πειραματισμούς που θα προκαλούσαν σφοδρές αντιδράσεις στην Ευρώπη. Ο Ιβάνοφ επιχείρησε να γονιμοποιήσει θηλυκούς χιμπαντζήδες με ανθρώπινο σπέρμα. Δεν υπάρχουν τεκμηριωμένες αποδείξεις ότι πραγματοποιήθηκε το αντίστροφο πείραμα σε γυναίκες, αν και φαίνεται πως εξετάστηκε ως πιθανότητα. Καμία εγκυμοσύνη δεν προέκυψε. Το εγχείρημα απέτυχε πλήρως.
Η αποτυχία αυτή δεν μείωσε όμως την ιδεολογική του βαρύτητα. Το γεγονός και μόνο ότι ένα κράτος ήταν διατεθειμένο να χρηματοδοτήσει τέτοια έρευνα αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο η επιστήμη είχε ενσωματωθεί στην πολιτική στρατηγική. Η Σοβιετική Ένωση της δεκαετίας του 1920 δεν αντιμετώπιζε την επιστήμη ως ουδέτερη αναζήτηση αλήθειας. Την αντιμετώπιζε ως εργαλείο οικοδόμησης κοσμοθεωρίας. Σε αντίθεση με τον θρησκευτικό μύθο της θεϊκής δημιουργίας, ο νέος σοβιετικός μύθος ήταν η εξελικτική ύλη. Ο άνθρωπος δεν ήταν πλάσμα, αλλά προϊόν. Και ως προϊόν, μπορούσε να αναδιαμορφωθεί.
Εδώ ακριβώς αναδύεται και η φιγούρα του Ιωσήφ Στάλιν. Παρότι δεν υπάρχουν άμεσα έγγραφα που να τον συνδέουν προσωπικά με την ιδέα του υβριδίου ως αντικληρικό σχέδιο, το πολιτικό περιβάλλον που διαμόρφωσε ευνόησε τη στρατευμένη επιστήμη. Στα μεταγενέστερα χρόνια, δημοσιεύματα από βρετανικές πηγές της δεκαετίας του 2000, υποστήριξαν ότι τα πειράματα συνδέονταν με στρατιωτικούς στόχους, ακόμη και με την ιδέα «υπέρ-στρατιωτών». Ωστόσο, η ιστορική τεκμηρίωση για τέτοια πρόθεση παραμένει αδύναμη. Αντίθετα, η σύνδεση με την ιδεολογική αποδόμηση της θρησκείας εναρμονίζεται περισσότερο με το πνεύμα της εποχής.
Η προσπάθεια δημιουργίας ενός «Νέου Σοβιετικού Ανθρώπου» δεν περιοριζόταν στην πολιτική διαπαιδαγώγηση. Περιλάμβανε βιολογικές και ανθρωπολογικές φιλοδοξίες. Ο άνθρωπος θεωρούνταν εξελικτικό στάδιο και όχι τελικό προϊόν. Η φύση μπορούσε να επιταχυνθεί, να τροποποιηθεί, να ανακατασκευαστεί. Η ίδια η ιδέα της ιερότητας του σώματος υποχωρούσε μπροστά στην ιδέα της βιολογικής μηχανικής.
Σε αυτό το σημείο, η ιστορία του Ιβάνοφ παύει να είναι απλώς μια επιστημονική περιέργεια και μετατρέπεται σε σύμβολο μιας εποχής όπου το εργαστήριο έγινε πεδίο ιδεολογικής σύγκρουσης. Η αποτυχία των πειραμάτων δεν αναιρεί το γεγονός ότι επιχειρήθηκαν. Η πρόθεση έχει τη δική της ιστορική βαρύτητα. Το κράτος ήταν διατεθειμένο να εξετάσει την αναπαραγωγική συγχώνευση ανθρώπου και ζώου σε μια προσπάθεια να εδραιώσει μια υλιστική αντίληψη της ύπαρξης.
Η σύγχρονη γενετική γνωρίζει πλέον ότι, παρά τη μεγάλη γενετική ομοιότητα ανθρώπου και χιμπαντζή, η αναπαραγωγική διασταύρωση είναι εξαιρετικά απίθανη λόγω διαφορών στον αριθμό και τη δομή των χρωμοσωμάτων. Ωστόσο, το ζήτημα δεν ήταν ποτέ αποκλειστικά τεχνικό. Ήταν συμβολικό. Αν το πείραμα είχε επιτύχει, θα είχε πυροδοτήσει θεολογική, ηθική και πολιτική κρίση ανυπολόγιστης κλίμακας. Θα είχε καταστήσει τον άνθρωπο οριστικά και αδιαμφισβήτητα μέρος της ζωικής αλυσίδας με τρόπο που καμία θεωρία δεν μπορούσε να πετύχει.
Η κατάληξη του Ιβάνοφ υπήρξε τραγική. Το 1930, σε ένα κλίμα πολιτικών εκκαθαρίσεων, κατηγορήθηκε για αντεπαναστατική δραστηριότητα και εξορίστηκε στο Καζακστάν, όπου πέθανε το 1932. Η πτώση του δεν συνδέεται άμεσα με τα πειράματα, αλλά αντικατοπτρίζει τη μεταβαλλόμενη δυναμική της σοβιετικής εξουσίας. Η ίδια η επιστήμη που είχε υπηρετήσει την ιδεολογία μπορούσε να γίνει ύποπτη όταν άλλαζαν οι πολιτικοί άνεμοι.
Σήμερα, η ιστορία αυτή επιβιώνει στα όρια μεταξύ τεκμηριωμένης ιστορίας και εναλλακτικής γνωσιολογίας. Η εικόνα του ανθρωπιθήκου (humanzee) λειτουργεί σχεδόν αρχέτυπα, είναι ο φόβος της κατάρρευσης των ορίων, η αγωνία για το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Σε έναν κόσμο όπου η γενετική τροποποίηση, η τεχνητή νοημοσύνη και η βιοτεχνολογία επαναφέρουν τα ίδια ερωτήματα με νέα μέσα, το πείραμα του 1926 μοιάζει λιγότερο παράλογο και περισσότερο προειδοποιητικό.
Το ουσιαστικό ερώτημα που αναδύεται δεν είναι αν η Σοβιετική Ένωση προσπάθησε να δημιουργήσει στρατιωτικούς υπερανθρώπους. Είναι αν η επιστήμη μπορεί να παραμείνει ουδέτερη όταν εντάσσεται σε ένα καθεστώς που επιδιώκει την πλήρη αναδιαμόρφωση της κοινωνίας και της συνείδησης. Η αποδόμηση της θρησκείας δεν επιχειρήθηκε μόνο με διακηρύξεις και προπαγάνδα, αλλά και με τη βιολογική διερεύνηση των ορίων του ανθρώπου.
Και ίσως εκεί βρίσκεται το βαθύτερο μάθημα της υπόθεσης Ιβάνοφ. Όταν η εξουσία επιχειρεί να ορίσει εκ νέου τι είναι άνθρωπος, το εργαστήριο γίνεται πεδίο μεταφυσικής σύγκρουσης. Το σώμα μετατρέπεται σε επιχείρημα. Η αναπαραγωγή σε ιδεολογικό όπλο. Η επιστήμη σε μηχανισμό αποδόμησης του ιερού.
Η ιστορία του σοβιετικού υβριδίου είναι μια σημαντική υπενθύμιση για το ότι κάθε εποχή που πιστεύει πως κατέχει την απόλυτη αλήθεια, θεολογική ή υλιστική, κινδυνεύει να μετατρέψει την έρευνα σε επιβεβαίωση πίστης. Και όταν η πίστη, οποιασδήποτε μορφής, αποκτά κρατική ισχύ, τα όρια μεταξύ γνώσης και ιδεολογίας αρχίζουν να διαλύονται.
Σε εκείνη τη διάλυση γεννιούνται τα πιο ακραία πειράματα. Και μαζί τους, τα πιο βαθιά ερωτήματα για το ποιοι είμαστε.