Το πρόγραμμα Chrome Dome και μια πυρηνική βόμβα που έμεινε θαμμένη.



Το πρόγραμμα Chrome Dome και μια πυρηνική βόμβα που έμεινε θαμμένη.

Υπάρχουν ιστορίες του ψυχρού πολέμου που μοιάζουν με αστικούς θρύλους. Τις διαβάζεις, και κάπου ανάμεσα στη γεωπολιτική παράνοια και την τεχνολογική υπερβολή, νιώθεις πως σίγουρα κάτι δεν κατάλαβες καλά πως αυτό δεν θα μπορούσε να έχει συμβεί.

Και όμως, συνέβησαν όλα.
Και μάλιστα πάνω από τα κεφάλια μας.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν στον αέρα 24 ώρες το 24ωρο βομβαρδιστικά B-52 Stratofortress με πραγματικά πυρηνικά όπλα, σε πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα, περιπολώντας διαρκώς στον ουρανό σαν χάλκινοι άγγελοι της αποκάλυψης.

Όχι προσομοιώσεις.
Όχι εκπαιδευτικές πτήσεις.
Κανονικά πυρηνικά όπλα.
Κανονικοί στόχοι στη Σοβιετική Ένωση.
Κανονικά πληρώματα που ήξεραν ότι, αν χτυπούσε το κόκκινο τηλέφωνο, θα έμπαιναν στη μεγαλύτερη ιστορική υποσημείωση όλων των εποχών.

Ήταν το πρόγραμμα Chrome Dome μια στρατηγική παράνοιας που στόχευε να εγγυηθεί ότι, ακόμη κι αν οι Σοβιετικοί κατέστρεφαν τα αμερικανικά αεροδρόμια στο πρώτο χτύπημα, θα υπήρχαν πάντα βομβαρδιστικά ήδη στον αέρα, έτοιμα να απαντήσουν.

Ήταν ένας κόσμος που πίστευε ότι η διαρκής πτήση με πυρηνικά όπλα ήταν… «λύση».
Και το πιο παράξενο; Για περισσότερο από μια δεκαετία, αυτή η λύση λειτούργησε.
Ή, τέλος πάντων, δεν πρόλαβε να καταστρέψει τον κόσμο. Που κι αυτό μια μορφή επιτυχίας είναι.

Μέχρι που, μια μέρα του 1961, ενα B-52 άρχισε να διαλύεται στον αέρα.

Και δύο θερμοπυρηνικές βόμβες έπεσαν σε αμερικανικό έδαφος.

Chrome Dome: Ένα ιπτάμενο, 24ωρο deja-vu της καταστροφής

Για να καταλάβουμε πώς φτάσαμε εκεί, πρέπει να κάνουμε μια μικρή βόλτα στη λογική του ψυχρού πολέμου. Ή, μάλλον, στη μη λογική.

Ήταν η εποχή όπου η θεωρία της «Αμοιβαίας Εξασφαλισμένης Καταστροφής» (Mutually Assured Destruction — MAD) ήταν επίσημη πολιτική. Ναι, αυτό που σήμερα συζητάμε με meme και ειρωνεία, τότε ήταν μεταπτυχιακό μάθημα στρατηγικής.

Οι Αμερικανοί φοβόντουσαν και όχι αδίκως ότι οι Σοβιετικοί θα μπορούσαν να εξαπολύσουν αιφνιδιαστικό πρώτο χτύπημα. Αν τα βομβαρδιστικά ήταν στο έδαφος, θα καίγονταν μαζί με τις βάσεις τους. Άρα η λύση ήταν τόσο απλή όσο και παρανοϊκή:

Ας μην προσγειώνονται ποτέ.

Κυριολεκτικά.

Τα B-52 έφευγαν από βάσεις στο Τέξας, τη Λουιζιάνα ή τη Νεμπράσκα, πετούσαν πάνω από τον Ατλαντικό, κοντά στην Αρκτική, σχεδόν μέχρι τα σοβιετικά σύνορα, και γύριζαν πίσω. Κύκλος μετά από κύκλο. Μέρα και νύχτα. Για χρόνια.

Κάθε αεροπλάνο κουβαλούσε θερμοπυρηνικές βόμβες τύπου Mark 39 ή Mark 53 όπλα ισχύος πολύ μεγαλύτερης από εκείνες που έπεσαν στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Μιλάμε για δεκάδες μεγατόνους TNT, ικανές να εξαφανίσουν πόλεις.

Οι πιλότοι ζούσαν με την προοπτική ότι, ανά πάσα στιγμή, θα λάμβαναν εντολή να συνεχίσουν προς τα ανατολικά… και να μην ξαναγυρίσουν ποτέ.

Κι ενώ όλα αυτά μοιάζουν ήδη απίστευτα, η πραγματικότητα έχει πάντα την τάση να κάνει level up.

Goldsboro, 1961: Το B-52 που διαλύθηκε στον αέρα

21 Ιανουαρίου 1961.
Το ημερολόγιο της ανθρωπότητας δεν δείχνει τίποτα το ιδιαίτερο.
Το ημερολόγιο της στρατηγικής αεροπορίας, όμως, βρίσκει μία από τις πιο τρομακτικές στιγμές της ιστορίας που… δεν έγιναν ποτέ γνωστές στο ευρύ κοινό τουλάχιστον για δεκαετίες.

Ένα B-52G απογειώθηκε σε μια από τις συνηθισμένες πτήσεις Chrome Dome. Στη συνέχεια αντιμετώπισε διαρροή καυσίμων ένα προβληματάκι που θα ήταν αρκετό για να σε αναγκάσει να πας συνεργείο… αλλά όχι τόσο για να ρίξει βόμβες υδρογόνου στο έδαφος.

Μόνο που εδώ μιλάμε για B-52, όχι για Toyota.

Η διαρροή έγινε μαζική. Το αεροπλάνο έχασε πάνω από 17.000 λίτρα καυσίμου μέσα σε λίγα λεπτά. Το πλήρωμα δεν μπορούσε να το κρατήσει σταθερό. Το δεξί φτερό άρχισε να διαλύεται λόγω υπερφόρτωσης. Μέσα σε δευτερόλεπτα, το αεροσκάφος έσπασε στον αέρα πάνω από το χωριό Faro στη Βόρεια Καρολίνα.

Και τότε συνέβη το αδιανόητο:

Δύο θερμοπυρηνικές βόμβες Mark 39 αποκολλήθηκαν και έπεσαν προς το έδαφος.

Η μία άνοιξε το αλεξίπτωτό της.
Η άλλη καρφώθηκε στο χώμα.

Και οι δύο είχαν ισχύ περίπου 3–4 μεγατόνων.
Με απλά λόγια, καθεμία μπορούσε να εξαφανίσει τη Βόρεια Καρολίνα και να σκοτώσει εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους.

Η πρώτη βόμβα: το αλεξίπτωτο και το… σχεδόν τέλος του κόσμου

Η πρώτη Mark 39 έπεσε με τον «σωστό» τρόπο για να πυροδοτηθεί τρόπος του λέγειν, ευτυχώς χωρίς το τελευταίο βήμα.

Το αλεξίπτωτο άνοιξε.
Το σασί σταθεροποιήθηκε.
Οι περισσότερες από τις διαδικασίες οπλίσεως της βόμβας ενεργοποιήθηκαν όπως θα γινόταν σε κανονική αποστολή.

Εδώ είναι που η ιστορία γίνεται κινηματογραφική:

Από τους 4 μηχανισμούς ασφάλειας, οι 3 ενεργοποιήθηκαν.
Μόνο ένας απέτρεψε την πλήρη πυρηνική έκρηξη.

Ένας.

Ένας και μοναδικός διακόπτης, ένας διακόπτης που λειτουργούσε με… χαμηλής τεχνολογίας ηλεκτρικό σήμα, στάθηκε ανάμεσα σε μια μικρή αγροτική πολιτεία και τη μεγαλύτερη ακούσια πυρηνική καταστροφή στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Χρόνια αργότερα, ένας μηχανικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ο Parker Jones, είπε τη φράση που ακόμη και σήμερα προκαλεί ανατριχίλα:

«Από τα πάντα που μπορούσαν να πάνε στραβά, πήγαν όλα στραβά εκτός από ένα.»

Η δεύτερη βόμβα: εξαφάνιση στο χώμα

Στην δεύτερη Mark 39 δεν άνοιξε το αλεξίπτωτο.

Έπεσε σχεδόν κάθετα, με τεράστια ταχύτητα, και βυθίστηκε βαθιά στο έδαφος τόσο βαθιά που οι ομάδες εντοπισμού δεν κατάφεραν ποτέ να ανακτήσουν πλήρως τον οπλισμό.

Και εδώ μπαίνει το πιο περίεργο κομμάτι της ιστορίας:

Ένα μέρος της βόμβας παραμένει ακόμη θαμμένο στη Βόρεια Καρολίνα.

Η πολεμική αεροπορία έσκαψε όσο μπορούσε χωρίς να διακινδυνεύσει ακούσια ενεργοποίηση του πυρηνικού μηχανισμού. Το κάτω μέρος της βόμβας, το οποίο περιείχε το δευτερεύον θερμοπυρηνικό στάδιο, δεν ήταν προσβάσιμο χωρίς να προκαλέσει αστάθεια.

Έτσι, θάφτηκε. Κυριολεκτικά.

Το αμερικανικό κράτος αγόρασε την έκταση γύρω από το σημείο της πρόσκρουσης για να αποτρέψει… περίεργες πρωτοβουλίες τύπου «πάμε να σκάψουμε το σημείο να δούμε τι παίζει».

Και από τότε, εκεί βρίσκεται.

Ένα κομμάτι θερμοπυρηνικής ιστορίας, μερικά μέτρα κάτω από ένα χωράφι που κανείς δεν θα καταλάβει ποτέ πως κάποτε ήταν κυριολεκτικά το σημείο όπου ο κόσμος παραλίγο να τελειώσει.

Αν όλα αυτά σου φαίνονται υπερβολικά, σκέψου το εξής, το Goldsboro δεν ήταν το μόνο περιστατικό.

Υπήρξαν άλλα ατυχήματα στο Palomares της Ισπανίας το 1966, στη Γροιλανδία το 1968, στο Thule Air Base και κάθε φορά, το ίδιο μοτίβο, ενα αεροπλάνο την νύχτα με κακές πιθανότητες και πραγματικά πυρηνικά όπλα.

Οι πιθανότητες αποτυχίας ενός συστήματος που πετάει 24/7 δεν είναι ποτέ μηδενικές. Και όσο πιο πολύ πειράζεις την τύχη, τόσο πιο συχνά σου θυμίζει ότι δεν είσαι στο control. Το Goldsboro έγινε η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Ή, για να είμαστε ακριβείς, η σταγόνα που παραλίγο να γίνει έκρηξη τριών μεγατόνων.
Μετά από μερικά ακόμη ατυχήματα, το πρόγραμμα Chrome Dome εγκαταλείφθηκε. Οι πυρηνικές περιπολίες σταμάτησαν, και ο κόσμος συνέχισε σαν να μην έγινε τίποτα.

Γιατί αυτό κάνει πάντα ο κόσμος:

Συνεχίζει.

Και το μάθημα;

Ποιο είναι το πραγματικό μάθημα από το B-52 που έπεσε στη Βόρεια Καρολίνα, από τις δύο αδέσποτες θερμοπυρηνικές βόμβες που έπεσαν σε αμερικανικό έδαφος, από το γεγονός ότι ο κόσμος σώθηκε από έναν διακόπτη;

Ίσως είναι ότι η πυρηνική εποχή δεν ήταν ποτέ εποχή ηρώων και στρατηγών.
Ήταν εποχή τύχης.
Παράλογης τύχης.

Μια σειρά από «σχεδόν».
Σχεδόν εκτοξεύθηκαν… σχεδόν απάντησαν… σχεδόν ανατινάχτηκε μια πολιτεία… σχεδόν ήρθε το τέλος.

Και είναι περίεργο πώς λειτουργεί η μνήμη, όταν μιλάμε για τον ψυχρό πόλεμο, συχνά φανταζόμαστε κατασκοπεία, εξωτικά όπλα, μυστικές επιχειρήσεις. Αλλά αν ξύσεις λίγο την επιφάνεια, βρίσκεις κάτι ανθρώπινο, την παραδοχή ότι ο κόσμος επιβίωσε όχι επειδή οι υπερδυνάμεις ήταν συνετές αλλά επειδή μερικές φορές τα συστήματα απλώς… δεν δούλεψαν.

Το Goldsboro είναι η απόλυτη υπενθύμιση: Χρειάζεται μόνο μία αστοχία για να αλλάξει η ιστορία. Και χρειάζεται μόνο ένας διακόπτης για να την αποτρέψει.

Όταν κοιτάμε τέτοια περιστατικά σήμερα, μέσα σε έναν κόσμο που επαναλαμβάνει την ψυχροπολεμική ένταση, η σκέψη επιστρέφει πάντα στο ίδιο σημείο.

Αν ένα κομμάτι θραυσμάτων, ένα φτερό που κόπηκε, ένα καλώδιο που χάλασε, μπορούσε να είχε εξαφανίσει μια ολόκληρη πολιτεία τότε πόσο τυχαίο είναι που στεκόμαστε ακόμη εδώ;

Και πόσο ακόμη από αυτή την τύχη μπορούμε να θεωρούμε δεδομένη;

Ίσως σας ενδιαφέρουν…