Alice in Wonderland technique: Η ψυχολογική μέθοδος αποσταθεροποίησης της αντίληψης της πραγματικότητας (C.I.A., gaslighting, psychological manipulation). Η τέχνη του να σε κάνω να πιστέψεις ότι το πρόβλημα είσαι εσυ..

Alice in Wonderland technique: Η ψυχολογική μέθοδος αποσταθεροποίησης της αντίληψης της πραγματικότητας (C.I.A., gaslighting, psychological manipulation).

Η τέχνη του να σε κάνω να πιστέψεις ότι το πρόβλημα είσαι εσυ.

 

Υπάρχουν τεχνικές ψυχολογικού ελέγχου που βασίζονται στον φόβο. Υπάρχουν άλλες που βασίζονται στην απειλή, στην απομόνωση, στη στέρηση. Και υπάρχουν και εκείνες που δεν αφήνουν κανένα ίχνος, κανένα σημάδι, καμία εμφανή πράξη βίας. Τεχνικές που δεν προσπαθούν να λυγίσουν το σώμα, αλλά να διαρρήξουν το πιο θεμελιώδες ανθρώπινο εργαλείο, την εμπιστοσύνη μας στην ίδια μας την αντίληψη της πραγματικότητας.

Σε αυτή την κατηγορία ανήκει αυτό που αρκετοί ερευνητές, δημοσιογράφοι και μελετητές της ψυχολογικής χειραγώγησης έχουν ονομάσει μεταγενέστερα «Alice in Wonderland technique». Δεν πρόκειται για επίσημο όρο που θα βρεθεί σε κάποιο στρατιωτικό εγχειρίδιο με αυτό το όνομα. Είναι μια περιγραφική ονομασία, εμπνευσμένη από το έργο του Lewis Carroll, που επιχειρεί να περιγράψει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο ψυχολογικών χειρισμών που εμφανίζεται σε αποχαρακτηρισμένα έγγραφα ανακρίσεων, σε πειράματα ψυχολογικού ελέγχου της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου και σε εγχειρίδια όπως το διαβόητο KUBARK Counterintelligence Interrogation Manual της CIA του 1963.

Η ονομασία δεν είναι τυχαία. Στην ιστορία της Αλίκης, τίποτα δεν ακολουθεί τους κανόνες της λογικής. Ο χρόνος, ο χώρος, οι λέξεις, οι ρόλοι των χαρακτήρων, όλα είναι ρευστά. Η Αλίκη βρίσκεται σε έναν κόσμο όπου οι σταθερές έχουν καταρρεύσει και η ίδια αρχίζει να αμφιβάλλει για το ποια είναι και τι είναι αληθινό. Αυτό ακριβώς είναι και ο πυρήνας της τεχνικής που περιγράφεται μεταφορικά με αυτό το όνομα, η ελεγχόμενη γνωστική αποδιοργάνωση.

Στόχος αυτής της μεθόδου δεν είναι να προκαλέσει πόνο. Δεν είναι καν να τρομοκρατήσει άμεσα. Ο στόχος είναι πιο βαθύς και πιο ύπουλος, να κάνει το άτομο να μην μπορεί πλέον να εμπιστευτεί τη δική του αντίληψη για την πραγματικότητα. Όταν αυτό συμβεί, όταν ο εγκέφαλος αδυνατεί να σχηματίσει ένα συνεκτικό μοντέλο του κόσμου, τότε αυξάνεται δραματικά η υποβολιμότητα. Το άτομο αρχίζει να αναζητά απεγνωσμένα ένα σημείο αναφοράς, έναν «οδηγό πραγματικότητας». Και αυτός ο οδηγός είναι πλέον ο ανακριτής, ο χειριστής, ο άνθρωπος που ελέγχει το περιβάλλον.

Στα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα που σχετίζονται με τα προγράμματα MK-Ultra και στις οδηγίες του KUBARK, περιγράφονται επανειλημμένα τεχνικές που αποσκοπούν σε αυτό ακριβώς το αποτέλεσμα, στη διάλυση της εσωτερικής συνοχής της αντίληψης. Η μέθοδος δεν βασίζεται σε μία πράξη, αλλά σε ένα σύνολο συνθηκών. Το άτομο βομβαρδίζεται με αντιφατικές πληροφορίες, με ερωτήσεις που δεν έχουν λογική συνέχεια, με δηλώσεις που αναιρούν η μία την άλλη. Η χρονική ροή της συζήτησης διακόπτεται συνεχώς. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μπλέκονται σε έναν διάλογο που δεν επιτρέπει στον εγκέφαλο να διατηρήσει μια συνεκτική αφήγηση.

Παράλληλα, το περιβάλλον παύει να είναι σταθερό. Ο φωτισμός αλλάζει χωρίς εξήγηση. Ο κύκλος ύπνου διαταράσσεται. Η θερμοκρασία, οι ήχοι, ακόμη και οι μετακινήσεις μέσα στον χώρο γίνονται απρόβλεπτες. Το άτομο αρχίζει να χάνει την αίσθηση του «πού» και του «πότε» βρίσκεται. Η αποσταθεροποίηση αυτή δεν είναι τυχαία. Είναι προσεκτικά σχεδιασμένη για να διαβρώσει τα σημεία αναφοράς που χρησιμοποιεί ο εγκέφαλος για να χτίσει την πραγματικότητα.

Σημαντικό ρόλο παίζει και η γλώσσα. Χρησιμοποιούνται ασαφείς έννοιες, λέξεις με διπλό νόημα, ερωτήσεις που δεν έχουν σωστή απάντηση. Ο διάλογος θυμίζει συχνά τους παραλόγους διαλόγους του Τρελοκαπελά στο έργο του Carroll. Η λογική σκέψη, που εδράζεται στον προμετωπιαίο φλοιό, κουράζεται, υπερφορτώνεται, και τελικά παρακάμπτεται. Το άτομο δεν μπορεί πια να αναλύσει, να συγκρίνει, να κρίνει.

Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο είναι η εναλλαγή ρόλων του ανακριτή. Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να εμφανίζεται φιλικός, στη συνέχεια εχθρικός, έπειτα αδιάφορος και μετά πάλι σωτήρας. Η κοινωνική προβλεψιμότητα εξαφανίζεται. Το άτομο δεν μπορεί να βασιστεί σε κανένα σταθερό μοτίβο συμπεριφοράς. Και τότε γεννιέται μια σκέψη που αποτελεί το κεντρικό σημείο καμπής: «Δεν βγάζει νόημα τίποτα εδώ μέσα… άρα ίσως το πρόβλημα είμαι εγώ».

Σε αυτό το σημείο έχει επιτευχθεί ο στόχος. Το άτομο δεν εμπιστεύεται πλέον τη δική του κρίση. Και όταν η εμπιστοσύνη στην κρίση χαθεί, η ανάγκη για εξωτερική καθοδήγηση γίνεται επιτακτική.

Αυτό που περιγράφεται στο KUBARK ως “regression and dependency induction” είναι ακριβώς αυτή η κατάσταση. Μια επιστροφή σε μια πιο πρωτογενή ψυχολογική κατάσταση, όπου το άτομο αναζητά καθοδήγηση, ασφάλεια, δομή. Η «Alice in Wonderland» εμπειρία δεν είναι απλώς σύγχυση. Είναι μια ελεγχόμενη κατάρρευση της εσωτερικής αρχιτεκτονικής της πραγματικότητας.

Αν και αυτές οι τεχνικές αναπτύχθηκαν και τεκμηριώθηκαν στο πλαίσιο ανακρίσεων και πειραμάτων ψυχολογικού ελέγχου κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, η σημασία τους σήμερα δεν περιορίζεται καθόλου σε εκείνο το ιστορικό πλαίσιο. Αντιθέτως, η λογική πίσω από αυτή την τεχνική φαίνεται να έχει βρει εφαρμογή σε πολύ ευρύτερα πεδία, μακριά από ανακριτήρια και μυστικές υπηρεσίες.

Στον σύγχρονο κόσμο των μέσων ενημέρωσης, της πολιτικής επικοινωνίας και των κοινωνικών δικτύων, μπορούμε να εντοπίσουμε μοτίβα που θυμίζουν έντονα την ίδια αρχή, τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου οι σταθερές καταρρέουν και η πραγματικότητα γίνεται ρευστή. Όταν το κοινό εκτίθεται συνεχώς σε αντιφατικές πληροφορίες, σε ειδήσεις που αναιρούνται την επόμενη ημέρα, σε αφηγήσεις που αλλάζουν διαρκώς, δημιουργείται μια κατάσταση γνωστικής κόπωσης.

Ο εγκέφαλος, όπως και στην τεχνική των ανακρίσεων, δυσκολεύεται να κρατήσει μια συνεκτική αφήγηση. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς σύγχυση, αλλά μια βαθύτερη αίσθηση ότι «δεν ξέρουμε πλέον τι είναι αλήθεια». Και σε αυτό το κενό, οι άνθρωποι τείνουν να προσκολλώνται σε απλές, έτοιμες εξηγήσεις, σε πρόσωπα ή πηγές που παρουσιάζονται ως σταθερά σημεία αναφοράς.

Η πολιτική επικοινωνία, ειδικά σε περιόδους κρίσεων, χρησιμοποιεί συχνά την τεχνική της αντιστροφής λογικής, της εναλλαγής αφηγήσεων, της δημιουργίας σύγχυσης ως προς το τι ισχύει και τι όχι. Όταν η πραγματικότητα παρουσιάζεται ως διαρκώς μεταβαλλόμενη, όταν οι έννοιες επαναπροσδιορίζονται συνεχώς, το κοινό χάνει την ικανότητα να αξιολογεί με ψυχραιμία. Η ανάγκη για «κάποιον που να ξέρει» ενισχύεται.

Στα κοινωνικά δίκτυα, ο ρυθμός πληροφορίας είναι τόσο γρήγορος και τόσο αντιφατικός, που δημιουργεί ένα περιβάλλον διαρκούς γνωστικής αποδιοργάνωσης. Ειδήσεις, σχόλια, απόψεις, εικόνες, όλα εναλλάσσονται με τέτοια ταχύτητα, ώστε η έννοια της σταθερής πραγματικότητας διαβρώνεται. Ο χρήστης εκτίθεται σε έναν ψηφιακό κόσμο όπου τίποτα δεν μένει σταθερό για πολύ.

Αλλά ίσως η πιο ανησυχητική πτυχή της «Alice in Wonderland» λογικής εμφανίζεται στις καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις, μέσα από αυτό που σήμερα αναγνωρίζουμε ως “gaslighting”. Όταν ένας άνθρωπος επανειλημμένα αμφισβητεί την αντίληψη του άλλου, αρνείται γεγονότα που συνέβησαν, αλλάζει την αφήγηση της πραγματικότητας, δημιουργεί μια κατάσταση όπου το θύμα αρχίζει να αμφιβάλλει για τη μνήμη, την κρίση και την αντίληψή του.

Η φράση «ίσως να το φαντάστηκες», «δεν έγινε έτσι», «παραλογίζεσαι» είναι μικρές εκδοχές της ίδιας λογικής που περιγράφεται στα εγχειρίδια ψυχολογικού ελέγχου. Δεν χρειάζεται ένα ανακριτήριο. Αρκεί ένας άνθρωπος που συστηματικά διαβρώνει την εμπιστοσύνη του άλλου στην ίδια του την αντίληψη.

Αυτό είναι που καθιστά την τεχνική αυτή τόσο επίκαιρη. Δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν των μυστικών υπηρεσιών. Είναι ένα μοτίβο ψυχολογικού χειρισμού που μπορεί να εμφανιστεί σε πολλά επίπεδα της σύγχρονης ζωής. Από τις οθόνες μας μέχρι τις πιο προσωπικές μας σχέσεις.

Η «Alice in Wonderland» δεν είναι απλώς μια μεταφορά. Είναι μια περιγραφή μιας εμπειρίας όπου ο κόσμος παύει να έχει σταθερούς κανόνες. Και όταν οι κανόνες καταρρεύσουν, ο άνθρωπος γίνεται εξαιρετικά ευάλωτος στην καθοδήγηση.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο αυτής της τεχνικής είναι ότι δεν χρειάζεται βία, δεν χρειάζεται φάρμακα, δεν χρειάζεται απειλές. Χρειάζεται μόνο έλεγχο του πλαισίου μέσα στο οποίο το άτομο βιώνει την πραγματικότητα. Όποιος ελέγχει το πλαίσιο, ελέγχει και την ερμηνεία.

Και ίσως αυτό είναι το πιο σημαντικό μάθημα που μπορούμε να αντλήσουμε σήμερα από αυτή την ιστορική γνώση. Ότι η σταθερότητα της αντίληψης μας για τον κόσμο δεν είναι δεδομένη. Μπορεί να διαβρωθεί αργά, ανεπαίσθητα, χωρίς να το καταλάβουμε.

Η Αλίκη, στο τέλος της ιστορίας, ξυπνά. Αναγνωρίζει ότι βρισκόταν σε έναν κόσμο παραλόγου. Στον δικό μας κόσμο, όμως, δεν είναι πάντα εύκολο να διακρίνουμε πότε βρισκόμαστε μέσα σε μια αντίστοιχη συνθήκη. Και ίσως η μεγαλύτερη άμυνα απέναντι σε αυτή τη μορφή ψυχολογικού ελέγχου είναι η επίγνωση. Η κατανόηση του πώς λειτουργεί. Η αναγνώριση των μοτίβων.

Γιατί όταν γνωρίζεις ότι κάποιος μπορεί να προσπαθήσει να σε κάνει να αμφιβάλλεις για την ίδια σου την αντίληψη, τότε έχεις ήδη κάνει το πρώτο βήμα για να μην χαθείς μέσα στη δική του «Χώρα των Θαυμάτων».

Ίσως σας ενδιαφέρουν…