DARPA LifeLog: Ένα υπολογιστικό σύστημα ικανό να καταγράφει δεδομένα και την καθημερινή εμπειρία ενός ανθρώπου. Τερματίστηκε το 2004 ή μήπως η ιδέα του υλοποιήθηκε τελικά μέσα από τα social media;

DARPA LifeLog: Ένα υπολογιστικό σύστημα ικανό να καταγράφει δεδομένα και την καθημερινή εμπειρία ενός ανθρώπου. Τερματίστηκε το 2004 ή μήπως η ιδέα του υλοποιήθηκε τελικά μέσα από τα social media;

Υπάρχουν ερευνητικά προγράμματα που απέκτησαν φήμη διότι απέτυχαν, κάποια άλλα επειδή παρέμειναν για χρόνια μέσα σε ένα πέπλο μυστικότητας και υπάρχουν και εκείνα που όταν τα κοιτάζουμε αρκετές δεκαετίες αργότερα, διαπιστώνουμε ότι ο κόσμος τελικά κινήθηκε προς μια κατεύθυνση εντυπωσιακά συγγενική με εκείνη που είχαν ήδη περιγράψει. Όταν παρουσιάστηκε το 2003, το LifeLog της DARPA η ιδέα ενός υπολογιστικού συστήματος ικανού να καταγράφει,να αποθηκεύει και να οργανώνει ένα μεγάλο μέρος της καθημερινής εμπειρίας ενός ανθρώπου μπορούσε εύκολα να θυμίσει για κάποιους δυστοπική επιστημονική φαντασία. Επικοινωνίες, εικόνες, τοποθεσίες, δραστηριότητες, συναντήσεις, πληροφορίες που διάβαζε κάποιος, πράγματα που αγόραζε και γεγονότα που συνέβαιναν γύρω του θα μπορούσαν να αποτελέσουν τμήματα μιας τεράστιας ψηφιακής μνήμης, μέσα στην οποία ένας υπολογιστής θα αναζητούσε σχέσεις, μοτίβα και επεισόδια μιας ανθρώπινης ζωής.

Δεν επρόκειτο για μεταγενέστερη θεωρία συνωμοσίας ούτε για κάποιο πρόγραμμα του οποίου την ύπαρξη γνωρίζουμε μόνο από αμφίβολες διαρροές. Το LifeLog υπήρξε επίσημη ερευνητική πρωτοβουλία της Defense Advanced Research Projects Agency, εμφανίστηκε μέσα από την προκήρυξη BAA 03-30, υπαγόταν στο Information Processing Technology Office και είχε ως διευθυντή προγράμματος τον Dr. Douglas Gage. Η ίδια η φιλοδοξία του προγράμματος ήταν ασυνήθιστα σαφής, να διερευνηθεί εάν θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα σύστημα που να συλλαμβάνει, να αποθηκεύει και να καθιστά προσβάσιμη τη ροή της εμπειρίας ενός ανθρώπου των δεδομένων του και των αλληλεπιδράσεών του με τον κόσμο.

Η εποχή στην οποία εμφανίστηκε το LifeLog είναι καθοριστική για να καταλάβουμε τόσο τη γέννησή του όσο και την ταχύτατη εξαφάνισή του. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονταν ακόμη μέσα στο πολιτικό, κοινωνικό και στρατηγικό σοκ της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας είχε μετατοπίσει το ενδιαφέρον από την απλή συλλογή πληροφοριών προς την ικανότητα ανακάλυψης κρυμμένων προτύπων μέσα σε τεράστιες ποσότητες δεδομένων. Η τεχνολογική υπόσχεση ήταν δελεαστική, ίσως ο υπολογιστής να μπορούσε να εντοπίσει μέσα σε εκατομμύρια φαινομενικά άσχετες κινήσεις, συναλλαγές, επικοινωνίες και ταξίδια έναν συσχετισμό που ένας άνθρωπος δεν θα μπορούσε ποτέ να αναγνωρίσει. Την ίδια στιγμή, όμως, εμφανιζόταν και μια εξίσου σοβαρή ανησυχία. Αν οι κυβερνήσεις και τα υπολογιστικά συστήματα μπορούσαν να γνωρίζουν ολοένα περισσότερα για τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου, ποιο θα ήταν το όριο αυτής της γνώσης; Ακόμη και αν η τεχνολογία επέτρεπε μια σχεδόν συνολική καταγραφή, υπήρχε κάποιος λόγος για τον οποίο μια τέτοια καταγραφή δεν θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί;

Το LifeLog γεννήθηκε μέσα σε αυτή ακριβώς τη σύγκρουση ανάμεσα στη δυνατότητα και στο όριο. Και ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία της ιστορίας του είναι ότι ακυρώθηκε πριν προλάβει να γίνει αυτό που περιέγραφε η αρχική του φιλοδοξία. Περισσότερο από δύο δεκαετίες αργότερα, ωστόσο, πολλές από τις λειτουργίες που το 2003 φαίνονταν ακραίες δεν απαιτούν πλέον ένα ενιαίο κυβερνητικό ερευνητικό πρόγραμμα. Βρίσκονται κατανεμημένες στα smartphones, στα κοινωνικά δίκτυα, στα smartwatches, στα συστήματα GPS, στις υπηρεσίες cloud, στα ηλεκτρονικά ημερολόγια, στις online αγορές και πλέον στα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης. Το LifeLog έθεσε εξαιρετικά νωρίς ένα πρόβλημα που σήμερα έχει γίνει καθημερινό, τι συμβαίνει όταν μια ανθρώπινη ζωή μπορεί να μετατραπεί σε δεδομένα και τα δεδομένα αποκτούν τη δυνατότητα να θυμούνται, να συσχετίζουν και ίσως κάποτε να καταλαβαίνουν περισσότερα για εμάς από όσα θυμόμαστε εμείς οι ίδιοι;

Για να κατανοήσουμε γιατί η DARPA μπορούσε το 2003 να προτείνει ένα πρόγραμμα τόσο φιλόδοξο όσο το LifeLog, πρέπει πρώτα να επιστρέψουμε στο τεχνολογικό και πολιτικό περιβάλλον των πρώτων χρόνων μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Η αμερικανική στρατιωτική και πληροφοριακή κοινότητα αντιμετώπιζε πλέον όχι μόνο το κλασικό πρόβλημα της απόκτησης πληροφοριών αλλά και ένα διαφορετικό πρόβλημα, τι γίνεται όταν η πληροφορία υπάρχει ήδη, αλλά είναι θαμμένη μέσα σε έναν τόσο τεράστιο όγκο δεδομένων ώστε κανένας αναλυτής να μην μπορεί να τη διακρίνει; Μια τηλεφωνική επικοινωνία, μια αγορά αεροπορικού εισιτηρίου ή μια οικονομική συναλλαγή μπορεί μόνη της να μη σημαίνει απολύτως τίποτα. Όταν όμως πολλά διαφορετικά γεγονότα συνδεθούν χρονικά και κοινωνικά, μπορεί να δημιουργήσουν ένα πρότυπο. Η αναζήτηση αυτού του προτύπου έγινε ένα από τα μεγάλα τεχνολογικά στοιχήματα της περιόδου και η DARPA βρέθηκε στο κέντρο αυτής της προσπάθειας.

Το πλέον αμφιλεγόμενο πρόγραμμα της εποχής ήταν το Total Information Awareness, που συνδέθηκε με το Information Awareness Office και τον απόστρατο ναύαρχο John Poindexter. Το TIA επιδίωκε την ανάπτυξη τεχνολογιών που θα μπορούσαν να συνδυάζουν μεγάλους όγκους πληροφοριών και να αναζητούν μέσα τους συσχετισμούς δυνητικά χρήσιμους στην πρόληψη τρομοκρατικών ενεργειών. Η λογική ήταν ότι ένας ανθρώπινος αναλυτής δεν μπορούσε να παρακολουθήσει εκατομμύρια διαφορετικές πληροφορίες ταυτόχρονα, ενώ ένα υπολογιστικό σύστημα μπορούσε θεωρητικά να εντοπίσει ασυνήθιστες σχέσεις ανάμεσα σε οικονομικές κινήσεις, ταξίδια, επικοινωνίες και άλλα δεδομένα. Η τεχνολογική υπόσχεση ήταν σημαντική, αλλά η πολιτική συνέπεια ακόμη σημαντικότερη. Οργανώσεις πολιτικών δικαιωμάτων, δημοσιογράφοι, νομικοί και μέλη του Κογκρέσου άρχισαν να φοβούνται ότι μια υποδομή σχεδιασμένη για την αναζήτηση απειλών θα μπορούσε πολύ εύκολα να μετατραπεί σε μηχανισμό γενικευμένης παρακολούθησης. Ακόμη και το ίδιο το όνομα «Total Information Awareness» ήταν σχεδόν καταδικασμένο να προκαλέσει αντιδράσεις, επειδή υποδήλωνε ακριβώς εκείνο που οι πολίτες φοβούνταν, την επιδίωξη μιας σχεδόν συνολικής πληροφοριακής γνώσης.

Σε αυτό το κλίμα εμφανίστηκε το LifeLog, γεγονός που συχνά οδηγεί σε μια απλουστευτική σύνδεση των δύο προγραμμάτων. Το LifeLog όμως δεν ήταν το Total Information Awareness και δεν θα ήταν ιστορικά ακριβές να παρουσιαστεί ως ένα απλό τμήμα ενός ενιαίου σχεδίου μαζικής επιτήρησης. Επρόκειτο για διαφορετική ερευνητική πρωτοβουλία, με διαφορετικό αντικείμενο και διαφορετική διοικητική προέλευση. Η ιστορική τους γειτνίαση παρ’ όλα αυτά είχε τεράστια σημασία, επειδή και τα δύο άγγιζαν το ίδιο βαθύτερο πρόβλημα της εποχής, την ικανότητα της πληροφορικής να μετατρέπει ασύνδετα δεδομένα σε οργανωμένη γνώση. Το TIA επιχειρούσε να αναζητήσει πρότυπα μέσα σε πληροφορίες που θα μπορούσαν να σχετίζονται με απειλές. Το LifeLog στρεφόταν προς έναν άλλο στόχο, ίσως ακόμη πιο προσωπικό και φιλοσοφικά παράξενο, τη δημιουργία μιας υπολογιστικά οργανωμένης αναπαράστασης της εμπειρίας ενός ανθρώπου.

Η προκήρυξη BAA 03-30 περιέγραφε μια τέτοια επιδίωξη με όρους που παραμένουν εντυπωσιακοί ακόμη και σήμερα. Το σύστημα θα έπρεπε να μπορεί να συλλαμβάνει και να αποθηκεύει τη ροή της εμπειρίας ενός ανθρώπου και να οργανώνει τις πληροφορίες κατά τρόπο που να επιτρέπει την πρόσβαση και την επαναχρησιμοποίησή τους. Η αναφορά σε οντολογίες είχε ιδιαίτερη σημασία. Δεν αρκούσε δηλαδή η συσσώρευση ψηφιακών αρχείων σε έναν τεράστιο σκληρό δίσκο. Έπρεπε να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός που θα μπορούσε να καταλαβαίνει σχέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους, μέρη, αντικείμενα, χρονικές ακολουθίες και γεγονότα. Με άλλα λόγια, η DARPA δεν ζητούσε απλώς μια μηχανή καταγραφής αλλά μια υποδομή που θα μπορούσε να μετατρέψει την καταγραφή σε ένα είδος εξωτερικής ανθρώπινης μνήμης.

Αυτή ακριβώς η διάσταση είναι που κάνει το LifeLog πολύ πιο ενδιαφέρον από μια απλή ιστορία παρακολούθησης. Στον πυρήνα του βρισκόταν ένα γνήσιο επιστημονικό και γνωσιακό πρόβλημα. Ο άνθρωπος ζει μέσα σε μια αδιάκοπη ροή πληροφοριών, αλλά θυμάται μόνο ένα μικρό και επιλεκτικό μέρος της. Τα περισσότερα γεγονότα εξαφανίζονται, πολλές λεπτομέρειες παραμορφώνονται και οι σχέσεις ανάμεσα σε διαφορετικές εμπειρίες χάνονται με τον χρόνο. Ένα υπολογιστικό σύστημα όμως δεν είχε θεωρητικά την ίδια αδυναμία. Εάν μπορούσε να καταγράφει αρκετά στοιχεία και να τα οργανώνει σωστά, θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν ένα δεύτερο επίπεδο μνήμης, ικανό να απαντήσει σε ερωτήματα που ο ίδιος ο άνθρωπος δεν μπορούσε πλέον να απαντήσει. Κάπου σε αυτή τη μετάβαση από τη συλλογή προς την κατανόηση βρίσκεται το πραγματικό πείραμα του LifeLog.

Οι δημοσιογραφικές περιγραφές του LifeLog το 2003 έδωσαν γρήγορα στο πρόγραμμα μια σχεδόν δυστοπική εικόνα. Η υπόσχεση μιας τεχνολογίας που θα μπορούσε να συγκεντρώνει ηλεκτρονική αλληλογραφία, φωτογραφίες, ιστοσελίδες, τηλεφωνικές επικοινωνίες, τοποθεσίες, οπτικοακουστικό υλικό και άλλες δραστηριότητες ήταν αρκετή για να δημιουργήσει την εντύπωση ενός συστήματος που θα ακολουθούσε τον άνθρωπο σε κάθε στιγμή της καθημερινότητάς του. Η πραγματική επιστημονική πρόκληση όμως δεν βρισκόταν στο πόσο πολύ θα μπορούσε να καταγραφεί. Η τεχνολογία αποθήκευσης ήδη εξελισσόταν ταχύτατα και ήταν εύκολο να προβλέψει κανείς ότι οι δυνατότητές της θα αυξάνονταν συνεχώς. Το δυσκολότερο ερώτημα ήταν πώς ένας υπολογιστής θα μπορούσε να μετατρέψει εκατομμύρια αποσπασματικές πληροφορίες σε κάτι που να μοιάζει με ανθρώπινη εμπειρία.

Ένας άνθρωπος δεν θυμάται μια συνάντηση ως ένα σύνολο ανεξάρτητων αρχείων. Δεν σκέφτεται ότι στις 14:32 καταγράφηκε μια γεωγραφική συντεταγμένη, στις 14:33 δημιουργήθηκε μια εικόνα και στις 14:34 αποθηκεύτηκε ένα αρχείο ήχου. Θυμάται ότι πήγε σε ένα συγκεκριμένο μέρος, συνάντησε έναν άνθρωπο, συζήτησε μαζί του κάτι και στη συνέχεια συνέβη ένα άλλο γεγονός. Το νόημα βρίσκεται στις σχέσεις μεταξύ των δεδομένων και όχι στα δεδομένα αυτά καθαυτά. Αυτό ακριβώς επιχειρούσε να αντιμετωπίσει η έννοια της οντολογικής οργάνωσης του LifeLog. Το σύστημα έπρεπε να αναγνωρίζει ότι διαφορετικές πληροφορίες ανήκουν στο ίδιο επεισόδιο, ότι ένα πρόσωπο συνδέεται με μια συγκεκριμένη συνάντηση, ότι μια συνομιλία προηγήθηκε μιας απόφασης ή ότι ένα γεγονός σχετίζεται με κάτι που είχε συμβεί ημέρες ή μήνες νωρίτερα.

Η φιλοδοξία ήταν συνεπώς πολύ πιο κοντά στη δημιουργία μιας υπολογιστικά προσπελάσιμης αυτοβιογραφικής μνήμης παρά ενός απλού ηλεκτρονικού ημερολογίου. Ένας μελλοντικός ψηφιακός βοηθός που θα είχε πρόσβαση σε αυτή τη μνήμη θα μπορούσε να απαντήσει σε ερωτήσεις όπως πότε είχε συναντήσει ο χρήστης για τελευταία φορά ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, τι είχαν συζητήσει, ποια έγγραφα είχε δει εκείνη την ημέρα ή ποια γεγονότα είχαν προηγηθεί μιας συγκεκριμένης απόφασης. Θα μπορούσε ακόμη να αναζητήσει πρότυπα μέσα στην προσωπική ιστορία του ανθρώπου, να συσχετίσει διαφορετικές εμπειρίες και να λειτουργήσει ως ένα εξωτερικό σύστημα ανάκλησης. Για την τεχνητή νοημοσύνη των αρχών της δεκαετίας του 2000 αυτό ήταν ένα εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα, επειδή οι υπολογιστές μπορούσαν να αποθηκεύσουν πολύ περισσότερα από όσα μπορούσαν πραγματικά να καταλάβουν.

Και εδώ εμφανίζεται η διπλή φύση του LifeLog. Από τη μία πλευρά, η ιδέα έχει εμφανή χρησιμότητα. Ένας άνθρωπος με προβλήματα μνήμης θα μπορούσε να διαθέτει έναν ισχυρό γνωσιακό βοηθό. Ένας ερευνητής ή ένας στρατιωτικός αναλυτής θα μπορούσε να ανακατασκευάσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τα γεγονότα μιας ημέρας. Ένας ψηφιακός βοηθός θα μπορούσε να προσαρμόζεται στις ανάγκες ενός χρήστη επειδή θα γνώριζε το ιστορικό και το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνταν. Από την άλλη πλευρά, όμως, η ίδια ακριβώς τεχνολογική δυνατότητα δημιουργούσε έναν πρωτοφανή μηχανισμό πληροφοριακής ισχύος. Ένα αρχείο που γνωρίζει πού βρισκόταν κάποιος, με ποιον μίλησε, τι διάβασε, τι αγόρασε, τι είδε και πότε πραγματοποίησε κάθε μία από αυτές τις ενέργειες δεν αποτελεί απλώς μνήμη. Μπορεί να μετατραπεί σε εξαιρετικά λεπτομερές προφίλ ενός ανθρώπου.

Η ουσία του προβλήματος βρίσκεται στη συσχέτιση. Μια μεμονωμένη πληροφορία μπορεί να είναι ασήμαντη. Το γεγονός ότι κάποιος βρισκόταν σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία δεν μας λέει απαραίτητα πολλά. Το ίδιο ισχύει για μια τηλεφωνική κλήση, μια αγορά ή μια διαδικτυακή αναζήτηση. Όταν όμως αυτά τα στοιχεία τοποθετηθούν στην ίδια χρονική ακολουθία, μπορεί να δημιουργηθεί μια ιστορία. Το ίδιο το σύστημα μπορεί να αρχίσει να παράγει συμπεράσματα που δεν περιέχονται ρητά σε κανένα από τα επιμέρους δεδομένα. Αυτή είναι η στιγμή κατά την οποία η καταγραφή μετατρέπεται σε ανάλυση και η ανάλυση σε γνώση. Και η γνώση, όταν αφορά λεπτομερώς την καθημερινή ζωή ενός ανθρώπου, αποτελεί αναπόφευκτα μορφή δύναμης.

Το πρόβλημα της ιδιωτικότητας γινόταν ακόμη πιο σύνθετο επειδή καμία ανθρώπινη ζωή δεν είναι πραγματικά απομονωμένη. Όταν ένας άνθρωπος καταγράφει τη δική του καθημερινότητα, καταγράφει αναπόφευκτα και τους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω του. Μια κάμερα μπορεί να καταγράψει κάποιον που δεν έχει συμφωνήσει να συμμετάσχει στο LifeLog. Ένα μικρόφωνο μπορεί να αποθηκεύσει μια ιδιωτική συνομιλία. Μια συνάντηση αποτελεί κοινή εμπειρία δύο ή περισσότερων ανθρώπων, αλλά το ψηφιακό αρχείο της μπορεί να βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια του ενός. Το ερώτημα επομένως δεν ήταν μόνο ποιος έχει δικαίωμα να καταγράφει τον εαυτό του αλλά μέχρι πού φτάνει αυτό το δικαίωμα όταν η προσωπική μνήμη περιλαμβάνει αναπόφευκτα και τη ζωή των άλλων.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι ίδιοι οι όροι του προγράμματος αναγνώρισαν σχετικά γρήγορα την ανάγκη για περιορισμούς γύρω από την ιδιωτικότητα, την ασφάλεια, τα πνευματικά δικαιώματα και τη συγκατάθεση. Η δυνατότητα απενεργοποίησης της καταγραφής και η ανάγκη προηγούμενης άδειας για την καταγραφή τρίτων προσώπων δεν ήταν λεπτομέρειες. Ήταν έμμεση παραδοχή ότι το LifeLog δεν αποτελούσε ένα αμιγώς τεχνικό ζήτημα. Η υπολογιστική του επιτυχία μπορούσε να δημιουργήσει αμέσως ένα νομικό και ηθικό πρόβλημα πολύ μεγαλύτερο από εκείνο που προσπαθούσε να λύσει. Και μέσα στο ήδη εκρηκτικό πολιτικό περιβάλλον που είχε δημιουργήσει το Total Information Awareness, η διάκριση ανάμεσα στην «ψηφιακή μνήμη» και στην «ψηφιακή παρακολούθηση» ήταν όλο και δυσκολότερο να γίνει κατανοητή από το κοινό.

Μέχρι το δεύτερο μισό του 2003 η DARPA βρισκόταν σε μια ιδιαίτερα δύσκολη θέση. Η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από το Total Information Awareness είχε ξεπεράσει τα όρια της τεχνολογικής κοινότητας και είχε φτάσει στο Κογκρέσο. Οι αντιδράσεις για την ιδιωτικότητα και τις πολιτικές ελευθερίες ήταν έντονες, η ίδια η ονομασία του προγράμματος είχε μετατραπεί σε επικοινωνιακό βάρος και η χρηματοδότηση του Information Awareness Office περιορίστηκε σημαντικά. Αυτό δεν σήμαινε ότι κάθε τεχνολογική ιδέα που είχε αναπτυχθεί στο πλαίσιο εκείνων των ερευνών εξαφανίστηκε, αλλά πολιτικά η εποχή είχε γίνει εξαιρετικά αφιλόξενη για οτιδήποτε μπορούσε να παρουσιαστεί ως προσπάθεια δημιουργίας μιας ολοκληρωμένης εικόνας της συμπεριφοράς των ανθρώπων.

Το LifeLog, ακόμη και αν είχε διαφορετικούς ερευνητικούς στόχους, ήταν σχεδόν αδύνατο να αποφύγει αυτή τη σκιά. Στις αρχές του 2004 η DARPA ανακοίνωσε την ακύρωση του προγράμματος, επικαλούμενη ουσιαστικά μια αλλαγή προτεραιοτήτων. Η εξήγηση ήταν σύντομη και δεν συνοδεύτηκε από κάποια μεγάλη δημόσια ανάλυση των λόγων που οδήγησαν στην απόφαση. Το γεγονός αυτό θα δημιουργούσε αργότερα μεγάλο χώρο για θεωρίες. Ωστόσο, όταν το εξετάσουμε μέσα στο πολιτικό περιβάλλον της περιόδου, η ακύρωση δεν μοιάζει ανεξήγητη. Ένα πρόγραμμα που μπορούσε εύκολα να περιγραφεί στον δημόσιο διάλογο ως «η προσπάθεια του Πενταγώνου να καταγράψει ολόκληρη τη ζωή ενός ανθρώπου» δύσκολα μπορούσε να συνεχιστεί χωρίς να μετατραπεί σε νέο σύμβολο της συζήτησης γύρω από την κρατική επιτήρηση.

Χρόνια αργότερα, ο Douglas Gage θα περιέγραφε ουσιαστικά το LifeLog ως παράπλευρη απώλεια της πολιτικής καταιγίδας που είχε δημιουργήσει το TIA. Η δική του ερμηνεία δεν αποτελεί από μόνη της πλήρη ιστορική απόδειξη για κάθε εσωτερική απόφαση της DARPA, αλλά προσφέρει μια εύλογη εικόνα για το περιβάλλον μέσα στο οποίο το πρόγραμμα τερματίστηκε. Η διάκριση παραμένει κρίσιμη, άλλο να πούμε ότι LifeLog και Total Information Awareness ήταν το ίδιο σχέδιο, κάτι που δεν υποστηρίζεται, και άλλο να αναγνωρίσουμε ότι το πολιτικό κόστος του δεύτερου μπορούσε να επηρεάσει την τύχη ενός διαφορετικού προγράμματος που έθετε επίσης σοβαρά ζητήματα ιδιωτικότητας.

Χρειάζεται επίσης να αποφεύγουμε μια άλλη υπερβολή που συχνά εμφανίζεται στις μεταγενέστερες διαδικτυακές αφηγήσεις. Το LifeLog δεν ήταν ένα πλήρως ανεπτυγμένο επιχειρησιακό σύστημα που είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή πάνω στον αμερικανικό πληθυσμό και ξαφνικά εξαφανίστηκε. Η BAA 03-30 ήταν πρόσκληση για ερευνητικές προτάσεις, ανάπτυξη τεχνολογιών και δημιουργία πρωτοτύπων. Με άλλα λόγια, πρέπει να διαχωρίζουμε αυτό που επιδίωκε να κατασκευάσει το LifeLog από αυτό που είχε προλάβει πραγματικά να υλοποιηθεί μέχρι την ακύρωσή του. Η διαφορά είναι ουσιώδης, ειδικά όταν ένα πρόγραμμα με τόσο εντυπωσιακή περιγραφή μετατρέπεται χρόνια αργότερα σε υλικό διαδικτυακής μυθολογίας.

Η ακύρωση όμως ενός ερευνητικού προγράμματος δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα που επιχειρούσε να λύσει εξαφανίζεται. Μέσα στο 2004 εμφανίστηκε το Advanced Soldier Sensor Information System and Technology, ή ASSIST, μια στρατιωτική ερευνητική προσπάθεια που επικεντρωνόταν περισσότερο στη χρήση αισθητήρων και υπολογιστικών συστημάτων για την καταγραφή και οργάνωση της εμπειρίας των στρατιωτών στο πεδίο. Η τεχνολογική συγγένεια είναι εμφανής, αισθητηριακά δεδομένα, χρονική οργάνωση γεγονότων, αναζήτηση και ανακατασκευή της εμπειρίας. Σχεδόν απο την ίδια στιγμή της εμφάνισης του ASSIST, αναπτύχθηκε η θεωρία ότι το LifeLog «μετονομάστηκε» σε ASSIST. Δείχνει όμως κάτι σημαντικότερο για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η έρευνα, ένα πρόγραμμα μπορεί να πεθάνει ενώ η ιδέα του συνεχίζει να εμφανίζεται σε νέες εφαρμογές, νέες ομάδες και διαφορετικά τεχνολογικά προβλήματα.

Η ιστορία της στρατιωτικής έρευνας είναι γεμάτη τέτοιες περιπτώσεις. Τα προγράμματα έχουν ονόματα, προϋπολογισμούς και ημερομηνίες λήξης, αλλά οι τεχνολογικές έννοιες δεν ακολουθούν πάντα τα ίδια σύνορα. Ένας αισθητήρας που δημιουργήθηκε για στρατιωτική χρήση μπορεί αργότερα να εμφανιστεί σε εμπορική εφαρμογή. Μια τεχνική ανάλυσης δεδομένων μπορεί να περάσει από ένα κυβερνητικό εργαστήριο σε ένα πανεπιστήμιο και από εκεί σε μια ιδιωτική εταιρεία. Το LifeLog είναι επομένως περισσότερο χρήσιμο να το δούμε ως ένα πρώιμο σημείο συμπύκνωσης συγκεκριμένων ιδεών, οπως η συνεχής καταγραφή, το προσωπικά δεδομένα, η υπολογιστική μνήμη και η αναγνώριση σχέσεων, παρά ως ένα μοναδικό αντικείμενο που είτε υπήρχε είτε εξαφανίστηκε ολοκληρωτικά τον Ιανουάριο του 2004.

Και ακριβώς εδώ εμφανίζεται η πιο διάσημη σύμπτωση ολόκληρης της υπόθεσης. Στις 4 Φεβρουαρίου 2004, την ημέρα που το WIRED δημοσίευσε την είδηση ότι η DARPA είχε ακυρώσει το LifeLog, ξεκίνησε στο Harvard το TheFacebook. Από αυτή τη χρονική σύμπτωση γεννήθηκε αργότερα μία από τις πιο ανθεκτικές θεωρίες γύρω από το πρόγραμμα, ότι το LifeLog δεν τερματίστηκε πραγματικά αλλά μεταφέρθηκε στον ιδιωτικό τομέα και επανεμφανίστηκε με τη μορφή του Facebook. Η αφήγηση είναι τόσο τέλεια ώστε σχεδόν ζητά να γίνει πιστευτή. Ένα κρατικό πρόγραμμα που επιθυμεί την καταγραφή της ανθρώπινης ζωής εξαφανίζεται και, ακριβώς την ίδια ημέρα, εμφανίζεται ένα κοινωνικό δίκτυο που λίγα χρόνια αργότερα θα φιλοξενεί φωτογραφίες, σχέσεις, ενδιαφέροντα, τοποθεσίες και γεγονότα της ζωής δισεκατομμυρίων ανθρώπων.

Το πρόβλημα είναι ότι η αφηγηματική τελειότητα δεν αποτελεί απόδειξη. Δεν υπάρχουν τεκμηριωμένα στοιχεία που να δείχνουν ότι το Facebook δημιουργήθηκε από τη DARPA ως διάδοχος του LifeLog, ότι η εταιρεία ανέλαβε κρυφά το πρόγραμμα ή ότι υπήρξε κάποια μεταβίβαση των τεχνολογικών του στόχων. Ακόμη και η περίφημη ημερομηνία χρειάζεται ακρίβεια, η 4η Φεβρουαρίου είναι η ημερομηνία κατά την οποία δημοσιεύθηκε ευρέως η είδηση της ακύρωσης, όχι κάποια τεκμηριωμένη στιγμή κατά την οποία ένα σύστημα απενεργοποιήθηκε σε έναν κυβερνητικό υπολογιστή και ενεργοποιήθηκε σε κάποιο δωμάτιο του Harvard. Η χρονική σύμπτωση είναι πραγματική και εντυπωσιακή. Η αιτιακή σύνδεση παραμένει ατεκμηρίωτη.

Παράδοξα, όμως, η εμμονή με αυτή τη θεωρία κινδυνεύει να μας κάνει να χάσουμε μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα πραγματικότητα. Το Facebook δεν χρειάζεται να είναι κρυφά το LifeLog για να αποδειχθεί ότι η κοινωνία τελικά υιοθέτησε σε τεράστια κλίμακα πολλές από τις συμπεριφορές που το LifeLog είχε προβλέψει.

Το 2003, η ιδέα της συνεχούς ψηφιακής καταγραφής ήταν ακόμη εμφανώς τεχνολογική. Ένας άνθρωπος θα έπρεπε να φορά αισθητήρες, να χρησιμοποιεί ειδικές συσκευές, να μεταφέρει κάμερες ή συστήματα εντοπισμού και να αποθηκεύει τεράστιες ποσότητες πληροφοριών. Ο μηχανισμός της καταγραφής θα ήταν ορατός και ο χρήστης θα είχε ξεκάθαρη επίγνωση ότι συμμετέχει σε ένα πείραμα. Σήμερα η σχέση αυτή έχει αντιστραφεί. Οι αισθητήρες έχουν γίνει τόσο μικροί, τόσο φθηνοί και τόσο απαραίτητοι στην καθημερινή ζωή ώστε η καταγραφή δεν εμφανίζεται πλέον ως ξεχωριστή δραστηριότητα. Αποτελεί συχνά το αόρατο παραπροϊόν της χρήσης μιας υπηρεσίας.

Το smartphone που βρίσκεται στην τσέπη ενός ανθρώπου διαθέτει GPS, κάμερες, μικρόφωνο, επιταχυνσιόμετρα, δυνατότητες ασύρματης επικοινωνίας και πρόσβαση σε εφαρμογές που οργανώνουν μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς του. Οι φωτογραφίες αποθηκεύονται αυτόματα με ημερομηνίες και συχνά τοποθεσίες. Τα κοινωνικά δίκτυα δημιουργούν ένα αρχείο σχέσεων και δημόσιων αντιδράσεων. Οι ηλεκτρονικές αγορές αφήνουν ένα οικονομικό και καταναλωτικό ιστορικό. Οι υπηρεσίες streaming γνωρίζουν τι παρακολουθήσαμε και τι ακούσαμε. Τα ηλεκτρονικά ημερολόγια θυμούνται τις συναντήσεις μας, οι εφαρμογές πλοήγησης τις διαδρομές μας και τα smartwatches μπορούν να καταγράφουν δραστηριότητα και βιομετρικές ενδείξεις. Το cloud επιτρέπει σε υλικό που παλαιότερα θα είχε χαθεί μέσα σε λίγα χρόνια να παραμένει διαθέσιμο για δεκαετίες.

Κανένα από αυτά τα συστήματα δεν αποτελεί από μόνο του το DARPA LifeLog. Τα δεδομένα είναι διασκορπισμένα σε πολλές διαφορετικές εταιρείες, υπηρεσίες, συσκευές και νομικά πλαίσια. Δεν υπάρχει κάποια αυτονόητη ενιαία βάση που γνωρίζει τα πάντα για κάθε άνθρωπο. Το συνολικό αποτέλεσμα όμως είναι δύσκολο να αγνοηθεί. Ένα μεγάλο μέρος της ζωής μας παράγει πλέον μηχανικά αναγνώσιμα ίχνη και η ποσότητα αυτών των ιχνών είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από εκείνη που ένας ερευνητής του LifeLog θα μπορούσε εύκολα να συλλέξει το 2003.

Η πραγματική ανατροπή βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο φτάσαμε σε αυτό το σημείο. Η συνεχής καταγραφή δεν επιβλήθηκε αναγκαστικά ως ένα ενιαίο σύστημα παρακολούθησης. Υιοθετήθηκε σταδιακά επειδή κάθε επιμέρους τεχνολογία πρόσφερε κάτι χρήσιμο. Χρησιμοποιούμε το GPS επειδή μας βοηθά να βρούμε τον δρόμο, το cloud επειδή δεν θέλουμε να χάσουμε τις φωτογραφίες μας, το smartwatch επειδή θέλουμε να γνωρίζουμε τη δραστηριότητά μας, τα κοινωνικά δίκτυα επειδή θέλουμε να επικοινωνούμε και τα ηλεκτρονικά καταστήματα επειδή κάνουν τις αγορές ευκολότερες. Η μεγάλη ψηφιακή καταγραφή της καθημερινότητας δεν χρειάστηκε επομένως να παρουσιαστεί ως συνολικό σχέδιο. Δημιουργήθηκε από τη σύγκλιση πολλών διαφορετικών υπηρεσιών, καθεμία από τις οποίες είχε τη δική της λογική και τη δική της χρησιμότητα.

Αυτό ίσως αποτελεί τη μεγαλύτερη ειρωνεία της ιστορίας του LifeLog. Το πρόγραμμα της DARPA επιχείρησε να σχεδιάσει ρητά μια ολοκληρωμένη υποδομή προσωπικής καταγραφής και προκάλεσε άμεσα φόβο. Ο σύγχρονος κόσμος δημιούργησε παρόμοιες δυνατότητες κατανεμημένα, μέσα από αντικείμενα και υπηρεσίες που οι άνθρωποι επέλεξαν μόνοι τους. Ο μηχανισμός έγινε τόσο καθημερινός ώστε σχεδόν έπαψε να είναι ορατός. Η καταγραφή δεν μοιάζει πλέον απαραίτητα με παρακολούθηση. Μπορεί να μοιάζει με ευκολία, επικοινωνία, ψυχαγωγία, ασφάλεια ή απλώς με τον φυσιολογικό τρόπο λειτουργίας της σύγχρονης ζωής.

Υπάρχει όμως σήμερα ένας παράγοντας που κάνει την κατάσταση πολύ πιο κοντινή στην αρχική φιλοδοξία του LifeLog από όσο ήταν ακόμη και πριν από λίγα χρόνια, η τεχνητή νοημοσύνη. Το μεγάλο τεχνικό πρόβλημα του LifeLog δεν ήταν ποτέ μόνο η αποθήκευση. Ήταν η μετατροπή της αποθήκευσης σε κατανόηση. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει εκατό χιλιάδες φωτογραφίες, δεκάδες χιλιάδες μηνύματα και χρόνια ιστορικού τοποθεσιών, αλλά χωρίς έναν αποτελεσματικό τρόπο αναζήτησης αυτά παραμένουν συχνά ένα απέραντο ψηφιακό αρχείο. Τα σύγχρονα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης μπορούν πλέον να μεταγράφουν ομιλία, να αναγνωρίζουν αντικείμενα και πρόσωπα σε εικόνες, να συνοψίζουν κείμενα, να ταξινομούν δεδομένα και να πραγματοποιούν σημασιολογικές αναζητήσεις σε τεράστιες συλλογές πληροφοριών. Η απόσταση ανάμεσα στο «έχω αποθηκεύσει κάτι» και στο «μπορώ να καταλάβω τι σημαίνει» αρχίζει επομένως να μικραίνει.

Αυτό ανοίγει την πόρτα σε μια μορφή προσωπικού ψηφιακού βοηθού που θα ήταν εξαιρετικά κοντά στο όραμα του LifeLog. Ένα σύστημα που, με τη συγκατάθεση του χρήστη, θα είχε πρόσβαση στο ημερολόγιο, στα έγγραφα, στα μηνύματα, στις φωτογραφίες, στις σημειώσεις και σε άλλα προσωπικά δεδομένα θα μπορούσε να γνωρίζει όχι μόνο τι έχει αποθηκευτεί αλλά και πώς διαφορετικά γεγονότα συνδέονται μεταξύ τους. Θα μπορούσε να απαντήσει πότε γνωρίσαμε κάποιον, ποια προβλήματα αντιμετωπίζαμε εκείνη την περίοδο, ποια έγγραφα είχαμε διαβάσει πριν πάρουμε μια απόφαση ή ποια μοτίβα επαναλαμβάνονται μέσα στα χρόνια. Η εξωτερική μνήμη δεν θα ήταν πλέον απλώς αρχείο. Θα αποκτούσε τη δυνατότητα να συνομιλεί μαζί μας.

Κάπου σε αυτό το σημείο εμφανίζεται και το βαθύτερο φιλοσοφικό ζήτημα. Τι συμβαίνει όταν ένα ψηφιακό σύστημα θυμάται μια συνομιλία που εμείς έχουμε ξεχάσει; Αν διαθέτει ακριβέστερο χρονολόγιο της ζωής μας από τη δική μας μνήμη, ποια εκδοχή θεωρούμε πιο αξιόπιστη; Αν εντοπίζει μοτίβα στη συμπεριφορά μας τα οποία εμείς δεν έχουμε αντιληφθεί, γνωρίζει πράγματι κάτι για εμάς που εμείς δεν γνωρίζουμε; Και όταν η ανάλυση των δεδομένων περάσει από την περιγραφή στην πρόβλεψη, όταν δηλαδή ένα σύστημα μπορεί όχι μόνο να γνωρίζει τι κάναμε αλλά να υπολογίζει με αξιόλογη πιθανότητα τι θα κάνουμε στη συνέχεια, τότε η ψηφιακή μνήμη έχει αρχίσει να μετατρέπεται σε κάτι περισσότερο: σε υπολογιστικό μοντέλο του ίδιου του ανθρώπου.

Το LifeLog δεν χρειάζεται λοιπόν να έχει επιβιώσει κρυφά για να αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία. Αντίθετα, ίσως η ιστορία του γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρουσα ακριβώς όταν εγκαταλείψουμε την ανάγκη μιας μυστικής συνέχειας. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα μπορεί να ακυρώθηκε, αλλά το επιστημονικό και κοινωνικό πρόβλημα που προσπάθησε να αντιμετωπίσει συνέχισε να εξελίσσεται γύρω μας.

Στην αυστηρά ιστορική έννοια, η απάντηση είναι σχετικά απλή. Το DARPA LifeLog ακυρώθηκε. Υπήρξε συγκεκριμένη ερευνητική προκήρυξη, συγκεκριμένος διευθηντής προγράμματος, συγκεκριμένες τεχνολογικές επιδιώξεις και συγκεκριμένη απόφαση τερματισμού στις αρχές του 2004. Δεν υπάρχουν τεκμήρια που να μας επιτρέπουν να παρουσιάσουμε ως γεγονός ότι το πρόγραμμα μεταφέρθηκε κρυφά στο Facebook, ότι τα σημερινά κοινωνικά δίκτυα αποτελούν μυστική υλοποίησή του ή ότι υπάρχει κάποια συνεχής υπόγεια γραμμή που ξεκινά από τη BAA 03-30 και καταλήγει στις εφαρμογές που χρησιμοποιούμε σήμερα. Η σύμπτωση της 4ης Φεβρουαρίου 2004 είναι πραγματική και συναρπαστική, αλλά η σύμπτωση δεν αποτελεί από μόνη της αιτιακή απόδειξη.

Η δεύτερη απάντηση όμως είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Το LifeLog μπορεί να απέτυχε ως συγκεκριμένο πρόγραμμα, αλλά μοιάζει όλο και περισσότερο με μια πρώιμη περιγραφή ενός τεχνολογικού κόσμου που τελικά δημιουργήθηκε από διαφορετικούς δρόμους. Όχι από έναν κεντρικό στρατιωτικό σχεδιασμό και όχι μέσα από μία μοναδική βάση δεδομένων, αλλά από τη σταδιακή σύγκλιση εκατοντάδων τεχνολογιών που οι άνθρωποι υιοθέτησαν επειδή καθεμία από αυτές έκανε κάτι χρήσιμο. Η ανθρώπινη ζωή άρχισε να αφήνει πίσω της μια όλο και πυκνότερη ψηφιακή σκιά χωρίς να χρειαστεί να υπάρξει κάποια στιγμή κατά την οποία η κοινωνία συμφώνησε συνολικά ότι επιθυμεί να καταγράψει τον εαυτό της.

Το 2003, για να δημιουργήσεις μια λεπτομερή ψηφιακή αναπαράσταση της ζωής ενός ανθρώπου, έπρεπε να σχεδιάσεις ένα πρόγραμμα σαν το LifeLog. Το 2026 αρκεί να κοιτάξει κανείς πόσα ψηφιακά συστήματα συνοδεύουν ήδη την καθημερινότητα ενός μέσου ανθρώπου. Η φωτογραφία, η τοποθεσία, η διαδρομή, το μήνυμα, η αναζήτηση, η αγορά, η συνάντηση, το τραγούδι, η ταινία, η άσκηση και η κοινωνική σχέση μπορούν να αφήσουν διαφορετικό ψηφιακό ίχνος. Κανένα από αυτά δεν αποτελεί από μόνο του τη ζωή μας. Όταν όμως συσχετίζονται, δημιουργούν μια ολοένα πιο ολοκληρωμένη αναπαράσταση της.

Αυτό δεν πρέπει να μας οδηγήσει στην απλοϊκή θέση ότι κάθε ψηφιακή τεχνολογία αποτελεί απειλή. Η εξωτερική μνήμη μπορεί να αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες επεκτάσεις των ανθρώπινων γνωσιακών δυνατοτήτων. Μπορεί να μας βοηθήσει να διατηρούμε την προσωπική μας ιστορία, να οργανώνουμε τη γνώση, να ανακαλούμε πληροφορίες που διαφορετικά θα χάνονταν και να συνεργαζόμαστε με συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που καταλαβαίνουν καλύτερα το προσωπικό μας πλαίσιο. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται απαραίτητα στην ύπαρξη αυτής της δυνατότητας αλλά στους όρους με τους οποίους χρησιμοποιείται. Ποιος ελέγχει τα δεδομένα; Για πόσο καιρό διατηρούνται; Ποιος μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση; Ποιες πληροφορίες μπορούν να εξαχθούν χωρίς να έχουν δηλωθεί ρητά; Και ποιο δικαίωμα έχει ένας άνθρωπος να ζητήσει να ξεχαστεί κάτι από ένα σύστημα που έχει σχεδιαστεί ακριβώς για να μην ξεχνά;

Εδώ ίσως βρίσκεται και η σημαντικότερη μετατόπιση ανάμεσα στο LifeLog του 2003 και στον κόσμο του σήμερα. Τότε το μεγαλύτερο μέρος της ανησυχίας αφορούσε την καταγραφή. Σήμερα το κεντρικό ζήτημα αρχίζει σταδιακά να γίνεται η ερμηνεία. Η αποθήκευση της τοποθεσίας ενός ανθρώπου αποτελεί μια πληροφορία. Η δυνατότητα όμως ενός συστήματος να αναγνωρίσει ότι ο άνθρωπος επισκέπτεται συγκεκριμένα μέρη σε συγκεκριμένες ώρες, ότι συναντά συγκεκριμένα πρόσωπα μετά από ορισμένες επικοινωνίες και ότι η συμπεριφορά του αλλάζει έπειτα από συγκεκριμένα γεγονότα δημιουργεί κάτι πολύ διαφορετικό. Το αρχείο αποκτά την ικανότητα να παράγει συμπεράσματα. Και όσο καλύτερη γίνεται η τεχνητή νοημοσύνη στην εξαγωγή αυτών των συμπερασμάτων, τόσο περισσότερο το ζήτημα μετακινείται από το «τι γνωρίζουν τα δεδομένα για εμένα;» στο «τι μπορεί ένα σύστημα να συμπεράνει για εμένα από αυτά τα δεδομένα;».

Κάποτε ο φόβος ήταν ότι ένας κρατικός οργανισμός θα μπορούσε να κατασκευάσει έναν φάκελο τόσο λεπτομερή ώστε να περιγράφει ολόκληρη τη ζωή ενός ανθρώπου. Σήμερα η κατάσταση είναι περισσότερο παράδοξη. Τα κομμάτια αυτού του φακέλου δημιουργούνται καθημερινά από εμάς τους ίδιους, επειδή αποτελούν το φυσικό παραπροϊόν της ψηφιακής ζωής. Δεν βρίσκονται απαραίτητα συγκεντρωμένα στο ίδιο σημείο και δεν υπάρχει κάποιος μοναδικός μηχανισμός που τα ελέγχει όλα. Η τεχνολογική δυνατότητα όμως της συγκέντρωσης, της συσχέτισης και της ερμηνείας τους γίνεται ολοένα μεγαλύτερη. Και εκεί βρίσκεται ίσως το σημείο στο οποίο το LifeLog αποκτά πραγματικά ιστορική σημασία.

Το LifeLog οραματίστηκε έναν κόσμο στον οποίο η ανθρώπινη εμπειρία θα μπορούσε να μετατραπεί σε δεδομένα, τα δεδομένα να οργανωθούν σε μνήμη και η μνήμη να μετατραπεί σε κάτι που ένας υπολογιστής θα μπορούσε να αναζητήσει και να χρησιμοποιήσει. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα ακυρώθηκε πριν ολοκληρώσει αυτή τη φιλοδοξία. Η τεχνολογία όμως συνέχισε να εξελίσσεται. Οι αισθητήρες έγιναν καθημερινά αντικείμενα, η ψηφιακή αποθήκευση έγινε σχεδόν αόρατη, τα κοινωνικά δίκτυα μετέτρεψαν την αυτοκαταγραφή σε μαζική κοινωνική δραστηριότητα και η τεχνητή νοημοσύνη αρχίζει να προσθέτει εκείνο ακριβώς το κομμάτι που έλειπε περισσότερο από την αρχική εξίσωση: τη δυνατότητα να αναγνωρίζει νόημα μέσα στην πληροφορία.

Γι’ αυτό, περισσότερο από είκοσι χρόνια μετά την ακύρωσή του, ίσως το σημαντικότερο ερώτημα γύρω από το DARPA LifeLog να μην είναι εάν το πρόγραμμα συνέχισε να υπάρχει κάπου κρυφά. Αυτό είναι το εύκολο μυστήριο και ίσως το λιγότερο ενδιαφέρον. Το δυσκολότερο βρίσκεται μπροστά μας, πώς μια τεχνολογία που κάποτε προκάλεσε φόβο επειδή θα μπορούσε να καταγράψει σχεδόν μια ολόκληρη ανθρώπινη ζωή μετατράπηκε σταδιακά σε ένα σύνολο καθημερινών πρακτικών που θεωρούμε φυσιολογικές;

Ίσως λοιπόν το LifeLog να μην υπήρξε τελικά τόσο μια αποτυχημένη προσπάθεια να κατασκευαστεί το μέλλον όσο μια πρόωρη περιγραφή του μέλλοντος που επρόκειτο να έρθει. Μόνο που το μέλλον αυτό δεν χρειάστηκε να παρουσιαστεί ως ένα ενιαίο πρόγραμμα της DARPA, ούτε να φέρει έναν δυσοίωνο τίτλο και μια επίσημη στρατιωτική σφραγίδα. Έφτασε τμηματικά, μέσα από τις συσκευές που αγοράσαμε, τις υπηρεσίες που χρησιμοποιήσαμε και τα δεδομένα που επιλέξαμε καθημερινά να δημιουργούμε.

Το LifeLog ακυρώθηκε.

Η ιδέα ενός κόσμου που θυμάται ψηφιακά τη ζωή μας, όμως, μόλις είχε αρχίσει.

Εξάλλου, μπορούμε να θυμηθούμε δεκάδες βιβλία, κινηματογραφικές ταινίες και άλλες δημιουργίες που στο παρελθόν μάς παρουσίασαν μια ανάλογη πραγματικότητα.

Για κάποιον λόγο, τότε τις αποκαλούσαμε «επιστημονική φαντασία»…

Ίσως σας ενδιαφέρουν…